dashed
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Επίθετο
[επεξεργασία]dashed (en) (χωρίς παραθετικά)
- διακεκομμένος
a dashed line on the road - γραμμή διακεκομμένη στο δρόμο
Ρηματικός τύπος
[επεξεργασία]dashed (en)
dashed (en) (χωρίς παραθετικά)
dashed (en)