Μετάβαση στο περιεχόμενο

accessible

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Image Ετυμολογία

[επεξεργασία]
accessible < γαλλική accessible < λατινική accessibilis < accessus < accedo

Image Επίθετο

[επεξεργασία]
παραθετικά
θετικός accessible
συγκριτικός more accessible
υπερθετικός most accessible

accessible (en)

  1. προσβάσιμος, προσιτός, προσπελάσιμος, ευπρόσιτος, που μπορεί να προσεγγιστεί, να φτάσει κανείς σε αυτόν, να εισέλθει ή να χρησιμοποιηθεί
    παράδειγμα  The remote desert area is accessible only by helicopter.
    Η απομακρυσμένη έρημη περιοχή είναι προσβάσιμη μόνο με ελικόπτερο.
    παράδειγμα  These documents are not accessible to the public.
    Αυτά τα έγγραφα δεν είναι προσβάσιμα στο κοινό.
    παράδειγμα  The road that opened made the beach accessible to cars.
    Ο δρόμος που ανοίχτηκε έκανε την παραλία προσιτή στα αυτοκίνητα.
    παράδειγμα  Information should be accessible to everyone.
    Οι πληροφορίες πρέπει να είναι προσιτές σε όλους.
    παράδειγμα  The basement is accessible from the main entrance.
    Το υπόγειο είναι προσπελάσιμο από την κύρια είσοδο.
  2. προσβάσιμος, που μπορεί να χρησιμοποιηθεί ή να προσεγγιστεί από άτομα με προβλήματα βάδισης ή κινητικές δυσκολίες
    παράδειγμα  The beach should be accessible to everyone.
    Η παραλία πρέπει να είναι προσβάσιμη σε όλους.
    παράδειγμα  The theater did not comply with modern building codes and was not accessible to wheelchair users.
    Το θέατρο δεν συμμορφωνόταν με τους σύγχρονους οικοδομικούς κανονισμούς και δεν ήταν προσβάσιμο σε χρήστες αναπηρικών αμαξιδίων.
  3. προσιτός, που γίνεται εύκολα κατανοητός
    παράδειγμα  He explained the topic in an accessible way.
    Εξήγησε το θέμα με προσιτό τρόπο.
  4. προσιτός, ευπρόσιτος, προσπελάσιμος, που μπορεί κάποιος να τον πλησιάσει, να του μιλήσει εύκολα
    παράδειγμα  He is only accessible to his close circle.
    Είναι προσιτός μόνο στο στενό του περιβάλλον.

Αντώνυμα

[επεξεργασία]

Σύνθετα

[επεξεργασία]



Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Image Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /a.ksɛ.sibl/
 

Image Ετυμολογία

[επεξεργασία]

accessible < λατινική accessibilis < accessus < accedo

Image Επίθετο

[επεξεργασία]

accessible (fr)

  1. ευνόητος
  2. ευπρόσιτος
  3. προσιτός
  4. προσβάσιμος


Αντώνυμα

[επεξεργασία]

Σύνθετα

[επεξεργασία]