Μετάβαση στο περιεχόμενο

exploitable

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Image Ετυμολογία

[επεξεργασία]
exploitable < exploit

Image Επίθετο

[επεξεργασία]

exploitable (en)

  1. εκμεταλλεύσιμος
  2. εύπιστος



Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Image Ετυμολογία

[επεξεργασία]
exploitable < exploiter

Image Επίθετο

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
exploitable exploitables

exploitable (fr) αρσενικό ή θηλυκό

  1. εκμεταλλεύσιμος
  2. εύπιστος
     συνώνυμα: naïf