conduct
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Προφορά 1
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| conduct | conducts |
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]conduct (en)
- η συμπεριφορά
The school enforces a strict code of conduct.
- Το σχολείο εφαρμόζει έναν αυστηρό κώδικα συμπεριφοράς.
Συνώνυμα
[επεξεργασία]- behaviour
- → δείτε και τις λέξεις deportment, bearing και etiquette
Προφορά 2
[επεξεργασία]| ενεστώτας | conduct |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | conducts |
| αόριστος | conducted |
| παθητική μετοχή | conducted |
| ενεργητική μετοχή | conducting |
Ρήμα
[επεξεργασία]conduct (en)
- (μεταβατικό, επίσημο) διευθύνω, διεξάγω, οργανώνω ή κάνω μια συγκεκριμένη δραστηριότητα
- (μεταβατικό, επίσημο, + oneself) συμπεριφέρομαι
He doesn’t know how to conduct himself.
- Δεν ξέρει να συμπεριφερθεί.
- (μεταβατικό, φυσική) άγω, είμαι αγωγός, επιτρέπω να περνά θερμότητα ή ηλεκτρικό ρεύμα μέσω ενός υλικού
Metals conduct heat better than plastics.
- Τα μέταλλα άγουν τη θερμότητα καλύτερα από τα πλαστικά.
Copper conducts electricity well.
- Ο χαλκός είναι καλός αγωγός του ηλεκτρισμού.