Κείμενο που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα La Cause du peuple-J'accuse 29, 15 Οκτωβρίου 1972, αναδημοσιευμένο στα αγγλικά στην επιθεώρηση Sartre Studies International 9. Ο Jean-Paul Sartre (1905-1980) ήταν φιλόσοφος, συγγραφέας, λογοτεχνικός κριτικός και πολιτικός ακτιβιστής. Μετάφραση Δημήτρης Πλαστήρας Όσοι αναγνωρίζουν την κυριαρχία του ισραηλινού κράτους και πιστεύουν επίσης πως οι Παλαιστίνιοι για τους ίδιους λόγους έχουν … Συνεχίστε την ανάγνωση Jean-Paul Sartre: Για το Μόναχο
Jean Baudrillard: Ομοιώματα και Επιστημονική Φαντασίωση
Ίσως η επιστημονική φαντασία αυτής της εποχής της κυβερνητικής και της υπερπραγματικότητας να μπορεί μόνο να επιχειρήσει να αναστήσει «τεχνητά» τους «ιστορικούς» κόσμους του παρελθόντος, προσπαθώντας να ανακατασκευάσει in vitro και μέχρι την παραμικρή λεπτομέρεια τα διάφορα επεισόδια των περασμένων ημερών: γεγονότα, πρόσωπα, ξεπερασμένες ιδεολογίες – όλα πλέον κενά από νόημα και από την αρχική τους ουσία, αλλά υπνωτικά με αναδρομική αλήθεια. Όπως ο Εμφύλιος Πόλεμος στο The Simulacra του Philip K. Dick· όπως ένα γιγαντιαίο τρισδιάστατο ολόγραμμα, όπου η μυθοπλασία δεν θα είναι ποτέ ξανά ένας καθρέφτης που αντικατοπτρίζει το μέλλον, αλλά μάλλον μια απελπισμένη ψευδαίσθηση του παρελθόντος. Δεν μπορούμε πλέον να φανταστούμε άλλα σύμπαντα· και το δώρο της υπερβατικότητας έχει και αυτό αφαιρεθεί από εμάς. Η κλασική επιστημονική φαντασία ήταν η φαντασία των επεκτεινόμενων συμπάντων: βρήκε την αποστολή της σε αφηγήσεις διαστημικής εξερεύνησης, σε συνδυασμό με πιο γήινες μορφές εξερεύνησης και αποίκισης, χαρακτηριστικές του 19ου και του 20ου αιώνα. Δεν υπάρχει εδώ καμία σχέση αίτιου και αιτιατού. Όχι απλώς επειδή, σήμερα, ο γήινος χώρος έχει σχεδόν πλήρως κωδικοποιηθεί, χαρτογραφηθεί, καταγραφεί, κορεστεί· έχει, κατά κάποιο τρόπο, συρρικνωθεί από την παγκοσμιοποίηση· έχει μετατραπεί σε μια συλλογική αγορά όχι μόνο για προϊόντα αλλά και για αξίες, σύμβολα και πρότυπα, μην αφήνοντας με το τρόπο αυτό κανένα περιθώριο για το φανταστικό. Δεν είναι ακριβώς εξαιτίας όλων αυτών που το εξερευνητικό σύμπαν (τεχνικό, νοητικό, κοσμικό) της επιστημονικής φαντασίας έχει πάψει να λειτουργεί. Αλλά τα δύο φαινόμενα είναι στενά συνδεδεμένα, και αποτελούν δύο πτυχές της ίδιας γενικής εξελικτικής διαδικασίας: μια περίοδο εσωτερικής κατάρρευσης, μετά από αιώνες έκρηξης και επέκτασης. Όταν ένα σύστημα φτάνει στα όριά του, στο δικό του σημείο κορεσμού, αρχίζει να λαμβάνει χώρα μια αντιστροφή. Και κάτι συμβαίνει επίσης και στη φαντασία.
Mohammed A. Bamyeh: Η Λύση του Μη-Κράτους στη Παλαιστίνη
Η λύση του «μη-κράτους» μπορεί να μοιάζει επίσης απρόσιτη, ακόμη και αδιανόητη. Ωστόσο, οι ριζοσπαστικές ιδέες έχουν την τάση να βρίσκουν απήχηση όταν οι «ρεαλιστικές» προσεγγίσεις αποδεικνύονται φαντασιώσεις, κάτι που ίσχυε ήδη ακόμη και πριν από τον σημερινό πόλεμο. Ο «ρεαλισμός», δηλαδή η λειτουργία εντός των ορίων του φαινομενικά εφικτού, στην περίπτωση αυτή έχει οδηγήσει ξανά και ξανά σε αδιέξοδο. Η ιδέα του «μη-κράτους» έρχεται έτσι αντιμέτωπη με τον κλειστό ορίζοντα και των δύο: μιας ανυπόφορης, γενοκτονικής πραγματικότητας· και της αδυναμίας του παραδοσιακού «ρεαλισμού» να οδηγήσει οπουδήποτε αλλού εκτός από το ίδιο αδιαπέραστο τείχος. Αποτελεί το «μη-κράτος» μια ρεαλιστική πρόταση; Εδώ πρέπει να έχουμε κατά νου πως νέες πραγματικότητες συχνά δημιουργούνται από όσους ήταν αποφασισμένοι να αγνοήσουν την υπάρχουσα πραγματικότητα. Στα πρώτα του βήματα, ο σιωνισμός δεν έμοιαζε να είναι ρεαλιστικό σχέδιο· ούτε και τα διάφορα κύματα παλαιστινιακής αντίστασης εναντίον του. Και σε παγκόσμια κλίμακα, τα επιτυχημένα επαναστατικά κινήματα καθ’ όλη τη διάρκεια του 20ου αιώνα συχνά σχηματίζονταν και καθοδηγούνταν από προσωπικότητες που δεν νοιάζονταν για τον «ρεαλισμό», για τον οποίο θεωρούσαν πως συνεπάγεται την εργασία εντός των ορίων ενός φρικτού status quo. Ωστόσο, οι εκκλήσεις για επαναστατικές λύσεις συνήθως εμφανίζονται σε καταστάσεις που έχουν φθάσει σε τέτοιο σημείο ώστε να οδηγούν στην ριζοσπαστική απόρριψη μιας ανυπόφορης πραγματικότητας και ενός άχρηστου ρεαλισμού.
Tess Owen: Το Περιθωριακό Κίνημα του MAGA Κομμουνισμού
Τα τελευταία χρόνια, μια τάση που αυτοχαρακτηρίζεται ως πολιτικό κίνημα, που φαινομενικά μοιάζει σαν αντίφαση όρων κερδίζει έδαφος στο διαδίκτυο: ο λεγόμενος «MAGA Κομμουνισμός». Προωθείται από δύο από τους πιο εξέχοντες εκπροσώπους του, τον Haz Al-Din, 27 ετών, και τον Jackson Hinkle, 24 ετών, ο MAGA Κομμουνισμός είναι ένα συνονθύλευμα ιδεών που μπορεί να φαίνονται άσχετες μεταξύ τους – από την πίστη στην ικανότητα των οπαδών του Donald Trump να αρπάξουν την εξουσία από τις «παγκόσμιες ελίτ» ως την έμφαση στην ανδρική «τιμή», τον θαυμασμό για τον Vladimir Putin και την υποστήριξη για την απελευθέρωση της Παλαιστίνης. Και οι δύο έχουν αποκλειστεί ξανά και ξανά από πλατφόρμες κοινωνικών μέσων για τη διάχυση παραπληροφόρησης. Ο Hinkle, για παράδειγμα, αποκλείστηκε από το Instagram στις αρχές της χρονιάς (ΣτΜ: 2024) – λίγο μετά την ισχυρισμό του σε μια σειρά αναρτήσεων πως η Ουκρανία βρισκόταν πίσω από την τρομοκρατική επίθεση σε μια αίθουσα συναυλιών στη Μόσχα, παρά το γεγονός πως το Ισλαμικό Κράτος ανέλαβε την ευθύνη για την ενέργεια. Ο Hinkle και ο Al-Din χλευάζονται από τους επικριτές τους ως ψευδο-διανοούμενοι, δειλοί και καιροσκόποι απατεώνες, οι οποίοι έχουν δημιουργήσει μια σκόπιμα προκλητική πολιτική θέση με σκοπό να αποσπάσουν οπαδούς από άλλες πολιτικές κοινότητες με μεγάλη παρουσία στο διαδίκτυο.
Rhys Richards: Αίμα Στα Δοκάρια
Τον Ιανουάριο του 1978, δύο άνδρες που ονομάζονταν Bram Vermeulen και ο Freek de Jonge, συναντήθηκαν στο Schiller Café, στο Άμστερνταμ. Οι δυο Ολλανδοί συμμετείχαν σε ένα εναλλακτικό νούμερο καμπαρέ με το όνομα Neerlands Hoop, που εστίαζε στον κοινωνικό και πολιτικό σχολιασμό. Ο Freek de Jonge είχε μια επαφή στην Διεθνή Αμνηστία, η οποία συγκέντρωνε στοιχεία για παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων από τη στρατιωτική χούντα στην Αργεντινή. Εκείνο το απόγευμα, οι δύο άνδρες ορκίστηκαν πως εστίαζαν την τέχνη τους στο να κάνουν ό,τι ήταν δυνατόν για να φέρουν στο φως τις φρικαλεότητες που γίνονταν στην Αργεντινή. Μαζί με τη Διεθνή Αμνηστία και με την υποστήριξη των Νέων Σοσιαλιστών στην Ολλανδία, ο De Jonge και ο Vermeulen έκαναν τη δήλωσή τους: «Θα οργανώσουμε αντίσταση και θα την φτάσουμε στα άκρα, η Ολλανδία δεν θα πάει στο Παγκόσμιο Κύπελλο». Η εκστρατεία για το μποϊκοτάζ ξεκίνησε το ίδιο εκείνο απόγευμα στο Άμστερνταμ και θα εξαπλωνόταν σε όλη την Ολλανδία καθώς οι Neerlands Hoop θα περιόδευαν στη χώρα διαδίδοντας το μήνυμά τους. Οι παραστάσεις τους επικεντρώνονταν στα εγκλήματα της δικτατορίας στην Αργεντινή και στη χρήση του Παγκοσμίου Κυπέλλου ως εγχείρημα «αθλητικού ξεπλύματος», που στη διάρκεια του ο στρατός θα χρησιμοποιούσε το τουρνουά ως μέσο για την βελτίωση της εικόνας του και για να κρύψει τις παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων κάτω από το χαλί. Ο τίτλος της παράστασής τους ήταν Blood on the Crossbar (Bloed aan de Paal), αναδεικνύοντας την ευθύνη του ποδοσφαίρου για τις φρικαλεότητες που συνέβαιναν στην Αργεντινή. Κατά τη διάρκεια της παράστασής τους, το συγκρότημα εμφανιζόταν με φόντο ένα αλλαγμένο λογότυπο του Παγκοσμίου Κυπέλλου, τοποθετώντας ένα κρανίο ανάμεσα στα μπλε κύματα. Το μήνυμα ήταν σαφές: το τουρνουά δεν μπορούσε να διαχωριστεί από την αιματοχυσία, και η συμμετοχή στο τουρνουά ισοδυναμούσε με στήριξη προς τη δικτατορία και τα εγκλήματα της.
André Prudhommeaux: Αναρχισμός, Εθνικοί και Ταξικοί Αγώνες
Ο αναρχισμός δεν μπορεί να ταυτιστεί με κανένα εθνικό ή ταξικό σκοπό, κανέναν ομαδικό μεσσιανισμό, καμία από τις θρησκείες όπου η κοινωνική εξουσία, σε αντίθεση με τα άτομα, λατρεύεται σαν μια υπεράνθρωπη και εν συντομία υπερ-ατομική οντότητα που ενσαρκώνεται σε κάθε πολίτη-ψηφοφόρο ή απονέμεται στο πρόσωπο ενός ηγέτη. Η μεθοδολογική κριτική αυτής της αλλοτρίωσης αντιπροσωπεύει την ίδια την ουσία του αναρχισμού, ως άμεση άσκηση της ατομικής δύναμης και της ελεύθερης συνεργασίας πέρα από οποιοδήποτε συλλογικό κηρύγμα. Στόχος του είναι να απελευθερώσει τον πραγματικό, από σάρκα και οστά, άνθρωπο από τη θεωρητική και πρακτική στενότητα των ταξικών του συνθηκών και να τον οδηγήσει στην υιοθέτηση μιας αντικειμενικής άποψης για τις δικές του συνθήκες και για εκείνες των άλλων ανθρώπων, απαλλαγμένη από οποιαδήποτε συναισθηματική παραμόρφωση που δημιουργείται από το φόβο ή τη αγανάκτηση. Ο αναρχισμός επιδιώκει να λειτουργήσει ως πρωτοπόρος – όχι μέσω της δημιουργίας μιας ομοιόμορφης κοινωνίας όπου μια ποικιλία πολιτισμών, γλωσσών, επαγγελμάτων ή ειδικοτήτων θα συγχωνευόταν σε μια γενική ισοπέδωση, αλλά μέσω ενός κόσμου χωρίς σύνορα όπου κάθε ατομικό και διαπροσωπικό χαρακτηριστικό θα μπορεί να λειτουργεί ελεύθερα και χωρίς τριβές σε ένα πλαίσιο ανοχής και ευρείας μίμησης. Ακόμη και αν δεν μπορούν να μετατρέψουν αυτό το όνειρο σε μια οικουμενική πραγματικότητα στο σύνολό του, οι αναρχικοί είναι τουλάχιστον σε θέση να του προσδώσουν κάποια μορφή παρούσας συνέπειας μέσω της δικής τους λογικής συμπεριφοράς και της συστηματικής επικύρωσης συμπεριφορών που συνάδουν με τη δική τους και αναδύονται αυθόρμητα σε κάθε χώρα και πλαίσιο.
Emma Goldman: Πολεμική Ετοιμότητα, ο Δρόμος Προς τη Σφαγή
Από την αρχή της λαίλαπας στην Ευρώπη, σχεδόν ολόκληρο το ανθρώπινο γένος έχει εκπέσει φονική αγκαλιά της πολεμικής αναισθησίας, εξουθενωμένο από τους στροβιλιζόμενους, πυκνούς ατμούς ενός χλωροφορμίου ποτισμένου με αίμα, που έχει θολώσει την όραση του και έχει παραλύσει την καρδιά του. Στην πραγματικότητα, με εξαίρεση κάποιες πρωτόγονες φυλές, που δεν γνωρίζουν τίποτα για τη χριστιανική θρησκεία ή την αδελφική αγάπη, και που επίσης δεν γνωρίζουν τίποτα γύρω από θωρηκτά, υποβρύχια, κατασκευή πυρομαχικών και πολεμικά δάνεια, όλη η υπόλοιπη ανθρωπότητα βρίσκεται υπό αυτή την τρομερή νάρκη. Ο ανθρώπινος νους μοιάζει να έχει συνείδηση μόνο για ένα πράγμα, τη δολοφονική κερδοσκοπία. Ολόκληρος ο πολιτισμός μας, ολόκληρη η κουλτούρα μας εστιάζει στην παρανοϊκή απαίτηση για τα πιο τελειοποιημένα μέσα σφαγής. Πυρομαχικά! Πυρομαχικά! Ω, Κύριε, εσύ που κυβερνάς τον ουρανό και τη γη, εσύ Θεέ της αγάπης, του ελέους και της δικαιοσύνης, δώσε μας αρκετά πυρομαχικά για να καταστρέψουμε τον εχθρό μας. Αυτή είναι η προσευχή που ανεβαίνει καθημερινά στον χριστιανικό ουρανό. Ακριβώς όπως τα βόδια, πανικόβλητα μπροστά στη φωτιά, ρίχνονται μέσα στις ίδιες τις φλόγες, έτσι και όλοι οι λαοί της Ευρώπης έχουν πέσει ο ένας πάνω στον άλλο στις καταστροφικές φλόγες της πολεμικής φρενίτιδας, και η Αμερική, ωθημένη στο χείλος του γκρεμού από αδίστακτους πολιτικούς, από φωνακλάδες δημαγωγούς και από πολεμικούς καρχαρίες, προετοιμάζεται για το ίδιο φοβερό εγχείρημα. Μπροστά σε αυτή την επικείμενη καταστροφή, επιβάλλεται οι άνδρες και οι γυναίκες που δεν έχουν ακόμη κυριευτεί από την πολεμική τρέλα να υψώσουν τη φωνή της διαμαρτυρίας τους, να στρέψουν την προσοχή του λαού στο έγκλημα και την ατιμία που πρόκειται να διαπραχθούν εναντίον του.
Christos Marneros: ΜΓΔ, Η Μορφή του Μπάτσου στους Αναρχικούς Στίχους του Ελληνικού Punk
Είναι η punk μουσική και (υπο)κουλτούρα αναρχική; Και τι ισχύει ειδικότερα για την ελληνική punk σκηνή; Στο διεθνές πλαίσιο υπήρχε, και ίσως εξακολουθεί να υπάρχει, μια σαφής διαχωριστική γραμμή που χωρίζει τα punk συγκροτήματα και υποκουλτούρα από οποιαδήποτε μορφή θεωρητικής ή ιδεολογικής θέσης. Σε αυτό το βαθμό, οι πανκς, τουλάχιστον εκείνοι της «πρώτης γενιάς», τοποθετούνται σε μια θέση που βρίσκεται πέρα από οποιαδήποτε μορφή «ισμού». Όπως σημειώνει ο Mark Wetherington, «η διεξοδική ανάλυση δείχνει πως η πλειοψηφία των πιο γνωστών συγκροτημάτων και οργανώσεων που σχετίζονται με το punk κίνημα, τόσο στο παρελθόν όσο και στο παρόν, δεν ήταν στενά ή γνήσια συνδεδεμένα με την αντιεξουσιαστική πολιτική». Υιοθετώντας μια παρόμοια προσέγγιση, στην πρωτοποριακή του έρευνα για τις ρίζες της ελληνικής σκηνής από το 1979 και την εξέλιξή της έως το 2013, ο Γιάννης Ν. Κολοβός κάνει σαφή διάκριση μεταξύ της πολιτικής στάσης των πανκς (ή, καλύτερα, της αντιπολιτικής τους στάσης) και των λεγόμενων πολιτικά «ώριμων», θεωρητικά τεκμηριωμένων θέσεων των αναρχικών κύκλων. Πιο συγκεκριμένα, όταν αναλύει τη «δημογραφική» σύνθεση και τις διαφορετικές ομάδες ανθρώπων που κατοικούν (ή κατοικούσαν) στην περιοχή των Εξαρχείων, λέει πως «βλέπουμε την εμφάνιση όλων των υποκειμενικοτήτων, οι οποίες εξέφραζαν το πνεύμα της υποκουλτούρας των προηγούμενων δεκαετιών και οι οποίες, πιθανώς, διαμορφώθηκαν και θεμελιώθηκαν σε καλλιτεχνικές βάσεις, περιστρεφόμενες γύρω από ‘έναν αφηρημένο και πολιτικά μη απειλητικό αναρχισμό’». Αυτή η μορφή αναρχισμού, όπως εξηγεί ο Κολοβός, πρέπει να διακριθεί από τις αναρχικές οργανώσεις της περιοχής «οι οποίες είχαν διαμορφώσει μια σαφή και συγκεκριμένη πολιτική ταυτότητα μέσω της οποίας έδιναν μορφή σε μια πραξεολογική τακτική» αντίστασης ενάντια στο ελληνικό έθνος και την ψευδο-συναινετική, ψευδο-προοδευτική (στην πραγματικότητα υπερσυντηρητική και αντιδραστική) πολιτική του. Για να το εξηγήσω, αυτός ο πραξεολογικός τρόπος αντίστασης δείχνει πως οι αναρχικοί πυρήνες των Εξαρχείων συναντιόνταν συνειδητά, συζητούσαν και αποφάσιζαν για τους τρόπους συνεργασίας και αντίστασης ενάντια στο κράτος και τους θεσμούς του. Ωστόσο, παρά τις διαφορές και διακρίσεις αυτές, πιστεύω πως η (ελληνική) punk υποκουλτούρα έχει «έναν άρρηκτο δεσμό» με ένα αναρχικό ήθος αντίστασης ενάντια στις ιεραρχικές δομές της κρατικής πολιτικής και τις νόρμες της κυρίαρχης κοινωνίας. Με τον όρο ήθος, αναφέρομαι σε έναν τρόπο ζωής που περιβάλλει όλες τις πτυχές της ύπαρξής μας, με την έννοια πως καθορίζει τον τρόπο ύπαρξης, σκέψης και δράσης μας, συμπεριλαμβανομένων των τρόπων με τους οποίους κάνουμε με την πολιτική. Ένα τέτοιου είδους ήθος είναι εμφανές ακόμη και στις πολλές περιπτώσεις όπου ο λόγος του punk δεν επηρεάζεται άμεσα από αναρχικές θεωρίες, ούτε με τη μορφή αναφορών σε κάποιον θεωρητικό του αναρχισμού ούτε μέσω οποιασδήποτε ρητής ταύτισης με κάποια αναρχική ομάδα ή σχολή σκέψης. Γίνεται εδώ διάκριση μεταξύ «αναρχίας» και «αναρχισμού» ώστε να διακριθεί η πολιτική σκέψη των αναρχικών οργανώσεων, ακτιβιστών και στοχαστών (που στο παρόν κείμενο θεωρώ κομμάτι του «αναρχισμού») και το ήθος της αντίστασης που καλλιεργούν οι μουσικοί του punk χωρίς να ανήκουν απαραίτητα σε κάποια αναρχική συλλογικότητα ή να υιοθετούν τις θεωρίες συγκεκριμένων αναρχικών στοχαστών, το οποίο ονομάζω «αναρχικό». Αυτού του είδους το ήθος είναι αναρχικό επειδή αμφισβητεί, αποπροσανατολίζει και χλευάζει τις ιεραρχικές δομές και πολιτική του κράτους και της κυρίαρχης κοινωνίας. Ένα παράδειγμα της δύναμης αυτής της σχέσης με την ελληνική punk υποκουλτούρα (και αντικουλτούρα) βρίσκεται στους στίχους των Ελλήνων μουσικών του punk. Η θεματολογία περιστρέφεται γύρω από ένα ήθος αντίστασης ενάντια στον ασφυκτικό συντηρητισμό της ελληνικής κοινωνίας, ενάντια στην εξουσία του κράτους, της οικογένειας, της Εκκλησίας, της αστυνομίας και γενικά οποιουδήποτε προσπαθεί να επιβάλει τις καταπιεστικές, ιεραρχικές δομές του στους νέους. Οι στίχοι, λοιπόν, λειτουργούν συχνά ως προσωπικά «μανιφέστα» των Ελλήνων μουσικών του punk, αφηγούμενοι τις προσωπικές τους εμπειρίες από την άμεση συμμετοχή σε αναρχικές συλλογικότητες, τη συμμετοχή σε αναρχικές πολιτικούς σκοπούς και καταλήψεις, και ακόμη και τις προσωπικές ιστορίες μουσικών του punk που έγιναν μάρτυρες του φριχτού προσώπου της εξουσίας ως βασικά της θύματά, περιγράφοντας με λεπτομέρεια τις μαζικές συλλήψεις και τα κελιά των φυλακών όπου βίωσαν το βάρβαρο, φασιστικό πρόσωπο της αστυνομίας.
bell hooks: Φεμινισμός και Μιλιταρισμός
Οι υπέρμαχοι του φεμινισμού που ανησυχούν για τον μιλιταρισμό πρέπει να τονίσουν πως οι γυναίκες (ακόμη και εκείνες που έχουν παιδιά) δεν είναι εγγενώς περισσότερο στοργικές ή λιγότερο βίαιες. Πολλές γυναίκες που είναι μητέρες είναι πολύ βίαιες. Πολλές γυναίκες που είναι μητέρες, είτε μόνες τους, είτε με άνδρες, έχουν διδάξει στα αρσενικά και θηλυκά παιδιά τους να βλέπουν την μάχη και άλλες μορφές βίαιης επιθετικότητας ως αποδεκτούς τρόπους επικοινωνίας που έχουν μεγαλύτερη αξία από την τρυφερή ή στοργική αλληλεπίδραση. Παρόλο που οι γυναίκες συχνά αναλαμβάνουν έναν ρόλο φροντίδας και επιβεβαίωσης της ζωής στη σχέση τους με τους άλλους, η επιτέλεση αυτού του ρόλου δεν σημαίνει απαραίτητα πως εκτιμούν ή σέβονται αυτόν τον τρόπο σχέσης όσο μπορεί να σέβονται την καταπίεση των συναισθημάτων ή την εκδήλωση εξουσίας μέσω της βίας. Οι φεμινίστριες πρέπει να τονίσουν πως οι γυναίκες που επιλέγουν (είτε εμπνέονται από τη μητρότητα είτε όχι) να καταγγείλουν τη βία, την κυριαρχία και την απόλυτη έκφρασή της – τον πόλεμο – είναι πολιτικά σκεπτόμενες και κάνουν πολιτικές επιλογές. Αν οι γυναίκες που αντιτίθενται στον μιλιταρισμό συνεχίσουν να υπονοούν, είτε άμεσα ή έμμεσα, πως υπάρχει μια έμφυτη προδιάθεση στις γυναίκες να μισούν τη βία, κινδυνεύουν να ενισχύσουν τον ίδιο τον βιολογικό ντετερμινισμό που υπήρξε το ιδεολογικό οχυρό του αντιφεμινισμού.
Thomas Sheehan: Ιταλία, Η Δεξιά Τρομοκρατία
Μπολόνια, 2 Αυγούστου 1980. Ήταν ένα ζεστό σαββατιάτικο πρωινό, το πρώτο Σαββατοκύριακο του παραδοσιακού μήνα διακοπών των Ιταλών, και χιλιάδες παραθεριστές σπρώχνονταν μεταξύ τους πηγαινοερχόμενοι στον κεντρικό σιδηροδρομικό σταθμό της Μπολόνια. Μέσα σε εκείνο το θορυβώδες πλήθος, κάποιος σταμάτησε στη μέση της διαδρομής μεταξύ της αίθουσας αναμονής της δεύτερης θέσης και του κυλικείου, άφησε κάτω μια βαριά βαλίτσα και έφυγε γρήγορα από το σταθμό. Η βαλίτσα περιείχε πάνω από 20 κιλά εκρηκτικών, πιθανώς σταθερή νιτρογλυκερίνη, συνδεδεμένα με χρονοδιακόπτη. Στις 10:25 π.μ. ακριβώς εξερράγη, κομματιάζοντας το πλήθος, διαλύοντας τους τοίχους από οπλισμένο σκυρόδεμα και ρίχνοντας την οροφή πάνω σε εκατοντάδες πτώματα και ανθρώπινα μέλη. Στα αιματοβαμμένα χαλάσματα, σωστικά συνεργεία προσπάθησαν για πάνω από δώδεκα ώρες να βγάλουν τους νεκρούς και τους ακρωτηριασμένους από τα ερείπια. Όσο επιχειρούσαν, ένας νεαρός νεοφασίστας μπήκε σε έναν τηλεφωνικό θάλαμο στην άλλη άκρη της πόλης και κάλεσε την κορυφαία εφημερίδα της Μπολόνια. «Εδώ Ένοπλοι Επαναστατικοί Πυρήνες», είπε. «Αναλαμβάνουμε την ευθύνη για την έκρηξη στο σιδηροδρομικό σταθμό». Ο τελικός απολογισμός: ογδόντα πέντε νεκροί – ο μεγαλύτερος ένας ογδοντάχρονος άνδρας, ο μικρότερος ένα τρίχρονο παιδί – και πάνω από διακόσιοι τραυματίες.










