bunch
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| bunch | bunches |
bunch (en)
- το τσαμπί, το μάτσο, ομάδα πραγμάτων του ίδιου τύπου που είναι ενωμένα ή δεμένα μαζί
a bunch of bananas/grapes - τσαμπί μπανάνες/σταφύλια
a bunch of key - μάτσο κλειδιά
She picked me a bunch of flowers.
- Μου έκοψε ένα μάτσο λουλούδια (=μπουκέτο).
She put all the flowers together in one big bunch.
- Έβαλε όλα τα λουλούδια μαζί σε ένα μεγάλο μάτσο.
- (μόνο ενικός, ανεπίσημο) το μάτσο, ο σωρός, μεγάλη ποσότητα από κάτι· μεγάλο πλήθος
There are a bunch of women out there and you're sitting around ranting about Eleni.
- Ένα μάτσο γυναίκες υπάρχουνε κι εσύ κάθεσαι και σκας για την Ελένη.
I have a whole bunch of things to do this morning.
- Έχω ένα σωρό πράγματα να κάνω σήμερα το πρωί.
Ρήμα
[επεξεργασία]| ενεστώτας | bunch |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | bunches |
| αόριστος | bunched |
| παθητική μετοχή | bunched |
| ενεργητική μετοχή | bunching |
bunch (en) (μεταβατικό και αμετάβατο)