Δυναστεία των Ομεϋαδών
Η δυναστεία των Ομεϋαδών (αραβικά: بَنُو أُمَيَّةَ, Banu Umayya, δηλ. γιοί τού Ουμαγιά), ή οι Ουμαγιάδες ( αραβ.: ) ήταν μία αραβική φυλή εντός τής φυλής Κουραΐς, η οποία ήταν η άρχουσα οικογένεια τού χαλιφάτου των Ομεϋαδών το 661–750 και τού εμιράτου -και αργότερα χαλιφάτου- τής Κόρδοβας το 756–1031.
Στην προϊσλαμική περίοδο, οι Ομεϋάδες ήταν ένα εξέχον γένος τής φυλής Κουραΐς τής Μέκκας, απόγονοι τού Ουμαγιά ιμπν Αμπντ Σαμς. Παρά την έντονη αντίθεσή τους στον ισλαμικό προφήτη Μωάμεθ, οι Ομεϋάδες ασπάστηκαν το Ισλάμ πριν από το τέλος τού πρώτου το 632. Ο Οθμάν ιμπν Αφφάν, ένας από τούς πρώτους συντρόφους τού Μωάμεθ από τη φυλή των Ομεϋαδών, ήταν ο 3ος χαλίφης Ρασιντούν, και κυβέρνησε από το 644 έως το 656, ενώ άλλα μέλη κατείχαν διάφορες κυβερνητικές θέσεις. Σε αυτούς περιλαμβανόταν ο Μουαβία ιμπν Αμπί Σουφγιάν, ο μακροχρόνιος κυβερνήτης τής Μεγάλης Συρίας, ο οποίος αντιτάχθηκε στον 4ο χαλίφη Ρασιντούν Αλί ιμπν Αμπού Τάλιμπ στον Α΄ Μουσουλμανικό Εμφύλιο Πόλεμο (656-661) και στη συνέχεια ίδρυσε το χαλιφάτο των Ομεϋαδών με πρωτεύουσά του τη Δαμασκό. Αυτό σηματοδότησε την έναρξη τής δυναστείας των Ομεϋαδών, τής πρώτης κληρονομικής δυναστείας στην ιστορία τού Ισλάμ, και τής μόνης που κυβέρνησε ολόκληρο τον ισλαμικό κόσμο τής εποχής της. Η εξουσία των Ομεϋαδών αμφισβητήθηκε στον Β΄ Μουσουλμανικό Εμφύλιο Πόλεμο, κατά τον οποίο η Σουφγιανιδική γραμμή τού Μουαβία (η οποία περιλαμβάνει μόνο τους τρεις πρώτους Ομεϋάδες χαλίφες) αντικαταστάθηκε το 684 από τον Μαρουάν Α΄, ο οποίος ίδρυσε τη Μαρουανιδική γραμμή των Ομεϋαδών χαλιφών, η οποία αποκατέστησε την κυριαρχία τής δυναστείας στο χαλιφάτο, και παρέμεινε έτσι μέχρι την πτώση τού χαλιφάτου τής Κόρδοβας.
Η ισλαμική αυτοκρατορία έφτασε στη μεγαλύτερη γεωγραφική της έκταση υπό τούς Ομεϋάδες. [1] Οι Ομεϋάδες προχώρησαν στις πρώτες μουσουλμανικές κατακτήσεις, κατακτώντας το Μαγκρέμπ, την Ισπανία, την Κεντρική Ασία, το Σιντ και μέρη τού Κινεζικού Τουρκεστάν, [2] αλλά ο συνεχής πόλεμος εξάντλησε τούς στρατιωτικούς πόρους τού κράτους, ενώ οι εξεγέρσεις των Αλιδών και των Χαριτζιτών και οι φυλετικές αντιπαλότητες αποδυνάμωσαν το κράτος εκ των έσω. Τελικά, το 750 οι Αββασίδες ανέτρεψαν τον χαλίφη Μαρουάν Β' και σφαγίασαν το μεγαλύτερο μέρος τής οικογένειας. Ένας από τους επιζώντες, ο Αμπντ αλ-Ραχμάν, εγγονός τού χαλίφη Χισάμ ιμπν Αμπντ αλ-Μαλίκ, διέφυγε στη μουσουλμανική Ισπανία, όπου ίδρυσε το εμιράτο τής Κόρδοβας, το οποίο ο απόγονός του, Αμπντ αλ-Ραχμάν Γ', μετέτρεψε σε χαλιφάτο το 929. Υπό τούς Ομεϊάδες, η αλ-Ανταλούς έγινε κέντρο επιστήμης, ιατρικής, φιλοσοφίας και εφευρέσεων κατά τη διάρκεια τής Ισλαμικής Χρυσής Εποχής. [3] [4] Το χαλιφάτο τής Κόρδοβας διασπάστηκε σε αρκετά ανεξάρτητα βασίλεια ταϊφά το 1031, σηματοδοτώντας έτσι το πολιτικό τέλος τής δυναστείας των Ομεϋαδών.
Ιστορία
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Προϊσλαμική προέλευση
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Οι Ομεϊάδες, ή Banu Umayya, ήταν μία φυλή τής μεγαλύτερης φυλής Κουραΐς, η οποία κυριαρχούσε στη Μέκκα κατά την προϊσλαμική εποχή. [5] Οι Κουραΐς απέκτησαν κύρος μεταξύ των αραβικών φυλών μέσω τής προστασίας και τής συντήρησης τής Kαάμπα, η οποία εκείνη την εποχή θεωρούνταν από τους -σε μεγάλο βαθμό πολυθεϊστές- Άραβες, σε όλη την Αραβική Χερσόνησο, ως το πιο ιερό τους μέρος. [5] Ένας ηγέτης των Κουραϊσιτών, ο Aμπντ Μανάφ ιμπν Κουσαΐ, ο οποίος με βάση τη θέση του στη γενεαλογική παράδοση θα έζησε στα τέλη τού 5ου αι., ήταν επιφορτισμένος με τη συντήρηση και την προστασία τής Kαάμπα και των προσκυνητών της.[6] Αυτοί οι ρόλοι πέρασαν στους γιους του Aμπντ Σαμς, Χασίμ και άλλους.[6] Ο Aμπντ Σαμς ήταν ο πατέρας τού Ουμαγιά, τού ομώνυμου προγόνου των Ομεϋαδών.[7]
Ο Ουμαγιά διαδέχθηκε τον πατέρα του Αμπντ Σαμς ως qa'id (διοικητής πολέμου) των κατοίκων τής Μέκκας. [8] Αυτή η θέση ήταν πιθανώς μία περιστασιακή πολιτική θέση, τής οποίας ο κάτοχός της επέβλεπε την κατεύθυνση των στρατιωτικών υποθέσεων τής Μέκκας σε περιόδους πολέμου, αντί για μία πραγματική διοίκηση πεδίου. [8] Αυτή η πρώιμη εμπειρία στην στρατιωτική ηγεσία αποδείχθηκε διδακτική, καθώς οι μεταγενέστεροι Ομεϋάδες θα ήταν γνωστοί και αναγνωρισμένοι για την κατοχή σημαντικών πολιτικών και στρατιωτικών οργανωτικών ικανοτήτων. [8] Ο ιστορικός Τζόρτζιο Λέβι ντελα Βίντα υποστηρίζει, ότι οι πληροφορίες στις πρώιμες αραβικές πηγές για τον Ουμαγιά, όπως και για όλους τούς αρχαίους προγόνους των φυλών τής Αραβίας, «πρέπει να γίνονται δεκτές με προσοχή», αλλά «ότι ο πολύ μεγάλος σκεπτικισμός όσον αφορά την παράδοση θα ήταν τόσο άστοχος, όσο η απόλυτη πίστη στις δηλώσεις της». [7] Ο ντελα Βίντα υποστηρίζει, ότι εφόσον οι Ουμαγιάδες που εμφανίζονται στην αρχή τής ισλαμικής ιστορίας στις αρχές του 7ου αι. δεν ήταν αργότερα απόγονοι τρίτης γενιάς τού Ουμαγιά, η ύπαρξη τού τελευταίου είναι πολύ πιθανή. [7]
Γύρω στο 600, οι Κουραΐς είχαν αναπτύξει σε όλη την Αραβία εμπορικά δίκτυα, οργανώνοντας καραβάνια προς τη Συρία στον βορρά, και την Υεμένη στον νότο. [5] Οι Μπανού Ουμαγιά και οι Μπανού Μαχζούμ, μία άλλη εξέχουσα φυλή Κουραϊσιτών, κυριαρχούσαν σε αυτά τα εμπορικά δίκτυα. Για να εξασφαλίσουν αυτές τις διαδρομές, ανέπτυξαν οικονομικές και στρατιωτικές συμμαχίες με τις νομαδικές αραβικές φυλές, που έλεγχαν τις βόρειες και κεντρικές αραβικές ερήμους, αποκτώντας τους ένα βαθμό πολιτικής ισχύος στην Αραβία. [9]
Εναντίωση στο Ισλάμ και υιοθέτηση τού Ισλάμ
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Ο Μωάμεθ ήταν μέλος των Μπανού Χασίμ, μίας φυλής Κουραϊσιτών που συγγένευαν με τους Μπανού Ουμαγιά μέσω τού κοινού προγόνου τους, Αμπντ Μανάφ. Όταν ξεκίνησε τις θρησκευτικές του διδασκαλίες στη Μέκκα, αντιτάχθηκε από τούς περισσότερους Κουραϊσίτες. [10] [11] Βρήκε υποστήριξη από τούς κατοίκους τής Μεδίνας, και εγκαταστάθηκε εκεί με τούς οπαδούς του το 622. [12] Οι απόγονοι τού Αμπντ Σαμς, συμπεριλαμβανομένων των Ομεϋαδών, ήταν μεταξύ των κύριων ηγετών τής αντιπολίτευσης των Κουραϊσιτών στον Μωάμεθ. [13] Αντικατέστησαν τούς Μπανού Μαχζούμ, με επικεφαλής τον Αμπού Τζαχλ, ως αποτέλεσμα των βαριών απωλειών που υπέστη η ηγεσία των Μπανού Μαχζούμ, πολεμώντας τούς Μουσουλμάνους στη Μάχη τού Μπαντρ το 624. [14] Ένας αρχηγός των Ομεϋαδών, εγγονός του Ουμαγιά, ο Αμπού Σουφγιάν, στη συνέχεια έγινε ο ηγέτης τού στρατού τής Μέκκας, που πολέμησε τούς Μουσουλμάνους υπό τον Μωάμεθ στις μάχες τού Ουχούντ και τού Τάφρου. [13]
Ο Αμπού Σουφγιάν και οι γιοι του (τού κλάδου των Σουφγιανιδών), μαζί με τούς περισσότερους Ομεϋάδες, ασπάστηκαν το Ισλάμ προς το τέλος τής ζωής τού Μωάμεθ, μετά την κατάκτηση τής Μέκκας από τούς Μουσουλμάνους. [13] Για να εξασφαλίσει την αφοσίωση εξέχοντων ηγετών των Ομεϋαδών, συμπεριλαμβανομένου τού Αμπού Σουφγιάν, ο Μωάμεθ τούς πρόσφερε δώρα και σημαντικές θέσεις στο νεοσύστατο μουσουλμανικό κράτος. [13] Τοποθέτησε έναν άλλο Ομεϋάδη, τον Ατάμπ ιμπν Ασίντ ιμπν Αμπί αλ-Ις, ως πρώτο κυβερνήτη τής Μέκκας. [15] Αν και η Μέκκα διατήρησε την πρωτοκαθεδρία της ως θρησκευτικό κέντρο, η Μεδίνα συνέχισε να χρησιμεύει ως το πολιτικό κέντρο των Μουσουλμάνων. Ο Αμπού Σουφγιάν και οι Μπανού Ουμαγιά μετεγκαταστάθηκαν στη Μεδίνα, για να διατηρήσουν την αυξανόμενη πολιτική τους επιρροή. [11]
Το τέλος τού Μωάμεθ το 632 δημιούργησε μία κρίση διαδοχής, ενώ νομαδικές φυλές σε όλη την Αραβία που είχαν ασπαστεί το Ισλάμ, αποστάτησαν από την εξουσία τής Μεδίνας. [16] Ο Αμπού Μπακρ, ένας από τούς παλαιότερους φίλους τού Μωάμεθ και ένας από τούς πρώτους που ασπάστηκε το Ισλάμ, εξελέγη χαλίφης (υπέρτατος πολιτικός και θρησκευτικός ηγέτης τής μουσουλμανικής κοινότητας). [17] Ο Αμπού Μπακρ έδειξε εύνοια στους Ομεϋάδες, απονέμοντάς τους εξέχοντα ρόλο στην μουσουλμανική κατάκτηση τής Συρίας. Διόρισε έναν Ομεϋάδη, τον Χαλίντ ιμπν Σαΐντ ιμπν αλ-Ας, ως διοικητή τής εκστρατείας, αλλά τον αντικατέστησε με άλλους διοικητές, μεταξύ των οποίων ήταν οι γιοι τού Αμπού Σουφγιάν, Γιαζίντ και Μουαβίγια. Ο Αμπού Σουφγιάν είχε ήδη στην κατοχή του ακίνητα, και διατηρούσε εμπορικά δίκτυα στη Συρία. [18] [19]
Ο διάδοχος του Αμπού Μπακρ, χαλίφης Ομάρ (Umar, βασ. 634–644 ), ενώ περιόρισε ενεργά την επιρροή τής ελίτ των Κουραϊσιτών υπέρ των προηγούμενων υποστηρικτών τού Μωάμεθ στη διοίκηση και τον στρατό, δεν διατάραξε την αυξανόμενη παρουσία των γιων τού Αμπού Σουφγιάν στη Συρία, η οποία είχε σχεδόν κατακτηθεί μέχρι το 638. [20] Όταν ο γενικός διοικητής τού Ομάρ στην επαρχία, Αμπού Ουμπαϊντά ιμπν αλ-Τζαρά, απεβίωσε το 639, διόρισε τον Γιαζίντ κυβερνήτη των περιοχών τής Δαμασκού, τής Παλαιστίνης και τής Ιορδανίας στη Συρία. [20] Ο Γιαζίντ απεβίωσε λίγο αργότερα, και ο Ομάρ εγκατέστησε τον αδελφό του Μουαβίγια στη θέση του. [21] Η εξαιρετική μεταχείριση τού Ομάρ προς τούς γιους τού Αμπού Σουφγιάν μπορεί να οφείλεται στον σεβασμό του για την οικογένεια, στην ακμάζουσα συμμαχία τους με την ισχυρή φυλή Μπανού Καλμπ ως αντίβαρο στις αριστοκρατικές φυλές των Χιμιαριτών που κυριαρχούσαν στην περιοχή Χομς, ή στην έλλειψη κατάλληλου υποψηφίου εν μέσω τής πανώλης τού Αμβάς, η οποία είχε ήδη σκοτώσει τον Αμπού Ουμπαϊντά και τον Γιαζίντ. [21]
Ενδυνάμωση από τον χαλίφη Οθμάν
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Ο χαλίφης Ομάρ απεβίωσε το 644, και τον διαδέχθηκε ο Οθμάν ιμπν Αφφάν, ένας πλούσιος Ομεϋάδης έμπορος, πρώιμα προσηλυτισμένος στο Ισλάμ, γαμπρός και στενός σύντροφος τού Μωάμεθ. [22] Ο Οθμάν αρχικά διατήρησε τους διορισμένους των προκατόχων του στις επαρχιακές τους θέσεις, αλλά σταδιακά αντικατέστησε πολλούς από αυτούς με Ομεϋάδες ή συγγενείς του από την μητρική του φυλή, τούς Μπανού Αμπντ Σαμς. [23] Ο Μουαβίγια, ο οποίος είχε διοριστεί από τον Ομάρ, διατήρησε τη θέση του υπό τον Οθμάν, ο οποίος επέκτεινε την κυβερνητική εξουσία του Μουαβίγια, ώστε να συμπεριλάβει ολόκληρη τη Μπιλάντ αλ-Σαμ. Δύο Ομεϋάδες, ο αλ-Βαλίντ ιμπν Ουκμπά και ο Σαΐντ ιμπν αλ-Ας, διορίστηκαν διαδοχικά στην Κούφα, μία από τις δύο κύριες αραβικές φρουρές και διοικητικά κέντρα στο Ιράκ. Ο εξάδελφος τού Οθμάν, Μαρουάν ιμπν αλ-Χακάμ, έγινε ο κύριος σύμβουλός του. [23] Αν και εξέχον μέλος τής φυλής, ο Οθμάν δεν θεωρείται μέλος τής δυναστείας των Ομεϋαδών (είναι 3ος χαλίφης Ρασιντούν, όχι Ομεϋαδών), επειδή επιλέχθηκε με συναίνεση (shura) μεταξύ τού στενού κύκλου τής μουσουλμανικής ηγεσίας, και ποτέ δεν επιχείρησε να ορίσει έναν Ομεϋάδη ως διάδοχό του. [24] Παρ' όλα αυτά, ως αποτέλεσμα των πολιτικών τού Οθμάν, οι Ομεϋάδες ανέκτησαν ένα μέρος τής δύναμης που είχαν χάσει, μετά την κατάκτηση τής Μέκκας από τους μουσουλμάνους. [24]
Η δολοφονία τού Οθμάν το 656 έγινε σύνθημα συσπείρωσης για την αντίθεση των Κουραϊσιτών στον διάδοχό του, τον εξάδελφο και γαμπρό τού Μωάμεθ, χαλίφη Αλί ιμπν Αμπού Ταλίμπ των Μπανού Χασίμ. [25] Η ελίτ των Κουραϊσιτών δεν θεώρησε υπεύθυνο τον Αλί, αλλά αντιτάχθηκε στην άνοδό του στον θρόνο υπό τις συνθήκες τού θανάτου τού Οθμάν. Μετά την ήττα τους στη Μάχη τής Καμήλας κοντά στη Βασόρα, κατά την οποία σκοτώθηκαν οι ηγέτες τους Ταλχά ιμπν Ουμπαΐντ Αλλάχ και Ζουμπαΐρ ιμπν αλ-Αβάμ, και οι δύο πιθανοί διεκδικητές τού χαλιφάτου, τον ρόλο τής αντίθεσης στον Αλί ανέλαβε κυρίως ο Μουαβίγια. [25] Αρχικά, απέφυγε να διεκδικήσει ανοιχτά το χαλιφάτο, υποστηρίζοντας την υπόθεση τής εκδίκησης για τον θάνατο τού Οθμάν, ενώ παράλληλα επικεντρώθηκε στην υπονόμευση τής εξουσίας τού Αλί, και στην εδραίωση τής θέσης του στη Συρία. [6] Ο Μουαβίγια και ο Αλί, ηγούμενοι των αντίστοιχων Σύριων και Ιρακινών υποστηρικτών τους, πολέμησαν μέχρι αδιεξόδου στη Μάχη τού Σιφίν το 657. [26] Αυτό οδήγησε σε μία ασαφή διαιτησία, η οποία αποδυνάμωσε την κυριαρχία τού Αλί έναντι των οπαδών του, ενώ παράλληλα ανύψωσε το κύρος τού Μουαβίγια ως ισότιμου τού Αλί. [6] Καθώς ο Αλί βρισκόταν σε τέλμα πολεμώντας τούς πρώην οπαδούς του, οι οποίοι έγιναν γνωστοί ως Χαριτζίτες, ο Μουαβίγια αναγνωρίστηκε ως χαλίφης από τούς βασικούς υποστηρικτές του, τις συριακές αραβικές φυλές, το 659 ή το 660. [27] Όταν ο Αλί δολοφονήθηκε από έναν Χαριτζίτη το 661, ο Μουαβίγια βάδισε προς την Κούφα, όπου ανάγκασε τον γιο τού Αλί, Χασάν, να παραχωρήσει την χαλιφική εξουσία, και κέρδισε αναγνώριση από την αραβική φυλετική αριστοκρατία τής περιοχής. [27] Ως αποτέλεσμα, ο Μουαβίγια αναγνωρίστηκε ευρέως ως χαλίφης, αν και η αντίθεση στην εξουσία του από τούς Χαριτζίτες και ορισμένους από τούς πιστούς τού Αλή παρέμεινε σε χαμηλό επίπεδο. [28]
Δυναστική κυριαρχία επί του χαλιφάτου
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]περίοδος των Σουφγιανιδών
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Η επανένωση τής μουσουλμανικής κοινότητας υπό την ηγεσία τού Μουαβίγια των Σουφγιανιδών σηματοδότησε την εγκαθίδρυση τού χαλιφάτου των Ομεϋαδών. [28] Με βάση τις αναφορές των παραδοσιακών μουσουλμανικών πηγών, ο Χότινγκ γράφει ότι:
Οι Ομεϋάδες, κορυφαίοι εκπρόσωποι όσων είχαν αντιταχθεί στον Προφήτη [Μωάμεθ] μέχρι την τελευταία δυνατή στιγμή, είχαν αποκαταστήσει τη θέση τους εντός 30 ετών από τον θάνατό του, σε σημείο που βρίσκονταν πλέον επικεφαλής τής κοινότητας που είχε ιδρύσει. [28]
Σε αντίθεση με την ενδυνάμωση των Ομεϋαδών από τον Οθμάν, η εξουσία τού Μουαβίγια βασιζόταν στις αραβικές φυλές τής Συρίας, και όχι στη φυλή των Ομεϋαδών, και με μικρές εξαιρέσεις, δεν διόρισε Ομεϋάδες στις μεγάλες επαρχίες, ή στην Αυλή του στη Δαμασκό. [29] [30] Περιόρισε σε μεγάλο βαθμό την επιρροή τους στη Μεδίνα, όπου οι περισσότεροι Ομεϋάδες παρέμειναν με την έδρα τους. [29] [11] Η απώλεια πολιτικής εξουσίας άφησε τούς Ομεϋαδές τής Μεδίνας δυσαρεστημένους με τον Μουαβίγια, ο οποίος μπορεί να έγινε επιφυλακτικός απέναντι στις πολιτικές φιλοδοξίες τού πολύ μεγαλύτερου κλάδου τής φυλής, τού Αμπού αλ-Ας, στον οποίο ανήκε ο Οθμάν, υπό την ηγεσία τού Μαρουάν ιμπν αλ-Χακάμ (ο Οθμάν και ο Μαρουάν ήταν εγγονοί τού Αμπού αλ-Ας). [31] Ο Μουαβίγια προσπάθησε να αποδυναμώσει τη φυλή, προκαλώντας εσωτερικές διαιρέσεις. [32] Μεταξύ των μέτρων που ελήφθησαν, ήταν η αντικατάσταση τού Μαρουάν από τη θέση τού κυβερνήτη τής Μεδίνας το 668 με έναν άλλο ηγετικό Ομεϋάδη, τον Σαΐντ ιμπν αλ-Ας. Ο τελευταίος έλαβε εντολή να κατεδαφίσει το σπίτι τού Μαρουάν, αλλά αρνήθηκε. Ο Μαρουάν αποκαταστάθηκε το 674, και επίσης αρνήθηκε την εντολή τού Μουαβία να κατεδαφίσει το σπίτι τού Σαΐντ. [33] Ο Μουαβίγια διόρισε τον δικό του ανιψιό, τον αλ-Βαλίντ ιμπν Ουτμπά ιμπν Αμπί Σουφγιάν, στη θέση τού Μαρουάν το 678. [34]
Το 676, ο Μουαβίγια εγκατέστησε τον γιο του, Γιαζίντ Α΄, ως διάδοχό του. Η κίνηση ήταν πρωτοφανής στη μουσουλμανική πολιτική: οι προηγούμενοι χαλίφες είχαν εκλεγεί με λαϊκή υποστήριξη στη Μεδίνα ή με τη συμβουλή των ανώτερων συντρόφων τού Μωάμεθ. [35] Οι Ομεϋάδες συγγενείς τού Μουαβία στη Μεδίνα, συμπεριλαμβανομένων των Μαρουάν και Σαΐντ, δέχτηκαν την απόφαση του Μουαβία, αν και με αποδοκιμασία. [20] Η κύρια αντίθεση προήλθε από τον Χουσεΐν ιμπν Αλί, τον Αμπντ Αλάχ ιμπν αλ-Ζουμπαΐρ, τον Αμπντ Αλάχ ιμπν Ομάρ και τον Αμπντ αλ-Ραχμάν ιμπν Αμπού Μπακρ, όλοι εξέχοντες γιοι προηγούμενων χαλιφών ή στενών συντρόφων τού Μωάμεθ με έδρα τη Μεδίνα. [36]
Ο Γιαζίντ Α΄ προσχώρησε το 680 και τρία χρόνια αργότερα αντιμετώπισε μία εξέγερση από τον λαό τής Μεδίνας και τον Ιμπν αλ-Ζουμπαΐρ στη Μέκκα. Ο εξάδελφος του Γιαζίντ, Οθμάν ιμπν Μουχαμάντ ιμπν Αμπού Σουφγιάν, και οι Ομεϋάδες που κατοικούσαν στη Μεδίνα, με επικεφαλής τον Μαρουάν, εκδιώχθηκαν. [11] Ο Γιαζίντ Α΄ έστειλε τον συριακό στρατό του για να επαναβεβαιώσει την εξουσία του στη Χετζάζη, και να ανακουφίσει τούς συγγενείς του. [37] [38] Οι Ομεϋάδες τής Μεδίνας ενώθηκαν με τους Σύρους στην επίθεση εναντίον των επαναστατών στη Μεδίνα, και τούς νίκησαν στη Μάχη τής αλ-Χάρα. [37] Οι Σύριοι προχώρησαν στην πολιορκία τής Μέκκας, αλλά υποχώρησαν μετά το τέλος τού Γιαζίντ Α΄. [39] Στη συνέχεια, ο Ιμπν αλ-Ζουμπαΐρ αυτοανακηρύχθηκε χαλίφης, και εκδίωξε τούς Ομεϋάδες τής Χετζάζης για δεύτερη φορά. Μετακόμισαν στην Παλμύρα ή τη Δαμασκό, όπου ο γιος και διάδοχος τού Γιαζίντ Α΄, Μουαβίγια Β΄, κυβέρνησε σε μία εποχή, που οι περισσότερες επαρχίες τού χαλιφάτου απέρριπταν την εξουσία των Ομεϋαδών. [37]
Πρώιμη περίοδος Μαρουανιδών
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Μετά τον θάνατο τού Μουαβίγια Β΄ το 684, οι επαρχίες (jund) τής Παλαιστίνης, τής Χομς και τής Κινασρίν αναγνώρισαν τον Ιμπν αλ-Ζουμπαΐρ, ενώ οι νομιμόφρονες φυλές στη Δαμασκό και την Ιορδανία έσπευσαν να προτείνουν έναν Ομεϋάδη ως χαλίφη. Οι Μπανού Καλμπ, κομβικοί λίθοι τής κυριαρχίας των Σουφγιανιδών, πρότειναν τούς επιζώντες γιους τού Γιαζίντ Α΄, Χαλίντ και Αμπντ Αλάχ, αλλά θεωρούνταν νέοι και άπειροι από τις περισσότερες άλλες νομιμόφρονες φυλές. Ο Μαρουάν υπέβαλε εθελοντικά την υποψηφιότητά του, και κέρδισε τη συναίνεση των φυλών, προσχωρώντας στο χαλιφάτο σε μία σύνοδο κορυφής στη Τζαμπίγια το 684. Σύμφωνα με τη συμφωνία που συμφώνησαν οι φυλές, τον Μαρουάν Α΄ θα διαδεχόταν ο Χαλίντ, ακολουθούμενος από τον Αμρ αλ-Ασντάκ, γιο του Σαΐντ ιμπν αλ-Ας. Ο Μαρουάν Α΄ και οι συμμαχικές φυλές, με επικεφαλής τούς Καλμπ, νίκησαν τούς υποστηρικτές τού Ιμπν αλ-Ζουμπαΐρ στη Συρία, με επικεφαλής τον Κουραϊσίτη κυβερνήτη τής Δαμασκού, αλ-Νταχάκ ιμπν Καϊς αλ-Φιχρί, και τις φυλές Καϊς τής Κινασρίν, και στη συνέχεια ανακατέλαβαν την Αίγυπτο. Πριν από το τέλος του το 685, ο Μαρουάν ακύρωσε τη διαδοχή, διορίζοντας τούς γιους του, Αμπντ αλ-Μαλίκ και Αμπντ αλ-Αζίζ, με αυτή τη σειρά. Ο Αμπντ αλ-Αζίζ διορίστηκε κυβερνήτης τής Αιγύπτου, και ένας άλλος γιος, ο Μουχαμάντ, διορίστηκε για να νικήσει τις φυλές Καϊς τής Τζαζίρα. Λίγο μετά την ανάληψη τής εξουσίας από τον Αμπντ αλ-Μαλίκ, ενώ έλειπε σε στρατιωτική εκστρατεία, αντιμετώπισε μία απόπειρα πραξικοπήματος στη Δαμασκό από τον Αμρ αλ-Ασντάκ. Ο Αμπντ αλ-Μαλίκ κατέστειλε την εξέγερση, και εκτέλεσε προσωπικά τον συγγενή του. [40] Μέχρι το 692, νίκησε τον Ιμπν αλ-Ζουμπαΐρ, ο οποίος σκοτώθηκε, και αποκατέστησε την εξουσία των Ομεϋαδών σε όλο το χαλιφάτο. [41]

Ο Αμπντ αλ-Μαλίκ συγκέντρωσε την εξουσία στα χέρια τής δυναστείας των Ομεϋαδών. Κάποια στιγμή, οι αδελφοί ή οι γιοι του κατείχαν σχεδόν όλες τις κυβερνητικές θέσεις των επαρχιών και των περιοχών τής Συρίας. [11] [42] Ο Αμπντ αλ-Αζίζ διατηρήθηκε στην Αίγυπτο μέχρι τον θάνατό του, λίγο πριν από τον θάνατο τού Αμπντ αλ-Μαλίκ το 705. Αντικαταστάθηκε από τον γιο τού Αμπντ αλ-Μαλίκ, Αμπνταλάχ. [43] Ο Αμπντ αλ-Μαλίκ διόρισε τον γιο του Σουλεϊμάν στην Παλαιστίνη, ακολουθώντας τις θητείες εκεί τού θείου του Γιαχγιά ιμπν αλ-Χακάμ και τού αδελφού του Αμπάν ιμπν Μαρουάν. [44] Στο Ιράκ, διόρισε τον αδελφό του Μπισρ στην Κούφα και έναν μακρινό εξάδελφο, τον Χαλίντ ιμπν Αμπνταλάχ ιμπν Χαλίντ ιμπν Ασίντ, στη Βασόρα, [45] πριν συνδυάσει και τις δύο πόλεις υπό την κυβερνητική εξουσία τού έμπιστου στρατηγού του αλ-Χατζάτζ ιμπν Γιουσούφ. [46] Η Αυλή τού Αμπντ αλ-Μαλίκ στη Δαμασκό ήταν γεμάτη με πολύ περισσότερους Ομεϋάδες από ό,τι υπό τούς προκατόχους του Σουφγιανίδες, αποτέλεσμα τής εξορίας τής φυλής στην πόλη από τη Μεδίνα. [11] Διατήρησε στενούς δεσμούς με τούς Σουφγιανίδες μέσω συζυγικών σχέσεων και επίσημων διορισμών, όπως η ανάθεση στον γιο τού Γιαζίντ Α΄, Χαλίντ, ενός εξέχοντος ρόλου στην Αυλή και τον στρατό, και ο γάμος τής κόρης του Αϊσά μαζί του. [47] [48] Ο Αμπντ αλ-Μαλίκ νυμφεύτηκε επίσης την αδελφή τού Χαλίντ, Ατικά, η οποία έγινε η αγαπημένη και πιο ισχυρή σύζυγός του. [47]

Μετά το τέλος τού αδελφού του, Αμπντ αλ-Αζίζ, ο Αμπντ αλ-Μαλίκ όρισε τον μεγαλύτερο γιο του, αλ-Ουαλίντ Α΄, διάδοχό του, και τον διαδέχθηκε ο δεύτερος γιος του, Σουλεϊμάν. Ο αλ-Ουαλίντ Α΄ ανέλαβε τον θρόνο το 705. Διατήρησε τον Σουλεϊμάν ως κυβερνήτη τής Παλαιστίνης, ενώ διόρισε τούς γιους του στις άλλες περιοχές (junds) τής Συρίας, με τον Αμπντ αλ-Αζίζ στη Δαμασκό, τον αλ-Αμπάς στη Χομς και τον Ομάρ στην Ιορδανία, ενώ τούς έδωσε διοικητικούς ρόλους στους πολέμους στα σύνορα εναντίον των Ρωμαίων στη Μ. Ασία. [50] [42] Απομάκρυνε τον θείο του, Μουχαμάντ ιμπν Μαρουάν, από την Τζαζίρα, εγκαθιστώντας εκεί τον ετεροθαλή αδελφό του, Μασλαμά. Η προσπάθεια τού Αλ-Ουαλίντ Α΄ να ακυρώσει τις διαδοχικές ρυθμίσεις τού πατέρα του, αντικαθιστώντας τον Σουλεϊμάν με τον γιο του Αμπντ αλ-Αζίζ, απέτυχε, και ο Σουλεϊμάν ανέλαβε τον θρόνο το 715. [51] Αντί να ορίσει τούς δικούς του γιους ή αδελφούς, ο Σουλεϊμάν διόρισε τον εξάδελφό του, Ομάρ Β΄, γιο τού Αμπντ αλ-Αζίζ ιμπν Μαρουάν, ως διάδοχό του. Ενώ οι παραδοσιακές πηγές παρουσιάζουν την επιλογή ως σχετική με την πειθώ τού θεολόγου τής Αυλής, Ρατζά ιμπν Χαϊβά, μπορεί να σχετίζεται με την αρχαιότητα τού Ομάρ Β΄ και την προηγούμενη θέση τού πατέρα του ως δεύτερου διαδόχου τού Μαρουάν Α΄. [52] Η οικογένεια τού Αμπντ αλ-Μαλίκ διαμαρτυρήθηκε για την κίνηση, αλλά εξαναγκάστηκε σε συμβιβασμό, σύμφωνα με τον οποίο ο Γιαζίντ Β΄, γιος τού Αμπντ αλ-Μαλίκ και τής Ατικά, θα διαδεχόταν τον Ομάρ Β΄. [53]
Κυριαρχία στην αλ-Ανταλούς
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ένας επιζών των σφαγών τής οικογένειας των Ομεϋαδών από τους Αββασίδες, ο Αμπντ αλ-Ραχμάν ιμπν Μουαβίγια (πιο γνωστός ως Αμπντ αλ-Ραχμάν Α΄), εγγονός τού 10ου χαλίφη Ισάμ, πήγε στην αλ-Ανταλούς (Ισλαμική Ισπανία), όπου οι mawali των Ομεϋαδών τον βοήθησαν να εδραιωθεί στην επαρχία. Μόλις ίδρυσε το εμιράτο τής Κόρδοβας το 756, κάλεσε άλλους Μαρουανίδες, οι οποίοι κρατούσαν χαμηλό προφίλ υπό την κυριαρχία των Αββασιδών, να εγκατασταθούν στο εμιράτο. [55] Ο αλ-Μακαρί τον ανέφερε ως εξής: «μεταξύ των πολλών [ευνοιών] που μας χάρισε ο Παντοδύναμος... είναι το γεγονός, ότι μάς επέτρεψε να συγκεντρώσουμε σε αυτή τη χώρα τούς αδελφούς και τούς συγγενείς μας, και μάς επέτρεψε να τούς δώσουμε ένα μερίδιο σε αυτή την αυτοκρατορία». [55] Μεταξύ εκείνων που απάντησαν στο κάλεσμά του, ήταν ο αδελφός του αλ-Ουαλίντ, και ο γιος τού τελευταίου ύαλ-Μουγκίρα, ο εξάδελφός του Ουμπαϊντ αλ-Σαλάμ ιμπν Γιαζίντ ιμπν Χισάμ, και ο ανιψιός του Ουμπαϊντ Αλάχ ιμπν Αμπάν ιμπν Μουαβίγια. Άλλοι που έφθασαν ήταν ο Τζουζαΐ ιμπν Αμπντ αλ-Αζίζ και ο Αμπντ αλ-Μαλίκ ιμπν Ομάρ (και οι δύο εγγονοί το Μαρουάν Α΄) από την Αίγυπτο, ο γιος τού Μπισρ ιμπν Μαρουάν, Αμπντ αλ-Μαλίκ, από το Ιράκ, και ο εγγονός τού αλ-Ουαλίντ Α΄, Χαμπίμπ ιμπν Αμπντ αλ-Μαλίκ, ο οποίος είχε διαφύγει από τη σφαγή τού Ναχρ Αμπί Φουτρούς. Σε όλους τούς Ομεϋάδες μετανάστες παραχωρήθηκαν κτήματα, επιδόματα, διοικητικές θέσεις στον στρατό, και επαρχιακά αξιώματα. Ενώ όλοι οι εμίρηδες, και οι μεταγενέστεροι χαλίφες, τής αλ-Ανταλούς ήταν άμεσοι απόγονοι τού Αμπντ αλ-Ραχμάν Α΄, οι οικογένειες τού Αμπντ αλ-Μαλίκ ιμπν Ουμάρ (οι οικογένεια Μαρουάν) και τού Χαμπίμπ ιμπν Αμπντ αλ-Μαλίκ (η οικογένεια Χαμπίμπ) έγιναν και οι δύο εξέχουσες σε επαρχιακό, στρατιωτικό, δικαστικό και πολιτιστικό επίπεδο μέχρι τον 10ο αι. [56]
Οι Ομεϋάδες λαχταρούσαν την Ανατολική Μεσόγειο, και εγκατέστησαν στην αλ-Ανταλούς τα ίδια δένδρα, φυτά και καλλιέργειες τροφίμων, που οι πρόγονοί τους είχαν καλλιεργήσει στη Συρία, σερβίροντας τα ίδια παραδοσιακά τρόφιμα. Η χονδρική εισαγωγή συριακών τρόπων ζωής συνέβαλε σε μία εκτεταμένη συριοποίηση ολόκληρης τής υπαίθρου τής αλ-Ανταλούς. [57]
Κλάδοι
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Στις αρχές τού 7ου αι., πριν από την προσηλυτισμό τους στο Ισλάμ, οι κύριοι κλάδοι των Ομεϋαδών ήταν οι Αγιά και οι Αναμπισά. [8] Οι πρώτοι ομαδοποιούν τούς απογόνους των γιων τού Ουμαγιά, Αμπού αλ-Ας, αλ-Ας, Αμπού αλ-Ις και αλ-Ουβαγίς, των οποίων τα ονόματα μοιράζονταν την ίδια ή παρόμοια ρίζα, εξ ου και η ομώνυμη ονομασία οι «Αγιά». [8] Οι Αναμπισά, που είναι ο πληθυντικός τού Ανμπασά, ενός κοινού ονόματος σε αυτόν τον κλάδο τής φυλής, συγκεντρώνουν τούς απογόνους των γιων τού Ουμαγιά, Χαρμπ, Αμπού Χαρμπ, Αμπού Σουφγιάν Ανμπασά, Σουφγιάν, Αμρ και τού πιθανώς υιοθετημένου γιου τού Ουμαγιά, Αμπού Αμρ Ντακβάν. [8]
Αγιά: Δύο από τούς γιους τού Αμπού αλ-Ας, ο Αφφάν και ο αλ-Χακάμ, απέκτησαν ο καθένας γιούς μελλοντικούς χαλίφες, τον Οθμάν και τον Μαρουάν Α΄, αντίστοιχα. [8]
- Από τούς απογόνους τού τελευταίου, γνωστούς ως Μαρουανίδες, προήλθαν οι Ομεϋάδες χαλίφες τής Δαμασκού, οι οποίοι βασίλευσαν διαδοχικά μεταξύ 684 και 750, και στη συνέχεια οι εμίρηδες και χαλίφες τής μουσουλμανικής Ισπανίας με έδρα την Κόρδοβα, οι οποίοι διατήρησαν τα αξιώματά τους μέχρι το 1031. [8] Εκτός από εκείνους που είχαν διαφύγει στην αλ-Ανταλούς, οι περισσότεροι Μαρουανίδες σκοτώθηκαν στις εκκαθαρίσεις των Αββασιδών το 750. Ωστόσο, αρκετοί από αυτούς εγκαταστάθηκαν στην Αίγυπτο και το Ιράν, όπου ένας από αυτούς, ο Αμπού αλ-Φαράτζ αλ-Ισφαχανί, έγραψε την περίφημη πηγή τής αραβικής ιστορίας, το Kitab al-Aghani, τον 10ο αι. [8]
- Ο Οθμάν, ο 3ος χαλίφης Ρασιντούν, ο οποίος κυβέρνησε μεταξύ 644 και 656, άφησε αρκετούς απογόνους, μερικοί από τούς οποίους υπηρέτησαν σε πολιτικές θέσεις υπό τούς Ομεϋάδες χαλίφες. [8] Από τη γραμμή Αμπού αλ-Ις προήλθε η πολιτικά σημαντική οικογένεια τού Ασίντ ιμπν Αμπί αλ-Ις, τα μέλη τής οποίας υπηρέτησαν σε στρατιωτικές και κυβερνητικές θέσεις υπό διάφορους χαλίφες Ρασιντούν και Ομεϋάδες. [8] Από τη γραμμή αλ-Ας προήλθε ο Σαΐντ ιμπν αλ-Ας, ο οποίος υπηρέτησε ως ένας από τούς κυβερνήτες τού Οθμάν στην Κούφα. [8]
Αναμπισά: Η πιο γνωστή οικογένεια τού κλάδου Αναμπισά ήταν αυτή τού γιου τού Χαρμπ, Αμπού Σουφγιάν. [58] Από τούς γιούς τού τελευταίου, τούς Σουφγιανίδες, προήλθε:
- ο Μουαβίγια Α΄, ο οποίος ίδρυσε το χαλιφάτο των Ομεϋαδών το 661, και ο γιος και διάδοχος τού Μουαβία Α΄, Γιαζίντ Α΄. [59] Η κυριαρχία των Σουφγιανιδών τερματίστηκε με το τέλος τού γιου τού δεύτερου, Μουαβία Β΄, το 684, αν και οι άλλοι γιοι τού Γιαζίντ Α΄, ο Χαλίντ και ο Αμπντ Αλάχ, συνέχισαν να παίζουν πολιτικούς ρόλους, και ο πρώτος πιστώθηκε ως ο ιδρυτής τής αραβικής αλχημείας. [59] Ο γιος τού Αμπντ Αλάχ, Αμπού Μουχαμάντ Ζιγιάντ αλ-Σουφγιανί, εν τω μεταξύ, ηγήθηκε μίας εξέγερσης εναντίον των Αββασιδών το 750, αλλά τελικά σκοτώθηκε. [59] Οι άλλοι γιοι τού Αμπού Σουφγιάν ήταν:
- ο Γιαζίντ, ο οποίος προηγήθηκε τού Μουαβία Α΄ ως κυβερνήτης τής Συρίας,
- ο Ανμπασά,
- ο Μουχαμάντ και
- ο Ουτμπά. [59] Ο γιος τού Ουτμπά, αλ-Ουαλίντ, υπηρέτησε ως κυβερνήτης τού Οθμάν στην Κούφα για ένα σύντομο χρονικό διάστημα. [59]Μόνο οι δύο τελευταίοι άφησαν απογόνους. [59] Η άλλη σημαντική οικογένεια των Αναμισά ήταν οι απόγονοι τού:
- Αμπού Αμρ, γνωστοί ως Μπανού Αμπί Μουαΐτ. [59] Ο εγγονός τού Αμπού Αμρ, Ουκμπά ιμπν Αμπού Μουαΐτ, συνελήφθη και εκτελέστηκε με εντολή τού Μωάμεθ κατά τη διάρκεια τής Μάχης τού Μπαντρ, για την προηγούμενη υποκίνησή του εναντίον τού Μωάμεθ. [59]
Οι Μπανού Αμπί Μουαΐτ έκαναν το Ιράκ και την Άνω Μεσοποταμία πατρίδα τους. [59]
Κατάλογος των Ομεϋαδών ηγεμόνων
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Ομεϋάδες χαλίφες με έδρα τη Συρία
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]| χαλιφάτο των Ομεϋαδών στη Δαμασκό | ||
| χαλίφης των Ομεϋαδών | όνομα | βασιλεία |
|---|---|---|
| 1ος | Μωαβίας Α΄ | 28 Ιουλίου 661 – 27 Aπριλίου 680 |
| 2ος | Γιαζίντ Α΄ | 27 Aπρίλιος 680 – 11 Nοέμβριος 683 |
| 3ος | Μωαβίας Β΄ | 11 Noέμβριος 683– Ιούνιος 684 |
| 4ος | Μαρουάν Α΄ | Ιούνιος 684– 12 Aπρίλιος 685 |
| 5ος | Αμπντ αλ-Μαλίκ ιμπν Μαρουάν | 12 Aορίλιος 685 – 8 Oκτώβριος 705 |
| 6ος | Ουαλίντ Α΄ | 8 Oκτώβριος 705 – 23 Φεβρουάριος 715 |
| 7ος | Σουλεϊμάν ιμπν Αμπντ αλ-Μαλίκ | 23 Φεβρουάριος 715 – 22 Σεπτέμβριος 717 |
| 8ος | Ομάρ Β΄ | 22 Σεπτέμβριος 717 – 4 Φεβρουάριος 720 |
| 9ος | Γιαζίντ Β΄ | 4 Φεβρουάριος 720 – 26 Ιανουάριος 724 |
| 10ος | Ισάμ ιμπν Αμπντ αλ-Μαλίκ | 26 Ιανουάριος 724 – 6 Φεβρουάριος 743 |
| 11ος | Ουαλίντ Β΄ | 6 Φεβρουάριος 743 – 17 Aπρίλιος 744 |
| 12ος | Γιαζίντ Γ΄ | 17 Aπρίλιος 744 – 4 Oκτώβριος 744 |
| 13ος | Ιμπραήμ ιμπν αλ-Ουαλίντ | 4 Oκτώβριος 744 – 4 Δεκέμβριος 744 |
| 14ος | Μαρουάν Β΄ | 4 Δεκέμβριος 744 – 25 Ιανουάριος 750 |
| Η δυναστεία έληξε, όταν το χαλιφάτο των Ομεϋαδών εκτοπίστηκε από τους Αββασίδες. | ||
Ομεϋάδες εμίρηδες και χαλίφες τής Κόρδοβας
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]| ηγεμόνες της αλ-Ανταλούς | |
| εμιράτο της Κόρδοβας | |
| εμίρης | βασιλεία |
|---|---|
| Αμπντ αλ-Ραχμάν Α΄ | 15 Μαΐου 756 – 30 Σεπτεμβρίου 788 |
| Χισάμ Α΄ | 6 Οκτωβρίου 788 – 16 Απριλίου 796 |
| Αλ-Χακάμ Α΄ | 12 Ιουνίου 796 – 21 Μαΐου 822 |
| Αμπντ αρ-Ραχμάν Β΄ | 21 Μαΐου 822 – 852 |
| Μουχάμαντ Α΄ της Κόρδοβας | 852–886 |
| Αλ-Μουντίρ της Κόρδοβας | 886–888 |
| Αμπντουλάχ της Κόρδοβας | 888 — 15 Οκτωβρίου 912 |
| Αμπντ αλ-Ραχμάν Γ΄ | 16 Οκτωβρίου 912 – 16 Ιανουαρίου 929 |
| Όταν ο Αμπντ αλ-Ραχμάν Γ΄ αυτοανακηρύχθηκε χαλίφης τής Κόρδοβας, η δικαιοδοσία άλλαξε από εμιράτο σε χαλιφάτο. | |
| χαλιφάτο της Κόρδοβας | |
| χαλίφης | βασιλεία |
| Αμπντ αλ-Ραχμάν Γ΄ | 16 Ιανουαρίου 929 – 15 Οκτωβρίου 961 |
| Αλ-Χακάμ Β΄ | 15 Οκτωβρίου 961 – 16 Οκτωβρίου 976 |
| Χισάμ Β΄ | 16 Οκτωβρίου 976 – 1009 |
| Μουχαμάντ Β΄ της Κόρδοβας | 1009 |
| Σουλαϋμάν ιμπν αλ-Χακάμ | 1009–1010 |
| Χισάμ Β΄ | 1010 – 19 Απριλίου 1013 |
| Σουλαϋμάν ιμπν αλ-Χακάμ | 1013–1016 |
| Αμπντ αλ-Ραχμάν Δ΄ | 1017 |
| Η δυναστεία τερματίστηκε από τη δυναστεία των Χαμμουδιδών (1017–1023) | |
| χαλιφάτο τής Κόρδοβας (αποκατεστημένο) | |
| Αμπντ αλ-Ραχμάν Ε΄ | 1023–1024 |
| Μουχαμάντ Γ΄ της Κόρδοβας | 1024–1025 |
| Μεσοβασιλεία τής δυναστείας των Χαμμουδιδών (1025–1026) | |
| χαλιφάτο τής Κόρδοβας (αποκατεστημένο) | |
| Χισάμ Γ΄ της Κόρδοβας | 1026–1031 |
| η δυναστεία ανατράπηκε | |
Δείτε επίσης
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]- Αρχιτεκτονική των Ομεϋαδών
- Τζαμί Ουμαγιάντ
Αναφορές
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]- ↑ Nardo, Don (12 Σεπτεμβρίου 2011). The Islamic Empire. Greenhaven Publishing LLC. ISBN 9781420508024. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 4 Οκτωβρίου 2023. Ανακτήθηκε στις 12 Απριλίου 2023.
- ↑ Clot, André (Φεβρουαρίου 2014). Harun al-Rashid: And the World of the Thousand and One Nights. Saqi Books. ISBN 9780863565588. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 4 Οκτωβρίου 2023. Ανακτήθηκε στις 11 Απριλίου 2023.
- ↑ Simon Barton (30 Ιουνίου 2009). A History of Spain. Macmillan International Higher Education. σελίδες 44–5. ISBN 978-1-137-01347-7.[νεκρός σύνδεσμος]
- ↑ Francis Preston Venable (1894). A Short History of Chemistry. Heath. σελ. 21.
- 1 2 3 Watt 1986, σελ. 434.
- 1 2 3 4 Hawting 2000a.
- 1 2 3 Della Vida 2000, σελ. 837.
- 1 2 3 4 5 6 7 8 9 10 11 12 Della Vida 2000, σελ. 838.
- ↑ Donner 1981, σελ. 51.
- ↑ Donner 1981, σελ. 53.
- 1 2 3 4 5 6 Wellhausen 1927.
- ↑ Donner 1981, σελ. 54.
- 1 2 3 4 Hawting 2000, σελ. 841.
- ↑ Wellhausen 1927, σελ. 41.
- ↑ Poonawala 1990, σελ. 8.
- ↑ Donner 1981, σελ. 82.
- ↑ Donner 1981.
- ↑ Madelung 1997, σελ. 45.
- ↑ Donner 1981, σελ. 114.
- 1 2 3 Madelung 1997.
- 1 2 Madelung 1997, σελ. 61.
- ↑ Ahmed 2010, σελ. 106.
- 1 2 Ahmed 2010, σελ. 107.
- 1 2 Hawting 2000a, σελ. 26.
- 1 2 Hawting 2000a, σελ. 27.
- ↑ Hawting 2000a, σελ. 28.
- 1 2 Hawting 2000a, σελ. 30.
- 1 2 3 Hawting 2000a, σελ. 31.
- 1 2 Kennedy 2004, σελ. 83.
- ↑ Wellhausen 1927, σελ. 135.
- ↑ Bosworth 1991.
- ↑ Wellhausen 1927, σελ. 136.
- ↑ Madelung 1997, σελ. 345, note 90.
- ↑ Madelung 1997, σελ. 346.
- ↑ Lewis 2002, σελ. 67.
- ↑ Donner 2012, σελ. 177.
- 1 2 3 Bosworth 1991, σελ. 622.
- ↑ Wellhausen 1927, σελ. 154.
- ↑ Kennedy 2004, σελ. 90.
- ↑ Gibb 1960, σελ. 76.
- ↑ Wellhausen 1927, σελ. 200.
- 1 2 Bacharach 1996, σελ. 30.
- ↑ Becker 1960, σελ. 42.
- ↑ Crone 1980.
- ↑ Wellhausen 1927, σελ. 227.
- ↑ Kennedy 2016, σελ. 87.
- 1 2 Wellhausen 1927, σελ. 222.
- ↑ Ahmed 2010, σελ. 118.
- ↑ Cytryn-Silverman 2009, σελ. 49.
- ↑ Crone 1980, σελ. 126.
- ↑ Kennedy 2002, σελ. 127.
- ↑ Eisener 1997, σελ. 822.
- ↑ Shaban 1971.
- ↑ Marçais, Georges (1954). L'architecture musulmane d'Occident. Paris: Arts et métiers graphiques.
- 1 2 Scales 1994, σελ. 113.
- ↑ Scales 1994.
- ↑ Gerber, Jane S. (31 Ιανουαρίου 1994). Jews of Spain: A History of the Sephardic Experience (στα Αγγλικά). Simon and Schuster. σελ. 31. ISBN 978-0-02-911574-9. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 26 Οκτωβρίου 2023. Ανακτήθηκε στις 26 Οκτωβρίου 2023.
- ↑ Della Vida 2000.
- 1 2 3 4 5 6 7 8 9 Della Vida 2000, σελ. 839.
Πηγές
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]- Ahmed, Asad Q. (2010). The Religious Elite of the Early Islamic Ḥijāz: Five Prosopographical Case Studies. Oxford: University of Oxford Linacre College Unit for Prosopographical Research. ISBN 978-1-900934-13-8.
- Bacharach, Jere L. (1996). «Marwanid Umayyad Building Activities: Speculations on Patronage». Muqarnas Online (Brill) 13: 27–44. doi:. ISSN 2211-8993.
- Becker, C. H. (1960). "ʿAbd Allāh b. ʿAbd al-Malik". In Gibb, H. A. R.; Kramers, J. H.; Lévi-Provençal, E.; Schacht, J.; Lewis, B. & Pellat, Ch. (eds.). The Encyclopaedia of Islam, Second Edition. Volume I: A–B. Leiden: E. J. Brill. p. 42. OCLC 495469456.
- Bosworth, C.E. (1991). "Marwān I b. al-Ḥakam". In Bosworth, C. E.; van Donzel, E. & Pellat, Ch. (eds.). The Encyclopaedia of Islam, Second Edition. Volume VI: Mahk–Mid. Leiden: E. J. Brill. pp. 621–623. ISBN 978-90-04-08112-3.
- Crone, Patricia (1980). Slaves on Horses: The Evolution of the Islamic Polity. Cambridge: Cambridge University Press. ISBN 0-521-52940-9.
- Donner, Fred M. (1981). The Early Islamic Conquests. Princeton: Princeton University Press. ISBN 0-691-05327-8.
- Della Vida, Giorgio Levi (2000). "Banu Umayya". In Bearman, P. J.; Bianquis, Th.; Bosworth, C. E.; van Donzel, E. & Heinrichs, W. P. (eds.). The Encyclopaedia of Islam, Second Edition. Volume X: T–U. Leiden: E. J. Brill. pp. 837–838. ISBN 978-90-04-11211-7.
- Donner, Fred M. (2012) [2010]. Muhammad and the Believers, at the Origins of Islam. Cambridge, Massachusetts: Harvard University Press. ISBN 978-0-674-05097-6.
- Eisener, R. (1997). "Sulaymān b. ʿAbd al-Malik". In Bosworth, C. E.; van Donzel, E.; Heinrichs, W. P. & Lecomte, G. (eds.). The Encyclopaedia of Islam, Second Edition. Volume IX: San–Sze. Leiden: E. J. Brill. pp. 821–822. ISBN 978-90-04-10422-8.
- Gibb, H. A. R. (1960). "ʿAbd al-Malik b. Marwān". In Gibb, H. A. R.; Kramers, J. H.; Lévi-Provençal, E.; Schacht, J.; Lewis, B. & Pellat, Ch. (eds.). The Encyclopaedia of Islam, Second Edition. Volume I: A–B. Leiden: E. J. Brill. pp. 76–77. OCLC 495469456.
- Hawting, G. R. (2000a). The First Dynasty of Islam: The Umayyad Caliphate AD 661–750 (2nd έκδοση). London and New York: Routledge. ISBN 0-415-24072-7.
- Hawting, G. R. (2000). "Umayyad Caliphate". In Bearman, P. J.; Bianquis, Th.; Bosworth, C. E.; van Donzel, E. & Heinrichs, W. P. (eds.). The Encyclopaedia of Islam, Second Edition. Volume X: T–U. Leiden: E. J. Brill. pp. 841–844. ISBN 978-90-04-11211-7.
- Kennedy, Hugh (1996). Muslim Spain and Portugal. A Political History of al-Andalus. London: Longman. ISBN 0-582-49515-6.
- Kennedy, Hugh N. (2002). "Al-Walīd (I)". In Bearman, P. J.; Bianquis, Th.; Bosworth, C. E.; van Donzel, E. & Heinrichs, W. P. (eds.). The Encyclopaedia of Islam, Second Edition. Volume XI: W–Z. Leiden: E. J. Brill. pp. 127–128. ISBN 978-90-04-12756-2.
- Kennedy, Hugh (2016). The Prophet and the Age of the Caliphates: The Islamic Near East from the 6th to the 11th Century (Third ed.). Abingdon, Oxon and New York: Routledge. ISBN 978-1-138-78761-2.
- Kennedy, Hugh N. (2004). The Prophet and the Age of the Caliphates: The Islamic Near East from the 6th to the 11th Century (2nd έκδοση). Harlow: Pearson Education. ISBN 0-582-40525-4.
- Lewis, Bernard (2002). Arabs in History. Oxford: Oxford University Press. ISBN 978-0-19-164716-1.
- Madelung, Wilferd (1997). The Succession to Muhammad: A Study of the Early Caliphate. Cambridge: Cambridge University Press. ISBN 0-521-56181-7.
- Poonawala, Ismail, ed. (1990). The History of al-Ṭabarī, Volume IX: The Last Years of the Prophet: The Formation of the State, A.D. 630–632/A.H. 8–11. SUNY Series in Near Eastern Studies. Albany, New York: State University of New York Press. ISBN 978-0-88706-691-7.
- Scales, Peter C. (1994). The Fall of the Caliphate of Córdoba: Berbers and Andalusis in Conflict. Leiden, New York and Koln: Brill. ISBN 90-04-09868-2.
- Shaban, M. A. (1971). Islamic History: Volume 1, AD 600–750 (AH 132): A New Interpretation. Cambridge: Cambridge University Press. ISBN 978-0-521-08137-5.
- Watt, W. Montgomery (1986). "Kuraysh". In Bosworth, C. E.; van Donzel, E.; Lewis, B. & Pellat, Ch. (eds.). The Encyclopaedia of Islam, Second Edition. Volume V: Khe–Mahi. Leiden: E. J. Brill. pp. 434–435. ISBN 978-90-04-07819-2.
- Wellhausen, Julius (1927). The Arab Kingdom and Its Fall. Translated by Margaret Graham Weir. Calcutta: University of Calcutta. OCLC 752790641.