Του Λεβέντη και του Χάρου

[Την επιθανάτιον άγωνίαν φαντάζεται ο ελληνικός λαός ως πάλην του θνήσκοντος προς τον Χάρον, εξ ου και αι φράσεις παλεύει με το Χάρο, χαροπαλεύει, είναι ‘ς το χαροπάλεμα επί του ψυχορραγούντος. Παραπλήσιαι φράσεις φέρονται και εις άλλας ευρωπαϊκάς γλώσσας, αλλ’ ενώ εν ταύταις έχουν απλώς τροπικήν σημασίαν, εν τη ελληνική διατηρείται οπωςδήποτε και η μυθολογική παράστασις, συνυπονοουμένης αληθούς σωματικής πάλης. Η έκβασις του τοιούτου αγώνος δεν είναι αμφίβολος. Εν τη πάλη προς τον δαίμονα του θανάτου υποκύπτει μοιραίος και ο ανδρειότατος των θνητών. Ούτω καταπαλαισθεϊς υπό του Χάρου απέθανε και ο Διγενής, το δε περί τούτου άσμα είναι το πρότυπον προς το οποίον προσηρμόσθησαν τα λοιπά περί της πάλης άλλων ανθρώπων προς τον Χάρον.]

~ΕΚΛΟΓΑΙ ΑΠΟ ΤΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΛΑΟΥ ΥΠΟ Ν. Γ. ΠΟΛΙΤΟΥ

Λεβέντης ερροβόλαγε από τα κορφοβούνια,
με το μαντήλι ‘ς το λαιμό, το βαροκεντημένο.
Είχε το φέσι του στραβά και τα μαλλιά κλωσμένα,
κ’ έστριφτε το μουστάκι του και ψιλοτραγουδοϋσε.
Κι’ ό Χάρος τον αγνάντεψε από ψήλη ραχούλα,
καρτέρι πάει και τόβαλε ‘ς ένα στενό σοκάκι.
‘Γεια σου, χαρά σου, Χάροντα. – Καλό ‘ς το το λεβέντη.
Λεβέντη μ’, πούθεν έρχεσαι, λεβέντη μ’, πού πηγαίνεις;
-Από τη μάντρα μου έρχομαι, ‘ς το σπίτι μου πηγαίνω.
Πάου να πάρω το ψωμί και πίσω να γυρίσω.
-Λεβέντη μ’, μ’ έστειλε ο Θεός, να πάρω την ψυχή σου.
-Χωρίς ανάγκη κι’ αρρωστιά ψυχή δεν παραδίνω.
Μον’ έβγα να παλέψουμε σε μαρμαρένιο αλώνι,
κι’ α με νικήσης, Χάροντα, να πάρης την ψυχή μου,
κι’ α σε νικήσω πάλι εγώ, πήγαινε ‘ς το καλό σου.”

Πιαστήκαν και παλεύανε απ’ το πουρνό ως το βράδυ,
κ’ εκεί ‘ς το γύρισμα του ηλιού που τρέμ’ να βασιλέψη
ακούν το νιο που βόγγυξε και βαριαναστενάζει.
“Άσε με, Χάρε μ’, άσε με παρακαλώ να ζήσω,
τι έχω τα πρόβατα άκουρα και το τυρί ‘ς το ζύγι,
τι έχω γυναίκα παρανιά και χήρα δεν της πρέπει,
τι έχω παιδί κ’ είναι μικρό κι’ ορφάνια δεν του μοιάζει.
-Τα πρόβατα κουρεύονται και το τυρί ζυγειέται,
και ταρφανό πορεύεται κ’ η χήρα κυβερνειέται.”

AI generated image
Ο Λεβέντης και ο Χάρος

William Hughes Mearns – Antigonish

Yesterday, upon the stair,
I met a man who wasn’t there!
He wasn’t there again today,
Oh how I wish he’d go away!

When I came home last night at three
The man was waiting there for me
But when I looked around the hall,
I couldn’t see him there at all!
Go away, go away, don’t you come back any more!
Go away, go away, and please don’t slam the door…

Last night I saw upon the stair,
A little man who wasn’t there,
He wasn’t there again today
Oh, how I wish he’d go away….

Image

William Ernest Henley – Invictus

Out of the night that covers me,
      Black as the pit from pole to pole,
I thank whatever gods may be
      For my unconquerable soul.

In the fell clutch of circumstance
      I have not winced nor cried aloud.
Under the bludgeonings of chance
      My head is bloody, but unbowed.

Beyond this place of wrath and tears
      Looms but the Horror of the shade,
And yet the menace of the years
      Finds and shall find me unafraid.

It matters not how strait the gate,
      How charged with punishments the scroll,
I am the master of my fate,
      I am the captain of my soul.

Image

Κ.Π. Καβάφης – Η Σατραπεία

Τι συμφορά, ενώ είσαι καμωμένος
για τα ωραία και μεγάλα έργα
η άδικη αυτή σου η τύχη πάντα
ενθάρρυνσι κ’ επιτυχία να σε αρνείται·
να σ’ εμποδίζουν ευτελείς συνήθειες,
και μικροπρέπειες, κι αδιαφορίες.
Και τι φρικτή η μέρα που ενδίδεις,
(η μέρα που αφέθηκες κ’ ενδίδεις),
και φεύγεις οδοιπόρος για τα Σούσα,
και πηαίνεις στον μονάρχην Aρταξέρξη
που ευνοϊκά σε βάζει στην αυλή του,
και σε προσφέρει σατραπείες και τέτοια.
Και συ τα δέχεσαι με απελπισία
αυτά τα πράγματα που δεν τα θέλεις.
Άλλα ζητεί η ψυχή σου, γι’ άλλα κλαίει·
τον έπαινο του Δήμου και των Σοφιστών,
τα δύσκολα και τ’ ανεκτίμητα Εύγε·
την Aγορά, το Θέατρο, και τους Στεφάνους.
Aυτά πού θα σ’ τα δώσει ο Aρταξέρξης,
αυτά πού θα τα βρεις στη σατραπεία·
και τι ζωή χωρίς αυτά θα κάμεις.

Kavafis_2

Dylan Thomas – Do not go gentle into that good night

Do not go gentle into that good night,
Old age should burn and rave at close of day;
Rage, rage against the dying of the light.

Though wise men at their end know dark is right,
Because their words had forked no lightning they
Do not go gentle into that good night.

Good men, the last wave by, crying how bright
Their frail deeds might have danced in a green bay,
Rage, rage against the dying of the light.

Wild men who caught and sang the sun in flight,
And learn, too late, they grieved it on its way,
Do not go gentle into that good night.

Grave men, near death, who see with blinding sight
Blind eyes could blaze like meteors and be gay,
Rage, rage against the dying of the light.

And you, my father, there on the sad height,
Curse, bless, me now with your fierce tears, I pray.
Do not go gentle into that good night.
Rage, rage against the dying of the light.

Dylan Thomas

Κώστας Βάρναλης – Ο Τρελός

Μπροστά πολύ πολύ από το τρομαγμένο πλήθος προχωρεί χορεύοντας και τραγουδώντας ένας που τρελάθηκε.

Είχα γυναίκα, είχα και ζα,
είχα μια Βάσω με βυζά,
μα προκοπή δεν είχα.
Σε ποιό χαρέμι να παχαίνει
στα μαξιλάρια ξαπλωμένη
μασώντας τη μαστίχα.

Μ’ αν κυλίσει μια ο τροχός
και στην Πόλη μπούμε,
σκλάβες χανουμόπουλα
πὄχει να τραβούμε.

Άι! με το γύφτικο ζουρνά,
με νταγερέ, που κουδουνά,
σύρε σκοπόν αντάμικο.
Εστράβωσα τη φέσα μου,
έρωτας που ’ναι μέσα μου
για να χορέψω τσάμικο.

Κάνε θάμα, πλόσκα μου,
ξύλο τσιμισίρι,
γίνε βρύση γάργαρη
με χιλιάδες πείροι.

Να ’στε γεροί, να ’στε καλά
με τα τσαπράζια τα πολλά
και τα μεγάλα ονόματα,
κοτζαμπάσηδες όλοι πρώτης
και με τους διάκους ο δεσπότης
— τζιλβέδες και καμώματα!

Χίλια χέρια κι άρματα
να ’χα να σας φράξω,
να ’χα και δυο κέρατα
τον οχτρό να σκιάξω!

Για να βαστάξει, όσο μπορεί,
το μακελειό, να ’στε γεροί,
της Πένας αντρειωμένοι!
Κανοναρχάτε τ’ όνομά μας,
σίντας η Δόξα μελετά μας
τα σκελετά γερμένη.

Να ’χαμ’ ένα βασιλιά,
για να μας θαμπώνει,
με λειρί στο κούτελο,
με φωνή τρομπόνι!

Σου φτάνουν σένα τα χωριά
της Ρούμελης και του Μοριά
και να ’ν’ πολλά σου τα έτη!
Μα η Έγριπο με το μπουγάζι,
που πλήθιο ψάρι κατεβάζει,
δικό μου βιλαέτι!

Έχω τρύπα στο βρακί,
λίγδα στην καπότα μου,
έχω ψείρα σαν κουκί
και βρομούν τα χνότα μου.

Έχω νοήματα σοφά!
Σ’ αγιονορίτικο σοφά
στα λάδια και στα πάχη
κολύμπησα, μα πάντα μένει
άδεια η κοιλιά και τουρλωμένη
— ανεμογκάστρι θα ’χει!

Τί λαμπρός που ’ν’ ο καιρός,
πόσο εγώ ’μαι ωραίος!
Έφαγα έναν πόντικα,
δόξα να ’χει ο θέος!

Η σάρκα και τα κόκαλα,
λάσπη πολλή και φρόκαλα,
Πατρίδα μου, χαλάλι σου!
Σαν είν’ οι αφέντες σου δικοί,
θα ’ναι κι η ζήση σου γλυκή
κι ανέγνιο τα κεφάλι σου!

Το χαράτσι, τα παιδιά,
μοναχός να κρίνεις,
άλλο να σ’ τα παίρνουνε
κι άλλο ναν τα δίνεις.

Όλα εδώ χάμου ψεύτικα.
Δε σ’ έζησα, ονειρεύτηκα,
μαύρη ζωή, όλη πίκρα.
Μα θα χαρώ σε, Λευτεριά,
αιώνια Αλήθεια κι Ομορφιά,
σαν θα περάσω Αντίκρα.

Να ’χαμ’ ένα βασιλιά,
δράκο με χοντρόλαιμο,
σέρτικο κι αράθυμο,
για να κάνει πόλεμο!

Άμποτε λίγο να δυνόμουν
για μια στιγμή να τρελαινόμουν,
ο σαλεμένος νους
και τα κλεισμένα τσίνορα
να μην ξαμώνουν σύνορα
και χώριους ουρανούς!

Να ιδώ τον κόσμο ανάποδα
τον αδερφό μου ξένο
και τον οχτρόν αδέρφι μου
αδικοσκοτωμένο.

Μια μπάλα στο κούτελο τον πάει ίσα Αντίκρα, στο βασίλειο της Λευτεριάς, της Αλήθειας και της Ομορφιάς! Δεν πρόφταξε να ιδεί τον κόσμο ανάποδα.

Varnalis

Κωστής Παλαμάς – Ο Γκρεμιστής (1928)

Ἀκοῦστε. Ἐγὼ εἶμαι ὁ γκρεμιστής, γιατί εἶμ᾿ ἐγὼ κι ὁ κτίστης,

ὁ διαλεχτὸς τῆς ἄρνησης κι ὁ ἀκριβογιὸς τῆς πίστης.

Καὶ θέλει καὶ τὸ γκρέμισμα νοῦ καὶ καρδιὰ καὶ χέρι.

Στοῦ μίσους τὰ μεσάνυχτα τρέμει ἑνὸς πόθου ἀστέρι.

Κι ἂν εἶμαι τῆς νυχτιᾶς βλαστός, τοῦ χαλασμοῦ πατέρας,

πάντα κοιτάζω πρὸς τὸ φῶς τὸ ἀπόμακρο τῆς μέρας.

ἐγὼ ὁ σεισμὸς ὁ ἀλύπητος, ἐγὼ κι ὁ ἀνοιχτομάτης·

τοῦ μακρεμένου ἀγναντευτής, κι ὁ κλέφτης κι ὁ ἀπελάτης

καὶ μὲ τὸ καριοφίλι μου καὶ μὲ τ᾿ ἀπελατίκι

τὴν πολιτεία τὴν κάνω ἐρμιά, γῆ χέρσα τὸ χωράφι.

Κάλλιο φυτρῶστε, ἀγκριαγκαθιές, καὶ κάλλιο οὐρλιάστε, λύκοι,

κάλλιο φουσκῶστε, πόταμοι καὶ κάλλιο ἀνοῖχτε τάφοι,

καί, δυναμίτη, βρόντηξε καὶ σιγοστάλαξε αἷμα,

παρὰ σὲ πύργους ἄρχοντας καὶ σὲ ναοὺς τὸ Ψέμα.

Τῶν πρωτογέννητων καιρῶν ἡ πλάση μὲ τ᾿ ἀγρίμια

ξανάρχεται. Καλῶς νὰ ῾ρθῆ. Γκρεμίζω τὴν ἀσκήμια.

Εἶμ᾿ ἕνα ἀνήμπορο παιδὶ ποὺ σκλαβωμένο τό ῾χει

τὸ δείλιασμα κι ὅλο ρωτᾷ καὶ μήτε ναὶ μήτε ὄχι

δὲν τοῦ ἀποκρίνεται κανείς, καὶ πάει κι ὅλο προσμένει

τὸ λόγο ποὺ δὲν ἔρχεται, καὶ μία ντροπὴ τὸ δένει

Μὰ τὸ τσεκοῦρι μοναχὰ στὸ χέρι σὰν κρατήσω,

καὶ τὸ τσεκοῦρι μου ψυχὴ μ᾿ ἕνα θυμὸ περίσσο.

Τάχα ποιὸς μάγος, ποιὸ στοιχειὸ τοῦ δούλεψε τ᾿ ἀτσάλι

καὶ νιώθω φλόγα τὴν καρδιὰ καὶ βράχο τὸ κεφάλι,

καὶ θέλω νὰ τραβήξω ἐμπρὸς καὶ πλατωσιὲς ν᾿ ἀνοίξω,

καὶ μ᾿ ἕνα Ναὶ νὰ τιναχτῶ, μ᾿ ἕνα Ὄχι νὰ βροντήξω;

Καβάλα στὸ νοητάκι μου, δὲν τρέμω σας ὅποιοι εἶστε

γκρικάω, βγαίνει ἀπὸ μέσα του μιὰ προσταγή: Γκρεμίστε!

Κωστής Παλαμάς

Κωστής Παλαμάς