Μετάβαση στο περιεχόμενο

conduct

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Image Προφορά 1

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
conduct conducts
ΔΦΑ : /ˈkɒndʌkt/ για το ουσιαστικό

Image Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

conduct (en)

  • η συμπεριφορά
    παράδειγμα  The school enforces a strict code of conduct.
    Το σχολείο εφαρμόζει έναν αυστηρό κώδικα συμπεριφοράς.

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

Image Προφορά 2

[επεξεργασία]
ενεστώτας conduct
γ΄ ενικό ενεστώτα conducts
αόριστος conducted
παθητική μετοχή conducted
ενεργητική μετοχή conducting
ΔΦΑ : /kənˈdʌkt/ για το ρήμα
 

conduct (en)

  1. (μεταβατικό, επίσημο) διευθύνω, διεξάγω, οργανώνω ή κάνω μια συγκεκριμένη δραστηριότητα
    παράδειγμα  She’s conducting the meeting.
    Διευθύνει τη συνεδρίαση.
    παράδειγμα  The police chiefs decided to conduct an undercover investigation.
    Οι επικεφαλής της Αστυνομίας αποφάσισαν να διεξαγάγουν μυστική έρευνα.
     συνώνυμα: carry out,  και δείτε τη λέξη direct
  2. (μεταβατικό, επίσημο, + oneself) συμπεριφέρομαι
    παράδειγμα  He doesn’t know how to conduct himself.
    Δεν ξέρει να συμπεριφερθεί.
  3. (μεταβατικό, φυσική) άγω, είμαι αγωγός, επιτρέπω να περνά θερμότητα ή ηλεκτρικό ρεύμα μέσω ενός υλικού
    παράδειγμα  Metals conduct heat better than plastics.
    Τα μέταλλα άγουν τη θερμότητα καλύτερα από τα πλαστικά.
    παράδειγμα  Copper conducts electricity well.
    Ο χαλκός είναι καλός αγωγός του ηλεκτρισμού.