Μετάβαση στο περιεχόμενο

datte

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
datte dattes

Image Προφορά

[επεξεργασία]
 
ομόηχο: date

Image Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

datte (fr) θηλυκό