Μετάβαση στο περιεχόμενο

mostly

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Image Ετυμολογία

[επεξεργασία]
mostly < most + -ly

Image Επίρρημα

[επεξεργασία]

mostly (en)