Μετάβαση στο περιεχόμενο

tun

Από Βικιλεξικό

Γερμανικά (de)

[επεξεργασία]

Image Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /tuːn/ προστακτική του tunen: /tjuːn/
 
 
τυπογραφικός συλλαβισμός: tun

tun (de)

  1. ρήμα πλήρες
    1. κάνω
      παράδειγμα Εr hat damit nichts zu tun.
           Δεν έχει να κάνει τίποτα μ' αυτό. / Δεν έχει καμία σχέση μ' αυτό.
      παράδειγμα Da Sie mir keine andere Wahl lassen, werde ich es wohl tun.
           Αφού δεν μου αφήνετε άλλη επιλογή, μάλλον θα το κάνω.
      παράδειγμα Ich tu nur meine Pflicht.
           Απλώς κάνω το καθήκον μου.
      παράδειγμα Die Axt des Angreifers tat das ihre, dass der Junge vor Angst schlotterte.
           Το τσεκούρι του επιτιθέμενου έκανε τη δουλειά του, με αποτέλεσμα ο νεαρός να τρέμει από φόβο.
      παράδειγμα Tu nicht so, als wäre ich nicht da.
           Μην κάνεις σαν να μην είμαι εδώ.
    2. βάζω
      παράδειγμα Tu die Kartons bitte in die Ecke dort.
           Παρακαλώ, βάλε τα κουτιά εκεί στη γωνία.
    3. αρκώ
      παράδειγμα Für mich tut es auch ein ganz normales Mittagessen.
           Για μένα αρκεί και ένα συνηθισμένο μεσημεριανό γεύμα.
    4. λειτουργώ
      παράδειγμα Die Geschirrspülmaschine tut nicht mehr.
           Το πλυντήριο πιάτων δεν λειτουργεί πια.
    5. συμβαίνει
      παράδειγμα Im Neubaugebiet tut sich einiges.
           Στη νέα οικιστική περιοχή συμβαίνουν πολλά.
    6. άλλες χρήσεις
      παράδειγμα Tu dir nicht weh dabei.
           Μην πονέσεις τον εαυτό σου.
      παράδειγμα Es tut sich nicht viel, ob wir heute oder morgen hingehen.
           Δεν έχει μεγάλη διαφορά αν πάμε σήμερα ή αύριο.
  2. βοηθητικό ρήμα
    1. για την αποφυγή της σύζευξης (θεωρείται ηλίθιο)
      παράδειγμα Sag keine so ekligen Dinge, ich tu noch essen.
           Μην λες τέτοια αηδιαστικά πράγματα, ακόμα τρώω.
            καλύτερα: ..., ich esse noch.
    2. υποκατάστατο του υποτακτικού
      παράδειγμα Wenn er doch endlich kommen täte.
           Μακάρι να ερχόταν επιτέλους.
            καλύτερα: Wenn er doch endlich käme / kommen würde.

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

Image Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

tun (de)

  • προστακτική του tunen
    παράδειγμα Tun den Motor, dann fährt dein Auto schneller.
         Αν βελτιώσες τη μηχανή, το αυτοκίνητό σου θα πάει πιο γρήγορα.