Μετάβαση στο περιεχόμενο

bunch

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Image Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
bunch bunches

bunch (en)

  1. το τσαμπί, το μάτσο, ομάδα πραγμάτων του ίδιου τύπου που είναι ενωμένα ή δεμένα μαζί
    παράδειγμα  a bunch of bananas/grapes - τσαμπί μπανάνες/σταφύλια
    παράδειγμα  a bunch of key - μάτσο κλειδιά
    παράδειγμα  She picked me a bunch of flowers.
    Μου έκοψε ένα μάτσο λουλούδια (=μπουκέτο).
    παράδειγμα  She put all the flowers together in one big bunch.
    Έβαλε όλα τα λουλούδια μαζί σε ένα μεγάλο μάτσο.
  2. (μόνο ενικός, ανεπίσημο) το μάτσο, ο σωρός, μεγάλη ποσότητα από κάτι· μεγάλο πλήθος
    παράδειγμα  There are a bunch of women out there and you're sitting around ranting about Eleni.
    Ένα μάτσο γυναίκες υπάρχουνε κι εσύ κάθεσαι και σκας για την Ελένη.
    παράδειγμα  I have a whole bunch of things to do this morning.
    Έχω ένα σωρό πράγματα να κάνω σήμερα το πρωί.
ενεστώτας bunch
γ΄ ενικό ενεστώτα bunches
αόριστος bunched
παθητική μετοχή bunched
ενεργητική μετοχή bunching

bunch (en) (μεταβατικό και αμετάβατο)

  • μαζεύω, σουρώνω, ζαρώνω, για ύφασμα κτλ.· κάνω κάτι να μαζευτεί/να ζαρώσει σε πτυχές
    παράδειγμα  Her skirt had bunched up round her waist.
    Η φούστα της είχε μαζευτεί/σουρωθεί γύρω από τη μέση της.
    παράδειγμα  His forehead was bunched in a frown.
    Το μέτωπό του ήταν ζαρωμένο από συνοφρύωση.