renew
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ρήμα
[επεξεργασία]| ενεστώτας | renew |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | renews |
| αόριστος | renewed |
| παθητική μετοχή | renewed |
| ενεργητική μετοχή | renewing |
renew (en)
- ανανεώνω
The subscription does not automatically renew upon expiration and you will not be automatically charged.
- Η συνδρομή δεν ανανεώνεται αυτόματα με τη λήξη της και δεν θα χρεωθείτε αυτόματα.