shell command
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Πολυλεκτικός όρος
[επεξεργασία]shell command (en)
- (πληροφορική) η εντολή που δίδεται από τον χρήστη στο κέλυφος λειτουργικού συστήματος, όπως για την αντιγραφή αρχείων, για εκκίνηση προγράμματος, κλπ.