Ἔρ­νεστ Χέ­μιν­γουεϊ (Ernest Hemingway): Τό Τέ­λος Κά­ποιου Πράγ­μα­τος


Image


Ἔρ­νεστ Χέ­μιν­γουεϊ (Ernest Hemingway)


Τό Τέ­λος Κά­ποιου Πράγ­μα­τος

(The End of Something)


ImageΤΑ ΠΑΛΙΑ ΧΡΟΝΙΑ τό Χόρ­τονς Μπέϊ ἦταν μιά πό­λη ξυ­λεί­ας. Κα­νέ­νας ἀπ’ ὅσους ζοῦ­σαν ἐκεῖ δέν μπο­ροῦ­σε νά μήν ἀκού­ει τόν ἦχο ἀπό τά με­γά­λα πριό­νια στό ἐρ­γο­στά­σιο δί­πλα στή λί­μνη. Ὅμως κά­ποια χρο­νιά ἔπα­ψαν πλέ­ον νά ὑπάρ­χουν κορ­μοί γιά ὑλο­τό­μη­ση. Τά ἱστιο­φό­ρα πού με­τέ­φε­ραν τήν ξυ­λεία ἦρ­θαν στόν κόλ­πο καί φορ­τώ­θη­καν μέ τά προ­ϊ­όν­τα τοῦ πριο­νι­στη­ρί­ου, τά ὁποῖα ἦσαν στοι­βαγ­μέ­να στήν αὐ­λή. Ὅλοι οἱ σω­ροί τῆς ξυ­λεί­ας ἀπο­μα­κρύ­θη­καν. Τό με­γά­λο ἐρ­γο­στά­σιο ἀπο­γυ­μνώ­θη­κε ἀπ’ ὅλα ἐκεῖ­να τά ἐξαρ­τή­μα­τα πού μπο­ροῦ­σαν ν’ ἀφαι­ρε­θοῦν, κι οἱ ἐρ­γά­τες τά φόρ­τω­σαν σ’ ἕνα ἀπό τά ἱστιο­φό­ρα. Ἡ σκού­να ἀπο­μα­κρύν­θη­κε ἀπό τόν κόλ­πο πρός τήν ἀνοι­χτή λί­μνη, με­τα­φέ­ρον­τας τά δυό με­γά­λα πριό­νια, τό βα­γο­νέ­το πού ἔρι­χνε τούς κορ­μούς πά­νω στά πε­ρι­στρε­φό­με­να, κυ­κλι­κά πριό­νια καί ὅλους τούς κυ­λίν­δρους, τούς τρο­χούς, τούς ἱμάν­τες καί τά σι­δε­ρέ­νια ἐξαρ­τή­μα­τα, τά πάν­τα φορ­τώ­θη­καν πά­νω σ’ ἕνα κύ­τος γε­μά­το ξυ­λεία. Τό ἀνοι­χτό του ἀμ­πά­ρι κα­λύ­φθη­κε μέ κα­ρα­βό­πα­νο πού τὄ­δε­σαν σφι­χτά, οἱ ναύ­τες ἄνοι­ξαν τά πα­νιά πού φού­σκω­σαν κι ἡ σκού­να βγῆ­κε στήν ἀνοι­χτή λί­μνη, με­τα­φέ­ρον­τας μα­ζί της ὅ,τι εἶ­χε κά­νει τό ἐρ­γο­στά­σιο ἐρ­γο­στά­σιο καί τό Χόρ­τονς Μπέϊ πό­λη.

       Οἱ μο­νώ­ρο­φοι κοι­τῶ­νες, τά μα­γει­ρεῖα, τό κα­τά­στη­μα τῆς ἑται­ρεί­ας, τά γρα­φεῖα τοῦ ἐρ­γο­στα­σί­ου καί τό ἴδιο τό ἐρ­γο­στά­σιο ἔστε­καν ἔρη­μα πά­νω σέ στρέμ­μα­τα πριο­νι­διοῦ πού κά­λυ­πταν τό ἑλῶ­δες λι­βά­δι δί­πλα στήν ἀκτή τοῦ κόλ­που.

       Δέ­κα χρό­νια ἀρ­γό­τε­ρα δέν εἶ­χε ἀπο­μεί­νει τί­πο­τα ἀπό τό ἐρ­γο­στά­σιο ἐκτός ἀπό τά σπα­σμέ­να λευ­κά ἀσβε­στο­λι­θι­κά πε­τρώ­μα­τα τῶν θε­με­λί­ων του πού πρό­βαλ­λαν μές ἀπό τή βαλ­τώ­δη δεύ­τε­ρη φυ­σι­κή ἀνα­γέν­νη­ση τῆς βλά­στη­σης κα­θώς ὁ Νίκ καί ἡ Μάρ­τζο­ρι κω­πη­λα­τοῦ­σαν κα­τά μῆ­κος τῆς ἀκτῆς. Ψά­ρευαν μέ συρ­τή στό κα­νά­λι, στήν ἄκρη τῆς ὄχθης, ὅπου ὁ βυ­θός ξαφ­νι­κά ἀπό τ’ ἀμ­μώ­δη ρη­χά νε­ρά κα­τέ­βαι­νε στά δώ­δε­κα πό­δια σκο­τει­νοῦ νε­ροῦ. Ψά­ρευαν πη­γαί­νον­τας νά στή­σουν τίς βρα­δι­νές πε­το­νιές γιά τίς με­γά­λες πέ­στρο­φες ρέϊν­μπο­ου(1).

       «Νά τό πα­λιό μας ἐρεί­πιο, Νίκ», εἶ­πε ἡ Μάρ­τζο­ρι.

       Ὁ Νίκ, κω­πη­λα­τών­τας, κοί­τα­ξε τήν λευ­κή πέ­τρα ἀνά­με­σα στά πρά­σι­να δέν­τρα.

       «Νά’ το», εἶ­πε.

       «Μπο­ρεῖς νά τό θυ­μη­θεῖς ὅταν ἦταν ἐρ­γο­στά­σιο;», ρώ­τη­σε ἡ Μάρ­τζο­ρι.

       «Μό­λις πού τό θυ­μᾶ­μαι», εἶ­πε ὁ Νίκ.

       «Μοιά­ζει πε­ρισ­σό­τε­ρο μέ κά­στρο», εἶ­πε ἡ Μάρ­τζο­ρι.

       Ὁ Νίκ δέν ἀπάν­τη­σε. Συ­νέ­χι­σαν κω­πη­λα­τών­τας ὥσπου τό ἐρ­γο­στά­σιο χά­θη­κε ἀπό τ’ ὀπτι­κό τους πε­δίο, ἀκο­λου­θών­τας τήν ἀκτο­γραμ­μή. Τό­τε ὁ Νίκ βγῆ­κε ἀπό τά ὅρια τοῦ κόλ­που.

       «Δέν τσιμ­πᾶ­νε», εἶ­πε.

       «Ὄχι», εἶ­πε ἡ Μάρ­τζο­ρι. Ἦταν ἐπι­κεν­τρω­μέ­νη στό κα­λά­μι ὅλη τήν ὥρα τοῦ ψα­ρέ­μα­τος, ἀκό­μη κι ὅταν μι­λοῦ­σε. Τῆς ἄρε­σε νά ψα­ρεύ­ει. Τῆς ἄρε­σε νά ψα­ρεύ­ει μέ τόν Νίκ.

       Κον­τά στή βάρ­κα μιά με­γά­λη πέ­στρο­φα ἔσπα­σε τήν ἐπι­φά­νεια τοῦ νε­ροῦ. Ὁ Νίκ τρά­βη­ξε δυ­να­τά τό ἕνα κου­πί γιά νά στρί­ψει ἡ βάρ­κα καί νά πε­ρά­σει τό δό­λω­μα πού ἔσερ­νε μα­κριά πί­σω ἀπό τό ση­μεῖο πού ἔτρω­γε ἡ πέ­στρο­φα. Κα­θώς ἡ ρά­χη τοῦ ψα­ριοῦ βγῆ­κε ἔξω ἀπό τό νε­ρό, τά μι­κρά ψα­ρά­κια πή­δη­σαν μέ σφο­δρό­τη­τα. Ψέ­κα­σαν τήν ἐπι­φά­νεια ὅπως μιά χού­φτα σκά­για πού ρί­χνον­ται στό νε­ρό. Κι ἄλ­λη μιά πέ­στρο­φα ἔσπα­σε τό νε­ρό, ἀπό τήν ἄλ­λη πλευ­ρά τῆς βάρ­κας.

       «Τρῶ­νε», εἶ­πε ἡ Μάρ­τζο­ρι.

       «Ἀλ­λά δέν τσιμ­πᾶ­νε», εἶ­πε ὁ Νίκ.

       Γύ­ρι­σε τή βάρ­κα γιά νά ξα­να­πε­ρά­σουν ἀπό τά ση­μεῖα πού ἔβλε­παν τά ψά­ρια νά τρέ­φον­ται καί με­τά τήν κα­τεύ­θυ­νε πρός τό ἀκρω­τή­ρι. Ἡ Μάρ­τζο­ρι δέν μά­ζε­ψε τήν πε­το­νιά στό κα­ρού­λι ὥσπου ἡ βάρ­κα ἄγ­γι­ξε τήν ὄχθη.

       Τρά­βη­ξαν τή βάρ­κα στήν πα­ρα­λία κι ὁ Νίκ ἔβγα­λε ἕναν κου­βά μέ ζων­τα­νές πέρ­κες. Οἱ πέρ­κες κο­λυμ­ποῦ­σαν στό νε­ρό. Ὁ Νίκ ἔπια­σε τρεῖς μέ τά χέ­ρια, τους ἔκο­ψε τά κε­φά­λια καί τίς ἔγδα­ρε ἐνῶ ἡ Μάρ­τζο­ρι ψα­χού­λευε μές στόν κου­βά, καί τε­λι­κά ἔπια­σε μιά πέρ­κα, τῆς ἔκο­ψε τό κε­φά­λι καί τήν ἔγδα­ρε.

       Ὁ Νίκ κοί­τα­ξε τό ψά­ρι της.

       «Δέν θέ­λεις ν’ ἀφαι­ρέ­σεις τό πτε­ρύ­γιο τῆς κοι­λιᾶς», εἶ­πε. «Θά εἶ­ναι μιά χα­ρά γιά δό­λω­μα, ἀλ­λά μᾶλ­λον καλ­λί­τε­ρα νά τό ἀφή­σεις.»

       Πέ­ρα­σε κά­θε γδαρ­μέ­νη πέρ­κα ἀπό τήν οὐ­ρά σ’ ἕνα ἀγ­κί­στρι. Ὑπῆρ­χαν δυό ἀγ­κί­στρια πια­σμέ­να σέ κά­θε πε­το­νιά. Ὕστε­ρα ἡ Μάρ­τζο­ρι κω­πη­λα­τών­τας ἔβγα­λε τή βάρ­κα ἔξω πέ­ρα ἀπό τήν ὄχθη τοῦ κα­να­λιοῦ, κρα­τών­τας τήν πε­το­νιά στά δόν­τια της καί κοι­τά­ζον­τας πρός τόν Νίκ, ὁ ὁποῖ­ος στε­κό­ταν στήν ὄχθη βα­στών­τας τό κα­λά­μι κι ἀφή­νον­τας τήν πε­το­νιά νά ξε­τυ­λι­χθεῖ ἀπό τό κα­ρού­λι.

       «Αὐ­τό εἶ­ναι σω­στό», τῆς φώ­να­ξε.

       «Νά τό ἀφή­σω νά πέ­σει;» ἀπάν­τη­σε ἡ Μάρ­τζο­ρι, κρα­τών­τας τήν πε­το­νιά στό χέ­ρι της.

       «Ναί, ἄφη­σέ το.» Ἡ Μάρ­τζο­ρι ἄφη­σε τήν πε­το­νιά στό νε­ρό καί πα­ρα­κο­λού­θη­σε τά δο­λώ­μα­τα νά βυ­θί­ζον­ται.

       Γύ­ρι­σε μέ τή βάρ­κα κι ἔβα­λε καί δεύ­τε­ρη πε­το­νιά μέ τόν ἴδιο τρό­πο. Κά­θε φο­ρά ὁ Νίκ το­πο­θε­τοῦ­σε πά­νω στή βά­ση τοῦ κα­λα­μιοῦ ἕνα με­γά­λο ξύ­λο γιά νά τό κρα­τά­ει στα­θε­ρό καί τό στή­ρι­ζε ὑπό γω­νία μέ μιά μι­κρή πλά­κα. Μα­ζεύ­ον­τας στό κα­ρού­λι τή χα­λα­ρή πε­το­νιά τήν τέν­τω­νε ὥσπου τό δό­λω­μα ἀκουμ­ποῦ­σε στόν ἀμ­μώ­δη βυ­θό τοῦ κα­να­λιοῦ κι ἐνερ­γο­ποιοῦ­σε τό «κλίκ» τοῦ κα­ρου­λιοῦ.

       Ἡ Μάρ­τζο­ρι κω­πη­λά­τη­σε ὥς λί­γο πιό πέ­ρα ἀπό τό ἀκρω­τή­ρι γιά νά μήν ἐνο­χλή­σει τίς πε­το­νιές. Ἔσπρω­ξε δυ­να­τά τά κου­πιά κι ἡ βάρ­κα ἀνέ­βη­κε στήν πα­ρα­λία. Μι­κρά κύ­μα­τα ἦρ­θαν μα­ζί της. Ἡ Μάρ­τζο­ρι βγῆ­κε ἀπό τή βάρ­κα κι ὁ Νίκ τήν τρά­βη­ξε ἀκό­μη πιό ψη­λά στήν ὄχθη.

       «Τί συμ­βαί­νει, Νίκ;» ρώ­τη­σε ἡ Μάρ­τζο­ρι.

       «Δέν ξέ­ρω», εἶ­πε ὁ Νίκ, μα­ζεύ­ον­τας ξύ­λα γιά φω­τιά.

       Ἄνα­ψαν φω­τιά μέ ξε­βρα­σμέ­να ξύ­λα. Ἡ Μάρ­τζο­ρι πῆ­γε στή βάρ­κα κι ἔφε­ρε μιά κου­βέρ­τα. Τό βρα­δι­νό ἀε­ρά­κι ἔσπρω­χνε τόν κα­πνό πρός τό ἀκρω­τή­ρι, κι ἔτσι ἡ Μάρ­τζο­ρι ἔστρω­σε τήν κου­βέρ­τα ἀνά­με­σα στή φω­τιά καί τή λί­μνη.

       Ἡ Μάρ­τζο­ρι κά­θι­σε στήν κου­βέρ­τα μέ τήν πλά­τη στή φω­τιά καί πε­ρί­με­νε τόν Νίκ. Ἐκεῖ­νος ἦρ­θε καί κά­θι­σε δί­πλα της. Πί­σω τους ἦταν τό πυ­κνό ἀνα­γεν­νη­μέ­νο δά­σος τοῦ ἀκρω­τη­ρί­ου καί μπρο­στά τους ὁ κόλ­πος μέ τό στό­μιο τοῦ Χόρ­τονς Κρήκ. Δέν ἦταν τε­λεί­ως σκο­τει­νά. Τό φῶς τῆς φω­τιᾶς ἔφτα­νε ὥς τό νε­ρό. Μπο­ροῦ­σαν κι οἱ δύο νά βλέ­πουν τίς δυό με­ταλ­λι­κές πε­το­νιές πού ἔγερ­ναν πά­νω ἀπό τό σκο­τει­νό νε­ρό. Ἡ φω­τιά λαμ­πύ­ρι­ζε στά κα­ρού­λια τῶν κα­λα­μιῶν.

       Ἡ Μάρ­τζο­ρι ἄνοι­ξε τό κα­λά­θι μέ τό βρα­δι­νό.

       «Δέν πει­νάω», εἶ­πε ὁ Νίκ.

       «Ἔλα, φάε κά­τι, Νίκ.»

       «Κα­λά.»

       Ἔφα­γαν χω­ρίς νά μι­λᾶν, πα­ρα­κο­λου­θών­τας τίς δυό πε­το­νιές καί τίς ἀν­τα­να­κλά­σεις τῆς φω­τιᾶς στό νε­ρό.

       «Θἄ­χει φεγ­γά­ρι ἀπό­ψε», εἶ­πε ὁ Νίκ. Κοί­τα­ξε πρός τούς λό­φους πού ἦσαν ἀπέ­ναν­τι ἀπό τόν κόλ­πο, κι οἱ ὁποῖ­οι ἄρ­χι­σαν νά δια­γρά­φον­ται πιό κα­θα­ρά κά­τω ἀπό τόν οὐ­ρα­νό. Ἤξε­ρε πώς τό φεγ­γά­ρι θ’ ἀνα­δυό­ταν πί­σω ἀπό τούς λό­φους.

       «Τό ξέ­ρω», εἶ­πε χα­ρού­με­νη ἡ Μάρ­τζο­ρι.

       «Ὅλα τά ξέ­ρεις», εἶ­πε ὁ Νίκ.

       «Ὤ, Νίκ, κό­φτο σέ πα­ρα­κα­λῶ! Σέ πα­ρα­κα­λῶ μήν εἶ­σαι ἔ­τσι!»

       «Δέν μπο­ρῶ νά τό ἐλέγ­ξω», εἶ­πε ὁ Νίκ. «Τά ξέ­ρεις ὅλα. Αὐ­τό εἶ­ναι τό πρό­βλη­μα. Τό ξέ­ρεις ὅτι τά ξέ­ρεις.»

       Ἡ Μάρ­τζο­ρι δέν εἶ­πε τί­πο­τα.

       «Στἄ­χω μά­θει ὅλα. Τό ξέ­ρεις. Τί δέν ξέ­ρεις πιά;»

       «Ὤχ, σκά­σε», εἶ­πε ἡ Μάρ­τζο­ρι. «Νά τό φεγ­γά­ρι.»

       Κά­θι­σαν στήν κου­βέρ­τα χω­ρίς ν’ ἀγ­γί­ζουν ὁ ἕνας τόν ἄλ­λον καί κοί­τα­ζαν τό φεγ­γά­ρι πού ἀνέ­τει­λε.

       «Δέν χρειά­ζε­ται νά λές ἀνο­η­σί­ες», εἶ­πε ἡ Μάρ­τζο­ρι. «Τί τρέ­χει στ’ ἀλή­θεια;»

       «Δέν ξέ­ρω.»

       «Φυ­σι­κά καί ξέ­ρεις.»

       «Ὄχι, δέν ξέ­ρω.»

       «Ἔλα λοι­πόν, πές το.»

       Ὁ Νίκ κοί­τα­ζε τό φεγ­γά­ρι πού ἀνέ­βαι­νε πά­νω ἀπό τούς λό­φους.

       «Δέν εἶ­ναι πιά δια­σκε­δα­στι­κό.»

       Φο­βό­ταν νά κοι­τά­ξει τήν Μάρ­τζο­ρι. Με­τά τήν κοί­τα­ξε. Κα­θό­ταν ἐκεῖ μέ τήν πλά­τη γυ­ρι­σμέ­νη σ’ αὐ­τόν. Κοί­τα­ξε τήν πλά­τη της. «Δέν εἶ­ναι πλέ­ον δια­σκε­δα­στι­κό. Τί­πο­τε ἀπ’ ὅλα αὐ­τά.»

       Ἐκεί­νη δέν εἶ­πε τί­πο­τα. Αὐ­τός συ­νέ­χι­σε. «Νιώ­θω σάν μέ­σα μου ὅλα νἄ­χου­νε πά­ει κα­τά δια­ό­λου. Δέν ξέ­ρω Μάρτζ. Δέν ξέ­ρω τί νά πῶ.»

       Κοί­τα­ξε τήν πλά­τη της.

       «Δέν εἶ­ναι δια­σκε­δα­στι­κός ὁ ἔρω­τας;» εἶ­πε ἡ Μάρ­τζο­ρι.

       «Ὄχι», εἶ­πε ὁ Νίκ. Ἡ Μάρ­τζο­ρι ση­κώ­θη­κε. Ὁ Νίκ κα­θό­ταν ἐκεῖ μέ τό κε­φά­λι στά χέ­ρια του.

       «Πάω νά πά­ρω τή βάρ­κα», τοῦ φώ­να­ξε. «Ἐσύ μπο­ρεῖς νά γυ­ρί­σεις περ­πα­τών­τας ἀπό τό ἀκρω­τή­ρι.»

       «Ἐν­τά­ξει», εἶ­πε ὁ Νίκ. «Θά σοῦ σπρώ­ξω τή βάρ­κα νά φύ­γεις.»

       «Δέν χρειά­ζε­ται», τοῦ εἶ­πε. Ἦταν ἤδη μέ­σα στή βάρ­κα πού ἐπέ­πλεε μέ τό φῶς τοῦ φεγ­γα­ριοῦ πά­νω της. Ὁ Νίκ γύ­ρι­σε πί­σω καί ξά­πλω­σε μέ τό πρό­σω­πο μές στήν κου­βέρ­τα δί­πλα στή φω­τιά. Μπο­ροῦ­σε ν’ ἀκού­ει τήν Μάρ­τζο­ρι νά κω­πη­λα­τεῖ στό νε­ρό.

       Ἔμει­νε ξα­πλω­μέ­νος ἐκεῖ γιά πολ­λή ὥρα. Ἔμει­νε ὥσπου ἄκου­σε τόν Μπίλ νἄρ­χε­ται στό ξέ­φω­το περ­πα­τών­τας μές ἀπό τό δά­σος. Ἔνιω­σε τόν Μπίλ νά πλη­σιά­ζει στή φω­τιά. Ὁ Μπίλ οὔ­τε πού τόν ἄγ­γι­ξε.

       «Ἔφυ­γε κα­λά;» εἶ­πε ὁ Μπίλ.

       «Ναί», εἶ­πε ὁ Νίκ ψέ­μα­τα, μέ τό πρό­σω­πό του στήν κου­βέρ­τα.

       «Ἔγι­νε καυ­γάς;»

       «Ὄχι, κα­νέ­νας καυ­γάς δέν ἔγι­νε.»

       «Πῶς νιώ­θεις;»

       «Ἄχ, πα­ρά­τα με, Μπίλ! Φύ­γε κι ἄσε με γιά λί­γο μό­νο μου.»

       Ὁ Μπίλ πῆ­ρε ἕνα σάν­τουιτς ἀπό τό κα­λά­θι τοῦ βρα­δι­νοῦ καί πῆ­γε νά κοι­τά­ξει τίς πε­το­νιές.


Σημ.τ.μ.:
(1) Ἰρι­δί­ζου­σα πέ­στρο­φα. Ἐπι­στη­μο­νι­κὴ ὀνο­μα­σία: Oncorhynchus mykiss Ἀνή­κει στὴν οἰ­κο­γέ­νεια τῶν σαλ­μο­νι­δῶν (Salmonidae), ὅπως καὶ ὁ σο­λο­μός. Εἶ­ναι γνω­στή γιὰ τὰ ἔν­το­να χρώ­μα­τά της, μὲ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὴ ἰρι­δί­ζου­σα λω­ρί­δα στὰ πλευ­ρά της.

Image


Πη­γή:

https://www.studocu.com/row/document/virtual-university-of-pakistan/fundamentals-of-front-end-development/book-the-end-of-something/100046934

&

The Complete Short Stories of Ernest Hemingway, Forew. by John, Patrick and Gregory Hemingway. Preface by Charles Scribner, Simon & Schuster, Νο­έμ­βριος 1997 (pdf)

Τό δι­ή­γη­μα «The End of Something» πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται στή συλ­λο­γή In Our Time καί δη­μο­σιεύ­τη­κε στή Νέα Ὑόρ­κη τό 1925 ἀπό τόν Ἐκ­δο­τι­κό Οἶ­κο Boni & Liveright.

Ἔρ­νεστ Χέ­μιν­γουέϊ (Ernest Hemingway, 1899-1961): Ὁ Ἔρ­νεστ Χέ­μιν­γουέϊ ὑπῆρ­ξε ἕνας ἀπό τούς ση­μαν­τι­κό­τε­ρους πε­ζο­γρά­φους τοῦ 20οῦ αἰ­ώ­να, βρα­βευ­μέ­νος μέ τό βρα­βεῖο Νό­μπελ (1954). Τό ἔρ­γο του ἐπη­ρέ­α­σε καί συ­νε­χί­ζει νά ἐπη­ρε­ά­ζει ἀνα­ρίθ­μη­τους συγ­γρα­φεῖς τό­σο στή γε­νέ­τει­ρά του, τίς ΗΠΑ, ὅσο καί στόν ὑπό­λοι­πο κό­σμο. Ὁρι­σμέ­να ἀπό τά γνω­στό­τε­ρα μυ­θι­στο­ρή­μα­τά του εἶ­ναι Ὁ Γέ­ρος καί ἡ θά­λασ­σα (The old man and the sea, 1951), Ἀπο­χαι­ρε­τι­σμός στά ὅπλα (A farewell to arms, 1929), Γιά ποιόν χτυ­πᾶ ἡ καμ­πά­να (For whom the bell tolls, 1940), Ὁ ἥλιος ἀνα­τέλ­λει ξα­νά (The sun also rises, 1926) κ.ἄ. Με­γά­λο μέ­ρος τοῦ ἔρ­γου του ἔχει με­τα­φρα­στεῖ στά ἑλ­λη­νι­κά. Δεῖτε καί τό ἀ­φιέ­ρω­μα τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου μας στόν συγ­γρα­φέα πού ἐ­πι­με­λή­θη­κε ἡ Να­τά­σα Κε­σμέ­τη.

Με­τά­φρα­ση ἀπό τά ἀγ­γλι­κά:

Να­τά­σα Ζα­χα­ρο­πού­λου (1961): Σπού­δα­σε Δη­μο­σιο­γρα­φία. Πρω­το­εμ­φα­νί­στη­κε μέ τή συλ­λο­γή ποι­η­μά­των Νά σ’ ἔχω (1995) καί τή συλ­λο­γή δι­η­γη­μά­των Κι ἄς μέ τα­ξι­δεύ­εις ὅπου (1995). Τε­λευ­ταῖα της βι­βλία: Πρό­σω­πα στό Νε­ρό (Μυ­θι­στό­ρη­μα, 2013) & Πε­τών­τας μ’ ἕνα drone (Δι­η­γή­μα­τα, 2019). Ποι­ή­μα­τα, δι­η­γή­μα­τα καί με­τα­φρά­σεις της δη­μο­σιεύ­ον­ται σέ ἔν­τυ­πα καί ἠλε­κτρο­νι­κά πε­ριο­δι­κά.

Ση­μαν­τι­κὴ ἐ­νη­μέ­ρω­ση γιὰ τὴν πο­ρεί­α τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου: Δεῖ­τε ἐ­δῶ: Γιάν­νης Πα­τί­λης: Πλα­νό­δι­ον – Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζάι. Στρο­φή .



		

	

Κώ­στας Ποῦ­λος: Παράθυρα


Image


Κώ­στας Ποῦ­λος


Πα­ρά­θυ­ρα


ImageΑΚΟ τὰ βι­ο­γρα­φι­κά. Ἔμ­παι­ναν σὲ φα­κέ­λους καὶ ἔ­φευ­γαν πρὸς τὶς πιὸ δι­α­φο­ρε­τι­κὲς κα­τευ­θύν­σεις, σὰν τὶς σπί­θες τῶν πυ­ρο­τε­χνη­μά­των ἢ σὰν θραύ­σμα­τα ἀ­πὸ νάρ­κη ποὺ πα­τή­θη­κε κα­τὰ λά­θος ἀ­πὸ κυ­νη­γη­μέ­νο ἀ­γρί­μι ἢ ἀ­πὸ τρο­μαγ­μέ­νο πρό­σφυ­γα. Στὴν ἀρ­χὴ οἱ δι­α­τυ­πώ­σεις ἦ­ταν προ­σε­χτι­κές: Πτυ­χι­οῦ­χος ΕΠΑΛ Δο­μι­κῶν ἔρ­γων, μὲ πεν­τα­ε­τῆ προ­ϋ­πη­ρε­σί­α, σὲ κα­τα­σκευ­α­στι­κὴ ἑ­ται­ρεί­α, ζη­τεῖ ἀ­νά­λο­γη ἐρ­γα­σί­α. Εἶ­χε κα­τε­βά­σει ἀρ­κε­τὰ πρό­τυ­πα ἀ­πὸ ἱ­στο­σε­λί­δες ἀ­νέρ­γων ἢ δι­κη­γο­ρι­κῶν γρα­φεί­ων καὶ εἶ­χε κα­τα­λή­ξει σὲ ἕ­να βι­ο­γρα­φι­κὸ λι­τὸ καὶ οὐ­σι­α­στι­κό, χω­ρὶς ὑ­περ­βο­λές. Καὶ ὑ­πο­γρα­φὴ στὸ τέ­λος: Ἀν­τώ­νιος Πε­λέ­κης. Ἀν­τώ­νιος, ὄ­χι Ἀν­τώ­νης, ποὺ γρά­φουν με­ρι­κοί, λὲς καὶ κά­να­νε μα­ζὶ φαν­τά­ροι. Ἀ­πὸ ξέ­νες γλῶσ­σες μό­νο ἀγ­γλι­κά. Λό­ου­ερ. «Βά­λε καὶ γαλ­λι­κά, τό­σα χρό­νια πή­γαι­νες στὸ ἰν­στι­τοῦ­το» τὸν τσίγ­κλα­γε ἡ Ὄλ­γα. Εἶ­χε δί­κιο. Ἑ­φτὰ χρό­νια ἦ­ταν αὐ­τά. Ναί, ἀλ­λὰ ἑ­φτὰ χρό­νια ξο­δε­μέ­να σὲ πλά­κες καὶ κο­πά­νες. Στὸ Πα­ρί­σι στὶς δι­α­κο­πές, ἡ ἀ­λή­θεια, δὲν τὰ εἶ­χε κα­τα­φέ­ρει κα­θό­λου ἄ­σχη­μα. Κομ­πι­ὲν σὰ κούτ, σιλ­βου­πλέ; Μερ­σί. Του­ρι­στι­κὰ γαλ­λι­κά. Δὲν τὰ βά­ζεις σὲ βι­ο­γρα­φι­κὸ γιὰ δου­λειά. Σὲ ρω­τᾶ­νε με­τὰ καὶ κά­θε­σαι καὶ τοὺς κοι­τᾶς σὰν Ἀ­λέ­κος. Δὲν εἶ­ναι σο­βα­ρό. Δὲν κά­νεις κα­λὴ ἐν­τύ­πω­ση ἔ­τσι. Καὶ τί νο­μί­ζεις; Κου­τό­χορ­το τρῶ­νε; Εἶ­ναι εἰ­δι­κοί. Σπου­δαγ­μέ­νοι, ρὲ παι­δί μου, πῶς τὸ λέ­νε; Ψυ­χο­λό­γοι φυ­σι­ο­γνω­μι­στές. Σὲ κό­βουν μὲ τὴ μί­α, τί μπά­ζα πιά­νεις. Μιὰ μα­τιά τους ἴ­σον ἀ­κτι­νο­γρα­φί­α. Ἡ Ὄλ­γα τοῦ ἔ­ρι­ξε τὴ δι­κή της μα­τιά, ὅ­τι καὶ κα­λά, πά­λι τὶς ὑ­περ­βο­λὲς ἄρ­χι­σες τώ­ρα. «Ναί, ρὲ Ὀλ­γί­τσα, ἀ­κτι­νο­γρα­φί­α! Καὶ λί­γα λέ­ω. Εἰ­δι­κὰ αὐ­τὸς ὁ χτε­σι­νὸς στὴ συ­νέν­τευ­ξη δὲν παι­ζό­ταν, σοῦ λέ­ω. Μὲ κοί­τα­ζε σὰν σκά­νερ, ὁ κε­ρα­τάς!»

       Με­τροῦ­σε τὸν χρό­νο μὲ τὰ βι­ο­γρα­φι­κά. Τέσ­σε­ρις μῆ­νες, πέν­τε μῆ­νες, ἕ­ξι μῆ­νες. Κι ἐ­κεῖ ποὺ ἄρ­χι­ζε νὰ βα­ρι­ε­στᾶ καὶ νὰ λέ­ει τέρ­μα, δὲν ἔ­χει νό­η­μα, καὶ σκε­φτό­ταν τὸν ἑ­αυ­τό του στὸν σταθ­μὸ τοῦ Μο­νά­χου δί­χως οὔ­τε μί­α γερ­μα­νι­κὴ λέ­ξη —πιὸ ξέ­νος κι ἀ­πὸ ξέ­νο—, νά σου καὶ σκά­ει τὸ τη­λέ­φω­νο γιὰ νέ­α συ­νέν­τευ­ξη. Στὴν ἀρ­χὴ σκέ­φτη­κε νὰ μὴν πά­ει. Πῆ­γε ὅ­μως. Καὶ πῆ­γε χα­λα­ρός. Τό­σο χα­λα­ρὸς καὶ σί­γου­ρος γιὰ τὴν ἀ­πο­τυ­χί­α, ποὺ τε­λι­κὰ πῆ­ρε τὴ θέ­ση. Κα­λή. Κι ἂν σκε­φτεῖς τί γί­νε­ται γύ­ρω, πο­λὺ κα­λή. Κι ὁ ἐρ­γο­δό­της κα­λός. Τυ­πι­κός. Καὶ κα­λον­τυ­μέ­νος. Κά­θε μέ­ρα καὶ μὲ ἄλ­λο κο­στού­μι. Μό­νο το παλ­τὸ ἦ­ταν στα­θε­ρά το ἴ­διο. Σε­βιότ. Σκο­τσέ­ζι­κο ὕ­φα­σμα, ἀ­κρι­βό, ὅ­μως στοὺς ὤ­μους ἡ σκό­νη ἔ­κα­νε πάρ­τι. Μι­κρὰ μι­κρὰ σω­μα­τί­δια ποὺ βα­ρέ­θη­καν νὰ αἰ­ω­ροῦν­ται χω­ρὶς σκο­πὸ καὶ ἀ­πο­φά­σι­σαν νὰ θρο­νια­στοῦν πά­νω στὸ μαῦ­ρο σκο­τσέ­ζι­κο ὕ­φα­σμα, πε­ρι­μέ­νον­τας κά­ποι­ον μα­θη­τευ­ό­με­νο νὰ τὰ ξε­σκο­νί­σει. Κά­ποι­ον ποὺ ἤ­θε­λε νὰ ἀ­νέ­βει. Νὰ πά­ει ψη­λά. «Ἔ­χε­τε λί­γη σκό­νη, κύ­ρι­ε Ἀ­νέ­στη.» Τώ­ρα σκό­νη ἢ πι­τυ­ρί­δα, λί­γη ση­μα­σί­α εἶ­χε. Κέρ­δι­ζε ὅ­μως τὴν ἐμ­πι­στο­σύ­νη τοῦ ἀ­φεν­τι­κοῦ. Λί­γη προ­σαρ­μο­γὴ χρει­α­ζό­ταν. Καὶ μιὰ μι­κρὴ δι­όρ­θω­ση στὴν ἐμ­φά­νι­ση. Δὲν ἤ­θε­λε νὰ μεί­νει μιὰ ζω­ὴ ἄ­πλυ­τος φοι­τη­τής. Στὴ δου­λειὰ ὑ­πῆρ­χαν κα­νό­νες. Κο­στού­μι, κού­ρε­μα, ξύ­ρι­σμα, δη­λα­δὴ τὸ ἀ­κρι­βῶς ἀν­τί­θε­το τοῦ Ἀν­τώ­νη. Ἡ Ὄλ­γα τὰ ἔ­βλε­πε μὲ μι­σὸ μά­τι αὐ­τά. Εἰ­δι­κὰ τὴ μέ­ρα ποὺ ξυ­ρί­στη­κε, τρό­μα­ξε νὰ τὸν ἀ­να­γνω­ρί­σει. Ἐ­κεῖ­νος τῆς τὸ ἐ­ξή­γη­σε. Ὅ­τι σι­γὰ τώ­ρα, μιὰ φόρ­μα ἐρ­γα­σί­ας εἶ­ναι κι αὐ­τό. «Αὐ­τὸ σὲ πεί­ρα­ξε τώ­ρα; Μό­λις τε­λει­ώ­νει ἡ δου­λειά, βά­ζω ὅ,τι γου­στά­ρω.» Ἐ­κεί­νη τὸν κοί­τα­ξε. «Ναί, σί­γου­ρα. Νὰ πά­ρεις καὶ μιὰ πε­ρού­κα γιὰ τὶς βρα­δι­νὲς ἐ­ξό­δους.»

       Στὸ με­τα­ξύ, ἡ σκό­νη στὸ σε­βιὸτ κά­θε μέ­ρα καὶ πε­ρισ­σό­τε­ρη. Πάφ, πάφ, πάφ! Ἔ­πε­φτε στὸ πά­τω­μα. Τό­σο πολ­λὴ σκό­νη! Ἡ στάθ­μη της ἀ­νέ­βαι­νε κα­θη­με­ρι­νά. Ὅ­σο οἱ κα­θα­ρί­στρι­ες πά­λευ­αν μα­ζί της, τό­σο αὐ­τὴ θέ­ρι­ευ­ε. Γιὰ λε­φτὰ δὲν εἶ­χε γί­νει ἀ­κό­μη λό­γος, ἦ­ταν πο­λὺ νω­ρὶς γιὰ τέ­τοι­α. Κά­νεις ἄ­σχη­μη ἐν­τύ­πω­ση ἂν ἀρ­χί­σεις νὰ μι­λᾶς ἀ­πὸ τὴν πρώ­τη μέ­ρα γι’ αὐ­τὸ τὸ θέ­μα. Θὰ νο­μί­σουν ὅ­τι ἔ­χεις τὸ μυα­λό σου μό­νο στὸ χρῆ­μα, γι’ αὐ­τὸ τὸ ἄ­φη­σε. Τὸ βα­σι­κὸ εἶ­ναι ὅ­τι πῆ­ρε τὴ θέ­ση. Οἱ δυ­ὸ βδο­μά­δες δο­κι­μα­στι­κά. Ἄν­τε κι ἄλ­λες δυ­ό, νὰ μά­θει τὴ δου­λειά. Σύ­νο­λο τέσ­σε­ρις. Με­τὰ θὰ πλη­ρω­νό­ταν κα­νο­νι­κά. Τὴν τρί­τη βδο­μά­δα κό­πη­καν οἱ πολ­λὲς οἰ­κει­ό­τη­τες μὲ τὸ ἀ­φεν­τι­κό. Καί, λί­γο πρὶν συμ­πλη­ρώ­σει μή­να, ἀ­πο­λύ­θη­κε.

       Ὕ­στε­ρα ἄρ­χι­σαν ξα­νὰ τὰ βι­ο­γρα­φι­κά, ἦρ­θε ἄλ­λη δου­λειά, δὲν ἦ­ταν ὅ,τι κα­λύ­τε­ρο, ἔ­φυ­γε μό­νος του, και­νούρ­γιο βι­ο­γρα­φι­κό, και­νούρ­για δου­λειά. Οὔ­τε ἐ­κεῖ τὸν πλή­ρω­ναν. Ξα­να­έ­φυ­γε μό­νος του. Με­τὰ ἔ­φυ­γε ἡ Ὄλ­γα. Ἔ­τσι ἁ­πλὰ ἔ­φυ­γε. Μιὰ μέ­ρα, ποὺ ἐ­κεῖ­νος γύ­ρι­σε ἀ­πὸ τὴ δου­λειά, βρῆ­κε τὸ σπί­τι ἄ­δει­ο. Ἔ­λει­παν καὶ τὰ πράγ­μα­τά της. Ὁ Ἀν­τώ­νης ἄ­νοι­ξε τὸ πα­ρά­θυ­ρο καὶ κοί­τα­ξε ἔ­ξω. Με­ρι­κὰ παι­διὰ ἔ­παι­ζαν κρυ­φτὸ στὸ πε­ζο­δρό­μιο καὶ στὶς εἰ­σό­δους τῶν πο­λυ­κα­τοι­κι­ῶν. Ἕ­νας μπόμ­πι­ρας μὲ δι­α­πε­ρα­στι­κὴ φω­νὴ ἀ­νέ­βαι­νε τὶς πεν­τά­δες ὡς τὸ ἑ­κα­τό. «Πέν­τε – δέ­κα, δε­κα­πέν­τε – εἴ­κο­σι, εἴ­κο­σι πέν­τε – τριά­ντα…» Καὶ με­τά, γρή­γο­ρα, ὣς ποὺ νὰ πεῖς κύ­μι­νο, «ἐ­νε­νῆν­τα πέν­τε – ἑ­κα­τό, φτοῦ καὶ βγαί­νω». Μὲ τὸ πο­νη­ρό του βλέμ­μα σκα­νά­ρι­ζε τὶς κρυ­ψῶ­νες. «Φτοῦ, Γιά­ννη- φτοῦ, Μα­ρί­α- φτοῦ, Χρῆ­στο· φτοῦ, Ἀ­γα­θή.»

       Ὁ Ἀν­τώ­νης πῆ­γε ὣς τὴν κου­ζί­να νὰ προ­φτά­σει τὸ τό­στ, ποὺ εἶ­χε ἀρ­χί­σει νὰ καί­γε­ται. Τὸ δάγ­κω­σε προ­σε­χτι­κὰ στὴν ἄ­κρη, γιὰ νὰ μὴν κα­εῖ. Με­τὰ ἔ­κα­νε με­ρι­κὰ ἀρ­γὰ βή­μαι­α πρὸς τὸ πα­ρά­θυ­ρο καὶ κοί­τα­ξε ξα­νὰ ἔ­ξω, κρα­τών­τας στὸ δε­ξί του χέ­ρι τὸ τό­στ σὰν λά­φυ­ρο ἢ σὰν νὰ ἤ­θε­λε νὰ τὸ δεί­ξει κά­που. Γύ­ρι­σε τὸ βλέμ­μα του στὸ δά­σος τῶν πο­λυ­κα­τοι­κι­ῶν, μὲ τὶς κε­ραῖ­ες τῶν τη­λε­ο­ρά­σε­ων νὰ δεί­χνουν τὸν οὐ­ρα­νό, μπαλ­κό­νια καὶ πα­ρά­θυ­ρα, πολ­λὰ πα­ρά­θυ­ρα. Ἦ­ταν φο­βε­ρὸ ποὺ δὲν τὸ εἶ­χε προ­σέ­ξει αὐ­τό, πό­σο πολ­λὰ πα­ρά­θυ­ρα ὑ­πῆρ­χαν ἐ­κεῖ ἔ­ξω. Τὰ πε­ρισ­σό­τε­ρα ἦ­ταν κλει­στά. Τὰ πε­ρισ­σό­τε­ρα, ἀλ­λὰ ὄ­χι ὅ­λα.

       Οἱ φω­νὲς τῶν παι­δι­ῶν εἶ­χαν πά­ψει ἐν­τε­λῶς. Ὅ­λα ἔ­δει­χναν ὅ­τι τὸ κρυ­φτὸ εἶ­χε τε­λει­ώ­σει. Ὁ Ἀν­τώ­νης ἔ­σκυ­ψε νὰ δεῖ τί γί­νε­ται, για­τί ὅ­λη αὐ­τὴ ἡ ἡ­συ­χί­α, δί­νον­τας μιὰ μι­κρὴ κλί­ση στὸ σῶ­μα του. Πέ­ρα­σαν με­ρι­κὰ δευ­τε­ρό­λε­πτα χω­ρὶς νὰ γί­νει κά­τι, κι ἔ­πει­τα ἐν­τε­λῶς ἀ­προσ­δό­κη­τα ἀ­κού­στη­κε μιὰ δυ­να­τὴ φω­νή, σὰν κραυ­γὴ θριά­μβου: «Φτοῦ, ξε­λευ­τε-ρί­α­α­α­α»! Μιὰ μι­κρὴ μὲ κα­τσα­ρὰ μαῦ­ρα μαλ­λιά, δη­λα­δὴ ὅ­πως πε­ρί­που θὰ ἦ­ταν ἡ Ὄλ­γα στὰ μι­κρά­τα της, τὰ εἶ­χε κα­τα­φέ­ρει. Χο­ρο­πη­δοῦ­σε τώ­ρα γύ­ρω ἀ­πὸ τὸν μπά­στα­κα καὶ μα­ζί της χο­ρο­πη­δοῦ­σαν ὅ­λοι οἱ ξε­λευ­τε­ρω­μέ­νοι.Ἦ­ταν πολ­λοί. Καὶ ὁ­λο­έ­να ἔ­βγαι­ναν ἀ­πὸ πόρ­τες κι ἀ­πὸ μι­κρά, κρυ­φὰ δρο­μά­κια. Μὰ κα­λά, ποῦ ἦ­ταν ὅ­λοι αὐ­τοί; Στὴν ἀρ­χὴ ἦ­ταν μό­νο πι­τσι­ρί­κια. Ἔ­πει­τα ἔ­βγαι­ναν καὶ με­γά­λοι, με­ρι­κοὶ κρα­τοῦ­σαν ἕ­να μι­σο­δαγ­κω­μέ­νο τό­στ στὸ χέ­ρι. Ὅ­λες οἱ ἡ­λι­κί­ες. Ἕ­να ἀ­πί­στευ­το παν­δαι­μό­νιο.

       Χω­ρὶς νὰ κα­τα­λά­βει πῶς, ἔ­τρε­ξε στὴν πόρ­τα καὶ κα­τρα­κύ­λη­σε στὶς σκά­λες πρὸς τὸ ἰ­σό­γει­ο. Στὸν κα­θρέ­φτη τῆς εἰ­σό­δου εἶ­δε τὸν ἑ­αυ­τό του ἀ­ξύ­ρι­στο κι ἀ­να­μαλ­λι­α­σμέ­νο. Ἔ­πι­α­σε τὸ κρύ­ο πό­μο­λο τῆς πόρ­τας, τὸ γύ­ρι­σε καὶ τὴν ἄ­νοι­ξε.

       Βγῆ­κε στὸν δρό­μο.


Image

Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴν συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Ἀμ­φί­βια τέ­ρα­τα. Ἱ­στο­ρί­ες στὸν δρό­μο γιὰ τὴ λί­μνη (Με­ταίχ­μιο, 2020).

Κώ­στας Ποῦ­λος. Γεν­νήθη­κε στὸν Ἐ­λι­κώνα τῆς Βοι­ω­τίας. Σπού­δα­σε Φι­λο­λο­γία, Φι­λο­σο­φί­α καὶ Ἱ­στο­ρί­α στὴν Ἀ­θή­να καὶ στὴ Γερ­μα­νί­α. Ἔ­χει γρά­ψει, με­τα­φρά­σει καὶ δι­α­σκευ­ά­σει πλῆθος βι­βλί­ων γιὰ με­γά­­λους καὶ κυ­­ρί­ως γιὰ παι­διά. Ἔργα του ἔχουν λά­βει τι­μη­τι­κὲς δι­α­κρί­σεις (κρα­τι­κὸ βρα­βεῖ­ο παι­δι­κοῦ λο­γο­τε­χνι­κοῦ βι­βλί­ου) ἢ ἔ­χουν με­τα­φρα­στεῖ σὲ ἄλ­λες γλῶσ­σες.

Ση­μαν­τι­κὴ ἐ­νη­με­ρω­ση γιὰ τὴν πο­ρεί­α τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου: Δεῖ­τε ἐ­δῶ: Γιάν­νης Πα­τί­λης: Πλα­νό­δι­ον – Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζάι. Στρο­φή .


Stella Pantzartzi: The Ripped-in-half Banknote


Image


Stella Pantzartzi


The Ripped-in-half Banknote


ImageWAS TREMBLING when I opened his leather wallet. He had bought it when he worked in his beloved Ireland. Maybe there was some money inside to pay the doctor, who had just left his pen on the table. Cause of death: multi-organ failure, metastatic stomach cancer. The letters danced hard rock on the paper. They made me feel dizzy. The sleepless nights had taken their toll too. Maybe that was why I misheard the profession his eldest daughter from his first marriage stated. Everyone was there. Or almost everyone. He had a way with people. A soul charmer and an incredible storyteller. I adored his stories.

       I pulled a folded banknote from an inner pocket. Strange. It was ripped in half. I looked more closely and noticed two letters and a date: C. M. 15/7/2013. Something about those initials seemed familiar. I was sure about that.

       Suddenly, the doctor cleared his throat and headed towards the door. I hurriedly searched the other pockets of the wallet and found a few more banknotes. Whole ones this time. Like the life I never lived with him.

Image

Source: First published in Greek in Planodion-Bonsai Stories (13.05.2025).

Translated in Greece by the author:

Stella Pantzartzi (Athens, 1968). She is a Greek and English Teacher with a Master’s degree in Special Education and Creative Writing. She also holds a Diploma in TESOL. Some of her poems and flash fiction stories have been published in online literary magazines and anthologies. Her first collection of poems, ‘Scattered breaths’, was published in Greek in December 2025.



		

	

Πέδρο Οὐγκάρτε (Pedro Ugarte): Οἱ βάρβαροι


Image


Πέδρο Οὐγκάρτε (Pedro Ugarte)


Οἱ βάρβαροι

(Los bárbaros)


ImageΜΕΙΣ ΟΙ ΒΑΡΒΑΡΟΙ, ζού­σα­με στὰ βου­νά, σὲ σπη­λιὲς ὑγρὲς καὶ ἀνή­λια­γες, τρώ­γον­τας βα­τό­μου­ρα, κλέ­βον­τας ἀβγὰ ἀπὸ τὶς φω­λιές, κολ­λῶν­τας ὁ ἕνας πά­νω στὸν ἄλ­λο ὅταν ἡ νύ­χτα γι­νό­ταν ἀβά­στα­χτη.

       Εἶ­ναι γε­γο­νὸς ὅτι, ὁρι­σμέ­νες φο­ρές, ἕνα ὑπό­κω­φο τρέ­μο­υλο μᾶς κα­λοῦ­σε. Ἔν­τρο­μοι, κα­τε­βαί­να­με μέ­σα ἀπὸ τὸ δά­σος μέ­χρι νὰ ἀν­τι­κρί­σου­με τὸν δρό­μο ποὺ εἶ­χαν φτιά­ξει οἱ ἄν­τρες τοῦ οἰ­κι­σμοῦ, καὶ βλέ­πα­με τὶς πομ­πὲς ἀπὸ κά­ρα, τὶς πλού­σιες ἅμα­ξες, τοὺς στρα­τιῶ­τες μὲ τὶς ἀστρα­φτε­ρὲς πα­νο­πλί­ες. Καὶ ἦταν τέ­τοιο τὸ μῖ­σος, ὁ φθό­νος καὶ ἡ λύσ­σα μας, ὥστε ρί­χνα­με πά­νω τους εὐ­με­γέ­θεις πέ­τρες (ἦταν τὸ μο­να­δι­κό μας ὅπλο) καὶ τὸ σκά­γα­με πρὶν μᾶς βροῦν τὰ βέ­λη τους.

       Ὁρι­σμέ­νες φο­ρές, στὸ πιὸ σκο­τει­νὸ καὶ λα­βυ­ριν­θῶ­δες κομ­μά­τι τοῦ δά­σους, ἐμ­φα­νί­ζον­ταν κά­ποιοι ἄν­τρες τοῦ οἰ­κι­σμοῦ ποὺ φώ­να­ζαν καὶ κου­νοῦ­σαν τὰ χέ­ρια τους. Πλη­σί­α­ζαν καὶ μᾶς πρό­σφε­ραν ἄχρη­στα πράγ­μα­τα. Χάϊ­δευαν τὰ παι­διὰ καὶ μὲ χει­ρο­νο­μί­ες, προ­σπα­θοῦ­σαν νὰ μᾶς δεί­ξουν κά­ποιο ἀν­τι­κεί­με­νο, ὅμως αὐ­τὸ μᾶς πρό­σβαλ­λε, κι ἀρ­κοῦ­σε νὰ γρυ­λί­σει ἕνας ἀπὸ μᾶς γιὰ νὰ ὁρ­μή­σου­με κα­τὰ πά­νω τους καὶ νὰ κα­τα­στρέ­ψου­με τὰ μα­ρα­φέ­τια τους καὶ νὰ κά­νου­με τοὺς ἴδιους κομ­μα­τά­κια. Ἐπι­πλέ­ον, οἱ ἄν­τρες ποὺ μᾶς πλη­σί­α­ζαν, δὲν ἦταν σὰν τοὺς στρα­τιῶ­τες, ἦταν κά­τι κα­κο­μοί­ρη­δες ποὺ ἄφη­ναν νὰ τοὺς χτυ­πᾶ­με, ποὺ ἔκλαι­γαν σὰν τοὺς δια­λύ­α­με τὰ κου­τιά τους, φτιαγ­μέ­να ἀπὸ λε­πτὰ φύλ­λα χαρ­τιοῦ γε­μᾶ­τα μὲ στρι­μωγ­μέ­να σύμ­βο­λα. Ἀπὸ τοὺς στρα­τιῶ­τες τὸ σκά­γα­με τρέ­χον­τας, ἀλ­λὰ ἐκεί­νους τοὺς γέ­ρους ποὺ ἔρ­χον­ταν μὲ εἰ­ρη­νι­κὲς δια­θέ­σεις μπο­ρού­σα­με νὰ τοὺς δέ­νου­με στὰ δέν­τρα καὶ νὰ τοὺς βα­σα­νί­ζου­με ἄφο­βα. Λυσ­σα­σμέ­νοι, χο­ρεύ­α­με μπρο­στά τους, τοὺς ἀκουμ­πά­γα­με καυ­τὰ κάρ­βου­να στὸ δέρ­μα, τοὺς προ­σφέ­ρα­με στὴν πεῖ­να τῶν γυ­ναι­κῶν μας καὶ τῶν παι­διῶν ποὺ κρέ­μον­ταν ἀπὸ τὰ στή­θη τους.

       Ὡστό­σο, ὁρι­σμέ­νες φο­ρές, πει­θαρ­χη­μέ­να στρα­τεύ­μα­τα πα­ρή­λαυ­ναν γε­ω­με­τρι­κὰ στὸ δά­σος. Ἐμεῖς κραυ­γά­ζα­με, τοὺς πε­τού­σα­με πέ­τρες, τοὺς δεί­χνα­με τὰ ξε­δον­τιά­ρι­κα στό­μα­τά μας μὲ τὶς ἀπει­λη­τι­κὲς γκρι­μά­τσες ποὺ βλέ­πα­με νὰ κά­νουν τὰ σκυ­λιά, ὅμως ἐκεῖ­νοι ἀνα­πτύσ­σον­ταν καὶ αἰχ­μα­λώ­τι­ζαν με­ρι­κοὺς ἀπὸ τοὺς δι­κούς μας καὶ τοὺς δια­περ­νοῦ­σαν μὲ τὰ ἀκόν­τια, καὶ οἱ ὑπό­λοι­ποι τὸ μό­νο ποὺ μπο­ρού­σα­με νὰ κά­νου­με ἦταν νὰ ὀπι­σθο­χω­ρή­σου­με, νὰ χω­θοῦ­με ὅλο καὶ πιὸ μέ­σα στὸ δά­σος, νὰ κρυ­φτοῦ­με στὸ πιὸ πυ­κνὸ μέ­ρος, στὸ πιὸ ἀφι­λό­ξε­νο ἀπὸ τὰ βά­θη του.

       Τώ­ρα σχε­δὸν ὅλο τὸ δά­σος εἶ­ναι δι­κό τους. Θε­ριὰ ἀνή­με­ρα, μα­νια­σμέ­να, ἀνε­βαί­νου­με στὰ βου­νὰ ἐνῷ ἐκεῖ­νοι ἐπε­κτεί­νουν τοὺς οἰ­κι­σμούς τους, τοὺς λι­θό­στρω­τους δρό­μους τους, τὰ ὑπά­κουα ζῶα τους. Ἀναγ­κα­ζό­μα­στε νὰ ἀπο­συρ­θοῦ­με ὅλο καὶ πε­ρισ­σό­τε­ρο, μέ­χρι νὰ ξε­πα­γιά­σου­με ἀπὸ τὸ κρύο σὲ τοῦ­τες τις χιο­νι­σμέ­νες κο­ρυ­φὲς ὅπου τί­πο­τα δὲν ζεῖ, ὅπου τί­πο­τα δὲν μπο­ρεῖ νὰ τοὺς φα­νεῖ χρή­σι­μο. Ἐδῶ στρι­μω­χνό­μα­στε, ἀπο­δε­κα­τι­σμέ­νοι, ὅλο καὶ πιὸ πει­να­σμέ­νοι, μὴν μπο­ρῶν­τας νὰ κα­τα­λά­βου­με πῶς εἶ­ναι τό­σο ἱκα­νοὶ νὰ φο­ροῦν πά­νω στὰ σώ­μα­τα τοὺς λε­πτὰ δέρ­μα­τα ἀπὸ τὰ ὁποῖα βγά­ζουν τὰ ἀκο­νι­σμέ­να ὅπλα τους.

       Στὰ βου­νὰ πα­λεύ­ου­με νὰ ἐπι­βιώ­σου­με, ἀν­τι­μέ­τω­ποι μὲ τὶς ἀρ­κοῦ­δες καὶ τὴ βρο­χή. Πε­ρι­πλα­νιό­μα­στε πρὸς ἀνα­ζή­τη­ση τρο­φῆς, ἂν καὶ κά­θε φο­ρὰ εἶ­ναι ὅλο καὶ πιὸ δύ­σκο­λο νὰ ἀπο­φύ­γου­με τοὺς ἄν­τρες τοῦ οἰ­κι­σμοῦ, τοὺς ἄν­τρες τοὺς σο­φοὺς ποὺ τό­σο μι­σοῦ­με.

       Αὐ­τοὶ πι­στεύ­ουν πὼς δὲν σκε­φτό­μα­στε, ἀλ­λὰ ἀπα­τῶν­ται. Θὰ ἀρ­κοῦ­σε νὰ ἔβλε­παν τὰ νύ­χια μας, σπα­σμέ­να ἀπὸ τὸ σκά­ψι­μο τοῦ χώ­μα­τος, τὸ πι­κρό­χο­λο καὶ μι­σαλ­λό­δο­ξο βλέμ­μα μας, τὴ λύσ­σα μας· θὰ ἀρ­κοῦ­σε αὐ­τὸ γιὰ νὰ ἀν­τι­λη­φθοῦν ἐπί τέ­λους ὅτι κι ἐμεῖς μπο­ροῦ­με νὰ ἀνα­ρω­τη­θοῦ­με για­τί ντὲ καὶ κα­λὰ ἡ νί­κη πρέ­πει νὰ εἶ­ναι πάν­τα δι­κή τους.


Image


Πη­γή: Materiales para una expedición (Lengua de Trapo, 2002).

Ὁ Pedro Ugarte εἶ­ναι πε­ζο­γρά­φος καὶ ποι­η­τής. Γεν­νή­θη­κε τὸ 1963 στὸ Μπιλ­μπάο τῆς Ἱσπα­νί­ας ὅπου καὶ σπού­δα­σε Νο­μι­κὴ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Deusto. Τε­λευ­ταῖο του βι­βλίο ἡ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Un lugar mejor (2024).

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἱσπανικά:

Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γο­ς (Ἀ­θή­να 1963). Κα­θη­γη­τὴς Με­τα­φρα­σε­ο­λο­γί­ας στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο Θεσ­σα­λο­νί­κης. Δι­δά­σκει, ἐ­πί­σης, Ἰ­σπα­νι­κὴ Λο­γο­τε­χνί­α στὸ Ἑλ­λη­νι­κὸ Ἀ­νοι­κτὸ Πα­νε­πι­στή­μιο. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ἔρ­γα τῶν Ἐ. Σάμ­πα­το, Μ. Ἀλ­το­λαγ­κί­ρε, Ἰ. Ἀλ­δε­κό­α, Μ. Βάθ­κεθ Μον­ταλ­μπάν, Χ. Γι­α­μα­θά­ρες, Ρ. Τσίρ­μπες, Χ. Ἀ­γέ­στα, Λ.Μ. Πα­νέ­ρο, Σ. δὲ Τό­ρο, Ἀ. Μπρά­ις Ἐ­τσε­νί­κε, Ἀ. Τρα­πι­έ­γιο, Ἀ. Γκα­μο­νέ­δα, Σ. Πά­μι­ες καὶ Ἀ. Κου­έ­το με­τα­ξὺ ἄλ­λων.

Ση­μαν­τι­κὴ ἐ­νη­με­ρω­ση γιὰ τὴν πο­ρεί­α τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου: Δεῖ­τε ἐ­δῶ: Γιάν­νης Πα­τί­λης: Πλα­νό­δι­ον – Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζάι. Στρο­φή .



		

	

Φίλιπ Ντίκ (Philip K. Dick): Τά μά­τια λέ­νε τήν ἀλή­θεια


Image


Φίλιπ Ντίκ (Philip K. Dick)

 

Τά μά­τια λέ­νε τήν ἀλή­θεια

(The eyes have it)

 

ImageΙΓΗ ΤΡΕΛΑ, πό­τε πό­τε, εἶ­ναι ἀπα­ραί­τη­τη γιά κα­λή ἰσορ­ρο­πία. Θε­ω­ρη­τι­κά, θά μπο­ροῦ­σες νά βρεῖς αὐ­τοῦ τοῦ εἴ­δους τό χιοῦ­μορ παν­τοῦ. Ὡστό­σο, μο­νά­χα ἕνας κο­ρυ­φαῖ­ος συγ­γρα­φέ­ας ἐπι­στη­μο­νι­κῆς φαν­τα­σί­ας, εἴ­χα­με τήν ἐν­τύ­πω­ση, θά μπο­ροῦ­σε νά γρά­ψει αὐ­τήν τήν ἱστο­ρία, μέ αὐ­τόν ἀκρι­βῶς τόν τρό­πο…

       Ἦταν κα­τά τύ­χη πού ἀνα­κά­λυ­ψα αὐ­τήν τήν ἀπί­στευ­τη εἰ­σβο­λή ἐξω­γή­ι­νων μορ­φῶν στή Γῆ. Μέ­χρι στιγ­μῆς, δέν ἔχω κά­νει τί­πο­τα γι’ αὐ­τό· δέν μπο­ρῶ νά σκε­φτῶ νά κά­νω κά­τι. Ἔγρα­ψα στήν Κυ­βέρ­νη­ση, καί μοὔ­στει­λαν πί­σω ἕνα φυλ­λά­διο γιά τήν ἐπι­σκευή καί συν­τή­ρη­ση ξύ­λι­νων σπι­τιῶν. Τέ­λος πάν­των, ὅλο τό πράγ­μα εἶ­ναι γνω­στό· δέν εἶ­μαι ὁ πρῶ­τος πού τό ἀνα­κα­λύ­πτει. Ἴσως κιό­λας νά εἶ­ναι ὑπό ἔλεγ­χο.

       Κα­θό­μουν στήν ἀνα­παυ­τι­κή μου πο­λυ­θρό­να, ξε­φυλ­λί­ζον­τας ἀδιά­φο­ρα τίς σε­λί­δες ἑνός χαρ­τό­δε­του βι­βλί­ου πού κά­ποιος εἶ­χε ἀφή­σει στό λε­ω­φο­ρεῖο, ὅταν ἔπε­σα πά­νω σέ μιάν ἀνα­φο­ρά πού μ’ ἔβα­λε γιά πρώ­τη φο­ρά στά ἴχνη μιᾶς ἀπο­κά­λυ­ψης. Γιά μιά στιγ­μή δέν ἀν­τέ­δρα­σα. Μοῦ πῆ­ρε λί­γο χρό­νο νά συ­νει­δη­το­ποι­ή­σω τί πραγ­μα­τι­κά σή­μαι­νε. Ἀμέ­σως μό­λις κα­τά­λα­βα, μοῦ φά­νη­κε πα­ρά­ξε­νο πού δέν τὄ­χα προ­σέ­ξει μέ τή μία.

       Ἡ ἀνα­φο­ρά ἦταν γιά ἕνα μή ἀν­θρώ­πι­νο εἶ­δος μέ ἀπί­στευ­τες ἰδιό­τη­τες, τό ὁποῖο δέν κα­τά­γε­ται ἀπό τή Γῆ. Ἕνα εἶ­δος, πού σπεύ­δω νά ση­μειώ­σω, συ­νη­θί­ζει νά με­ταμ­φιέ­ζε­ται σέ κα­νο­νι­κό ἀν­θρώ­πι­νο πλά­σμα. Τό μα­σκά­ρε­μά του, ὡστό­σο, γί­νε­ται διά­φα­νο μπρο­στά στίς πα­ρα­κά­τω πα­ρα­τη­ρή­σεις τοῦ συγ­γρα­φέα. Ἦταν ἀμέ­σως προ­φα­νές πώς ὁ συγ­γρα­φέ­ας γνώ­ρι­ζε τά πάν­τα. Γνώ­ρι­ζε τά πάν­τα – καί τὄ­παιρ­νε χα­λα­ρά. Ἡ φρά­ση (καί τρέ­μω ἀκό­μη ὅταν τό θυ­μᾶ­μαι) δια­βά­ζε­ται:


… τά μά­τια του πε­ρι­πλα­νή­θη­καν ἀρ­γά στό δω­μά­τιο.


Μέ ἔπια­σαν ρί­γη. Προ­σπά­θη­σα νά φαν­τα­στῶ τά μά­τια. Κυ­λοῦ­σαν σάν δε­κά­ρες; Τό ἀπό­σπα­σμα ἔδει­χνε πώς ὄχι· ἔμοια­ζαν νά κι­νοῦν­ται στόν ἀέ­ρα, ὄχι πά­νω σ’ ἐπι­φά­νειες. Μά­λι­στα, μᾶλ­λον γρή­γο­ρα. Κα­νείς στήν ἱστο­ρία δέν ἔδει­ξε νά ξαφ­νιά­ζε­ται. Κι αὐ­τό μ’ ἔβα­λε σέ ὑπο­ψί­ες. Κα­μιά ἔκ­πλη­ξη γιά κά­τι τό­σο ἐξω­φρε­νι­κό. Ἀρ­γό­τε­ρα τό θέ­μα ἐνι­σχύ­θη­κε.


… τά μά­τια του με­τα­κι­νή­θη­καν ἀπό ἄτο­μο σέ ἄτο­μο.


Κον­το­λο­γίς, νἄ­το. Τά μά­τια του εἶ­χαν σα­φῶς ἀπο­κολ­λη­θεῖ ἀπό τό ὑπό­λοι­πο σῶ­μα καί λει­τουρ­γοῦ­σαν αὐ­τό­νο­μα. Ἡ καρ­διά μου χτυ­ποῦ­σε δυ­να­τά κι ἡ ἀνά­σα μου κό­πη­κε στήν τρα­χεία. Εἶ­χα σκον­τά­ψει σέ μιά τυ­χαία ἀνα­φο­ρά γιά κά­ποιαν ἐν­τε­λῶς ἄγνω­στη φυ­λή. Προ­φα­νῶς ἐξω­γή­ι­νη. Κι ὅμως, γιά τούς χα­ρα­κτῆ­ρες τοῦ βι­βλί­ου, αὐ­τό ἦταν ἀπο­λύ­τως φυ­σιο­λο­γι­κό – πράγ­μα πού ὑπο­νο­οῦ­σε πώς κι ἐκεῖ­νοι ἀνῆ­καν στό ἴδιο εἶ­δος.


Καί ὁ συγ­γρα­φέ­ας; Στό μυα­λό μου πυ­ρο­δο­τή­θη­κε μιά ἀρ­γή ὑπο­ψία. Ὁ συγ­γρα­φέ­ας τό χει­ρί­στη­κε ἀρ­κε­τά εὔ­κο­λα μέ ἠρε­μία. Κα­τά τά φαι­νό­με­να, θε­ω­ροῦ­σε τό πράγ­μα ἀπο­λύ­τως συ­νη­θι­σμέ­νο. Δέν ἔκα­νε κα­μιά προ­σπά­θεια ν’ ἀπο­κρύ­ψει αὐ­τή τή γνώ­ση. Ἡ ἱστο­ρία συ­νε­χί­στη­κε:


… λί­γο με­τά, τά μά­τια του καρ­φώ­θη­καν στήν Τζού­λια.


Ἡ Τζού­λια, ὡς κυ­ρία, εἶ­χε του­λά­χι­στον τήν ἀνα­τρο­φή ἐκεί­νη πού τήν ἔκα­νε νά δεί­ξει προ­σβε­βλη­μέ­νη. Πε­ρι­γρά­φε­ται ὅτι κοκ­κί­νη­σε καί συ­νο­φρυώ­θη­κε θυ­μω­μέ­νη. Σ’ αὐ­τό ἀνα­στέ­να­ξα μέ ἀνα­κού­φι­ση. Δέν ἦσαν ὅλοι ἐξω­γή­ι­νοι. Ἡ ἱστο­ρία συ­νε­χί­ζει:


… ἀρ­γά, ἤρε­μα, τά μά­τια του ἐξε­ρεύ­νη­σαν κά­θε ἑκα­το­στό της.


Ὑπέ­ρο­χε Σκότ(1)! Ἀλ­λά σ’ αὐ­τό τό ση­μεῖο ἡ κο­πέ­λα γύ­ρι­σε, χτυ­πών­τας τά πό­δια της ἔφυ­γε, καί τό θέ­μα ἔλη­ξε. Ἔγει­ρα πί­σω στήν πο­λυ­θρό­να μου λα­χα­νια­σμέ­νος ἀπό τρό­μο. Ἡ γυ­ναί­κα καί τά παι­διά μου μέ κοί­τα­ζαν ἀπο­ρη­μέ­νοι.

       «Τί σοῦ συμ­βαί­νει, ἀγά­πη μου;» ρώ­τη­σε ἡ γυ­ναί­κα μου.

       Δέν μπο­ροῦ­σα νά τῆς πῶ. Γνώ­ση σάν κι αὐ­τή ἦταν ὑπερ­βο­λι­κά βα­ρειά γιά ἕναν συ­νη­θι­σμέ­νο ἄν­θρω­πο. Ἔπρε­πε νά τήν κρα­τή­σω γιά τόν ἑαυ­τό μου. «Τί­πο­τα,» ψι­θύ­ρι­σα. Πε­τά­χτη­κα, ἅρ­πα­ξα τό βι­βλίο, καί βγῆ­κα βια­στι­κά ἀπό τό δω­μά­τιο.


*****


Συ­νέ­χι­σα τό διά­βα­σμα στό γκα­ράζ. Ὑπῆρ­χε κι ἄλ­λο. Τρέ­μον­τας διά­βα­σα τό ἑπό­με­νο ἀπο­κα­λυ­πτι­κό ἀπό­σπα­σμα:


… πέ­ρα­σε τό μπρά­τσο του γύ­ρω ἀπό τήν Τζού­λια. Λί­γο ἀρ­γό­τε­ρα, ἐκεί­νη τοῦ ζή­τη­σε νά τό ἀπο­μα­κρύ­νει. Αὐ­τός τό ἔκα­νε ἀμέ­σως, μ’ ἕνα χα­μό­γε­λο.


Δέν λέ­ει τί ἔγι­νε μέ τό μπρά­τσο με­τά τήν ἀπο­μά­κρυν­σή του. Ἴσως τό ἄφη­σε νά στέ­κει σέ μιά γω­νιά. Ἴσως τό πέ­τα­ξε. Δέν μέ νοιά­ζει. Σέ κά­θε πε­ρί­πτω­ση, τό νόη­μα ἦταν ξε­κά­θα­ρο, καί μέ κοι­τοῦ­σε κα­τά­φα­τσα.

       Ὑπάρ­χει λοι­πόν ἕνα εἶ­δος πλα­σμά­των ἱκα­νό ν’ ἀπο­σπᾶ μέ­λη τοῦ σώ­μα­τός του κα­τά βού­λη­ση. Μά­τια, χέ­ρια – ἴσως καί πε­ρισ­σό­τε­ρα. Δί­χως ν’ ἀνοι­γο­κλεί­σουν βλέ­φα­ρο. Οἱ γνώ­σεις μου στή βιο­λο­γία βο­ή­θη­σαν σ’ αὐ­τό τό ση­μεῖο. Προ­φα­νῶς ἦσαν ἁπλοί ὀρ­γα­νι­σμοί, μο­νο­κύτ­τα­ροι, κά­ποιο εἶ­δος πρω­τό­γο­νοι μο­νο­κύτ­τα­ροι ὀρ­γα­νι­σμοί. Πλά­σμα­τα πού δέν ἀνα­πτύ­χθη­καν πε­ραι­τέ­ρω, ὅπως οἱ ἀστε­ρί­ες. Οἱ ἀστε­ρί­ες, ξέ­ρε­τε, μπο­ροῦν νά κά­νουν τό ἴδιο.

       Συ­νέ­χι­σα τό διά­βα­σμα. Κι ἔφτα­σα σ’ αὐ­τήν τήν ἀπί­θα­νη ἀπο­κά­λυ­ψη, πού ὁ συγ­γρα­φέ­ας τήν πέ­τα­ξε μέ ψυ­χραι­μία καί χω­ρίς τό πα­ρα­μι­κρό τρέ­μου­λο:


… ἔξω ἀπό τόν κι­νη­μα­το­γρά­φο χω­ρι­στή­κα­με. Ἕνα μέ­ρος ἀπό ἐμᾶς μπῆ­κε μέ­σα, ἕνα ἄλ­λο πῆ­γε στό Κα­φέ γιά φα­γη­τό.

 

Προ­φα­νής δυα­δι­κή διαί­ρε­ση. Χω­ρι­σμός στά δύο καί σχη­μα­τι­σμός δύο ὀν­το­τή­των. Πι­θα­νό­τα­τα τά κά­τω μι­σά πῆ­γαν στό Κα­φέ, ἐπει­δή ἦταν πιό μα­κριά, καί τά πά­νω μι­σά πῆ­γαν στό σι­νε­μά. Συ­νέ­χι­σα νά δια­βά­ζω μέ τά χέ­ρια μου νά τρέ­μουν. Πραγ­μα­τι­κά, σκόν­τα­ψα σέ μιάν ἀπο­κά­λυ­ψη. Τό μυα­λό μου ζα­λί­στη­κε κα­θώς ἔφτα­σα σ’ αὐ­τό τό ἀπό­σπα­σμα:


… φο­βᾶ­μαι ὅτι δέν ὑπάρ­χει κα­μία ἀμ­φι­βο­λία. Ὁ καη­μέ­νος ὁ Μπίμ­πνεϋ ἔχα­σε ξα­νά τό κε­φά­λι του.


Ἡ συ­νέ­χεια τοῦ ὁποί­ου ἦταν:


… καί ὁ Μπόμπ λέ­ει ὅτι δέν ἔχει κα­θό­λου κό­τσια.


Ὁ Μπίμ­πνεϋ λοι­πόν κυ­κλο­φο­ροῦ­σε κα­νο­νι­κά σάν ὅλους τούς ἄλ­λους. Τό ἄλ­λο ἄτο­μο, ὡστό­σο, ἦταν τό ἴδιο ἀλ­λό­κο­το. Αὐ­τός πε­ρι­γρά­φε­ται ὡς:


… μέ ἀπου­σία ἐγ­κε­φά­λου ἐν­τε­λῶς.


*******


Δέν ὑπῆρ­χε πλέ­ον κα­μιά ἀμ­φι­βο­λία ἀπό τά πράγ­μα­τα στό ἑπό­με­νο ἀπό­σπα­σμα. Ἡ Τζού­λια, τήν ὁποία εἶ­χα θε­ω­ρή­σει φυ­σιο­λο­γι­κή, ἀπο­κα­λύ­πτει πώς κι αὐ­τή εἶ­ναι ἐξω­γή­ι­νο πλά­σμα, πα­ρό­μοιο μέ τούς ὑπό­λοι­πους:


… ἐν­τε­λῶς συ­νει­δη­τά, ἡ Τζού­λια ἔδω­σε τήν καρ­διά της στόν νέο ἄν­τρα.


Δέν ἔχει σχέ­ση τί ἔγι­νε μέ τό ὄρ­γα­νο τε­λι­κά, ἀλ­λά δέν μ’ ἔνοια­ζε κιό­λας. Ἦταν φα­νε­ρό πώς ἡ Τζού­λια συ­νέ­χι­σε νά ζεῖ ὅπως πάν­τα, ὅπως ἄλ­λω­στε κι οἱ ὑπό­λοι­ποι στό βι­βλίο. Χω­ρίς καρ­διά, χέ­ρια, μά­τια, σπλάγ­χνα, διαι­ρε­μέ­νη στά δύο ὅπο­τε ἡ πε­ρί­στα­ση τό ἀπαι­τοῦ­σε. Χω­ρίς κα­νέ­ναν ἐν­δοια­σμό.


… ἀμέ­σως τοῦ ἔδω­σε τό χέ­ρι της.


Ἀη­δί­α­σα. Ὁ κα­τερ­γά­ρης εἶ­χε τώ­ρα τό χέ­ρι της, ὅπως καί τήν καρ­διά της. Τρέ­μω καί μό­νο στή σκέ­ψη τί ἔχει κά­νει μέ αὐ­τά ὥς τώ­ρα.


… πῆ­ρε τό μπρά­τσο της.


Δέν μπο­ροῦ­σε νά πε­ρι­μέ­νει, ἔπρε­πε ν’ ἀρ­χί­σει νά τήν ἀπο­συ­ναρ­μο­λο­γεῖ μό­νος του. Κα­τα­κόκ­κι­νος σάν τό παν­τζά­ρι, ἔκλει­σα ἀπό­το­μα τό βι­βλίο καί πε­τά­χτη­κα ὄρ­θιος. Ὄχι ὅμως τό­σο γρή­γο­ρα ὅσο νά ξε­φύ­γω ἀπό μιά τε­λευ­ταία ἀνα­φο­ρά στά ἀπε­λευ­θε­ρω­μέ­να ἐκεῖ­να μέ­λη τοῦ σώ­μα­τος, ἡ πε­ρι­πλά­νη­ση τῶν ὁποί­ων μέ εἶ­χε ἀρ­χι­κά βά­λει στό μο­νο­πά­τι:


… τά μά­τια της τόν ἀκο­λού­θη­σαν σέ ὅλο τό δρό­μο καί μές ἀπό τό λι­βά­δι.


Ὅρ­μη­σα ἔξω ἀπό τό γκα­ράζ καί γύ­ρι­σα μές στό ζε­στό σπί­τι, σάν νά μέ ἀκο­λου­θοῦ­σαν τά κα­τα­ρα­μέ­να μά­τια. Ἡ γυ­ναί­κα καί τά παι­διά μου ἔπαι­ζαν Μο­νό­πο­λη στήν κου­ζί­να. Κά­θι­σα πα­ρέα τους κι ἔπαι­ξα μέ ξέ­φρε­νη ζέ­ση, τό μέ­τω­πό μου νά καί­γε­ται ἀπό πυ­ρετό, τά δόν­τια μου νά τρί­ζουν.

       Εἶ­χα χορ­τά­σει ἀπ’ αὐ­τό τό πράγ­μα. Δέν ἤθε­λα ν’ ἀκού­σω τί­πο­τε ἄλ­λο. Ἄς ἔρ­θουν. Ἄς εἰ­σβά­λουν στή Γῆ. Δέν θέ­λω μπερ­δέ­μα­τα μ’ αὐ­τό.

       Δέν ἔχω γε­ρό στο­μά­χι γιά κά­τι τέ­τοιο.


(1) «Υπέ­ρο­χος Σκότ!»· εἶ­ναι μιά πα­ρεμ­βο­λή ἔκ­πλη­ξης ἤ απο­γο­ή­τευ­σης. Χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό ἐπι­φώ­νη­μα, δη­μο­φι­λές στό δεύ­τε­ρο μι­σό τοῦ 19ου αἰώ­να καί στίς ἀρ­χές τοῦ 20οῦ. Προ­έ­κυ­ψε ὡς ὅρ­κος ἱστο­ρι­κά συν­δε­δε­μέ­νος μέ δύο συγ­κε­κρι­μέ­νους «Σκο­τσέ­ζους»: τόν Σκω­τσέ­ζο συγ­γρα­φέα Sir Walter Scott καί, ἀρ­γό­τε­ρα, τόν Αμε­ρι­κα­νό στρα­τη­γό Winfield Scott. Εἶ­ναι, ἐπί­σης, μιά συ­ναρ­πα­στι­κή φρά­ση τοῦ φαν­τα­στι­κοῦ επι­στή­μο­να Emmett “Doc” Brown ἀπό τό σλόγ­καν τῆς σει­ράς Back to the Future. (Σημ.τ.μ.)

Image


Πρό­κει­ται γιά ἕνα πο­λύ σύν­το­μο, σπαρ­τα­ρι­στό δι­ή­γη­μα πού σα­τι­ρί­ζει τά κλι­σέ καί τίς ἀσυ­νεί­δη­τες ὑπερ­βο­λές πού κά­νουν με­ρι­κές φο­ρές οἱ συγ­γρα­φεῖς —εἰ­δι­κά σέ ρο­μαν­τι­κά ἤ pulp μυ­θι­στο­ρή­μα­τα— ὅπου ἐκ­φρά­σεις ὅπως «τοῦ ἔδω­σε τήν καρ­διά της» ἤ «τά μά­τια της τόν ἀκο­λού­θη­σαν» παίρ­νον­ται κυ­ριο­λε­κτι­κά. (Tό δι­ή­γη­μα δη­μο­σιεύ­τη­κε τό 1953.)

Πη­γή:

https://​ame​rica​nlit​erat​ure.​com/​author/​philip-​k-​dick/​short-​story/​the-​eyes-​have-​it/

Φί­λιπ Ντίκ (Philip K. Dick, Σι­κά­γο, 1928–Σάν­τα Ἄν­να, Κα­λι­φόρ­νια, 1982). Γεν­νή­θη­κε στό Σι­κά­γο κι ἔζη­σε τό με­γα­λύ­τε­ρο μέ­ρος τῆς ζω­ῆς του στήν Κα­λι­φόρ­νια. Εἶ­χε τα­ρα­χώ­δη προ­σω­πι­κή ζωή, πά­λευε μέ ψυ­χο­λο­γι­κά προ­βλή­μα­τα, πα­ρα­νοϊ­κές σκέ­ψεις κι ἑξαρ­τή­σεις. Πέ­θα­νε πρό­ω­ρα ἀπό καρ­δια­κή προ­σβο­λή, λί­γο πρίν τήν πρε­μιέ­ρα τοῦ Blade Runner.Ἔγρα­φε γιά τήν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, τήν ταυ­τό­τη­τα, τή συ­νεί­δη­ση, ἀλ­λά καί γιά τήν τε­χνο­λο­γία, τά αὐ­ταρ­χι­κά κα­θε­στώ­τα καί τήν πα­ρά­νοια. Ἀμ­φι­σβη­τοῦ­σε στα­θε­ρά τήν ἔν­νοια τοῦ «τί εἶ­ναι πραγ­μα­τι­κό». Θε­ω­ρεῖ­ται προ­φή­της τῆς ψη­φια­κῆς ἐπο­χῆς, κα­θώς μί­λη­σε γιά ἔν­νοιες ὅπως ἡ τε­χνη­τή νο­η­μο­σύ­νη, ἡ εἰ­κο­νι­κή πραγ­μα­τι­κό­τη­τα καί ἡ χει­ρα­γώ­γη­ση τῆς συ­νεί­δη­σης πο­λύ πρίν αὐ­τές εἰ­σβάλ­λουν στήν κα­θη­με­ρι­νό­τη­τά μας. Ση­μαν­τι­κά του ἔρ­γα: Do Androids Dream of Electric Sheep? (1968· ἔγι­νε ται­νία ὡς Blade Runner), Ubik (1969), A Scanner Darkly (1977), The Man in the High Castle (1962). Τι­μή­θη­κε μέ τό Hugo Award.

Με­τά­φρα­ση ἀπό τά ἀγ­γλι­κά:

Να­τά­σα Ζα­χα­ρο­πού­λου (1961): Σπού­δα­σε Δη­μο­σιο­γρα­φία. Πρω­το­εμ­φα­νί­στη­κε μέ τή συλ­λο­γή ποι­η­μά­των Νά σ’ ἔχω (1995) καί τή συλ­λο­γή δι­η­γη­μά­των Κι ἄς μέ τα­ξι­δεύ­εις ὅπου (1995). Τε­λευ­ταῖα της βι­βλία: Πρό­σω­πα στό Νε­ρό (Μυ­θι­στό­ρη­μα, 2013) & Πε­τών­τας μ’ ἕνα drone (Δι­η­γή­μα­τα, 2019). Ποι­ή­μα­τα, δι­η­γή­μα­τα καί με­τα­φρά­σεις της δη­μο­σιεύ­ον­ται σέ ἔν­τυ­πα καί ἠλε­κτρο­νι­κά πε­ριο­δι­κά.

Εἰκόνα: Salvador Dali, Τό μάτι, 1956.

 

Ση­μαν­τι­κὴ ἐ­νη­με­ρω­ση γιὰ τὴν πο­ρεί­α τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου: Δεῖ­τε ἐ­δῶ: Γιάν­νης Πα­τί­λης: Πλα­νό­δι­ον – Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζάι. Στρο­φή .



		

	

Ἀλέ­ξαν­δρος Ρα­σκόλ­νικ: Ὑπέ­ρο­χη Ἀλ­λο­κο­τιά


Image


Ἀλέ­ξαν­δρος Ρα­σκόλ­νικ


Ὑπέ­ρο­χη Ἀλ­λο­κο­τιά


ImageΑΘΙΣΜΕΝΟΣ μπρο­στὰ στὴν τη­λε­ό­ρα­ση, ἄλ­λα­ζα ἀφη­ρη­μέ­νος τὰ κα­νά­λια. Τὰ χρέη μου, ποὺ αἰ­ω­ροῦν­ταν σὰν δα­μό­κλειος σπά­θη πά­νω ἀπ’ τὸ κε­φά­λι μου, ἦταν τὸ μό­νο ποὺ μ’ ἀπα­σχο­λοῦ­σε. Ξαφ­νι­κά, τὸ σῆ­μα χά­θη­κε κι ἀπό­μει­να μπρο­στὰ σὲ μιὰ μαύ­ρη, βου­βὴ ὀθό­νη.

       Προ­τοῦ κα­τα­λά­βω τί συ­νέ­βαι­νε, μιὰ ἀό­ρα­τη δύ­να­μη μὲ τρά­βη­ξε μέ­σα στὴ συ­σκευή. Ἀκού­γε­ται ἀπί­στευ­το, ὅμως βρέ­θη­κα νὰ αἰ­ω­ροῦ­μαι μέ­σα σὲ μιὰ πα­ρά­ξε­νη, φαιο­κόκ­κι­νη οὐ­σία, ποὺ οὔ­τε ὑγρὴ εἶ­ναι οὔ­τε ἀέ­ρια. Μιὰ ἀπε­ρί­γρα­πτη, ἄο­σμη ὕλη, εὐ­χά­ρι­στα χλια­ρή, ποὺ δὲν ἄρ­γη­σα νὰ δια­πι­στώ­σω ὅτι εἶ­ναι καὶ μυο­χα­λα­ρω­τι­κή. Ξε­πέ­ρα­σα γρή­γο­ρα τὸν ἀρ­χι­κό μου τρό­μο κι ἄρ­χι­σα νὰ δια­σκε­δά­ζω μὲ τὴν ἀλ­λό­κο­τη ἐμ­πει­ρία. Ὅσο περ­νά­ει ἡ ὥρα τό­σο κα­λύ­τε­ρα περ­νάω ἐδῶ μέ­σα! Ἐλ­πί­ζω, μό­νο, νὰ μὴν μ’ ἔχει πά­ρει ὁ ὕπνος μπρο­στὰ στὸ χα­ζο­κού­τι, κι ὀνει­ρεύ­ο­μαι…


Image


Πηγή: Ἀπὸ τὴν συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των 121 λέ­ξεις ἀκρι­βῶς (ἐκδ. Φε­ρε­νί­κη, 2022).

Ἀ­λέ­ξαν­δρος Ρα­σκόλ­νικ:

Image

Εἰκόνα: Στάθης.

Ση­μαν­τι­κὴ ἐ­νη­με­ρω­ση γιὰ τὴν πο­ρεί­α τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου: Δεῖ­τε ἐ­δῶ: Γιάν­νης Πα­τί­λης: Πλα­νό­δι­ον – Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζάι. Στρο­φή .



		

	

Δέ­σποι­να Καϊ­τα­τζῆ-Χου­λιού­μη: Καὶ δὲν θ’ ἀμ­φέ­βαλ­λε


Image


Δέ­σποι­να Καϊ­τα­τζῆ-Χου­λιού­μη

 

Καὶ δὲν θ’ ἀμ­φέ­βαλ­λε


Μὰ πιό­τε­ρο ἀκούω κι ἀφουγ­κρά­ζο­μαι 
Τῆς σιω­πῆς τοὺς ψί­θυ­ρους.

ImageΠΟ ΤΑ ΧΑ­ΡΑ­ΜΑ­ΤΑ ἡ Ἠλέ­κτρα Ἀκρί­τα με­τὰ τὸν πρωϊ­νὸ κα­φὲ κά­θε­ται στὸ γρα­φεῖο καὶ σερ­φά­ρει στὸ δια­δί­κτυο. Δια­βά­ζει τὶς εἰ­δή­σεις, πα­ρα­κο­λου­θεῖ τὰ μέ­σα κοι­νω­νι­κῆς δι­κτύ­ω­σης, ψι­λο­γρά­φει. Ξα­να­δια­βά­ζει τὴν ἀνα­κοί­νω­ση τῶν Κρα­τι­κῶν Βρα­βεί­ων Λο­γο­τε­χνί­ας κι ἐκ­πλήσ­σε­ται εὐ­χά­ρι­στα. Κά­τι σκιρ­τᾶ μέ­σα της. Κά­τι ἄγνω­ρο κι ἀνα­με­νό­με­νο συ­νά­μα.

       Εἰ­κό­νες ἀνα­σύ­ρον­ται ἀπὸ τὰ πα­λιά… Ἡ Μα­ρία, χα­ρι­σμα­τι­κή, τε­τρα­πέ­ρα­τη, θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ ἦταν σὰν τὴ βρα­βευ­μέ­νη ἄν… Ἀδέρ­φια της ὁ Κώ­στας, ὁ Γιάν­νης, ὁ Κε­νὰν ἀπὸ τὴ Δρά­μα, ἡ Μι­ρὲμ ἀπὸ τὴν Ξάν­θη καί… Ὅλοι μα­θη­τὲς Εἰ­δι­κοῦ Δη­μο­τι­κοῦ Σχο­λεί­ου Κω­φῶν. Πρό­σω­πα χα­ρού­με­να, ζων­τα­νὰ κι ἄλ­λο­τε πά­λι θλιμ­μέ­να. Ἀκό­μα καὶ ὀρ­γι­σμέ­να κά­ποιες φο­ρὲς μπρὸς στὴ μω­ρία τοῦ κό­σμου. Ἀπο­σπα­σμέ­νη ψυ­χο­λό­γος, προ­σπα­θοῦ­σε ν’ ἀφουγ­κρα­στεῖ τὸ μέ­σα τους, νὰ τὰ στη­ρί­ξει. Νὰ ἐκτι­μή­σει τὶς ἱκα­νό­τη­τες καὶ τὶς δυ­σκο­λί­ες τους μὲ στό­χο τὴν κα­λύ­τε­ρη δυ­να­τὴ κα­τα­νόη­ση, τὸν κα­λύ­τε­ρο δυ­να­τὸ σχε­δια­σμὸ τοῦ ἀτο­μι­κοῦ τους πλά­νου δι­δα­σκα­λί­ας καὶ μά­θη­σης. Δί­χως λα­λιά, δί­χως κώ­δι­κα ἐπι­κοι­νω­νί­ας καὶ ἡ ἴδια στὴν πρώ­τη ἐπα­φὴ μα­ζί τους. Εἶ­χε ἀρ­χί­σει νὰ πα­ρα­κο­λου­θεῖ μα­θή­μα­τα νο­η­μα­τι­κῆς. Στὴν ἀρ­χή, μέ­χρι νὰ μά­θει κά­πως, ἐπι­κοι­νω­νοῦ­σε μέ­σῳ τῆς δα­σκά­λας τους. Τὴ μά­θαι­ναν καὶ τὰ ἴδια τὰ παι­διὰ μὲ ζῆ­λο. Ἔνιω­θαν ση­μαν­τι­κὰ σὲ αὐ­τή τους τὴν προ­σπά­θεια. Ὁ μι­κρὸς Κε­νὰν ὅλο ἀκουμ­ποῦ­σε πά­νω της. Τοῦ ἔλει­πε πο­λὺ ἡ μά­να του. Τὸ σπί­τι. Ἔμε­ναν στὸ οἰ­κο­τρο­φεῖο τοῦ σχο­λεί­ου. Γυ­μνά­σιο θὰ ἔπρε­πε νὰ πᾶ­νε στὴ Θεσ­σα­λο­νί­κη. Γιὰ τὰ Σαβ­βα­το­κύ­ρια­κα ἔφευ­γαν. Πῶς καὶ πῶς πε­ρί­με­ναν τὴν Πα­ρα­σκευὴ ὅλα. Δύ­σκο­λα πράγ­μα­τα. Πα­ρὰ τὶς προ­σπά­θειες τοῦ προ­σω­πι­κοῦ. Ὁ πνι­γε­ρὸς ἐγ­κλει­σμὸς στὸ οἰ­κο­τρο­φεῖο καὶ ἡ ἀνα­πη­ρία, σὲ συ­νάρ­τη­ση μὲ τὴν ἄγνοια καὶ τὸ στίγ­μα, δύ­σκο­λα, πο­λὺ δύ­σκο­λα…

       Ὕστε­ρα ἀπὸ λί­γο ἀνα­σύρ­θη­κε ἀπὸ τὴ μνή­μη της ἐκεί­νη… Ἦταν πιὸ πα­λιά, πρὶν ἀπὸ τὸ σχο­λεῖο. Δού­λευε τό­τε σὲ Κέν­τρο Ἀπο­κα­τά­στα­σης Ἀτό­μων μὲ Ἀνα­πη­ρί­ες. «Κέν­τρο Ἀπρο­σαρ­μό­στων Παί­δων» ὀνο­μα­ζό­ταν ἐκεῖ­να τὰ χρό­νια. Ἀλί­μο­νο. Κι ἂν δὲν εἶ­χαν κά­νει προ­σπά­θειες νὰ τὸ ἀλ­λά­ξουν. Τό­τε ἀκό­μη δὲν ὑπῆρ­χε ἄλ­λος ψυ­χο­λό­γος στὴν πό­λη. Ἀπὸ τὸ Ὑγειο­νο­μι­κό, ὅπου ἐκ­δί­δον­ταν οἱ γνω­μα­τεύ­σεις ἀνα­πη­ρί­ας, τῆς ἔστελ­ναν νὰ ἐκτι­μή­σει τὸ νο­η­τι­κὸ δυ­να­μι­κὸ ἐνή­λι­κων ἀτό­μων μὲ αἴ­τη­μα γιὰ ἐπί­δο­μα νο­η­τι­κῆς ἀνα­πη­ρί­ας. Ἔτσι τῆς τὴν εἶ­χαν φέ­ρει ὁ ἀδερ­φὸς καὶ κά­ποιος θεῖ­ος. Ἔμε­νε σ’ ἕνα ἀπο­μα­κρυ­σμέ­νο χω­ριὸ στὶς πα­ρυ­φὲς τοῦ νο­μοῦ. Τὰ μά­τια καὶ τὰ μαλ­λιά, κάρ­βου­νο. Τὸ βλέμ­μα, ἀστρα­πή. Μι­κρό­σω­μη, λι­γνὴ γυ­ναῖ­κα, γύ­ρω στὰ σα­ράν­τα. Ἄγρια ὀμορ­φιά. Κω­φή. «Μουγ­κὴ καὶ κα­θυ­στε­ρη­μέ­νη», εἶ­χαν πεῖ ἀπα­ξιω­τι­κὰ μ’ ἕνα στό­μα ὁ ἀδερ­φὸς καὶ ὁ θεῖ­ος ἐκλι­πα­ρῶν­τας. Θυ­μή­θη­κε ὅτι τοὺς ἔκα­νε πα­ρα­τή­ρη­ση ἐνο­χλη­μέ­νη.

       Ἡ ἴδια ἡ γυ­ναῖ­κα στὴν ἀρ­χὴ ἐπι­φυ­λα­κτι­κή, ἀρ­νη­τι­κὴ σχε­δόν. Σι­γά-σι­γά ἄρ­χι­σε νὰ νιώ­θει ἄνε­τα, νὰ ξε­δι­πλώ­νε­ται. Καὶ με­τὰ ἦταν σὰν νὰ ἔπαι­ζε γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ ἕνα συ­ναρ­πα­στι­κὸ παι­χνί­δι. Οἱ ἐπι­δό­σεις της, ἄρι­στες. Οἱ νο­η­τι­κὲς κλί­μα­κες ποὺ ἐξε­τα­ζό­ταν ἦταν μὴ λε­κτι­κές, κι αὐ­τὴ πε­τοῦ­σε. Ἡ ψυ­χο­λό­γος ἔκρυ­βε δια­κρι­τι­κὰ τὴ χα­ρά της καὶ ἡ ἴδια τὸ ἀπο­λάμ­βα­νε καὶ γε­λοῦ­σε σὰν παι­δὶ κά­θε φο­ρὰ ποὺ ὁλο­κλή­ρω­νε ἐπι­τυ­χῶς τὴ δο­κι­μα­σία. Ὅσο γιὰ τὸ πό­ρι­σμα; Ἰδιαί­τε­ρα εὐ­φυ­ής. Ἀνα­πό­φευ­κτα, ἡ αἴ­τη­ση γιὰ τὸ ἐπί­δο­μα νο­η­τι­κῆς ἀνα­πη­ρί­ας ἀπορ­ρι­πτέα. Τὴ χα­ρὰ τῶν δυὸ συ­νο­μή­λι­κων σχε­δὸν γυ­ναι­κῶν δὲν τὴ μοι­ρά­στη­καν οἱ δι­κοί της βε­βαί­ως. Τὸ ἀν­τί­θε­το. Ἔφυ­γαν κα­τη­φεῖς καὶ ἐνο­χλη­μέ­νοι. Κα­θό­λου δὲν τοὺς εἶ­χε ἀρέ­σει ποὺ πῆ­γε στρά­φι τὸ ἐπί­δο­μα. Οἱ δυὸ γυ­ναῖ­κες σὲ μυ­στι­κὴ συμ­φω­νία θριάμ­βου.

       Ἡ Ἠλέ­κτρα Ἀκρί­τα, συν­τα­ξιοῦ­χος πλέ­ον, δὲ θὰ ξέ­χνα­γε πο­τὲ ἐκεῖ­νο τὸ βλέμ­μα! Πῶς ντύ­θη­κε τὸ βε­λοῦ­δο του, γιὰ νὰ τῆς ἐκ­φρά­σει τὴ χα­ρὰ γιὰ τὶς πρω­τό­γνω­ρες, οὐ­σια­στι­κὲς στιγ­μὲς ποὺ βί­ω­σε στὸ γρα­φεῖο της. Τὴν εὐ­γνω­μο­σύ­νη γιὰ τὴν ἐπι­βε­βαί­ω­ση ὅτι ἁπλῶς λό­γῳ τῆς κώ­φω­σης πο­τὲ δὲν τῆς εἶ­χε δο­θεῖ ἡ δυ­να­τό­τη­τα νὰ ἀνα­πτύ­ξει, νὰ ἐσω­τε­ρι­κεύ­σει καὶ νὰ ἑδραιώ­σει λε­κτι­κὲς ἔν­νοιες. Δὲν ἦταν λω­λή, ὅπως τὴν ἀπο­κα­λοῦ­σαν. Τὸ ἀν­τί­θε­το. Ἦταν ἄτο­μο μὲ ἰδιαί­τε­ρη εὐ­φυ­ΐα καὶ δὲ θὰ ἀμ­φέ­βαλ­λε πο­τὲ πιὰ γι’ αὐ­τό.


Image


Πηγή: Ἀπὸ τὴν συλ­λο­γὴ διη­γη­μά­των Ὁ τό­πος μέσα μας (ἐκδ. Ἁρμός, 2020).

Δέ­σποι­να Καϊ­τα­τζῆ-Χου­λιού­μη ζεῖ στὶς Σέρ­ρες ἀπ’ ὅπου κα­τά­γε­ται. Εἶ­ναι Κλι­νι­κὴ Ψυ­χο­λό­γος (MSc), ποι­ή­τρια, συγ­γρα­φέ­ας καὶ με­τα­φρά­στρια, μέ­λος τῆς Ἑται­ρεί­ας Λο­γο­τε­χνῶν Θεσ­σα­λο­νί­κης. Ἐρ­γά­στη­κε σὲ δη­μό­σιες μο­νά­δες Ἐκ­παί­δευ­σης, Ἀπο­κα­τά­στα­σης καὶ Ψυ­χι­κῆς Ὑγεί­ας στὴ Σου­η­δία καὶ στὴν Ἑλ­λά­δα. Ἐξέ­δω­σε ἕξι ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γές, ἡ τε­λευ­ταία της ἔχει τί­τλο Μὲ λέ­νε Εὔα (ἐκ­δό­σεις Μαν­δρα­γό­ρας, 2023). Ἐξέ­δω­σε τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Ὁ τό­πος μέ­σα μας (ἐκ­δό­σεις Ἁρ­μός), ἐνῷ ἀν­θο­λό­γη­σε καὶ με­τέ­φρα­σε τέσ­σε­ρα βι­βλία σου­η­δι­κῆς ποί­η­σης. Ποι­ή­μα­τα καὶ δι­η­γή­μα­τά της με­τα­φρά­στη­καν καὶ δη­μο­σιεύ­τη­καν σὲ ἄλ­λες γλῶσ­σες. Τὸ 2024 κυ­κλο­φό­ρη­σε ἀν­θο­λο­γία ποι­η­μά­των της στὰ ἱσπα­νι­κὰ μὲ τί­τλο Los hi­jos de E­va σὲ με­τά­φρα­ση τοῦ Jo­sé An­to­nio More­no Ju­ra­do ἀπὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Pa­dil­la Li­bros, Se­vil­la. Τὸ 2023 τῆς ἀπο­νε­μή­θη­κε Τι­μη­τι­κὴ διά­κρι­ση στὸ 1ο Διε­θνὲς Φε­στι­βὰλ Ποί­η­σης Σερ­ρῶν τοῦ Συν­δέ­σμου Φι­λο­λό­γων καὶ τὸ 2024 τῆς ἀπο­νε­μή­θη­κε τι­μη­τι­κὴ διά­κρι­ση γιὰ τὸ ποι­η­τι­κό της ἔρ­γο καὶ τὴν κοι­νω­νι­κὴ προ­σφο­ρά της ἀπὸ τὴν Λέ­σχη Λάϊ­ονς Σερ­ρῶν Στρυ­μο­νιᾶς.

Ση­μαν­τι­κὴ ἐ­νη­με­ρω­ση γιὰ τὴν πο­ρεί­α τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου: Δεῖ­τε ἐ­δῶ: Γιάν­νης Πα­τί­λης: Πλα­νό­δι­ον – Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζάι. Στρο­φή .



		

	

Ζήσης Σαρίκας: Ἡ τράνς


Image


Ζήσης Σαρίκας


(Ἀφιέρωμα 22/22)

 

Ἡ τράνς

 

ImageΧΕΙ σο­βα­ρό­τε­ρα προ­βλή­μα­τα ἀπ’ τοὺς ἄλ­λους νέ­ους. Πρῶ­τα-πρῶ­τα, ἴσως ἀπο­φα­σί­σει νὰ κά­νει τὴ φο­βε­ρὴ ἐγ­χεί­ρη­ση, νὰ γυ­ρί­σει τα μέ­σα ἔξω. Ἂν πά­λι ἀπορ­ρί­ψει τὸ νυ­στέ­ρι, πρέ­πει νὰ ἀφή­νει νύ­χια καὶ μα­κριὰ μαλ­λιά, νὰ κου­βα­λά­ει ἕνα ψεύ­τι­κο βα­ρὺ στῆ­θος, νὰ κά­νει ἀπο­τρί­χω­ση, μα­νι­κιοὺρ καὶ πεν­τι­κιούρ, νὰ βά­φε­ται, νὰ φο­ρά­ει τα­κού­νια καὶ ὅλη τὴν πε­ρί­πλο­κη ἁρ­μα­τω­σιὰ μιᾶς γυ­ναί­κας. Κι ἀπὸ πά­νω, πρέ­πει νὰ εἶ­ναι θω­ρα­κι­σμέ­νος μὲ αὐ­θά­δεια καὶ θάρ­ρος, νὰ μὴν χα­μπα­ρί­ζει ἀπὸ φο­βέ­ρες καὶ ἀπει­λές, νὰ μπο­ρεῖ νὰ τρώ­ει καὶ νὰ δί­νει ξύ­λο, νὰ γα­μά­ει καὶ νὰ γα­μιέ­ται, νὰ τὰ βγά­ζει πέ­ρα μὲ τὰ τσο­γλά­νια, τοὺς προ­α­γω­γούς, τοὺς διε­στραμ­μέ­νους καὶ τοὺς μπά­τσους. Σὲ ἕνα μό­νο πρᾶγ­μα δὲν ἔχει πρό­βλη­μα: στὸ ἐπάγ­γελ­μα ποὺ θὰ δια­λέ­ξει.


Image


Πηγή: Ζή­σης Σα­ρί­κας, Μα­κριὰ ἀπ’ τὸν κό­σμο, καὶ ἄλ­λα κεί­με­να, Πα­νο­πτι­κόν, 2008.

Γιὰ τὸ ἀ­φι­έ­ρω­μα δεῖ­τε τὴν Εἰ­σα­γω­γή: Γιάν­νης Πα­τί­λης: «Ζή­σης Σα­ρί­κας. Ἕνας ὀξὺς ἐλευ­θε­ρια­κὸς πα­ρα­τη­ρη­τὴς τῆς νε­ο­ελ­λη­νι­κῆς πραγ­μα­τι­κό­τη­τας»

Ζή­σης Σα­ρί­κας (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1953). Σπού­δα­σε Nε­ο­ελ­λη­νι­κὴ Φι­λο­λο­γία καὶ Φι­λο­σο­φία στὴ Φι­λο­σο­φι­κὴ Σχο­λὴ τοῦ Ἀρι­στο­τε­λεί­ου Πα­νε­πι­στη­μί­ου Θεσ­σα­λο­νί­κης. Εἶ­ναι συγ­γρα­φέ­ας, με­τα­φρα­στὴς καὶ ἐπι­με­λη­τὴς ἐκ­δό­σε­ων. Ἔγρα­ψε τὰ βι­βλία: Μῦ­θοι τῆς τε­χνο­λο­γί­ας (Ἐκ­δο­τι­κὴ Θεσ­σα­λο­νί­κης, 1987), Ψί­χου­λα: μι­κρὰ πε­ζά (Νη­σῖ­δες, 1998· Πα­νο­πτι­κόν, 2008), Τὸ ὅρα­μα τοῦ ὑπε­ράν­θρω­που: μιὰ ἑρ­μη­νεία τοῦ ἔρ­γου τοῦ Φρίν­τριχ Νί­τσε «Ἔ­τσι μί­λη­σε ὁ Ζα­ρα­τού­στρα» (Νη­σῖ­δες, 2003· Βά­νιας, 2008· Πα­νο­πτι­κόν, 2014), Μα­κριὰ ἀπ’ τὸν κό­σμο (Πα­νο­πτι­κόν, 2008), Ἀν­θρώ­πι­νες σκιές (Πα­νο­πτι­κόν, 2012), Κυ­ρια­κὴ ρε­πό (Ἑστία, 2014). Ἔχει με­τα­φρά­σει στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ τὸ σύ­νο­λο τοῦ φι­λο­σο­φι­κοῦ ἔρ­γου τοῦ Φρίν­τριχ Νί­τσε, ἔρ­γο ποὺ δι­ήρ­κε­σε εἴ­κο­σι χρό­νια, κα­θὼς καὶ ἔρ­γα τῶν Ντιν­τε­ρό, Μπα­κού­νιν, Στίρ­νερ, Φρόϊντ, Φου­κό, Μπον­τρι­γιάρ, Κα­στο­ριά­δη, Κοϊ­ρὲ καὶ τῶν στο­χα­στῶν τῆς Σχο­λῆς της Φραν­κφούρ­της. Ὑπῆρ­ξε διευ­θυν­τὴς τῆς σει­ρᾶς ἀρ­χαί­ων Ἑλ­λή­νων συγ­γρα­φέ­ων στὶς ἐκ­δό­σεις Ἐξάν­τας, κα­θὼς καὶ τοῦ βρα­χύ­βιου ἐκ­δο­τι­κοῦ οἴ­κου τοῦ Ἀρι­στο­τε­λεί­ου Πα­νε­πι­στη­μί­ου Θεσ­σα­λο­νί­κης. Τὸν Νο­έμ­βριο τοῦ 2016 τι­μή­θη­κε ἀπὸ τὴν Ἑται­ρεία Συγ­γρα­φέ­ων μὲ τὸ βρα­βεῖο “Δι­δῶ Σω­τη­ρί­ου” γιὰ τὸ σύ­νο­λο τοῦ ἔρ­γου του.

Ση­μαν­τι­κὴ ἐ­νη­με­ρω­ση γιὰ τὴν πο­ρεί­α τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου: Δεῖ­τε ἐ­δῶ: Γιάν­νης Πα­τί­λης: Πλα­νό­δι­ον – Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζάι. Στρο­φή .



		

	

Ἔρ­νεστ Χέ­μιν­γουεϊ (Ernest Hemingway): Συ­νη­θι­σμέ­νη Ἱστο­ρία


Image


Ἔρ­νεστ Χέ­μιν­γουεϊ (Ernest Hemingway)

 

Συ­νη­θι­σμέ­νη Ἱστο­ρία

(Banal Story)

ImageΦΑΓΕ  ἕνα πορ­το­κά­λι, φτύ­νον­τας ἀρ­γά τά κου­κού­τσια. Ἔξω τό χιό­νι εἶ­χε ἀρ­χί­σει νά γί­νε­­ται βρο­χή. Μέ­­σα, ἡ ἠ­­λεκ­τρι­κή σό­μπα δέν φαι­νό­ταν νὰ ζε­σταί­νει, κι ἔτσι ση­κώ­θη­κε ἀπό τό γρα­φεῖο νά κα­θί­σει πά­νω της. Τί ὡραία αἴ­σθη­ση! Ἐδῶ, ἐπι­τέ­λους, ὑπῆρ­χε ζωή.

       Ἅπλω­σε τό χέ­ρι του γι’ ἀκό­μη ἕνα πορ­το­κά­λι. Μα­κριά, στό Πα­ρί­σι, ὁ Μα­σκάρ εἶ­χε βγά­λει νόκ ἄουτ τόν Ντά­νι Φράς στόν δεύ­τε­ρο γύ­ρο. Ἀκό­μη πιό μα­κριά, στή Με­σο­πο­τα­μία, εἶ­χαν πέ­σει εἴ­κο­σι ἕνα πό­δια χιό­νι. Στήν ἄλ­λη ἄκρη τοῦ κό­σμου, στήν Αὐ­στρα­λία, οἱ Ἐγ­γλέ­ζοι παῖ­κτες τοῦ κρί­κετ ἀκό­νι­ζαν τά ὅπλα τους. Εκεῖ ὑπῆρ­χε ρο­μάν­τζο.

       Οἱ χο­ρη­γοί τῶν τε­χνῶν καί τῶν γραμ­μά­των ἀνα­κά­λυ­ψαν τό Φό­ρουμ(1), διά­βα­σε. Εἶ­ναι ὁ ὁδη­γός, ὁ φι­λό­σο­φος, καί ὁ φί­λος τῆς σκε­πτό­με­νης μειο­νό­τη­τας. Βρα­βευ­μέ­να δι­η­γή­μα­τα – θά γί­νουν οἱ συγ­γρα­φεῖς τους οἱ ἐπι­τυ­χη­μέ­νοι συγ­γρα­φεῖς τοῦ αὔ­ριο; Θά ἀπο­λαύ­σε­τε αὐ­τές τίς ζε­στές, ἁπλοϊ­κές, ἀμε­ρι­κα­νι­κές ἱστο­ρί­ες, ἀπο­σπά­σμα πραγ­μα­τι­κῆς ζω­ῆς σέ ἀνοι­χτά ράν­τσα, σέ πυ­κνο­κατοι­κη­μέ­νες πο­λυ­κα­τοι­κί­ες ἤ ἄνε­τα σπί­τια, καί ὅλες τους μέ ὑγιή, ὑπο­δό­ρεια δό­ση χιοῦ­μορ.

       Πρέ­πει νά τίς δια­βά­σω, σκέ­φτη­κε.

       Συ­νέ­χι­σε τό διά­βα­σμα. Τά παι­διά τῶν παι­διῶν μας – Τί γι’ αὐ­τά; Ποιά ἀπό αὐ­τά; Πρέ­πει ν’ ἀνα­κα­λύ­ψου­με νέ­ους τρό­πους γιά νά βροῦ­με χῶ­ρο κι ἐμεῖς κά­τω ἀπό τόν ἥλιο. Θά γί­νει μέ πό­λε­μο ἤ μπο­ρεῖ νά ἐπι­τευ­χθεῖ μέ εἰ­ρη­νι­κούς τρό­πους;

       Μή­πως θά πρέ­πει νά με­τα­κο­μί­σου­με ὅλοι στόν Κα­να­δά;

       Οἱ βα­θύ­τε­ρες πε­ποι­θή­σεις μας – θά τίς ἀνα­τρέ­ψει ἡ Ἐπι­στή­μη; Ὁ πο­λι­τι­σμός μας – εἶ­ναι κα­τώ­τε­ρος ἀπό τήν πα­λαιά τά­ξη πραγ­μά­των;

       Καί στό με­τα­ξύ, στίς μα­κρι­νές βρο­χε­ρές ζοῦγ­κλες τοῦ Γιου­κα­τάν, ἀν­τη­χοῦ­σε ὁ ἦχος ἀπό τά τσε­κού­ρια τῶν συλ­λε­κτῶν ρη­τί­νης.

       Θέ­λου­με με­γά­λους ἄν­τρες – ἤ θέ­λου­με καλ­λιερ­γη­μέ­νους; Πά­ρε πα­ρά­δειγ­μα τόν Τζό­ϋς. Πά­ρε πα­ρά­δειγ­μα τόν Πρό­ε­δρο Κού­λιτζ(2). Ποιό ἄστρο πρέ­πει νά στο­χεύ­ουν οἱ σπου­δα­στές μας; Ὑπάρ­χει ὁ Τζάκ Μπρίτ­τον(3). Ὑπάρ­χει ὁ δό­κτωρ Χέν­ρυ Βάν Ντάϊκ(4).

       Μπο­ροῦ­με νά συμ­βι­βά­σου­με τά δύο; Πά­ρε πα­ρά­δειγ­μα τόν Γιούνγκ Στρίμ­πλινγκ(5).

       Καί τί νά ποῦ­με γιά τίς κό­ρες μας πού πρέ­πει νά χα­ρά­ξουν μό­νες τους πο­ρεία; Ἡ Νάν­συ Χῶ­θορν εἶ­ναι ἀναγ­κα­σμέ­νη νά βρεῖ τή δι­κή της πο­ρεία στή θά­λασ­σα τῆς ζω­ῆς. Μέ θάρ­ρος καί σύ­νε­ση ἀν­τι­με­τω­πί­ζει τά προ­βλή­μα­τα πού συ­ναν­τᾶ κά­θε δε­κα­ο­κτά­χρο­νο κο­ρί­τσι.

       Ἦταν ἕνα ὑπέ­ρο­χο φυλ­λά­διο.

       Εἶ­σαι δέ­κα ὀκτώ χρο­νῶν κο­ρί­τσι; Πά­ρε πα­ρά­δειγ­μα τήν Ἰω­άν­να τῆς Λω­ραί­νης. Πά­ρε πα­ρά­δειγ­μα τόν Μπέρ­ναρ Σῶ. Πά­ρε πα­ρά­δειγ­μα τῆς Μπέ­τσυ Ρός(6).

       Σκέ­ψου αὐ­τά τά πράγ­μα­τα τό 1925 – Ὑπῆρ­ξε κά­ποια τολ­μη­ρή σε­λί­δα στήν Που­ρι­τα­νι­κή Ἱστο­ρία; Εἶ­χε δυό πλευ­ρές ἡ Πο­κα­χόν­τας(7); Εἶ­χε τήν τέ­ταρ­τη διά­στα­ση;

       Εἶ­ναι οἱ μο­ντέρ­νοι πί­να­κες—καί ἡ ποί­η­ση—Τέ­χνη; Ναί καί Ὄχι. Πά­ρε πα­ρά­δειγ­μα τόν Πι­κά­σο.

       Ἔχουν οἱ ἀλῆ­τες δι­κούς τους κώ­δι­κες δε­ον­το­λο­γί­ας; Ἄσε τό μυα­λό σου νά πε­ρι­πλα­νη­θεῖ.

       Ὑπάρ­χει ρο­μαν­τι­σμός παν­τοῦ. Οἱ γρα­φιά­δες τοῦ Φό­ρουμ μι­λοῦν ξε­κά­θα­ρα, ἔχουν χιοῦ­μορ, εἶ­ναι πνευ­μα­τώ­δεις. Ἀλ­λά δέν προ­σπα­θοῦν νά τό παί­ξουν ἔξυ­πνοι καί πο­τέ δέν φλυα­ροῦν.

       Ζῆ­σε τήν πλή­ρη ζωή τοῦ νοῦ, συ­νε­παρ­μέ­νος ἀπό νέ­ες ἰδέ­ες, με­θυ­σμέ­νος ἀπό τόν Ρο­μαν­τι­σμό τοῦ ἀσυ­νή­θι­στου.

       Ἄφη­σε κά­τω τό φυλ­λά­διο. Κι ἐν τῷ με­τα­ξύ, ξα­πλω­μέ­νος ἀ­νά­σκε­λα στό κρε­βά­τι σ’ ἕνα σκο­τει­νό δω­μά­τιο τοῦ σπι­τιοῦ του στήν Τριά­να, ὁ Μα­νουέλ Γκαρ­θία Μα­έ­ρα(8) βρι­σκό­ταν μ’ ἕναν σω­λή­να σέ κά­θε πνεύ­μο­να, σέ ἀσφυ­ξία ἀπό τήν πνευ­μο­νία. Ὅλες οἱ ἐφη­με­ρί­δες στήν Ἀν­δα­λου­σία ἀφιέ­ρω­σαν εἰ­δι­κά ἔν­θε­τα στό θά­να­τό του, ὁ ὁποῖ­ος ἀνα­με­νό­ταν ἐδῶ καί με­ρι­κές ἡμέ­ρες. Ἄν­τρες καί ἀγό­ρια ἀγό­ρα­ζαν ἔγ­χρω­μες ὁλό­σω­μες φω­το­γρα­φί­ες του γιά νά τόν θυ­μοῦν­ται, κι ἡ εἰ­κό­να ποὔ­χαν γι’ αὐ­τόν χά­θη­κε ἀπό τή μνή­μη τους κα­θώς κοι­τοῦ­σαν τίς λι­θο­γρα­φί­ες.

       Οἱ ταυ­ρο­μά­χοι ἔνιω­σαν με­γά­λη ἀνα­κού­φι­ση πού πέ­θα­νε, ἐπει­δή μές στήν ἀρέ­να ἔκα­νε πάν­τα ἐκεῖ­να πού οἱ ἴδιοι μπο­ροῦ­σαν νά κά­νουν μό­νο κά­ποιες ἐλά­χι­στες φο­ρές. Ὅλοι πα­ρέ­λα­σαν ὑπό βρο­χή πί­σω ἀπό τό φέ­ρε­τρό του κι ἦσαν ἑκα­τόν σα­ράν­τα ἑπτά οἱ ταυ­ρο­μά­χοι πού τόν συ­νό­δευ­σαν στό κοι­μη­τή­ριο, ὅπου τόν ἔθα­ψαν δί­πλα στόν τά­φο τοῦ Χο­σε­λί­το. Με­τά τήν κη­δεία ὅλοι κά­θι­σαν στά κα­φέ ἔξω στή βρο­χή καί πολ­λές ἔγ­χρω­μες εἰ­κό­νες τοῦ Μα­έ­ρα που­λή­θη­καν σέ ἄν­τρες, οἱ ὁποῖ­οι τίς δί­πλω­ναν καί τίς ἔβα­ζαν στίς τσέ­πες τους.


Σημ.τ.μ.:
(1) Τὸ Forum ἦταν ἕνα ἀμε­ρι­κα­νι­κὸ πε­ριο­δι­κὸ ποὺ ἰδρύ­θη­κε τὸ 1885 ἀπὸ τὸν Isaac Rice. Ὑπῆρ­χε μὲ διάφο­ρα ὀνόμα­τα καὶ μορ­φὲς μέ­χρι ποὺ στα­μά­τη­σε νὰ ἐκ­δί­δε­ται τὸ 1950. Ἐκ­δι­δό­ταν στὴ Νέα Ὑὸρ­κη καὶ ἡ πιὸ ἀξιο­ση­μεί­ωτη μορ­φή του (1885 ἕως 1902) βα­σι­ζό­ταν σὲ σύμ­πό­σια. Ἂλ­λες φορές, δη­μο­σί­ευε μυ­θι­στο­ρή­μα­τα καὶ ποί­η­ση, καὶ δη­μο­σί­ευε ἄρ­θρα ποὺ πα­ρή­γα­γαν οἱ ἀρ­θρο­γρά­φοι τοῦ προ­σω­πι­κοῦ σὲ μο­ρφὴ «news roundup» («ση­μα­ντι­κό­τε­ρες εἰ­δή­σεις»).
(2) Ὁ Τζὰκ Μπρί­τον (14 Ὄκτω­βρί­ου 1885 – 27 Μαρ­τί­ου 1962) ἦταν Ἄμε­ρι­κα-νὸς πυγ­μά­χος, ὁ πρῶ­τος τρεῖς φο­ρὲς παγ­κό­σμιος πρω­τα­θλη­τὴς πυγ­μα­χί-ας στὴν κα­τη­γο­ρία ἡμι­με­σαί­ων βα­ρῶν. Γεν­νη­μέ­νος ὡς Γουί­λιαμ Τζ. Μπρέ­σλιν στὸ Κλίν­τον τῆς Νέ­ας Ὑόρ­κης , ἡ ἐπαγ­γελ­μα­τι­κή του κα­ριέ­ρα δι­ήρ­κε­σε 25 χρό­νια, ξε­κι­νών­τας ἀπὸ τὸ 1905. Κα­τέ­χει τὸ παγ­κό­σμιο ρε­κὸρ γιὰ τὸν ἀριθ­μὸ τῶν 37 ἀγώ­νων τί­τλου ποὺ δό­θη­καν στὴν κα­ριέ­ρα του (18 ἀπὸ τοὺς ὁποί­ους ἔλη­ξαν χω­ρὶς ἀπο­φά­σεις), πολ­λοὶ ἐναν­τί­ον τοῦ αἰώ­­νιου ἀν­τι­πά­λου του Τὲντ “Κὶντ” Λιού­ις , ἐναν­τί­ον τοῦ ὁποί­ου ἀγω­νί­στη­κε 20 φορές.
(3) Ὁ Τζὸν Κάλβιν Κούλιτζ ἦταν Ἀμερι­κανὸς πολιτικὸς καὶ δικη­γόρος, ποὺ ὑπηρέ­τησε ὡς ὁ 30ος Πρό­εδρος τῶν Ἡνω­μένων Πολι­τειῶν ἀπὸ τὸ 1923 ἕως τὸ 1929. Ἦ­ταν μέ­λος τοῦ Ρε­που­μπλι­κανι­κοῦ Κόμ­ματος.
(4) Ὁ Χὲν­ρι Τζάκ­σον βὰν Ντάϊκ Τζοῦ­νιορ (10 Νο­εμ­βρί­ου 1852 – 10 Ἀπρι­λί­ου 1933) ἦταν Ἀμε­ρι­κα­νὸς συγ­γρα­φέ­ας, ἐκ­παι­δευ­τι­κός, δι­πλω­μά­της καὶ κλή­ρι­κὸς τῆς Πρε­σβυ­τε­ρια­νῆς Ἐκ­κλη­σί­ας.
(5) Ὁ William Lawrence Stribling Jr., γνω­στὸς ὡς Young Stribling, ἦταν ἕνας Ἀμε­ρι­κα­νὸς ἐπαγ­γελ­μα­τί­ας πυγ­μά­χος ποὺ πά­λε­ψε ἀπὸ τὶς κα­τη­γο­ρί­ες φτε­ροῦ ἕως βα­ρέ­ων βα­ρῶν. Ὁ ἀγώ­νας του τὸ 1931 ἐναν­τί­ον τοῦ Μὰξ Σμέ­λινγκ γιὰ τὸ παγ­κό­σμιο πρω­τά­θλη­μα βα­ρέ­ων βα­ρῶν τοῦ Σμέλινγκ ὀνο­μά­στη­κε ἀγώ­νας τῆς χρο­νιᾶς ἀπὸ τὸ πε­ριο­δι­κὸ Ring.
(6) Ἡ Μπέτσι Ρος (Betsy Ross, γεννημένη Elizabeth Griscom, 1752-1836) εἶναι ἡ Ἀμερι­κα­νίδα μοδίστρα ποὺ συνδέ­εται μὲ τὴ δημι­ουργία τῆς πρώ­­της ἀ­μερικα­νικῆς «σημαίας» – μιᾶς ἱστορίας ποὺ ἔχει ἀ­μφι­σβη­τηθεῖ ἀπὸ τοὺς ἱστο­ρι­κούς, ἀλλὰ ἔχει κα­θιερω­θεῖ ὡς ἐθνικὸς μύθος.
(7) Ἡ Ποκαχό­ντας (Poca­hontas, πραγματικὸ ὄνομα: Amonute, γνωστὴ καὶ ὡς Ματοάκα, 1596 – Μάρτιος 1617) ἦταν Ἰνδιάνα ἀπὸ τὴ Βιρτζί­νια, ποὺ ἀνῆκε στὴ φυλὴ τῶν Ποου­χατάν καὶ ἐκ­χρι­στι­ανί­στηκε.
(8) Ὁ ταυ­ρο­­μά­χος Μα­νουέλ Γκαρ­θία Μα­έ­ρα τὸ 1924 συμ­με­τεῖ­χε σὲ 56 ἀγῶ­νες καὶ κέρ­δι­σε τὸ χρυ­σὸ αὐ­τὶ στὴν ταυ­ρο­μα­χία τοῦ Press Association στὴ Μα­δρί­τη, καὶ στὶς 11 Δε­κεμ­βρί­ου τοῦ ἴδιου ἔτους πέ­θα­νε στὴ Σε­βίλ­λη ἀπὸ πνευ­μο­νι­κὴ ἐπι­πλο­κὴ ποὺ προ­κλήθη­κε ἀπὸ γρί­πη. Ὁ «Μα­έ­ρα» πα­ρα­μέ­νει μιὰ τρα­γι­κὴ μορφὴ στὶς ταυ­ρο­μα­χί­ες καὶ μιὰ ἀπὸ τὶς πιὸ πα­ρά­ξε­νες φι­γοῦ­ρες τῆς λὰ φιέ­στα. Ὁ Χέ­μιν­γουέϊ τὸν ἐπαί­νε­σε στὸ «Θά­να­τος τὸ ἀπό­γευ­μα» καὶ ὁ Μπάρ­ναμ­πι Κόν­ραντ ἔκα­νε τὸ ἴδιο στὸ «Πῶς νὰ πο­λε­μή­σεις ἕναν ταῦρο».

Image


Πη­γή: Short Stories.com

https://short-stories.co/@ernesthemingway/banal-story-473l2r30zm2j

Ἡ «Συ­νη­θι­σμέ­νη Ἱστο­ρία» εἶ­ναι μιά σύν­το­μη πα­ρω­δία πού ἔγρα­ψε ὁ Ἔρ­νεστ Χέ­μιν­γουεϊ καί πρω­το­δη­μο­σιεύ­τη­κε στό τεῦ­χος τῆς Ἄνοι­ξης/Κα­λο­και­ριοῦ τοῦ The Little Review τό 1926 καί τήν ἑπό­με­νη χρο­νιά στή συλ­λο­γή Men Without Women.

Ἔρ­νεστ Χέ­μιν­γουέϊ (Ernest Hemingway, 1899-1961): Ὁ Ἔρ­νεστ Χέ­μιν­γουέϊ ὑπῆρ­ξε ἕνας ἀπό τούς ση­μαν­τι­κό­τε­ρους πε­ζο­γρά­φους τοῦ 20οῦ αἰ­ώ­να, βρα­βευ­μέ­νος μέ τό βρα­βεῖο Νό­μπελ (1954). Τό ἔρ­γο του ἐπη­ρέ­α­σε καί συ­νε­χί­ζει νά ἐπη­ρε­ά­ζει ἀνα­ρίθ­μη­τους συγ­γρα­φεῖς τό­σο στή γε­νέ­τει­ρά του, τίς ΗΠΑ, ὅσο καί στόν ὑπό­λοι­πο κό­σμο. Ὁρι­σμέ­να ἀπό τά γνω­στό­τε­ρα μυ­θι­στο­ρή­μα­τά του εἶ­ναι Ὁ Γέ­ρος καί ἡ θά­λασ­σα (The old man and the sea, 1951), Ἀπο­χαι­ρε­τι­σμός στά ὅπλα (A farewell to arms, 1929), Γιά ποιόν χτυ­πᾶ ἡ καμ­πά­να (For whom the bell tolls, 1940), Ὁ ἥλιος ἀνα­τέλ­λει ξα­νά (The sun also rises, 1926) κ.ἄ. Με­γά­λο μέ­ρος τοῦ ἔρ­γου του ἔχει με­τα­φρα­στεῖ στά ἑλ­λη­νι­κά. Δεῖτε καί τό ἀ­φιέ­ρω­μα τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου μας στόν συγ­γρα­φέα πού ἐ­πι­με­λή­θη­κε ἡ Να­τά­σα Κε­σμέ­τη.

Με­τά­φρα­ση ἀπό τά ἀγ­γλι­κά:

Να­τά­σα Ζα­χα­ρο­πού­λου (1961): Σπού­δα­σε Δη­μο­σιο­γρα­φία. Πρω­το­εμ­φα­νί­στη­κε μέ τή συλ­λο­γή ποι­η­μά­των Νά σ’ ἔχω (1995) καί τή συλ­λο­γή δι­η­γη­μά­των Κι ἄς μέ τα­ξι­δεύ­εις ὅπου (1995). Τε­λευ­ταῖα της βι­βλία: Πρό­σω­πα στό Νε­ρό (Μυ­θι­στό­ρη­μα, 2013) & Πε­τών­τας μ’ ἕνα drone (Δι­η­γή­μα­τα, 2019). Ποι­ή­μα­τα, δι­η­γή­μα­τα καί με­τα­φρά­σεις της δη­μο­σιεύ­ον­ται σέ ἔν­τυ­πα καί ἠλε­κτρο­νι­κά πε­ριο­δι­κά.

Εἰκόνα: Tὸ τεῦ­χος τῆς Ἄνοι­ξης/Κα­λο­και­ριοῦ τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ The Lit­tle Re­view τὸ 1926 ὅπου δημοσιεύτηκε τὸ παρὸν διήγημα τοῦ Χέμινγουέϊ.

Ση­μαν­τι­κὴ ἐ­νη­μέ­ρω­ση γιὰ τὴν πο­ρεί­α τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου: Δεῖ­τε ἐ­δῶ: Γιάν­νης Πα­τί­λης: Πλα­νό­δι­ον – Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζάι. Στρο­φή .



		

	

Μπού­λη Ἀν­δρε­ά­δου: Τὸ τσιγάρο


Image


Μπού­λη Ἀν­δρε­ά­δου


Τὸ τσιγάρο


Η ΜΑΜΑ ΜΟΥ δὲν μὲ ἔβλε­πε πιά. Κοι­τοῦ­σε μό­νο τὰ μαῦ­ρα νε­ρὰ τῆς λί­μνης καὶ τὰ μά­τια της σκο­τεί­νια­ζαν. Οἱ ἄν­θρω­ποι τοῦ χω­ριοῦ εἶ­χαν βγά­λει τυ­λιγ­μέ­νο μὲ φύ­κια τὸ κορ­μὶ τοῦ ἀδελ­φοῦ μου.

       Ἀπὸ τό­τε ἡ μη­τέ­ρα κα­θό­ταν σὲ μιὰ πο­λυ­θρό­να μπρο­στὰ στὸ πα­ρά­θυ­ρο ποὺ κοι­τοῦ­σε στὴ λί­μνη. Ἄνα­βε τὸ ἕνα τσι­γά­ρο πί­σω ἀπὸ τὸ ἄλ­λο. Φο­ροῦ­σε ἕνα μα­κρὺ ἄσπρο φου­στά­νι ἀπὸ χον­τρὸ ὕφα­σμα ποὺ εἶ­χε δύο με­γά­λες τσέ­πες. Τὰ βρά­δια ἔκα­νε βόλ­τες γύ­ρω ἀπὸ τὴ λί­μνη καὶ γέ­μι­ζε τὶς τσέ­πες μὲ πέ­τρες.

       Κά­ποια μέ­ρα δὲν ξα­να­γύ­ρι­σε. Τό­τε ἄρ­χι­σα ἐγὼ νὰ περ­πα­τάω στὴν ὄχθη.

       Ὅταν ἡ ὁμί­χλη σκέ­πα­ζε τὰ πάν­τα καὶ ἡ νύ­χτα ἦταν μαύ­ρη καὶ ἀφέγ­γα­ρη, ἔβλε­πα τὸ χέ­ρι της λευ­κό, σὰν λαι­μὸ κύ­κνου, νὰ ξε­προ­βάλ­λει στὴν ἐπι­φά­νεια κρα­τών­τας ἕνα τσι­γά­ρο. Ἄνα­βα τό­τε κι ἐγὼ ἕνα. Κα­πνί­ζα­με ἔτσι μα­ζὶ μέ­σα στὴ σιω­πή.


Image


Πηγή: Ἀ­πὸ τὴν συλ­λο­γὴ Ἡ ἀ­γε­λά­δα τοῦ γεί­το­να (Μι­κρο­δι­η­γή­μα­τα, ἐκδ. ΑΩ, 2023).

 

Μπού­λη Ἀν­δρε­ά­δου (Ἀ­θή­να, 1939). Συμ­μετεῖ­χε στὶς ἀν­θο­λο­γί­ες Φλέ­βες Γρα­φῆς (ἐκδ. Ρώ­μη, 2019) καὶ Γράμ­μα ἀ­πὸ μιὰ ἄλ­λη Ή­πει­ρο (ἐκδ. Ρώ­μη, 2022). Δι­η­γή­μα­τα καὶ ποι­ή­μα­τά της ἔ­χουν δη­μο­σιευ­τεῖ σὲ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά.

Ση­μαν­τι­κὴ ἐ­νη­με­ρω­ση γιὰ τὴν πο­ρεί­α τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου: Δεῖ­τε ἐ­δῶ: Γιάν­νης Πα­τί­λης: Πλα­νό­δι­ον – Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζάι. Στρο­φή .



		

	
Design a site like this with WordPress.com
Ξεκινῆστε