Κυριακή την πρώτη του Νοέμβρη
Δύο χιλιάδες είκοσι ο χρόνος
Τίποτα αλλιώτικο δεν φέρει
Νίκη ουράνια, μαγείας κλώνος
Ας μιλήσουμε λοιπόν ευθύς
Για το σύγχρονο επίγειο θαύμα
Που κανένας και καμιά δεν είδε
Μα σ’ όλους γιάτρεψε το τραύμα.
«Θεία» κοινωνία τ’ όνομά του
Με το ίδιο κουταλάκι πίνεται
Γιατρειά για κάθε πανδημία
Αμαρτία άδικα να χύνεται.
Ξέρω πως εγώ δεν θα σωθώ
Με τούτα ανίερα λόγια που μιλώ
Ας κάνει κάποιος να τιμωρηθώ
κι άρρωστος να πέσω να κρεβατωθώ!
Στην εκκλησία τότε να διαβώ
Σαν αμαρτωλός να κοινωνήσω
Αμέσως μαγικά να γιατρευτώ
Κι άλλους πιστούς ποτέ να μην κολλήσω.
Μον’ φοβάμαι πώς όταν θα το πω
Σε θύρα εκκλησιάς οταν βρεθώ
«Άρρωστος είμαι, έσφαλλα θαρρώ
Θαύμα τώρα σας ζητώ, αφήστε με να μπω!»
Στο κατώφλι άπραγος θα μείνω,
Με φόβο μακριά θα εκδιωχθώ.
Μα δεν αλλάζουν έτσι οι άνθρωποι
Φαντασίες δόγματα σωρό.
Πάντα λογικής κρασί θα πίνω
Και θαύμα ποτέ μου ας μην δω.

