Μετάβαση στο περιεχόμενο

renew

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
ενεστώτας renew
γ΄ ενικό ενεστώτα renews
αόριστος renewed
παθητική μετοχή renewed
ενεργητική μετοχή renewing

renew (en)

  • ανανεώνω
    παράδειγμα  The subscription does not automatically renew upon expiration and you will not be automatically charged.
    Η συνδρομή δεν ανανεώνεται αυτόματα με τη λήξη της και δεν θα χρεωθείτε αυτόματα.