Οι ελληνιστικές καταβολές ενός εγκωμίου (Ο Ιωάννης Δαμασκηνός για την αγία Βαρβάρα)

Image

Ο Ιωάννης ο Δαμασκηνός, δεν έχει μόνο κοινή την ημέρα μνήμης (4 Δεκεμβρίου) με την αγία Βαρβάρα. Ο ίδιος της έγραψε κι ένα Εγκώμιο (Μαρτύριον), ακολουθώντας το μαρτυρολογικό κείμενο που είχε στη διάθεσή του, και το οποίο υπακούοντας στις συμβάσεις ενός λογοτεχνικού είδους νέων τέτοιων αγιολογικών κειμένων, περιγράφει κι αυτό τις ανακρίσεις, τα βασανιστήρια και τα μαρτύρια των αγίων κατά την περίοδο των διωγμών, ακολουθώντας κοινούς λογοτεχνικούς τόπους, όπως ανιχνεύονται μέσα στα συγκεκριμένα αυτά κείμενα. Από αυτό το βασικά πενιχρό μαρτύριο της αγίας, που επέλεξε ο Δαμασκηνός, να πλέξει το εγκώμιό του στην αγία, θα ήθελα να σταθώ σε ορισμένα ενδιαφέροντα σημεία. Φαίνεται πως πέραν των κοινών θεμάτων της ανάκρισης, των βασανιστηρίων και της εκτέλεσης του μάρτυρα, εδώ προστίθεται και το θέμα του σκληρού παιδοκτόνου, εντέλει, πατέρα και της αντίστασης των ―θεοσεβών, χριστιανών― παιδιών έναντι των ―ασεβών― γονιών τους. Ο Κάζνταν μάλιστα διερωτάται εάν το τελευταίο απηχεί παρόμοιες, πραγματικές, καταστάσεις και έγνοιες εντός του αραβικού χαλιφάτου, στο οποίο έζησε ο Δαμασκηνός συγγραφέας.

Με το που ξεκινά η αφήγηση, μαθαίνουμε πως ο πάμπλουτος (και μανιασμένος λάτρης των ειδώλων) πατέρας της Βαρβάρας Διόσκορος, κλείνει την πανέμορφη μονογενή θυγατέρα του σε πύργο ψηλό ώστε να μην μπορέσει ανθρώπου μάτι ν’ αντικρίσει την απαστράπτουσα ομορφιά της: «Πύργον οὖν ὑψηλὸν δειμάμενος ἐκεῖσε τὴν παρθένον κατέκλεισεν, ὥστε μὴ ὁρᾶσθαι αὐτὴν ὑπὸ τῶν ἀνθρώπων διὰ τὴν ἐπανθοῦσαν καὶ ἀπαστράπτουσαν τοῦ κάλλους φανότητα καὶ λαμπρότητα». Αυτή η σχετικά σπάνια αναφορά για τον εγκλεισμό της ηρωΐδας σε ψηλό πύργο συναντάται και στον βίο της Χριστίνας της Τύρου. Είναι όμως βέβαιο πως ακολουθεί παλαιότερα ίχνη από τα ελληνιστικά μυθιστορήματα. Ο εγκλεισμός της κόρης, είτε για τον έλεγχό της είτε για να αναδείξει τη συμβολική αξία της γυναίκας (ως θησαυρού, αντικειμένου), ή για να διαφυλάξει αμάλαγη κι απαραβίαστη την παρθενιά της σημειώνεται σε όλα σχεδόν τα μυθιστορήματα της Ύστερης Αρχαιότητας. Αυτό που είναι πιο σπάνια μαρτυρημένο είναι ο πύργος ως τόπος αυτού του εγκλεισμού (π.χ. σε ορισμένα χειρόγραφα του Αχιλλέα Τάτιου ―Λευκίππη καὶ Κλειτοφῶν («εἰς πύργον τινὰ ὑψηλὸν ἀνήγαγον»)―ή του Ηλιόδωρου ― Αἰθιοπικά («Κατέκλεισαν αὐτὴν εἰς πύργον ἐν τῷ ἄκρῳ τοῦ τείχους»). Στον βίο της Βαρβάρας, ο εγκλεισμός δεν δραματοποιεί την πλοκή όπως στα μυθιστορήματα, ερμηνεύει τη μύησή της όμως στον χριστιανισμό, μακριά από τις επιδράσεις του πατέρα της, χωρίς παρόλα αυτά να αναφέρεται ούτε η παραμικρή μνεία για το πώς αυτής της μύησης (μα ούτε και βάπτισή της), πράγμα εξόχως αξιοπερίεργο.

Εν πάση περιπτώσει, κατά την επερχόμενη σύγκρουση με τον πατέρα της, όταν αυτός γυμνώνει το ξίφος του κι ορμά κατεπάνω της,  με την προσευχή της αγίας το βουνό σχίζεται στα δύο, κι η αγία περνά μέσα του και βγαίνει στην αντίπερα πλευρά ενώ ο πατέρας της ανεβαίνοντας το όρος την ψάχνει. Κι όταν επιτέλους την ξετρυπώνει, την αρπάζει από τα μαλλιά και την σέρνει πάλι πίσω και την κλειδώνει σε ένα χαμόσπιτο: «δι’ εὐχῆς παρακειμένην μεγίστην πέτραν διοίξασα διὰ μέσης ταύτης πρὸς τὸ ἕτερον μέρος τοῦ ὄρους μεθώρμησεν. Ὢ τοῦ θαύματος. Πέτρα σχισθεῖσα ἐγκόλπιον τὴν ἀμνάδα εἰσδέχεται καὶ ὁ λίθων ἀναισθητότερος ταύτης πατὴρ καὶ διώκτης, μᾶλλον τῇ πωρώσει ἀπελιθοῦτο καὶ εἰς πετρώδη ἀντιτυπίαν μετήγετο. Καὶ οὐδὲ τοῦ θαύματος τὸ παράδοξον μαλάξαι τούτου δεδύνηται τῆς ψυχῆς τὸ σκληρὸν καὶ ἀπάνθρωπον, ἀλλ’ ὑπερβὰς τὸ ὄρος ταύτην ἐζήτει δι’ ἐρωτήσεως. Καὶ δὴ εὑρὼν καὶ μαστίξας, τῆς κόμης αὐτὴν ἕλκων καὶ σύρων ἀπὸ τοῦ ὄρους αὖθις ἐπάνεισι καὶ ἐν σμικρῷ τὴν μακαρίαν οἰκίσκῳ κατέκλεισεν». Αυτό το παραμυθο-μαγικο-θρησκευτικό «άνοιξε σουσάμι» (ή άνοιξε πέτρα για να μπω) εμπρός στο βουνό έλκει μάλλον την καταγωγική του ιδέα από το Πρωτευαγέλιο του Ιακώβου, όπου η Ελισάβετ ακούγοντας για τον διωγμό του Ηρώδη προσπαθεί απεγνωσμένα να κρύψει τον Ιωάννη στα ορεινά, και μη βρίσκοντας τόπο κατάλληλο παρακαλεί κι αυτή το βουνό να ανοίξει και να τους κρύψει· όπως και γίνεται: «Ἡ δὲ Ἐλισάβετ ἀκούσασα ὅτι Ἰωάννης ζητεῖται, λαβομένη αὐτὸν ἀνέβη ἐν τῇ ὀρεινῇ· καὶ περιεβλέπετο ποῦ αὐτὸν ἀποκρύψῃ, καὶ οὐκ ἔνι τόπος ἀπόκρυφος. Τότε στενάξασα Ἐλισάβετ λέγει· “Ὄρος Θεοῦ, δέξαι με μητέρα μετὰ τέκνου.” Οὐ γὰρ ἐδύνατο ἡ Ἐλισάβετ ἀναβῆναι… Καὶ παραχρῆμα ἐδιχάσθη τὸ ὄρος καὶ ἐδέξατο αὐτήν». Ταυτόχρονα παρέχει μια λαμπρή ευκαιρία στον Δαμασκηνό να ξεδιπλώσει ένα λογοπαίγνιο, γράφοντας πως ο πατέρας της ήταν  πιο αναίσθητος από τους λίθους, απολιθώθηκε από την πώρωση και πέτρωσε από την έκπληξη. (Η εικόνα του πατέρα-αφέντη που σέρνει την κόρη από τα μαλλιά παραπέμπει πάντως και στην κατοπινή σταθερή αναπαράσταση της αγίας ως λυσίκομου κόρης, με ξέπλεκα τα μαλλιά της.)

Στην πορεία, και μετά τα μαρτύρια που υφίσταται από τον ντόπιο ηγεμόνα, στον οποίο την παρέδωσε ο πατέρας της  κι αφού δεν υποκύπτει και δεν μεταβάλλει την πίστη της στον Χριστό, ο ηγεμόνας σκαρφίζεται κάτι μεταξύ δημόσιου διασυρμού, σωματικής τιμωρίας και δημόσιας πορνογραφικής ηδονοβλεψίας εν ταυτώ, κάτι ταπεινωτικό, σκανδαλιστικό, και σαδιστικό συνάμα. Διατάζει δηλαδή να περιφερθεί γυμνή σε όλη την περιφέρεια και συγχρόνως να μαστιγώνεται ανηλεώς, αυτή που ούτε ο ήλιος δεν πρόλαβε καν να χορτάσει τη θωριά της πρωτύτερα, όπως σχολιάζει ο εγκωμιαστής Ιωάννης: «κελεύει γάρ, φησίν, ὁ ἡγεμὼν γυμνὴν πομπευθῆναι αὐτὴν πᾶσαν τὴν περίχωρον ἐκείνην καὶ πληγαῖς ἀφορήτοις μαστίζεσθαι Ἴστε δὲ πάντως, ἀγαπητοί, ὅσην τὸ πρᾶγμα φέρει ταῖς παρθένοις αἰσχύνην καὶ αἰδὼ καὶ μάλιστα ταῖς κατὰ τὴν ὁσίαν ταύτην κόρην, ἧς οὐδὲ ὁ ἥλιος εἰς κόρον, ὡς εἰπεῖν, ἀπολαῦσαι δεδύνηται πρότερον. Καὶ οὐ μόνον μίαν ἀγορὰν καὶ πλατεῖαν ἢ δευτέραν περιάγειν ἠνάγκαζεν, ἀλλὰ καὶ χωρία καὶ ἄστεα καὶ δήμους ἀμείβουσαν». Μια τέτοια δημόσια διαπόμπευση ήταν χειρότερο κι από τα φρικτότερα μαρτύρια για μια σεμνή κόρη: «πάσης καύσεως καὶ μαστίγων ὀδύνης οὗτος ὁ πειρασμὸς ταῖς αἰσχυντικαῖς καὶ σεμναῖς κόραις χαλεπώτερός τε καὶ ἐπαχθέστερος». Κι όμως κι αυτό το άντεξε, και πάλι με τις θερμές προσευχές της, ώστε τα μάτια τα μιαρά και βέβηλα να μην θωρήσουν και χλευάσουν το ακάλυπτο σώμα της («ἵνα μὴ οἱ μιαροὶ τὸ πανίερον αὐτῆς ἀπερικάλυπτον περιπολεῦον σῶμα θεώμενοι καταγελᾶν δόξωσιν»), ο Χριστός στέλνει αγγέλους να την καλύψουν με ολόλευκο χιτώνα κι έτσι να πορεύεται ωσάν νύφη που βγήκε από το πατρικό της πηγαίνοντας σε γαμήλια πομπή προς τη νυφική παστάδα: «ἀποστείλας ὁ κύριος ἄγγελον στολῇ λευκῇ αὐτὴν περιεκάλυψεν, καὶ περιείη καθάπερ νύμφη περικεκοσμημένη καὶ κεκαλλωπισμένη, ἐκ τοῦ πατρικοῦ δόμου ἐπὶ τὴν εὐτρεπισμένην νυμφικὴν παστάδα περιαγομένη τε καὶ δορυφορουμένη καὶ πομπεύουσα». Εδώ δεν μπορώ παρά να ανακαλέσω έναν αχνό παραλληλισμό προς αντίστοιχες υστερο-αρχαϊκές ψηφιδωτές απεικονίσεις, όπου βλέπει κανείς περιϊπτάμενα αγγελούδια να στεφανώνουν την Αφροδίτη (ή άλλες γυναικείες παρουσίες) και να την υπηρετούν στον καλλωπισμό της.

Η αφήγηση του μαρτυρίου (όχι του δαμασκηνού εγκωμίου) κλείνει με τον αποκεφαλισμό της Βαρβάρας από τον παιδοκτόνο πατέρα της πάνω στο βουνό, ο οποίος ξεθηκάρωσε το σπαθί του, θέλοντας ο ίδιος να γενεί «αὐτόχειρ καὶ αὐτουργὸς τῆς μιαιφονίας». Η τραγωδία έλαβε τέλος όμως με την τελική θεία δίκη. Ο κεραυνός που επάνω του κατέπεσε, το πυρ το ουράνιο, κατέφαγε κι αφάνισε όχι αυτόν μοναχά μα ακόμα και το χώμα που πατούσε· δεν έμεινε ούτε τ’ αχνάρι του πάνω στη γης, ὡσεὶ χνοῦς, ὃν ἐκρίπτει ὁ ἄνεμος ἀπὸ προσώπου τῆς γῆς: «ξίφος σπασάμενος ἀνέλαβεν αὐτὴν ἐπὶ τὸ ὄρος αὐτόχειρ καὶ αὐτουργὸς τῆς μιαιφονίας γενέσθαι ἐπιθυμῶν καὶ ἐφιέμενος… Καὶ ταῦτα ἀκούσασα ἡ μακαρία μάρτυς τοῦ Χριστοῦ ἦλθεν ἐπὶ τὸν τόπον καὶ ἀπετμήθη τὴν κεφαλὴν ὑπὸ τοῦ ξίφους παρὰ τοῦ πατρὸς αὐτῆς σὺν τῇ ἁγίᾳ Ἰουλιανῇ ἐν τῷ αὐτῷ τόπῳ. Κατερχομένου δὲ Διοσκόρου τοῦ πατρὸς αὐτῆς ἀπὸ τοῦ ὄρους, πῦρ ἔπεσεν ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καὶ κατέφαγεν αὐτόν, ὥστε μήτε τὸν χοῦν φαίνεσθαι ἢ εὑρεθῆναι».  

Μίλησα στην αρχή για κοινά μεταξύ Ιωάννη Δαμασκηνού και Βαρβάρας. Δεν είναι τα μόνα. Η παράδοση, αμφίσημη, την θέλει να είναι από τη Νικομήδεια κι εκεί κιόλας να μαρτυρεί, αλλά από την άλλη και να έχει ζήσει και μαρτυρήσει στην Ηλιούπολη, το Μπααλμπέκ του Λιβάνου, στην κοιλάδα Μπεκάα· μιας ώρας δρόμο από τη γενέθλια Δαμασκό του Ιωάννη.
~·~
Η μοίρα τα έφερε να υπηρετήσω στο Πυροβολικό, που έχει προστάτιδα την αγία Βαρβάρα (Το Πυροβολικό το Πυροβολικό πολύ το αγαπώ, κλπ. κλπ. κλπ.), αλλά μ’ οδήγησε και σε μια άλλη συντυχιά. Σαν φοιτητής, δουλεύοντας μια-δυο χρονιές στο πανηγύρι της εκκλησίας της Αγίας Βαρβάρας στο Αιγάλεω (από όπου και η εικόνα), αντίκρισα από κοντά κι αντάλλαξα δυο απλές κουβέντες με τον Γιώργο Ζαμπέτα, που ερχόταν απλός, προσιτός, γελαστός κι ανθρώπινος, να ανάψει το κεράκι του στην αγια-Βαρβάρα· Θεοσχωρέστον!

[στη μνήμη της Βαρβάρας, που έφυγε κάποτε τόσο άξαφνα κι αναπάντεχα,
κι ούτε ένα ύστατο αντίο δεν κατάφερα να της πω]

Asmahan, η εξαίρετη, η εξαίσια

Image

Περιδιαβαίνοντας τη γειτονιά της Τζεμάϊζε, στον ανατολικό χριστιανικό τομέα της Ασραφίγιε, στη Βηρυτό, ανάμεσα σε διάφορα γκράφιτι συνάντησα και αυτή τη γυναικεία φιγούρα, χωρίς να ξέρω καν για ποια πρόκειται. Το καλλιτεχνικό ύφος του δημιουργού βέβαια είναι αναγνωρίσιμο μιας κι έχει κοσμήσει την πόλη με αρκετά πορτραίτα γνωστών και ξεχωριστών προσώπων του Λεβάντε, με την ιδιαίτερα χαρακτηριστική χρήση της αραβικής γραφής στη σχεδίαση. Τα πιο προβεβλημένα είναι αυτά της Φαϊρούζ, του Νταρουΐς, της Σαμπάχ κλπ. Ο εν λόγω καλλιτέχνης είναι ο περίφημος Yazan Halwani (δείτε εδώ), όπως φανερώνει κι η υπογραφή του. Πάει καλά. Η απεικονιζόμενη όμως για μένα παρέμενε άγνωστη για καιρούς και χρόνους, μιας και δεν είχα δει την φωτογραφία της που απεικονίζει γραφιστικά το συγκεκριμένο γκράφιτι.
Απάντηση όμως στην επικρεμάμενη απορία δόθηκε πρόσφατα, κατ’ ευτυχή συγκυρία. Ακούγοντας τις προάλλες μια διασκευή του λατρεμένου, κλασικού, τραγουδιού Ya habibi Taala από τους Qronos Quartet (εδώ), άρχισα πάλι να ακούω τα τραγούδια της μεγάλης, ασύγκριτης, μοναδικής ντίβας, της Ασμαχάν (Αμάλ αλ-Άτρας). Και ω του θαύματος, ανάμεσα στις φωτογραφίες της εξαίσιας και θείας ομορφιάς της, ξεφανερώθηκε κι αυτή από την οποία ο καλλιτέχνης ξεσήκωσε το σχέδιο για το γκράφιτί του.

Συριακής καταγωγής από πατέρα και λιβανέζικης από μητέρα, Δρούζα εθνοθρησκευτικά, 3 χρονών κατέφυγε στην Αίγυπτο με την οικογένειά της, όπου και αναδείχθηκε σε μεγάλη ντίβα, λόγω της σπάνιας, υπέροχης και χαρισματικής φωνής της. Ήταν η μόνη που μπορούσε ευθέως να ανταγωνιστεί την άλλη μεγάλη ντίβα της αιγυπτιακής μουσικής, την Ουμ Καλθούμ, αλλά… αλλά· πέθανε νωρίς. Μετά από έναν περιπετειώδη βίο, με αρκετούς γάμους και φήμες για κατασκοπεία ―ο οποίος επιβεβαίωσε μόνον την παραμόνη της βαθύρριζη κι αμετακίνητη αγάπη για τη μουσική και το τραγούδι― έχασε τη ζωή της, όταν το αυτοκίνητο στο οποίο επέβαινε μαζί με μία άλλη φίλη της έπεσε σε ένα κανάλι κοντά στην πόλη Μανσούρα της Αιγύπτου. Ήταν 14 Ιουλίου 1944, κι η Ασμαχάν μόνον 31 χρόνων. Λέγεται πως μια μάντισσα, όταν ήταν δεκαπέντε χρονών της είχε πει: «γεννήθηκες στο νερό, μες στο νερό θα χαθείς».

Αντί άλλων, αφήνω εδώ μια επιλογή από τα πιο γνωστά τραγούδια της, με πρώτο το πανέμορφο Ya habibi Taala, (το οποίο βέβαια ήρθε στην Αίγυπτο από την Κούβα, καθότι γραμμένο από τον Αντόνιο Ματσίν το 1930):

Εδώ μια μετάφραση των στίχων του τραγουδιού, που αλίευσα στο Διαδίκτυο:
Come My Darling (Έλα αγαπημένε)

My darling come follow me
Look what’s happened to me
In your absence
I’m sleepless and obligated to confide in your specter
Who could equal you?
I’m holding in my passion, and my passion is consuming me
And I have no father or mother or uncle to complain to about the torment of your love

My soul, heart, body, mind and beauty are in the palm of your hand
I don’t know what do you with you teasing me and rejecting me
Why should I hide my passion when it’s consuming me?
I’ll complain, cry and speak, and perhaps, my dear, your heart will soften

I send letters and write responses complaining to you, and it hurts
I’ve been silent, patient and satisfied with this state from the start
I’m holding in my passion, and my passion is consuming me
And I’d give you my life and soul for you, my family, everything I own
And you don’t ask

Ας προσέξει κανείς τη φωνή της στη φράση: و أنا كاتمة غرامي، و غرامي هالكني (ουά άνα κάτμα γαράμι, ουά γαράμι χαλέκμι): και σιωπώ για την αγάπη μου κι η αγάπη μου με καταστρέφει. Όσες ερμηνείες κι αν έχω ακούσει (κι υπάρχουν κάμποσες, γιατί λατρεύτηκε και λατρεύεται ακόμη αυτό το τραγούδι, ευτυχώς) καμιά μα καμιά δεν αγγίζει καν το βαθύ, εκφραστικό (μα διόλου περιπαθές), πάθος της.

Εδώ ένα αφιέρωμα που παρουσίασε το Ινστιτούτο του Αραβικού Κόσμου, στο Παρίσι.

Στοιχεία για τη ζωή και τη μουσική της, όπως και για τον αδελφό της Φαρίντ αλ-Άτρας, που διέπρεψε στην αιγυπτιακή μουσική και το τραγούδι και αυτός, μπορεί να βρει κανείς στη βικιπαίδεια μα και στο διαδίκτυο άφθονα, μιας και τα τελευταία χρόνια η θύμησή της επανέρχεται έντονα και αφιερώματα πολλά υπάρχουν στον αραβικό κόσμο. Το 2014 μάλιστα γυρίστηκε και μια ταινία που “συνομιλεί” μαζί της μέσα από τις διαφορετικές συνθήκες του αιγυπτιακού σήμερα (The Unbearable Presence of Asmahan).

Εγώ θα κλείσω όμως με την πιο μελωδική και γοητευτική ερμηνεία του συγκεκριμένου τραγουδιού, σε άλλο ύφος όμως, σχεδόν sotto voce, από την Lynn Adib.

Ο ‘άγνωστος’ Κινέζος ποιητής που μεταφράζει ο Άρης Αλεξάνδρου

Με ένα ποίημα από την διάσημη μεταθανάτια συλλογή μεταφράσεων του Άρη Αλεξάνδρου Διάλεξα που επιμελήθηκε η συντροφός του Καίτη Δρόσου κι εξέδωσε ο Φίλιππος Βλάχος στα Κείμενα, το 1984, είχα ασχοληθεί παλιότερα εδώ.* Σήμερα ημέρα μνήμης του Άρη Αλεξάνδρου (†2-7-1978), θα αναφερθώ στη μετάφραση ενός άλλου ποιήματος, για την ακρίβεια στα βιογραφικά του μεταφραζόμενου ποιητή. Όπως φαίνεται και στη φωτογραφία η σύντροφος του Αλεξάνδρου κι επιμελήτρια της έκδοσης Δρόσου σημειώνει τα εξής: «[Παρά τις επιμέρους έρευνες, δεν μπόρεσα να βρω καμιά πληροφορία για τον ποιητή]». Αλλά πριν προχωρήσουμε, ας ακούσουμε το μεταφρασμένο ποίημα:

Η ΒΡΟΧΗ Κ᾽ ΕΓΩ

«Βρέχει κάθε μέρα ἀπὸ τότε πού ᾽φυγες.»
«Ἀπὸ τότε ποὺ ἦρθες βρέχει κάθε μέρα.»
Εἶμαι ἐγὼ ὁ ὑπεύθυνος
γιὰ τὴ βροχὴ ποὺ πέφτει πάνω στοὺς δυὸ φίλους μου
σὲ δυὸ τόπους μακρινούς.
Κανένα νέο ἀπ᾽ τὸν τρίτο. Πρέπει τάχα νὰ τοῦ στείλω μιὰ ὀμπρέλα;

Ἀνήσυχος κοιτάζω
μέσ᾽ ἀπ᾽ τὴν πράσινη χλόη
τοὺς μακρινοὺς ὁρίζοντες.
Νά ᾽ναι τάχα ἀσφαλισμένα τὰ πουλιὰ μὲς στὶς φωλιές τους
καὶ τὰ κεφάλια τῶν ἀνθρώπων
πάνω στὰ ξένα μαξιλάρια;
Ἂς βάλω στὴν αὐλή μου ἕνα βαθὺ ποτήρι
νὰ δῶ σὰν θὰ χαράξει
πόσα δάχτυλα βροχὴ
πέσανε στὸν κόσμο ὅλη τὴ νύχτα.

Ο ποιητής του οποίου το παραπάνω ποίημα μετέφρασε ο Άρης Αλεξάνδρου, όπως δηλώνεται είναι ο Πιεν Τσι-λιν (Pien Chih-lin) στη λατινική μεταγραφή του (Wade-Giles) ή (στην pinyin) Bian Zhilin (1910-2000), όπως είναι και ευρύτερα γνωστός μέχρι σήμερα. Όπως πληροφορούμαστε από τη Βικιπαίδεια και την Britannica, ο Κινέζος ποιητής υπήρξε και μεταφραστής και πανεπιστημιακός δάσκαλος. Σπούδασε αγγλόφωνη λογοτεχνία στο Πανεπιστήμιο του Πεκίνου και ήδη από τη δεκαετία του ᾽30 είχε έρθει σε επαφή με την ποίηση του Έλιοτ και των Γάλλων συμβολιστών, και μετέφρασε τόσο Γάλλους όσο και Άγγλους ποιητές στα κινέζικα· σημαντική ήταν μια έμμετρη απόδοση του Άμλετ.

Σε ό,τι αφορά τώρα στο κεντρικό ερώτημα περί της πηγής από όπου άντλησε ο Άρης Αλεξάνδρου το ποίημα, τείνω να πιστέψω με ισχυρή βεβαιότητα πως είναι αγγλική. Γραμμένο τον Μάϊο του 1937, το συγκεκριμένο ποίημα ήδη έχει μεταφράσει στα αγγλικά ο ίδιος ο Κινέζος ποιητής, και μαζί με άλλα, συμπεριλαμβάνεται στον τόμο Contemporary Chinese Poetry, που εξέδωσε το 1947 ο Robert Payne στο Λονδίνο. Εκεί μέσα, το βιογραφικό που παραθέτει ο επιμελητής συνοδεύεται από τις αγγλικές μεταφράσεις ποιημάτων του Πιεν Τσι-λιν, τεχνουργημένες από τον ίδιο τον Κινέζο ποιητή. Αυτό λοιπόν πιθανότατα αποτέλεσε και το “πρωτότυπο” που μετέφρασε ο Άρης Αλεξάνδρου στα ελληνικά. Αντιγράφω από τη συγκεκριμένη έκδοση:

THE RAIN AND I

“It has rained every day since you left.”
“Since you came, it has rained every day.”
For the rain over my friends in two places I am responsible.
No news from the third —should I send an umbrella?

Anxiously I gaze through the green grass to far horizons.
Are the birds safe in their nests and men on strange pillows?
Let me place a deep glass in my courtyard to see to-morrow
how many inches it rains to-night in the world.

Ο κινέζος ποιητής μας όμως δεν έκανε μόνο τις μεταφράσεις των ανθολογημένων ποιημάτων του, μα τα συνόδεψε κιόλας με διευκρινιστικές σημειώσεις. Αντιγράφω τη σχετική με το εν λόγω ποίημα, καθότι διαφωτιστική των ποιητικών του προθέσεων, ως κατακλείδα του σύντομου αυτού σημείωματος.

Έλαβα ένα γράμμα από έναν φίλο στη Σαγκάη που έλεγε: «Έβρεχε κάθε μέρα από τότε που έφυγες», και την ίδια μέρα συνάντησα στη Χανγκτσόου έναν άλλο φίλο που έλεγε: «Από τότε που ήρθες, βρέχει κάθε μέρα», σαν να ήμουν εγώ υπεύθυνος. Ήμουν, ωστόσο, μάλλον ευχαριστημένος με την ιδέα, αλλά σύντομα σκέφτηκα έναν άλλο φίλο σε ένα τρίτο μέρος και ένιωσα αρκετά αποκαρδιωμένος μπροστά σε μια πληθώρα από ομπρέλες σε ένα κατάστημα, γιατί η Χανγκτσόου φημίζεται για την παραγωγή ομπρελών.
Υπάρχει στο μυθιστόρημα του Φενγκ Φέι-μινγκ «Η γέφυρα» μια παρατήρηση που μοιάζει πολύ με τη δική μου έκφραση στις δύο τελευταίες γραμμές: «Όσο τεράστια κι αν είναι η βροχή που ξεχύνεται από τους ουρανούς, δεν θα μπορούσε ποτέ να γεμίσει ένα λουλούδι». Αλλά εδώ έχω δώσει την έμφαση με διαφορετικό τρόπο από τον Φενγκ· άντλησα τη φράση του ποιήματός μου από την παλιά κινεζική ρήση: «Η πτώση ενός μόνο φύλλου αναγγέλλει το φθινόπωρο σε όλο τον κόσμο».

*Ας θυμίσω πως κι ο Κώστας Κουτσουρέλης έχει επισημάνει από το 2016 ορισμένα μεταφραστικά μπερδέματα αυτού του βιβλίου, εδώ.

ΥΓ. Έχοντας ολοκληρώσει τα όσα είχα να πω, συλλογίστηκα πως ίσως να έχει κάποιο ενδιαφέρον η παράθεση του εισαγωγικού βιογραφικού του Κινέζου ποιητή, όπως το έγραψε ο Payne. Στη διάθεσή σας λοιπόν:

PIEN CHIH-LIN
Slight, and short, wearing spectacles, working alone in a bare room where the only decorations are a few books and a map of the world hung upside down, Pien Chih-lin has the ruthlessness of the old scholars, and their terrible, sweet smiles. To a quite extraordinary degree, he represents all that is best among the younger Chinese poets. He has the solitude, occasional ferocity, gentleness and the delicacy of the old poets, and it is not for nothing that he worships Henry James and Mallarmé, the two most Chinese in spirit of all foreign writers. He has not made a bridge like Feng Chih between the two worlds of east and west: he still inhabits the desert of Gobi, that strange land between the frontiers where everything surprises and snow turns into sand. Yet the scholar who looks like a shy student spent two years with the guerrillas in the north-west: the frail body hides unseen powers of endurance.
He was born in 1910 near the estuary of the Yangtse river, and attaches mysterious significance to the fact. He entered Peking University in 1929, graduating in the summer of 1933, a few days after the publication of his first collection of poems: Leaves of Three Autumns. Some of these poems had already appeared in the Crescent Monthly and Poetry, where his fame as a translator was first acquired. In the extraordinary quantity and perfection of his translations from Baudelaire, Verlaine, Mallarmé, Henri de Regnier, Paul Fort, Francis James, Paul Valéry, Jules Supervieille and Paul Eluard, there were signs of a verbal dexterity which would, if they had been continued, compromise his whole life as a poet; and when the Japanese War of 1937 began, he switched suddenly to the simpler and less sophisticated English poets of the present century. He has a disturbing adoration for Auden, and a respect for Yeats and Eliot which approaches divinology.
For years he contributed to the Literary Quarterly and Ta Kung Pao, but more recently he has been busy editing a vast series of translations from western literature. He has begun a translation of Feng Fei-ming’s “The Bridge”, which may never be completed; he has translated half of André Gide and the whole of Lytton Strachey’s Queen Victoria. He wrote a short essay in prose called The Seventy Second Regiment about his experiences among the guerrillas around the Taihang Mountains in the first year of the war, and is now at work on a vast novel of Chinese life to be called Those Mountains, Those Waters, which promises to possess all the delicacy, which he admires in James, and the breadth which comes from a long training in literature and among guerillas.
His collected poems, composed of four parts, Resounding Dust, Outside the Resounding Dust, Ornaments for Chang Hsuan and Twenty Letters, were published in 1940.

Από τον Ρονσάρ στον Γέητς, μια κοινή εικόνα και μια μικρή ανθολόγηση

Υπάρχουν κάποια ποιήματα που ενώ έχουν δική τους αυτοτέλεια και παρουσία, με το πέρασμα των χρόνων, λόγω της επιδραστικότατης ισχύος σε άλλους μεταγενέστερους ποιητές, λειτουργούν σαν πηγές έμπνευσης, σαν δημιουργικοί σπινθήρες για την ανάπτυξη κοινών ιδεών. Έτσι και με ένα περίφημο σονέτο του Ρονσάρ, από τα όσα πολυάριθμα έγραψε για την Ελένη (1578), το «Quand vous serez bien vieille», που η πρώτη του στροφή στάθηκε σημαδιακή για τη γραφή ενός άλλου πασίγνωστου ποιήματος τέσσερις ολόκληρους αιώνες αργότερα. Ας ακούσουμε όμως πρώτα τον Ρονσάρ μέσα από τέσσερις ελληνικές φωνές να απευθύνεται στην γηραιά Ελένη.

Πιερ ντε Ρονσάρ

ΣΟΝΕΤΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΕΝΗ

Όταν, γριά πια, θα κάθεστε τα βράδια πλάι στη φωτιά
γνέθοντας και τυλίγοντας, κάποτε θε να λέτε:
«τραγούδια μούγραφε ο Ρονσάρ, σαν είμουνα όμορφη και νιά»
και θε να καμαρώνετε και θα τα σιγολέτε.

Τότε, ως κ’ η δούλα, ακούγοντας τέτοιο καινούργιο ξαφνικά,
όσο κι αν είν’ απ’ τη δουλειά μισοαποκοιμισμένη,
θε να ξυπνήσει, τόνομα γρικώντας του Ρονσάρ, γοργά
για να σας πει τρισμάκαρη και τρισευτυχισμένη.

Φάντασμα δίχως κόκαλα θενάμαι εγώ, κάτω απ’ τη γης,
κάτου απ’ τον ήσκιο των μυρτιών αναπαμένος αιώνια,
γριούλα ζαρωμένη εσείς πλάι στη φωτιά θα ζείτε.

Θα κλαίτε για όση δείξατε για μένα καταφρόνια.
Μα εμπρός! Χαρείτε τη ζωή. Το αύριο μην καρτερείτε.
Μαζέψετε από σήμερα τα ρόδα της ζωής.

(Μτφρ. Ηλίας Φ. Ηλιού, Νουμάς, τ. 19, αρ. 765 (15-8-1922).

ΣΤΗΝ ΕΛΕΝΗ

Τα γηρατειά όταν κάποτες ερθούν χωρίς συμπόνια,
το βράδι δίπλα στη φωτιά μονάχη καθισμένη,
στης λάμπας γνέθοντας το φως θα λες ακουμπισμένη:
μου τραγουδούσεν ο Ρονσάρ στης νειότης μου τα χρόνια!…

Η αποσταμένη δούλα σου, που θ’ αγρυπνάει ακόμα,
μόλις τ’ ακούει θε να βλογά τ’ αθάνατο όνομά σου,
φάντασμα δίχως κόκκαλα θε νά ’μαι εγώ, στοχάσου,
κάτου απ’ τον ίσκιο της μυρτιάς τότε στο μαύρο χώμα.

Κι εσύ λευκόμαλλη γριά στο τζάκι μαζεμένη
θ’ αποζητάς τον έρωτα πικρά μετανιωμένη
που αρνήθηκες περήφανα σε μένα το φιλί σου.

Ζήσε και χαίρου τα λαμπρά τής νειότης σου τα κάλλη,
μην καρτερείς την αυριανή τη μέρα να προβάλη
και μάζευε από σήμερα τα ρόδα της ζωής σου.

(Μτφρ. Γιώργος Κοτζιούλας, Μπουκέτο, τ. 4ος, φ. 150 (24-2-1927).


ΣΤΗΝ ΕΛΕΝΗ

Κάποτε αργά, που στη φωτιά κοντά θα ’χεις καθήσει,
γριούλα, τυλιγαδιάζοντας και γνέθοντας μαλλί,
θα πεις, στίχους μου ψάλλοντας, εκστατική πολύ:
«Τον καιρό που ’μουν όμορφη, ο Ρονσάρ μ’ είχε εξυμνήσει!»

Δε θα ’χεις δούλα που είδηση παρόμοια θ’ αγροικήσει,
κι αν και μισοκοιμάμενη απ’ τον μόχθο τον πολύ,
μόνο «Ρονσάρ» ακούγοντας να μη ανατιναχτεί,
τ’ όνομά σου μ’ αθάνατο παίνιο για να ευλογήσει.

Κάτω απ’ τη γη ως θα κείτομαι, στις σκιές θα ξαποσταίνει
των σμερτιών μόνον ο ίσκιος μου, δίχως οστά, κ’ εσύ
θα κλαις για την αγάπη μου και την παλιά έπαρσή

σου, γριούλα πια, στην αθρακιά κοντά ανακαθισμένη.
Αν μου πιστεύεις όλ’ αυτά, ζείσε, μην καρτερείς
τ’ αύριο· δρέψε από σήμερα τα ρόδα όλα της ζωής.

 (Μτφρ. Άρης Δικταίος, Ανθολογία της Παγκοσμίου ποιήσεως, Φέξης, 1964)


ΑΠΟ ΤΑ ΣΟΝΕΤΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΕΝΗ

Στο τζάκι όταν θα κάθεσαι, βραδιές με το λυχνάρι,
γριούλα πια, ανεμίζοντας και κλώθοντας θα λες
ρίμες μου ψιθυρίζοντας τραγουδιστές παλιές:
«Είχε στα νιάτα μου ο Ρονσάρ την ομορφιά μου εξάρει».

Δεν θα βρεθεί δουλεύτρα σου, μισαποκοιμισμένη
από τη λάτρα του σπιτιού, να μην ξεπεταχτεί
στου ονόματός μου τ’ άκουσμα, κι εσένα ξακουστή
να μη σε πει κι ευλογητή και τρισμακαρισμένη.

Στο χώμα θ’ αναπαύομαι, που με είχαν αποθέσει,
φάντασμα δίχως κόκαλα στους ίσκιους μιας μυρτιάς
και γριά πια εσύ θ’ αναπολείς στην άκρη της εστιάς

τον έρωτά μου εκείνονε που ’χες καταφρονέσει.
Αν με πιστεύεις, τ’ αύριο μην περιμένεις, κόψε
Τα ωραία ρόδα της ζωής χάρου τα από τ’ απόψε.

(Μτφρ.  Αλέξανδρος Μπάρας, Προσεγγίσεις στη γαλλική ποίηση, Πρόσπερος, 1986)

~·~

Ο ποιητής που είδε στην πρώτη στροφή την ίδια κοινή ιδέα γύρω από την οποία άρθρωσε στο δικό του ποίημα τις δικές του σκέψεις, τα δικά του συναισθήματα και τον σφοδρό ―ανανταπόδοτο― έρωτά του για την Maud Gonne δεν ήταν άλλος από τον Γέητς, και το ποίημά του «When you are old». Το ποίημα αυτό το έγραψε και το απηύθυνε στον μεγάλο έρωτά του την Maud Gonne, σε μια αρχική εκδοχή, με ημερομηνία 20 Οκτωβρίου 1891, στη χειρόγραφη συναρμογή ορισμένων ποιημάτων του που της ενεχείρισε, δίκην βιβλίου («το βιβλίο αυτό/this book» του ποιήματος), το Flame of the Spirit. Οι διάφορες διαδοχικές αλλαγές που επακολούθησαν επικεντρώνονται κυρίως στην τελευταία στροφή.

Image
Photograph of Roy Davids, παρμένη από Yeats Annual, No. 7, 1990

Το ποίημα αυτό έχει αποδοθεί διόλου ελάχιστες φορές στα ελληνικά, σε καταφανή αντίθεση με την κάτισχνη (κι άτεχνη, απροσδιόνυση, εν πολλοίς) μεταφραστική παρουσία της ποιητικής δημιουργίας του ίδιου του Γέητς. Κάτι που φανερώνει, αν μη τι άλλο, τη συναρπαστική, εμπνευστική του δύναμη ως τις μέρες μας. Από αυτές τις μεταφράσεις διαλέγω ορισμένες, άλλες γνωστές άλλες άγνωστες, που φανερώνουν πώς και πού στάθηκε η ευαισθησία των Ελλήνων ποιητών, τι και πώς ερμήνευσε, τι παρανόησε και τι παρέλειψε ή προσπέρασε, αναλόγως των εκδόσεων ή των εκδοχών που ακολούθησε καθείς, ή της ματιάς του που διήγειρε την μεταφραστική του επιθυμία. Για όλα αυτά όμως θα χρειαζόταν μια μελέτη ιδιαίτερη, λεπτομερέστερη και μακρά.

ΣΑ ΘΑ ΓΕΡΑΣΕΙΣ

Γρια ασπρομάλλα, νυσταγμένη, σαν θα κάθεσαι
κοντά στο τζάκι, το βιβλίο αυτό διάβαζε αργά
και αναλογίζου το απαλό το βλέμμα
και τις βαθιές σκιές μια φορά τα μάτια σου είχαν.

Της εύθυμής σου χάρης τις στιγμές πολλοί αγαπήσαν,
την ομορφιά σου αγάπησαν με ψεύτικη ή αληθινήν αγάπη,
ένας όμως αγάπησε την ταξιδέφτρα την ψυχή σου,
ένας μόνο τις λύπες σου που την ειδή σου άλλαζαν.

Και πλάι στο λαμπερό το τζάκι σκύβοντας,
λίγο λυπητερά να πεις πως πετάξει από μας η αγάπη,
περπάτησε πα στα βουνά ψηλά, μακριά,
και κρύφτηκε στων αστεριών μέσα το πλήθος.

(Μτφρ. Δημήτρης Σταύρου, Άγγλοι λυρικοί, Σκαζίκη, 1944).


ΣΑΝ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ ΕΡΘ’ Η ΝΑΡΚΗ

Σαν του χρόνου έρθ’ η νάρκη και με τρίχες λευκές
πλάι στο τζάκι ως θα είσαι για στοχάσου και σκέψου
τη γλυκιά τη ματιά σου. Μα και πάλι ονειρέψου
τις βαθιές και χαμένες των ματιών σου σκιές.

Πόσοι να ’χουν λατρέψει τις γλυκές σου στιγμές
κι αγάπησαν ―ποιος ξέρει― τη γαλήνια μορφή σου;
Ποιος να λάτρεψεν όμως την αλήτρα ψυχή σου
και τις θλίψες σου που άλλαζαν μύριες μορφές;

Στη θρακιά σκύβει τώρα ―σιγοτρέμουν τα χέρια,
μουρμουρίζει τη θλίψη, πως η αγάπη περνά,
ξεκινάει κι ανεβαίνει σε βουνά μακρινά
τη μορφή του να κρύψει σε κόρων’ απ’ αστέρια.

(Μτφρ. Μ. Καραγάτσης, Νέα Εστία, τ. 37, τχ. 428, 15-4-1945).


ΟΤΑΝ ΓΕΡΑΣΕΙΣ

Όταν γεράσεις και θα ’ρθούν τα χιόνια στα μαλλιά σου,
που πλάι στο τζάκι το ζεστό, νυστάζοντας θα γέρνεις,
διάβασε το βιβλίο αυτό και μέσα στα όνειρά σου

το βλέμμα πού χαν, τ’ απαλό τα μάτια σου να φέρνεις.

Ω! πόσοι τότε αγάπαγαν την χάρη την λεπτή σου
και ψεύτικα ή αληθινά την τόσην ωμορφιά σου·
όμως κάποιος αγάπαγε την άγια την ψυχή σου
και τις θλιμμένες αλλαγές που θώρειε στη ματιά σου.

Στο παραγώνι το ζεστό πλάι γέρνοντας με θλίψη,
κλάψε βουβά η αγάπη σου που χάθηκε, η δγλυκειά σου,
κ’ έφυγε πάνω απ’ τα βουνά κ’ επέταξε να κρύψει
στ’ άστρα ψηλά την όψη της ― κλάψε τον έρωτά σου!

(Μτφρ. Στεφ. Τσατσούλας, Ανθολογία της αγγλικής ποιήσεως, 1964).


ΟΤΑΝ ΓΕΡΑΣΕΙΣ

Γκριζομάλλα γερασμένη όταν θα ’σαι,
νυσταγμένη πλάι στο τζάκι,
στα χέρια πάρε τούτο το βιβλίο, κι ονειρέψου,
αργοδιαβάζοντας, τη γλύκα εκείνη
που τα βαθύσκιωτά σου μάτια, άλλοτε, είχαν.

Πόσοι εκείνες τις στιγμές της γελαστής σου χάρης δεν ελάτρεψαν,
και πόσοι, μ’ έρωτα αληθινό, ή ψεύτικο, την ομορφιά σου·
όμως, την προσκυνήτρα την ψυχή σου
αγάπησ’ ένας μόνο
κι αγάπησε τις λύπες που αλλάζαν τη μορφή σου.

Κι όπως κοντά στη σχάρα τη φλογόφεγγη θα γέρνεις,
να ψιθυρίσεις, με κάποια θλίψη, πώς επέταξεν ο έρωτας,
πώς πέρασε πάνω απ’ τα βουνά,
και πώς επήγε να το κρύψει το πρόσωπό του
μέσα στων αστεριών τα πλήθη.

(Μτφρ. Σπ. Ηλιόπουλος, Μυθολογίες και Οράματα, Πλέθρον, 1983).


ΟΤΑΝ ΓΕΡΑΣΕΙΣ

Όταν σου ασπρίσουν τα μαλλιά κι είναι ο ύπνος σου πολύς
και γέρνεις πλάι στη φωτιά, πάρε κι αυτό κοντά σου,
τα μάτια σου, διαβάζοντας, τα τρυφερά να ονειρευτείς
και τις σκιές πώς βάθαιναν άλλοτε στη ματιά σου·

και πόσοι σ’ ερωτεύτηκαν σαν έσμιγες με τη χαρά
τη χάρη σου, κι αγάπησαν πολύ την ομορφιά σου,
μα ένας μόνο λάτρεψε τη φιλαπόδημη καρδιά
και τους καημούς αγάπησε στα πόσα πρόσωπά σου·

κι έπειτα γονατίζοντας στη σχάρα που φεγγοβολά,
ψιθύρισε, λυπητερά, ο Έρωτας εκείνος
πώς έφυγε, περπάτησε για λίγο πέρα στα βουνά
και τη μορφή του έκρυψε σ’ ένα των άστρων σμήνος.

(Μτφρ. Διον.Καψάλης, Μπαλάντες και περιστάσεις, Άγρα, 1997).


ΣΑΝ ΑΣΠΡΟΜΑΛΛΑ ΘΑ ’ΣΑΙ ΠΙΑ

Σαν ασπρομάλλα θα ’σαι πια σκυφτή, πάρε μαζί σου
στο τζάκι που θα κάθεσαι και το βιβλίο αυτό
και ξεφυλλίζοντάς το αργά, τη γλύκα αναλογίσου
που ’χαν τα μάτια σου παλιά, το φως τους το ισκιερό·

πόσο πολλοί σ’ αγάπησαν την ώρα της ακμής σου
ή κάναν πως αγάπησαν την τόση σου ομορφιά,
μα ένας τους αγάπησε τους δρόμους της ψυχής σου,
τις πίκρες που στο πρόσωπο σού γίναν χαρακιά·

και στη φωτιά γείρε και πες τώρα, με κάποιας θλίψης,
με κάποιας λύπης τον καημό, η αγάπη, ναι, περνά,
και πάρε την ανηφοριά, ψηλά στ’ άστρα να κρύψεις
το πρόσωπό του το χλωμό, πέρα προς τα βουνά.

(Μτφρ. Κ. Κουτσουρέλης, Ποιείν)

{Η φωτογραφία της Maud Gonne είναι από το Life του Οκτωβρίου του 1948}

Κωνσταντίνος Δραγάτσης, Παλαιολόγος (ο τελευταίος Έλληνας του Ελύτη)

Image
Κωνσταντίνος Παλαιολόγος

Ανακαλύφθηκε προσωπογραφία του Κωνσταντίνου Δραγάτση Παλαιολόγου, του τελυταίου αυτοκράτορα της Ρωμανίας. Παραθέτω ολόκληρη την ανακοίνωση του ΥΠΠΟ:

Στο Καθολικό της Παλαιάς Μονής Ταξιαρχών Αιγιαλείας, μόλις 15 χλμ από το Αίγιο, διατηρούνται δυο στρώματα τοιχογραφιών, υψηλής καλλιτεχνικής ποιότητας, των ύστερων βυζαντινών χρόνων, που αντανακλούν τις αισθητικές τάσεις της Κωνσταντινούπολης. Κατά τις εργασίες συντήρησής τους, η αρχαιολόγος Δρ. Αναστασία Κουμούση, Διευθύντρια της Εφορείας Αρχαιοτήτων Αχαΐας, εντόπισε στο δεύτερο στρώμα τοιχογράφησης, το οποίο βάσει τεχνοτροπικών κριτηρίων χρονολογείται με ασφάλεια, στα μέσα του 15ου αιώνα, τη μοναδική προσωπογραφία του τελευταίου αυτοκράτορα του Βυζαντίου Κωνσταντίνου ΙΑ’ Παλαιολόγου.

«Το έργο που υλοποιούν οι Εφορείες Αρχαιοτήτων του Υπουργείου Πολιτισμού, δήλωσε η Υπουργός Λίνα Μενδώνη, στο πλαίσιο της συντήρησης και αποκατάστασης των μνημείων, αποδεικνύεται, για ακόμη μια φορά, εξαιρετικά σημαντικό, καθώς φέρνει στο φως μοναδικές αρχαιολογικές μαρτυρίες που συνδέονται με ιστορικά πρόσωπα. Το επιστημονικό προσωπικό των Εφορειών του ΥΠΠΟ, με μεγάλη εμπειρία, υψηλή κατάρτιση και σφαιρική γνώση τόσο των ιστορικών γεγονότων, όσο και των αρχαιολογικών δεδομένων, είναι σε θέση να τεκμηριώσει, μετά από ενδελεχή μελέτη, κάθε εύρημα που έρχεται στο φως. Στην προκειμένη περίπτωση το πορτραίτο συνδέεται με τον τελευταίο αυτοκράτορα του Βυζαντίου και αφορά στη μοναδική εν ζωή προσωπογραφία του. Ο ζωγράφος, πρέπει να απέδωσε τα προσωπογραφικά χαρακτηριστικά του τελευταίου αυτοκράτορα του Βυζαντίου ΙΑ ΄Κωνσταντίνου Παλαιολόγου, από ιδία αντίληψη, δηλαδή το πρότυπό του να μην ήταν ένα επίσημο αυτοκρατορικό πορτραίτο, όπως συνηθιζόταν, αλλά ο ίδιος ο αυτοκράτορας».

Στην τοιχογραφία απεικονίζεται η μορφή ενός ώριμου άνδρα που φέρει αυτοκρατορικά ‘διάσημα’ (πολυτελή λώρο πάνω από τον ανοιχτόχρωμο σάκκο, διάλιθο στέμμα) και κρατά σταυροφόρο σκήπτρο. Ο χρυσοκέντητος πορφυρός του μανδύας διακοσμείται με μετάλλια, στα οποία εγγράφονται δικέφαλοι αετοί με στέμμα ανάμεσα στις κεφαλές τους, διακριτικό των μελών της οικογένειας των Παλαιολόγων. Η παρουσία των δικέφαλων αετών στo ένδυμα της μορφής, σε συνδυασμό με τα υπόλοιπα insignia, αποτελούσαν ένα εικονογραφημένο μήνυμα που επέτρεπε στον θεατή να ταυτοποιήσει αδιαμφισβήτητα τον άντρα με αυτοκράτορα.

Ο αυτοκράτορας που απεικονίζεται είναι ιστορικό πρόσωπο και ταυτίζεται με τον Κωνσταντίνο ΙΑ΄ Παλαιολόγο, αδελφό των χορηγών της ανακαίνισης της Μονής, των δεσποτών Δημήτριο και Θωμά. Είναι η τελευταία χρονολογικά σωζόμενη προσωπογραφία αυτοκράτορα στη βυζαντινή μνημειακή ζωγραφική και το μοναδικό πορτρέτο του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου, σύγχρονο με τη σύντομη βασιλεία του (6 Ιανουαρίου 1449-29 Μαΐου 1453). Ως πορτρέτο δεν είναι ιδεαλιστικό ή τυποποιημένο. Πρόκειται για αυθεντική προσωπογραφία, που αποδίδει με ακρίβεια τα φυσιογνωμικά χαρακτηριστικά του τελευταίου βυζαντινού αυτοκράτορα. Είναι μια μορφή γήινη, ένας ώριμος άντρας, με λεπτό πρόσωπο και εξατομικευμένα χαρακτηριστικά, που αποπνέει ηρεμία και ευγένεια. Στον Μυστρά απ’ όπου πιθανότατα προερχόταν ο ζωγράφος που εικονογράφησε το δεύτερο στρώμα του Καθολικού, ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος είχε ζήσει πέντε χρόνια ως δεσπότης, πριν στεφθεί αυτοκράτορας. Το αυτοκρατορικό πορτραίτο συνδέεται με τη γνωστή από τις γραπτές πηγές γενναιόδωρη χορηγία των αδελφών του στη μονή, μετά τη λήξη του πρώτου μεταξύ τους εμφυλίου πολέμου (1449–1450), που επιτεύχθηκε με τη «διαιτησία» τού Κωνσταντίνου, όπως αναφέρει ο Λαόνικος Χαλκοκονδύλης.

Εδώ ο πλήρης σύνδεσμος, με τις φωτογραφίες.

~·~

Παραθέτω εδώ το τραγούδι για τον θάνατο του τελευταίου αυτοκράτορα, όπως το παραδίδει ο Λεγκράν:

Ὁ θάνατος τοῦ Κωνσταντίνου Δράγαζη

Θρηνήσατε, χριστιανοὶ Ἀνατολῆς καὶ Δύσης,
Θρηνήσατε καὶ κλαύσατε τὸν χαλασμὸν τὸν μέγαν.
Στὰ χίλια τετρακόσια καὶ στὰ πενῆντα τρία,
ἡμέρα τρίτη, τοῦ μαϊοῦ σταῖς εἴκοσι ἐννέα,
ἐπῆραν οἱ Ἀγαρηνοὶ τὴν Κωνσταντίνου πόλιν.
Κουρσεύουσι ταῖς ἐκκλησιαῖς καὶ σχίζουν ταῖς εἰκόναις,
Τὸν ἀσημένιον τὸν σταυρὸν λακτοπατοῦν καὶ τρίβουν·
εἰς τῶν Ἁγίων τοὺς ναοὺς ἐμβαίνουν καβαλλάροι,
τὸν ἄρτον τὸν πανάχραντον εἰς τὰς ὁδοὺς τὸν ρίπτουν·
τοὺς ἱερεῖς σκοτόνουσι καὶ μιαίνουν τὰς παρθένας.
Κι ὁ Κωνσταντῖνος Δράγαζης, ὁ βασιλιᾶς τῆς Πόλης,
ὡς τὸ μανδάτον ἤκουσε, τὸ θλιβερὸν τὸ πρᾶγμαν,
βρυχᾶται καὶ μοιρολογᾶ, παρηγοριὰν οὐκ ἔχει.
Ἁρπάζει τὸ κοντάριν του καὶ ζώνει τὸ σπαθίν του,
Καβαλλικᾶ τὴν φάραν του, τὴν ἀσπροποδαράτην,
καὶ κρούει τοὺς Ἀγαρηνούς, τοὺς ἀσεβεῖς τοὺς σκύλους·
δέκα πασάδες σκότωσε κ᾽ εξῆντα γενιτσάρους,
καὶ ἐτσακίσθη τὸ σπαθίν, ἐρράγη τὸ κοντάριν·
καὶ μόνος, μόνος ἔμεινεν, δίχως καμμιὰν βοήθειαν,
καὶ ὕψωσε τὰ μάτια του στον οὐρανόν, καὶ εἶπε·
«Κύριε παντοδύναμε, δημιουργὲ τοῦ κόσμου,
ἐλέησον τὸ πόπολον, ἐλέησον τὴν Πόλιν!»
Κ᾽ εἷς Τοῦρκος τὸν ἐβάρεσεν ἐπάνω στὸ κεφάλιν·
κι ἀπὸ τῆς φάρας ἔπεσεν ὁ μαυροκωνσταντῖνος,
καὶ χάμω ἐξαπλώθηκε στὴν κόνιν καὶ στὸ αἷμα.
Τὴν κεφαλήν του ἔκοψαν, στήνουν την στὸ κοντάριν,
καὶ τὸ κορμίν του ἔθαψαν στὴν δάφνην ὑποκάτω.

(Émile Legrand, Recueil de chansons populaires Grecques, τ. Paris1874, σ. 74-76)

Ο Κοτζιούλας καλόγερος στ’ Αγιονόρος; *

Image

Ο Ηπειρώτης ποιητής, μεταφραστής και πεζογράφος Γιώργος Κοτζιούλας από την άνοιξη μέχρι και τις αρχές του φθινοπώρου του 1939 μετέφραζε σε συνέχειες μια βιογραφία του Μπέρναρ Σω από τον Φρανκ Χάρρις, στο περιοδικό Νεοελληνικά Γράμματα του Δημήτρη Φωτιάδη. Στα τέλη του Σεπτεμβρίου εκείνης της χρονιάς κι ενώ η μεταφραστική συνεργασία του με το περιοδικό συνεχιζόταν απρόσκοπτα, η Διεύθυνση του περιοδικού λαμβάνει ένα περίεργο γράμμα από έναν στενό φίλο του ποιητή, το οποίο και συνοδεύει με ένα σύντομο εισαγωγικό κείμενο. Κείμενο, που φανερώνει με τον πλέον έκδηλο τρόπο το ξάφνιασμα και την αμηχανία του ίδιου του διευθυντή του περιοδικού για τα όσα αναφέρει ο εξίσου ξαφνιασμένος κι έκπληκτος επιστολογράφος φίλος του Κοτζιούλα. Παραθέτω ευθύς αμέσως την επιστολογραφία, όπως δημοσιεύτηκε στο φύλλο υπ. αριθ. 148 (Σάββατο 30/9/1939).

(Δημοσιεύουμε παρακάτω, με κάθε επιφύλαξη, ένα γράμμα που πήραμε από τον κ. Αντ. Φιλ. Κατσουρό, που είναι καθηγητής στο Βαθύ της Σάμου.

Ο εκλεχτός συνεργάτης μας κ. Γ. Κοτζιούλας, που το περιοδικό μας τώρα δημοσιεύει τη μετάφρασή του της εξαιρετικής βιογραφίας του Μπέρναρ Σω από τον Φρανκ Χάρρις, αναχώρησε πριν δυο μήνες περίπου για ένα ταξίδι στα νησιά, καθώς μας είχε πει, κι’ αφού πριν μας παράδωσε όλα τα χειρόγραφα της παραπάνω μετάφρασής του. Στο αναμεταξύ πληροφορηθήκαμε πώς πήγε στο Άγιον Όρος. Η μόνη πληροφορία που έχουμε πως έγινε καλόγερος εκεί, είναι αυτή που μας έρχεται με το παρακάτω γράμμα.

Ο ποιητής Κοτζιούλας έχει ως τώρα αφήσει σ’ όσους τον γνώρισαν την πιο εξαιρετική εντύπωση για την πνευματική και ψυχική εντιμότητά του. Τη ζωή, που στάθηκε σκληρή γι’ αυτόν, την αντιμετώπισε με τον πιο ηθικό τρόπο).

19 Σεπτεμ. 39.

Αξιότιμε κ. Φωτιάδη,

Ένα γράμμα απ’ το γνωστό ποιητή των Εφήμερων και της  Σιγανής Φωτιάς έφθασε προχτές ―αργά το βράδυ― εδώ, στο Λιμένα Βαθέος. Όταν το πήρα στα χέρια μου δοκίμασα αφάνταστα μεγάλη χαρά, γιατί με ξαναθυμήθηκε έπειτα από πολλά χρόνια, ένα παλαιός και καλός φίλος. Το περιεχόμενο όμως του γράμματος με κατέπληξε. Σας το αντιγράφω πιστά:

Άγ. Όρος, 29 Αυγούστου 1939

(παλ. ημερ.)

Αγαπητέ  Αντώνι,

Από την Ιεράν Μονήν Καρακάλου πέμπω Υμίν τας φιλικάς μου προσρήσεις, επερωτών συνάμα Υμάς περί του αισίου της υγείας Σας. Εγώ ευρίσκομαι, θεία συνάρσει, εις το θεοβάδιστον Όρος και αγωνίζομαι να επιρρώσω εμαυτόν εν τη πίστει μου· πολλαί γαρ αι του Πονηρού πλεκτάναι και άνευ της πίστεως ωσεί λέμβος εν πελάγει ο άνθρωπος. Νυν δε, ότε εύρον τον δρόμον της αληθείας, παρακαλώ εξ όλης καρδίας και τους εμούς φίλους όπως αποθώνται τας βιοτικάς αυτών μερίμνας και επιδοθώσιν εις την σωτηρίαν του πολυτίμου αυτων θησαυρού, όσπερ εστίν η ψυχή. Καιρούς και ζαμάνια, όπως λέγουσιν οι απλούστεροι των εν τω κόσμω, έχομαν να ιδωθώμεν Αντώνι. Μη στενοχωρήσαι όμως: ο Θεός των Χριστιανών είναι μέγας και οσονούπω οψόμεθα.

Τα δέοντα τη σεβαστή μητρί και αδελφή Σοφία.

Ο σος πιστός φίλος

και πάλαι ποτέ κοσμικός

νυν δε ιερομόναχος Γαβριήλ

Γεωρ. Κοτζ.

Ο Κοτζιούλας καλόγερος! Σαν απίστευτο φαίνεται. Συλλογίζομαι όμως πως δεν αποκλείεται νάναι κι αληθινό. Όσοι παρακολούθησαν και γνώρισαν το ψυχικό του δράμα θα συμφωνήσουν πως η φυγή του απ’ τον κόσμο είναι μια λύση. Ζούσε πάντα κάτω απ’ το βάρος μιας καταθλιπτικής πραγματικότητος και αδιάκοπα ζητούσε την απολύτρωση. Νόμιζε πως θα ’βρισκε τη σωτηρία στην Τέχνη. Και προσπάθησε να ξεχαστεί στα γοητευτικά της είδωλα και στους κόσμους της φαντασίας. Μα, φαίνεται, δεν το κατόρθωσε. Και γι’ αυτό δεν εδίστασε να αρνηθεί τον εαυτό του, να τον αποδοκιμάσει και να ζητήσει στην απώθηση των βιοτικών μεριμνών και στην επίρρωση της πίστεώς του την αληθινή σωτηρία.

Ευεξήγητη, όπως βλέπετε, η στάση που πήρε ο φίλος μου μπροστά στα προβλήματά του. Μα δε μπορώ ακόμα να πιστέψω πως ο Κοτζιούλας φόρεσε το καλογερίστικο ράσο. Σεις μπορείτε να ’χετε πιο πολλές πληροφορίες και σας παρακαλώ πολύ να μου τις ανακοινώσετε. Θα με υποχρεώσετε.

Με ξεχωριστή εκτίμηση

ΑΝΤ. ΚΑΤΣΟΥΡΟΣ

Καθηγητής―Βαθύ Σάμου.

~·~

Ο φίλος λοιπόν του Σάμιου καθηγητή Κατσουρού Γιώργος Κοτζιούλας, στην επιστολή που του στέλνει υπογράφει ως ιερομόναχος Γαβριήλ, ως μοναχός αγιορείτης δηλαδή. Δίκαιη η σαστιμάρα και το ξάφνιασμα από την απρόσμενη είδηση για τον Κατσουρό, κεραμίδα κατακέφαλα, που σπεύδει να το μοιραστεί διερωτητικά με το περιοδικό. Κι αντί να πάρει μια καθαρή απάντηση από το περιοδικό πληροφορείται κι αυτός, όπως κι οι υπόλοιποι αναγνώστες, πως η Διεύθυνση του περιοδικού παραμένει εξίσου σαστισμένη από την επιστολιμαία είδηση. Δεν γνωρίζουν τίποτα απολύτως. Το μόνο που κατορθώνουν να ψελλίζουν είναι η έντιμη και ηθική στάση του Κοτζιούλα απέναντι στις δυσκολίες του βίου του. Εκείνο που θα ξάφνιασε και θα υποψίασε όμως αρκετούς από τους αναγνώστες ―σε αντίθεση με τον Φωτιάδη― είναι αφενός ο ταχύτατος χρόνος της ενδεχόμενης κουράς (εισδοχής δηλαδή στην μοναχική κοινότητα) χωρίς το ελάχιστο διάστημα δοκιμαστικής περιόδου, και αφετέρου της διττής (σε διάκονο και ιερέα), χειροτονίας ενός μέχρι προ μηνός λαϊκού. Κι οι υποψίες αυτές θα ήταν παντελώς βάσιμες, όπως άρκεσε μια άλλη επιστολή, από τον ίδιο τον αγνοούμενο ποιητή-μεταφραστή, φερόμενο ως αγιορείτη καλόγερο, Κοτζιούλα, να καταδείξει εντός της επόμενης κιόλας εβδομάδας. Στο αμέσως επόμενο φύλλο 149 (Σάββατο 7/10/1939) των Νεοελληνικών Γραμμάτων, δημοσιεύεται η ειστολή του Κοτζιούλα που καθησυχάζει ανακουφιστικά τα αναστατωμένα και σαστισμένα ―κοσμικά― πνεύματα. Ακολουθεί η δημοσίευση:

(Πήραμε και δημοσιεύουμε το παρακάτω γράμμα):

Αθήνα, 1.10.39.

Αγαπητέ κ. Φωτιάδη,

Λυπήθηκα πολύ που η πρόσφατη περιοδεία μου στο Άγιον Όρος και μια πετυχημένη, φαίνεται, απομίμηση ύφους έγιναν αιτία να φτάσει στη δημοσιότητα ένας απλός αστεϊσμός και να πιστευτεί ή να μισοπιστευτεί από φίλους μου πως έγινα καλόγερος!

Όλα φυσικά γίνουνται σ’ αυτόν τον κόσμο, και τα πιο απίθανα πράγματα. Εγώ όμως δε σκέφτηκα ποτέ μου ν’ ακολουθήσω το μοναχικό βίο κι εξακολουθώ να είμαι εκείνος που ήμουν. Θα μεταφράζω λοιπόν πάντα Φρανκ Χάρρις, θα γράφω στίχους και θα διατηρώ τ’ όνομά μου.

Ζητώ οπωσδήποτε συγγνώμη από τον καλό μου φίλο Αντώνη Κατσουρό, που άδικα ανησύχησε, καθώς και από τους αναγνώστες του περιοδικού, που τους απασχόλησα άθελά μου.

Πολύ φιλικά

Γ. ΚΟΤΖΙΟΥΛΑΣ

(από το γράμμα αυτό φαίνεται πως ο φίλος ποιητής πήγε στο Άγιον Όρος, αλλά δεν παρέμεινε. Βρίσκεται πάλι ανάμεσά μας. Το γράμμα προς τον κ. Κατσουρό, που δημοσιέψαμε, ήταν μάλλον μια φευγαλέα διάθεση, παρά απόφαση του κ. Κοτζιούλα).

~·~

Δεν έγινε καλογεράκι στ’ Αγιονόρος τελικά ο Κοτζιούλας! Ταξίδεψε όμως και περιηγήθηκε το Περιβόλι της Παναγίας για ένα μήνα και όλη αυτή της εμπειρία που αποκόμισε ο παρ’ ολίγον ιερομόναχος Γαβριήλ ξεκίνησε να την καταγράφει πάλι στις φιλόξενες στήλες του περιοδικού σύντομα, όπως ανακοινώθηκε στο φύλλο 155 (Σάββατο 18/11/1939):

ΑΠΟ ΤΟ ΕΡΧΟΜΕΝΟ ΦΥΛΛΟ

Θ’ αρχίσουμε τη δημοσίευση μιας σειράς εντυπώσεων του συνεργάτη μας

κ. Γ. Κοτζιούλα

Από την πρόσφατην επίσκεψή του στο ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ.

Στο επόμενο κιόλας φύλλο ξεκινούσε την ―επί δεκαέξι συνέχειες― καταγραφή της αγιορείτικης εμπειρίας του (ΠΕΡΙΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΣ ΤΟ ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ) ο ποιητής Γιώργος Κοτζιούλας:

«Το Άγιον Όρος είναι κάτι ασύλληπτο. Θέλω να πω με τούτο πως, όσα και να έχει ακούσει κανείς ή διαβάσει σχετικά, με κανέναν τρόπο δε μπορεί ν’ αναπλάσει το μέρος αυτό στην πραγματική του υπόσταση. Τον περασμένο χειμώνα είχα γείτονα στην εξοχή μου έναν καλόγερο Αγιορείτη και τις ατέλειωτες ώρες, όπου η κακοκαιρία δεν επιτρέπει περιπάτους, τον έβανα να μου διηγηθεί κάτι από την αλησμόνητη πατρίδα του. Οι μοναχοί, όσο αποφεύγουν να μιλήσουν ― τουλάχιστον σε κοσμικούς― για πράγματα έξω του κύκλου τους, άλλο τόσο ευχαριστιούνται να κάνουν λόγο για ζητήματα της δικαιοδοσίας των. Είχα μάθει λοιπόν πλήθος λεπτομέρειες για τη μακρινή εκείνη γλώσσα της στεριάς που τη διάλεξαν οι άνθρωποι του Θεού για κατοικία τους. Όταν όμως πρωτοαντίκρυσα από το καράβι τη γη που λαχταρούσα να πατήσω, αναγκάστηκα να ομολογήσω στον εαυτό μου πως δεν ήξερα τίποτε γι’ αυτήν· η εικόνα που είχα πλάσει με τη φαντασία μου είταν κάτι ολότελα απροσέγγιστο με την πραγματικότητα.

Μα είναι και αναπόδοτο συνάμα το Άγιον Όρος. Πέρασα πεζός όλη τη περιοχή του, επισκέφτηκα και τα είκοσί του μοναστήρια, το είδα και το χάρηκα και το μελέτησα έναν ολόκληρο μήνα. Μα τώρα που θα χρειαστεί να καταφύγω στις σκόρπιες, τις ασύνδετες κι’ αυθαίρετες αναμνήσεις μου (γιατί βρίσκω πως είναι καθαρή ματαιοπονία να κρατεί κανείς σημειώσεις στα ταξίδια του) για να δώσω έναν πίνακα συνολικό του περίφημου εκείνου τόπου, φοβάμαι πολύ πως δε θα καταφέρω ν’ αποδώσω παρά τις πιο ασήμαντες πλευρές του».

Η περιδιάβασή του στο Άγιον Όρος  εκδόθηκε μαζί με άλλα πεζά έργα του (αρχικά το 2014 και κατόπιν πάλι το 2016), στον μεταθανάτιο τόμο: Πικρή ζωή και άλλα πεζογραφήματα– επιλογή από το έργο του, εισαγωγή-επιμέλεια-σχόλια Σωτηρία Μελετίου, εκδόσεις Δρόμων, Αθήνα 2016.

*Δημοσιευμένο στο ηλεκτρονικό Νέο Πλανόδιον, στις 8-11-2024, εδώ.

Κοιτάζοντας το κρανίο του Σίλλερ*

Image

Τον Λευτέρη Αλεξίου (1890-1964), τον Ηρακλειώτη ποιητή, τον γνώριζα κατ’ ουσίαν μόνο από το θαυμάσιο ποίημά του «Ενδεχόμενα», που είχε συμπεριλάβει κι ο Μανόλης Αναγνωστάκης στην ανθολογία του  Η χαμηλή φωνή και φυσικά. Αργότερα έμαθα για αυτόν από τον γιο του Στυλιανό Αλεξίου, που παρουσίασε τα εργοβιογραφικά μαζί με μια ανθολόγηση της ποίησής του, στα εικοσιπέντε χρόνια από τον θάνατό του, στο περιοδικό Παλίμψηστον της Βικελαίας Βιβλιοθήκης του Ηρακλείου, τχ. 9-10, Δεκ. 1989-Ιουν. 1990, σ. 7-40 (όπου και παραπέμπω όποιον ενδιαφέρεται να μάθει περισσότερα για τον ποιητή).

Πρόσφατα, ψάχνοντας για ένα δυσεύρετο κείμενο, πήρα στα χέρια μου τη συλλογή κειμένων: Συμβολή. Μικρή Ανθολογία κειμένων για τη νεοελληνική λογοτεχνία,που εξέδωσε το ΚΕ Λύκειο Αρρένων Αθηνών στις εκδόσεις Ιωλκός το 1977. Μέσα εκεί, ανάμεσα σε άλλα ενδιαφέροντα και αρκετά ανέκδοτα ―τότε― κείμενα σημαντικών συγγραφέων μας, έπεσα πάνω σε μια μετάφραση από τον Λευτέρη Αλεξίου ενός γνωστού ποιήματος του Γκαίτε για τον Σίλλερ, το «Bei Betrachtung von Schillers Schädel». Με τη σχετική βεβαιότητα πως δεν έχει ξαναδημοσιευθεί το παρουσιάζω εδώ, με τη σύντομη εισαγωγή και τη σημείωση του μεταφραστή του, από τη μνημονευθείσα συλλογή κειμένων, που είχε επιμεληθεί ο Αθ. Φωσκαρίνης, σ. 23-24.

Το περιστατικό στο οποίο αναφέρεται το ποίημα είναι αληθινό. Είναι γνωστό πως ο Γκαίτε είχε κρατήσει το κρανίο του Σίλλερ για ένα διάστημα στο γραφείο του σε διαρκή ανάμνηση του αγαπημένου φίλου του (τώρα κατά πόσον ήταν αυτό αυθεντικό, όπως αποκάλυψε η μεταγενέστερη έρευνα, είναι ένα άλλο ζήτημα). Σε ό,τι αφορά την ποιότητα της σχέσης τους και το βάθος της εκτίμησης που έτρεφε ο Γκαίτε για τον Σίλλερ, γράφει ο Τόμας Μάνν στο Δοκίμιο για τον Σίλλερ (εκδ. Ίνδικτος, μτφρ. Θαν. Λάμπρου, 2002): «Ο αμοιβαίος θαυμασμός εμπλούτισε πράγματι και τους δύο, και όσον αφορά τον Γκαίτε ο θαυμασμός αυτός μεγαλώνει ακόμη περισσότερο μετά τον θάνατο του Σίλλερ. Είναι σαν να μην ήξερε, όσο ζούσε ο Σίλλερ, αυτό που είχε δίπλα του», και «Για αυτόν που έζησε περισσότερο, ο νεκρός έγινε ό,τι δεν υπήρξε ποτέ ο ένας για τον άλλον: ιερός. Από τα τελευταία χρόνια της ζωής του Γκαίτε έχει φτάσει ώς εμάς η απάντηση που έδωσε στη νύφη του Ottilie, όταν αυτή του είπε πως ο Σίλλερ την κάνει συχνά να πλήττει. Ο Γκαίτε έστρεψε τότε μακριά το προσωπό του κι απάντησε: “Είστε όλοι πάρα πολύ κακόμοιροι και  γήινοι γι’ αυτόν”».

Κοιτάζοντας το κρανίο του Σίλλερ

(το παρακάτω ποίημα γράφτηκε ύστερα από μιαν ανακομιδή των οστών του Σίλλερ. Ο Γκαίτε ήτανε παρών και πήρε στα χέρια το κρανίο του φίλου του. Τις χαραχτηριστικές σκέψεις του σε κείνη την περίσταση τις εστιχούργησε σ’ αυτό το ποίημα. Οι στίχοι μεταφράζονται, όσο ξέρω, για πρώτη φορά στα ελληνικά. Λευτ. Αλεξίου).

Στὸ κοιμητήρι τὸ βαθὺ καὶ σκοτεινὸ κοιτάω
μὲ πόση τάξη ἀραδιαστὰ σωπαίνουν τὰ κρανία
καὶ μὲσ’ στὸ νοῦ τὶς ἐποχὲς ποὺ ἐφύγαν μελετάω.

Μένουν πλάϊ-πλάϊ ὅσοι ἄλλοτε μισοῦνταν μὲ μανία·
κόκκαλα ποὺ ὡς τὸ θάνατον ἀλληλοχτυπηθῆκαν,
τώρα ἡσυχάζουν σταυρωτὰ μέσα στὴν ἡσυχία.

Σκόρπιες κουτάλες… Ἀπὸ ποιά φορτιὰ νὰ κυρτωθῆκαν,
κανένας δὲ ρωτάει. Μέλη γιερά, γεμᾶτα ζέση,
χέρια καὶ πόδια, π’ ἀπ’ τῆς ζωῆς τὴν ἄρθρωση λυθῆκαν…

Ὤ, κουρασμένοι, ἀνώφελα στὴ γῆς ἔχετε πέσει.
Δὲ σᾶς ἀφήνω ἀνάπαψη στὸν τάφο. Στὴν ἡμέρα,
στὴν ἅγια ζήση καὶ στὸ φῶς σᾶς ἔχω ἐδῶ καλέσει:

Τί ἕν’ ἄθλιο τσώφλι εἶν’ ἄσκοπο νὰ ὑψώνω στὸν ἀγέρα,
κι ἂς εἶχε τὸν ἐγκέφαλο τὸν πιὸ εὐγενῆ κλεισμένο.
Μὰ νά, ποὺ ἕνας παλιὸς χρησμὸς μ’ ἀκολουθεῖ ἐδῶ πέρα,

(σ’ ἐλάχιστους τὸ νόημά του τό ’χει φανερωμένο)
ὅταν, στὴ μέση ἀπὸ σωροὺς κοκκάλων καὶ κρανίων,
μιὰ ἀτίμητα ἱερὴ μορφὴ στὰ μάτια μου ἀνασταίνω.

Καὶ ἰδέ, σ᾽ αὐτὴ τὴ στενωσιά, στὴ μούχλα καὶ στὸ κρύο,
μ’ αἴστηση λευτεριᾶς πλατειᾶς εὐτὺς ἀναγαλλιάζω,
ὡς νά ’βγαινε ἀπ’ τὸ θάνατο ζωῆς ἀνάμα θεῖο!

Μὲ ποιά γοητεία μυστηριακὴ τὴν ὄψη σου ἀναπλάζω!
Τὰ θεῖα χαρακτηριστικά, πού ’χε ἄλλοτε κρατήσει!
Μὲ μιὰ ματιὰ μέσ’ στὴ γνωστή μου θάλασσα βουλιάζω,

ποὺ τόσες ξεχειλίζοντας μορφὲς1 εἶχε ἀναβρύσει.
Σκεῦος, ἱερό, πού ’χεις χρησμοὺς στὸν κόσμο τόσους δώσει,
στὰ χέρια πὼς εἶμ’ ἄξιος νὰ σ’ ἔχω ἐτοῦτα κλείσει;

Ἀπὸ τὴ μούχλα, ὦ Θησαυρέ, ψηλὰ σ’ ἔχω σηκώσει,
καὶ πρὸς τὰ αἰθέρια τ’ ἀνοιχτά, πρὸς τὴν πλατειὰ τὴ σκέψη,
πρὸς τὸ ἠλιοφῶς ἔχω μὲ σὲ τὸν ἴδιο ἐμένα ὑψώσει.

Τί πιὸ πολὺ μπορεῖ κανεὶς στὸν κόσμο νὰ γυρέψει,
τὴ θέαιανα Πλάση ἂν τοῦ δοθεῖ στὰ μάτια νὰ κοιτάξει,
σὲ πνεῦμα πῶς τὰ πιὸ σκληρὰ μπορεῖ νὰ μετατρέψει,

κι αἰώνια πῶς τοῦ πνεύματος τὰ τέκνα νὰ φυλάξει.

1 (Σ. του Μ.) Ο Γκαίτε υπαινίσσεται τους τύπους που έπλασε ο Σίλλερ στα θεατρικά έργα του.

~·~

Δημοσιευμένο στο ηλεκτρονικό Νέο Πλανόδιον, στις 9-9-2024, εδώ.

Η Γκέρντρουντ Μπελλ στην Πάτρα

Image

Η Γκέρντρουντ Μάργκαρετ Λόθιαν Μπελλ, γνωστή απλώς ως Γερτρούδη Μπελλ, υπήρξε ένα ιδιαίτερο και ξεχωριστό πλάσμα, με σπάνια ταλέντα και ακατάβλητη θέληση. Ακατάπαυστη κι ακαταπόνητη ταξιδιώτισσα, ορειβάτης, γλωσσομαθής (επικοινωνούσε, διάβαζε κι έγραφε σε 11 γλώσσες), συγγραφέας, αρχαιολόγος, φωτογράφος, ανώτερη πολιτική αξιωματούχος και υπάλληλος της Βρετανικής Αυτοκρατορίας, ο «θηλυκός Λώρενς της Αραβίας», η «βασίλισσα της Ερήμου», η «κατάσκοπος» αν προτιμάτε, ήταν η γυναίκα που μετασχημάτισε τη Μέση Ανατολή και «δημιούργησε» το Ιράκ στις απαρχές του 20ού αιώνα, εκεί όπου άφησε την τελευταία πνοή της, και θάφτηκε στη Βαγδάτη. Ταξίδεψε συχνά στην Ελλάδα εκεί στο γύρισμα του 20ού αιώνα, πολλές φορές ως ενδιάμεσο σταθμό στα ταξίδια της από και προς τη Μέση Ανατολή ―κυρίως στην Αθήνα― επισκεπτόμενη σχεδόν όλους τους γνωστούς τότε αρχαιολογικούς χώρους· συχνότατα το Αρχαιολογικό Μουσείο, την Ακρόπολη, τις Μυκήνες, την Ολυμπία, τους Δελφούς κλπ., συνομιλώντας με αρχαιολόγους και ερευνητές, πατριώτες της ή άλλους Ευρωπαίους που εργάζονταν στις αντίστοιχες αρχαιολογικές αποστολές των χωρών τους στην Ελλάδα, και καταγράφοντας εντυπώσεις, εικόνες και γεγονότα στα ημερολόγια και τις επιστολές της.

Σ’ ένα από πρώτα της περάσματα στη χώρα, ερχόμενη από Κέρκυρα καθ’ οδόν προς Αθήνα, φτάνει με το ατμόπλοιο το πρωί της Τρίτης 4ης Απριλίου 1899 στην Πάτρα και στις 3-4 ώρες που έχει στη διάθεσή της ανηφορίζει προς την πάνω πόλη κι επισκέπτεται το από δεκαετίας περίπου ήδη τότε εκσκαφέν Αρχαίο Ωδείο, το οποίο βρίσκει γοητευτικό. Σημειώνει η ίδια στο ημερολόγιό της:
Tues. 4. [4 April 1899] Reached Patras at 2 AM. up at 8 and on shore. Drove round and saw a charming Theatre; lunch and at 12 to Athens Exquisite line along the Gulf of Corinth, glimpses of Parnassus. […] Passed by Megara. Arrived at Athens at 7 in the dark.

Σε μια επιστολή προς την μητέρα της (που άρχισε να γράφει στις 28/3/1899) καταγράφει λεπτομερέστερα αυτή την ολιγόωρη στάση στην Πάτρα:
We woke in the morning at Patras and, finding that the steamer was gone, we decided, rather to my relief, to come on to Athens by train. So we had a few hours in Patras, which we spent in seeing a very interesting Roman theatre and eating a particularly acceptable lunch, and then we started off again, most comfortably in a carriage to ourselves. The journey along the Gulf of Corinth was very beautiful; we had a great thrill when we saw Parnassus sticking up his head far away, but it was dark by the time we reached Athens, so that our first sight of the Acropolis was reserved for next day.

Βρίσκει εξαιρετικά ενδιαφέρον το Ρωμαϊκό Ωδείο· και πώς όχι; Αν και διπλάσιό του, το Ηρώδειο έχει κτιστεί ομοιότυπο με το ρωμαϊκό Ωδείο της Πάτρας. Ας σημειώσουμε επίσης πως απόλαυσε ένα ιδιαιτέρως ικανοποιητικό γεύμα· σχεδόν κολακεία για τον ντόπιο εστιάτορα, ιδίως αν συλλογιστεί κανείς ότι προέρχεται από βρετανικά χείλη αυτή η χαρακτηριστικά βρετανικότροπη φράση. Πήγαν με άμαξα βέβαια ως την Κόρινθο γιατί τότε ακόμη το τραίνο από την Αθήνα έφτανε μέχρι την Κόρινθο και η διαδρομή διαρκούσε 7-9 ώρες [τόσες περίπου ώρες ήταν η διαδρομή Πάτρα-Αθήνα όταν ήμουν κι εγώ φοιτητής τη δεκαετία του ’80· σήμερα φτάνει ως το Κιάτο, άντε και δις ημερησίως ως το Αίγιο]. Δύο επισημάνσεις ακόμη: ανατριχιάζει σαν αντικρίζει τον όγκο του Παρνασσού, και δεν προλαβαίνει λόγω του σκοταδιού να ικανοποιήσει τη μη κρυπτόμενη λαχτάρα της δει την Ακρόπολη, την οποία θα επισκεφτεί την επομένη.

Ο Καβάφης, παρά την τριήμερη παραμονή του στην Πάτρα, το καλοκαίρι του 1901, δεν άφησε καμία μνεία οιασδήποτε επίσκεψης στο ρωμαϊκό Ωδείο της πόλης. Ούτε και ο βιαστικός Φρόϋντ τον Αύγουστο του 1904, ερχόμενος αυθημερόν από την Αθήνα ώστε να επιβιβαστεί στο βραδινό πλοίο για Τεργέστη. Εξάλλου, θα τον βασάνιζε σίγουρα η ανάμνηση της επίσκεψης στην Ακρόπολη, όπως έχει αναλύσει κι ο Ηλίας Παπαγιαννόπουλος.

(Η φωτογραφία από την επιστολή προς τη μητέρα της προέρχεται από το αρχείο της Μπελλ, που εναπόκειται στο Πανεπιστήμιο του Νιούκασλ. Οι σχεδόν σύγχρονες εκείνης της εποχής φωτογραφίες του πατρινού ρωμαϊκού ωδείου είναι αλιευμένες από το διαδίκτυο.)

Γράμματα και φιλιά

Image

Στο Άσμα του Αμιρά, στο έπος του Διγενή Ακρίτη (μέσα 12ου αι.), ο Σύριος αμιράς που σκλαβώθηκε από την ομορφιά της Ρωμαίας κόρης κι άφησε την χώρα, τους συγγενείς και τους δικούς του και την πίστη του και πήγε να ζήσει μαζί με την αγαπημένη του στης Ρωμανίας τα μέρη, δέχεται κάποια στιγμή γράμματα από την μάνα του, που του ζητά να έρθει στα συγκαλά του και να γυρίσει πίσω στη Συρία. Ο αμιράς διάβασε τα μητρικά γράμματα γεμάτος στεναχώρια, νοσταλγία και θλίψη μεγάλη στην καρδιά, και σύμφωνα με το ποίημα:
«και ενέγνωθεν τα γράμματα και απέκει εφίλησέν τα» (έκδοση Στυλ. Αλεξίου).

Στο «Περί της ξενιτείας» (αρχές 15ου αι), ο ξενιτεμένος νέος γράφει ένα πικρό γράμμα στην μάνα του, εξιστορώντας τα πάθια του στα ξένα και της το στέλνει μ’ ένα γοργοφτέρουγο πουλί. Γράφει ο ανώνυμος ποιητής:
«Και το πουλίν ως ήκουσεν την παραπόνεσίν της,
στα στήθη της εκάθισεν και το χαρτί της δίδει.
Και παρευθύς το ήρπαξεν, γλυκιά καταφιλεί το» (έκδοση Γιάν. Μαυρομάτη),
και μιας και διόλου δεν κάτεχε γραφή κι ανάγνωση, φώναξε τον γραμματικό να της διαβάσει το γράμμα.
Και για αυτούς που ξέραν να διαβάζουν και για αυτούς που δεν ξέραν, η γραφή του αγαπημένου από τα ξένα είναι σχεδόν αυτό το ίδιο το πεφιλημένο κι απόν πρόσωπό του.

(Η άσχετη φωτογραφία είναι ένα όμορφο γκραφιτo-καλλιγράφημα του Greg Papagrigoriou)

Η εντυπωσιοθηρία της “κριτικής” και η Έμιλυ Ντίκινσον*

Image

Την Άβυσσο δεν γίνεται
με αέρα να σφραγίσεις

Στις ομιλίες του στο Χάρβαρντ, μιλώντας για την ποιητική μετάφραση ο Μπόρχες, με τη βαθειά ειρωνική γλώσσα που εμποτίζει τη σκέψη και το έργο του, έλεγε πως έβρισκε όμορφες τις κατά λέξη μεταφράσεις, στις οποίες αναγνώριζε θεολογική την προέλευση από τις μεταφράσεις της θεόπνευστης, αλάθητης Βίβλου, και ταυτόχρονα εξυμνούσε «μια από τις πιο όμορφες και περίφημες αγγλικές μεταφράσεις», τη μετάφραση των Ρουμπαγιάτ του Ομάρ Χαγιάμ από τον Φιτζέραλντ. Ένα δηλαδή ολωσδιόλου και παντελώς άλλο έργο από το πρωτότυπο, ομολογώντας πως «μια μετάφραση δεν κρίνεται ποτέ λεκτικώς». Ο Κώστας Κουτσουρέλης στην πρόσφατη μετάφραση 120 ποιημάτων της Ντίκινσον, διαφωνώντας με τον πασίγνωστο αφορισμό του Φροστ για τη μετάφραση της ποίησης, εξαρχής δηλώνει πως «όπως έλεγε ο Ιωσήφ Μπρόντσκι, “ποίηση είναι ό,τι κερδίζεται στη μετάφραση”, όχι ό,τι ενδεχομένως έχει χαθεί. Στέκεται το ελληνικό κείμενο μόνο του, ως ποίημα αυτοτελές και αυτόφωτο; Αυτό ενδιαφέρει. Αν όχι, κανένα δεκανίκι δεν θα το σώσει».

Την νέα αυτή μετάφραση της Ντίκινσον από τον Κουτσουρέλη ψέγει και επικρίνει σε σημείωμά της η Τίνα Μανδηλαρά, στη στήλη για το βιβλίο στη Lifo, με τίτλο «Όταν η Ντίκινσον θυμίζει στις μεταφράσεις της Βάρναλη και Τσιφόρο» [sic], μαζί με τη μετάφραση του Αρτίρ Ρεμπό, από τον Βασίλη Πατσογιάννη. Ο σχολιασμός που ακολουθεί αφορά μονάχα το επικριτικό σημείωμά της προς τη μετάφραση της Ντίκινσον, που όπως μαρτυρά κι ο τίτλος του αποτελεί και τον ουσιαστικό στόχο της επίκρισής της. Δεν αποσκοπώ εδώ σε ενδελεχή κριτική αξιολόγηση της μιας ή της άλλης μετάφρασης, επιθυμώ απλά να σχολιάσω και να κρίνω μόνον τα όσα διάβασα.

~·~

Έπαινους, ψόγους το ίδιο ν’ αγαπάς
– κι αυτοί περνούν, κι εσύ περνάς.

Η αναφορά της Μανδηλαρά στον «πρόωρο μοντερνισμό» της Ντίκινσον και στον Χάρολντ Μπλουμ «ο οποίος της έδωσε σημαίνουσα θέση στον κανόνα του», καθιστούν εκ προοιμίου σαφή την οπτική της, με την αποδοχή συγκεκριμένων απόψεων για την ποίηση της Ντίκινσον. Και συνεχίζει:
Αν εξαιρέσεις κάποιες μεταφραστικές απόπειρες του Διονύση Καψάλη, εμπνευσμένες από τις παραπομπές του Χάρολντ Μπλουμ στον Δυτικό Κανόνα και πιο κοντά στο σαιξπηρικό ύφος, τις πιο πρόσφατες του Χάρη Βλαβιανού (160 ποιήματα από τις εκδόσεις Πατάκη) και τον μεγάλο τόμο 44 ποιήματα και 3 γράμματα από τον Ερρίκο Σοφρά και τις εκδόσεις Το Ροδακιό, που δείχνει να είναι πιο κοντά στο πνεύμα της σπουδαίας Αμερικανίδας ποιήτριας, οι υπόλοιπες αποδόσεις παραμένουν άκρως προβληματικές.

Οι «κάποιες μεταφραστικές απόπειρες» του Καψάλη είναι οι μεταφράσεις 27 συνολικά ποιημάτων (αρχικά διάσπαρτες σε άλλα έργα κι εν συνεχεία συγκεντρωμένες στο βιβλίο Το μέγα ύδωρ, 2004, Άγρα), και φυσικά δεν είναι «εμπνευσμένες από τις παραπομπές του Χάρολντ Μπλουμ στον Δυτικό Κανόνα». Αφενός γιατί, από τα οκτώ ποιήματα που παραθέτει ο Μπλουμ εκεί, μόνο τρία έχει μεταφράσει και ο Καψάλης, και γιατί, αφετέρου, όπως γράφει ο ίδιος ο Καψάλης, ήταν έτοιμες από το 1994 (ο Δυτικός Κανόνας τον Οκτώβριο εκείνης της χρονιάς πρωτοεκδόθηκε). Αν και αδυνατώ να καταλάβω τι μπορεί να σημαίνει η φράση «πιο κοντά στο σαιξπηρικό ύφος» (ο Καψάλης δηλαδή μεταφράζει Ντίκινσον με τον τρόπο που γράφει ο Σαίξπηρ; ή ο Καψάλης μεταφράζει Ντίκινσον με τον τρόπο που ο ίδιος μεταφράζει Σαίξπηρ;), οι συγκεκριμένες μεταφράσεις του Καψάλη είναι εντελώς διαφορετικά τεχνουργημένες, τόσο από πλευράς μέτρου και ομοιοκαταληξίας όσο και επιλογής λεξιλογίου από τα 25 Σονέτα ή τα θεατρικά του βάρδου (π.χ. τον πιο πρόσφατο Βασιλιά Ληρ) που ο ίδιος έχει αποδώσει στη γλώσσα μας.

Όπως απερίφραστα δηλώνει η Μανδηλαρά, στο κλείσιμο της παραγράφου, από τις τρεις μεταφράσεις που ξεχωρίζει, προτιμά τη μετάφραση Σοφρά επειδή «δείχνει να είναι πιο κοντά στο πνεύμα της σπουδαίας Αμερικανίδας ποιήτριας» (προβάλλοντας μια ιμπρεσιονιστική εκτίμηση ως κριτήριο αξιολόγησης της ποιητικής μετάφρασης) και θεωρεί όλες τις υπόλοιπες «άκρως προβληματικές». Και σπεύδει να αποδείξει τα λεγόμενά της ασχολούμενη αποκλειστικά με τη μετάφραση Κουτσουρέλη, με μία πρόταση η οποία θα απαιτούσε έλεγχο κι επαναδιατύπωση για να σημαίνει κάτι σαφώς αντιληπτό και κατανοητό στα ελληνικά:
Απόδειξη η πρόσφατη έκδοση με ποιήματα της Έμιλι Ντίκινσον από τις εκδόσεις Κίχλη σε εκλογή(!), προλεγόμενα και μετάφραση Κώστα Κουτσουρέλη, ένα εγχείρημα που ίσως να είναι πολύ πιο φιλόδοξο και σίγουρο για τις μεταφραστικές επιλογές του απ’ ό,τι οι αμφίθυμες, αντιφατικές και γοητευτικά αβέβαιες ποιητικές επιλογές της ακαταπόνητης «παρθένας ερημίτισσας».

Υποπτεύομαι πως συνοδεύει τη λέξη ‘Εκλογή’ του υπότιτλου με εντός παρενθέσεων θαυμαστικό προκειμένου να δηλώσει έτσι το ξάφνιασμά της στο αξιοπερίεργο της προτίμησης αυτής της λέξης ― προφανώς αντί της συνηθέστερης τα τελευταία χρόνια ‘Επιλογή’. Ας την καθησυχάσουμε όμως· αυτή ήταν η λέξη που εχρησιμοποιείτο από παλιά για τις ανθολογήσεις και μια ματιά στο Διαδίκτυο επιβεβαιώνει πως μέχρι σήμερα εξακολουθεί να χρησιμοποιείται αδιατάρακτα (από τις ιστορικές Εκλογές από τα τραγούδια του ελληνικού λαού του Πολίτη μέχρι και την περσινή Εκλογή από το έργο του Τζων Κητς του Γιώργου Βάρσου.) Μα και στο λεξικό π.χ. του Μπαμπινιώτη, την εκλογή βλέπουμε να χρησιμοποιείται προκειμένου περί ανθολογιών.

Ας στραφούμε κι ας εξετάσουμε όμως τις ουσιώδεις διαφωνίες της αρθογράφου, μέσα από τα επιχειρήματα και τα τεκμήρια που προσκομίζει, στο σύντομο κείμενό της. Η Μανδηλαρά λοιπόν κατηγορεί την απόδοση του Κουτσουρέλη ως «παραπάνω κυριολεκτική από όσο επιτάσσει το αφαιρετικό, εξπρεσιονιστικό ύφος της [ενν. Ντίκινσον] και μάλλον πολύ πιο “γνωμοδιδακτική” [sic] από όσο η ίδια θα ήθελε. Και ενώ ο ίδιος ο μεταφραστής με ευστοχία λέει στα προλεγόμενά του ότι “οι στίχοι της Ντίκινσον είναι ένα διαρκές ανάκρουσμα οριακών συναισθημάτων, μια ακρίβεια [ο ΚΚ γράφει «ακροβασία»] πάνω στο δίκοπο ξυράφι της συντριβής και της ευδαιμονίας”, η αποστράγγισή τους από κάθε ένταση στην απόδοση καταργεί εντελώς οποιαδήποτε τέτοια οπτική. Γιατί τι σχέση μπορεί να έχει το ανατρεπτικά διονυσιακό και τολμηρό:

«I taste a liquor never brewed –
From Tankards scooped in Pearl –
Not all the Frankfort Berries
Yield such an Alcohol!

Inebriate of air – am I –
And Debauchee of Dew –
Reeling-thro’ endless summer days –
From inns of molten Blue –

When “Landlords” turn the drunken Bee
Out of the Foxglove’s door –
When Butterflies renounce their “drams” –
I shall but drink the more!

με την ελληνική απόδοση:

Πίνω έν’ ανήκουστο ποτό
σε κούπα από σεντέφι –
δεν βγάζει η Έσση σαν αυτό 
μούρα όσα κι αν έχει!

Μες στο γλαυκό το καπηλειό
του ανέμου εγώ βακχεύω,
στ’ άσωτο θέρος σκουντουφλώ,
πλάι στη δροσιά αλητεύω.

Σαν θα πετάει ο κάπελας
έξω αργά ένα βράδυ
τη μεθυσμένη μέλισσα
στης πίκρας το λιβάδι

και το γυαλί θα παρατούν
οι πεταλούδες κάτω,
εγώ το ποτηράκι μου
θ’ αδειάζω άσπρο πάτο!.

Εκτός από τις προφανείς παρερμηνείες, άκρως προβληματική είναι, εν προκειμένω, η απόδοση του ύφους που κάνει τη λεπτή γυναικεία ειρωνεία τύπου Κόλεριτζ που υιοθετεί η Ντίκινσον στα ποιήματά της να ακούγεται στα ελληνικά, στην καλύτερη περίπτωση, σαν τους “Μοιραίους” του Βάρναλη και στη χειρότερη σαν σκωπτικά κομμάτια κωμωδίας του Τσιφόρου. Επιπλέον, δεν γίνεται αντιληπτό γιατί το 2023 άνθρωποι εγνωσμένης γλωσσικής ικανότητας να εμμένουν σε μια απαρχαιωμένη δημοτικίζουσα ή μαλλιαρή γλώσσα, επιλέγοντας λέξεις όπως “φυσομάνημα”, “αυθέντης”(!) ή “έχθρισσα”».

Κι όμως ο Κουτσουρέλης, στα Προλεγόμενά του, που –διόλου παραδόξως– ουδόλως λαμβάνονται υπόψιν, γράφει ξεκάθαρα για τη διδαχή και τη γνωμολογία που ευρέως συναντάται στο έργο της Ντίκινσον:
«Αν με το ένα πόδι η Ντίκινσον πατάει στον λυρισμό και το τραγούδι, με το άλλο στηρίζεται στη διδαχή και τη γνωμολογία. Οι ηθικοθρησκευτικές παραστάσεις που έθρεψαν αυτή την ποίηση είναι απαραγνώριστες […] Αρκετά είναι ποιήματα γνωμικοδιδακτικά, που οι μεταφραστές συνήθως τα προσπερνούν»,

πράγμα εξάλλου καταφανές ακόμη και σε μία επιπόλαιη και βιαστική περιδιάβαση στο έργο της Ντίκινσον. Οπότε μάλλον το συναφές ερώτημα που προκύπτει είναι κατά πόσον αρκετοί μεταφραστές της Έμιλυς όντως μάς μεταφέρουν αντιπροσωπευτικά κι εκφραστικά δείγματα της ποίησής της ή εάν μας προτείνουν τη δική τους εξπρεσιονιστικά αφαιρετική –και μονότροπα ομοιογενή– εικόνα για την παρθένο του Άμχερστ.

Πριν συζητήσουμε το παρατιθέμενο ποίημα, θα ήθελα να προσθέσω και την τελική στροφή του, που παραλείπεται (το παίρνω από την ίδια έκδοση του Franklin που παραθέτει η Μανδηλαρά, από όπου άλλωστε, πλην τριών εξαιρέσεων, μεταφράζει κι ο Σοφράς· μόνος αυτός εκ των τεσσάρων μνημονευόμενων εδώ μεταφραστών):

Till Seraphs swing their snowy Hats –
And Saints – to windows run –
To see the little Tippler
Leaning against the – Sun!

και την απόδοση του Κουτσουρέλη:

Ώσπου τα Σεραφείμ να ρθούν
τινάζοντας το χιόνι
απ’ το καπέλο τους μεμιάς
για να βγουν στο μπαλκόνι,

για να βγουν κι οι Άγιοι μαζί
ψηλά απ’ το Θείο Βασίλειο
να δούνε τον μικρό μπεκρή –
να πιάνεται απ’ τον Ήλιο!

Εάν οι λέξεις καπηλειό, βακχεύω, άσωτο θέρος, σκουντουφλώ, πλάι στη δροσιά αλητεύω, μπεκρής, αδυνατούν να αποδώσουν «το ανατρεπτικά διονυσιακό και τολμηρό» ποίημα, τότε για ποιο πράγμα μιλούν; Τι άλλο περιγράφουν και παρουσιάζουν αν όχι το ξέφρενο βακχικό (γνωρίζει κανείς κάποια άλλη ταυτόσημη του διονυσιασμού λέξη;) μεθύσι από το ρούφηγμα της φύσης; Τόση και τέτοια οργιαστική μέθη προσφέρει το ανήκουστο ποτό της μέθεξης με τη φύση που τα Σεραφείμ κι οι Άγιοι βγαίνουν να δουν ψηλά απ’ το Θείο Βασίλειο την ποιήτρια (τον μικρό μπεκρή) βυθισμένη σε μια σχεδόν υπερβατική κατάσταση –αντιστικτική της θείας– μέθης να πιάνεται απ’ τον Ήλιο. Κι αν αυτοί οι στίχοι δεν αποδίδουν τη λεπταίσθητη ειρωνική αντιπαράθεση της παραδείσιας κατάστασης με αυτήν της Ντίκινσον στην επαφή της με τη φύση, που σαστισμένοι τη θαυμάζουν ακόμη και οι Άγιοι και οι Άγγελοι, αναρωτιέται κανείς ποιος τελικά αποτυγχάνει: ο «προβληματικός» μεταφραστής ή ο επικριτικός αναγνώστης;

Όσο για τη βαρύγδουπη κι ανερμάτιστη περίφραση «λεπτή γυναικεία ειρωνεία τύπου Κόλεριτζ που υιοθετεί η Ντίκινσον στα ποιήματά της», ας σημειώσουμε απλά πως κανείς από τους μελετητές της Ντίκινσον δεν έχει αναφερθεί σε επιρροές που δέχτηκε η ποιήτρια από την ειρωνεία καταστάσεων, που παρατηρείται στην περίφημη Rime του Coleridge, μα ούτε και από τον Coleridge γενικότερα. Για δε τις ειρωνείες της Ντίκινσον, ο συχνάκις αναφερόμενος Μπλουμ, «δανειζόμενος μία έξοχη φράση του Τσέστερτον», γράφει πως «όπως αυτές του Σαίξπηρ και του Τσώσερ, είναι πολύ μεγάλες ώστε να τις διακρίνουμε εμείς».

Μήπως, προκειμένου να μην δημιουργούνται παρανοήσεις, θα ήταν προτιμότερη και λιγότερο «μαλλιαρή» η απόδοση του drams με τα δράμια; Ή μήπως ο διονυσιασμός θα έπρεπε να αποδοθεί με κάποιου τύπου νηφάλια εξπρεσιονιστική αφαιρετικότητα και αποστασιοποιημένη, ξενέρωτη σοβαροφάνεια;

Η δε –σκοπούμενη– σκωπτική αναφορά στους «Μοιραίους» του Βάρναλη αντί να θίξει τον μεταφραστή και την απόδοσή του, μάλλον εκθέτει την αρθογράφο. Γιατί, πώς συνταιριάζεται, πώς μπορεί να σχετίζεται, η μοιρολατρική, απελπισμένη και τυραννισμένη, θλιβερή κι εξαθλιωμένη εικόνα της ζωής των συμποτών μες στην υπόγεια την ταβέρνα του Βάρναλη, με όλο το οργιαστικό, παιγνιώδες, βακχικό μεθύσι Μες στο γλαυκό το καπηλειό / του ανέμου, ακόμα και εάν ο μεταφραστής έχει αποστραγγίσει «από κάθε ένταση» την απόδοση του ποιήματος; Ἄραγε γινώσκεις ἃ ἀναγινώσκεις;

Νομίζω πως είναι φανερό, και για τον πλέον κακόπιστο, πως ενώ ο Κουτσουρέλης κατορθώνει να αποδώσει ανατρεπτικά και διονυσιακά την ντικινσόνεια ειρωνεία, η ειρωνεία της Μανδηλαρά αποτυγχάνει όχι μόνο να θίξει τη μετάφραση του Κουτσουρέλη αλλά και να αρθρωθεί καν ως τέτοια, καθώς στηρίζεται σε μια προφανή παρερμηνεία και πλήρη παρανόηση του Βάρναλη. Σίγουρα κάπως έτσι οδηγούμαστε σε φαρσικές στιγμές που θυμίζουν κωμωδίες του Τσιφόρου.

~·~

Image

Εάν ποτέ ήταν δυνατό
στόμα θνητό να ξέρει
το βάρος το αρχέγονο
της λέξης που προφέρει –
θα συνθλιβόταν απ’ αυτό.

Αλλά ας έλθουμε και στη μομφή επί «μαλλιαρισμώ», καθώς κάτι τέτοιο είναι πράγμα ολωσδιόλου ακατανόητο για ανθρώπους εγνωσμένης γλωσσικής ικανότητας εν έτει 2023, κατά την αρθογράφο. Από τις τρεις (3) λέξεις «σε μια απαρχαιωμένη δημοτικίζουσα ή μαλλιαρή γλώσσα» που η Μανδηλαρά καταλογίζει στον Κουτσουρέλη, σαφώς ο “αυθέντης” είναι αρχαία και μεσαιωνική λέξη ενώ η “έχθρισσα” ανακαλεί ποιητικά σολωμική την καταγωγή της («ἔχθρισσα θανάσιμη τοῦ ἔθνους», Γυναίκα της Ζάκυθος).

Παρατηρώντας σχετικά στις «μεταφραστικές απόπειρες του Καψάλη» καταγράφουμε λόγιες ή αρχαιοπρεπείς λέξεις, όπως: χάρις, ανέθιστα, γηραιά, ανέτως, άρχων (αυτής), τα ατενή (σπαρτά), η δρόσος.

Διατρέχοντας τον «μεγάλο τόμο» (44 ποιήματα) του Σοφρά, σημειώνουμε τις εξής μαλλιαρές λέξεις: αρμένισμα, φλάρης, λαβωματιά, μονιά, καλογιάννος, λάμνοντας (ο Βλαβιανός έχει “κωπηλατώντας”· διαφορετικές αναφορές καθείς έχει κατά νου).

Ειρήσθω εν παρόδω, πως στην ‘χθεσινή’ μετάφραση της δαντικής Κόλασης του Δημήτρη Μαυρίκιου, που κι η Μανδηλαρά έβρισκε «ολοζώντανη», τόσο η –σχεδόν ακατάγραφη λεξικογραφικά– λέξη “φυσομάνι” υπάρχει, μα και το “φυσομανάει” (απ’ της Διδούς το σμήνος ξεμακραίνουν / μες στο άθλιο φυσομάνι και πλησιάζουν). Ευκαιρίας δοθείσης δε, ας ομολογήσω ότι εκθύμως συμφωνώ κι εγώ πως η μετάφραση του Μαυρίκιου κι ολοζώντανη κι ολόφρεσκη είναι, όπως έχω πει κι αλλού.

Μα και με τι εκφραστική ένταση ακούγεται το “φυσομάνημα”, στις ντικινσόνειες «Άγριες νύχτες» από τον Δεληβοριά, στην αγλαότεχνα ολοτρύφερη μουσική σύνθεση του Κωστογιώργη, από την απόδοση του Κουτσουρέλη…

Ἂ νύχτες ἄγριες! ἄγριες!
Ἂν ἤμασταν οἱ δυὸ μαζί
οἱ ἄγριες νύχτες θά ’τανε
ἡ πιὸ μεγάλη μας χλιδή!

Πῶς μὲς στὸ φυσομάνημα
νὰ βρεῖ ἡ καρδιὰ λιμάνι;
Κομμάτια ἡ πυξίδα μας
πλάι στὸν σκισμένο χάρτη!

Μὲ τὸ κουπί, ἄχ, στῆς Ἐδέμ
τὰ βάθη τ’ ἀφρισμένα!
Ἀπόψε θά ’ριχνα ἄγκυρα
βαθιὰ μέσα σὲ σένα!

Ας το πω λοιπόν απλά, ανενδοίαστα κι απερίφραστα. Καλώς –δηλονότι ορθώς, σοφώς και αρίστως!– πράττει τόσο ο Σοφράς όσο κι ο Καψάλης κι ο Κουτσουρέλης· αυτό απαιτεί η μετρική απόδοση των στίχων μα κι η αίσθηση της γλώσσας της ελληνικής, την οποία κι οι τρεις στον –διάφορο– βαθμό που ο καθείς κατέχει και μπορεί, υπηρετούν. Ας είμαστε όμως ξεκάθαροι κι ειλικρινείς –διάβολε! – κι ας μην παίζουμε με σημαδεμένη τράπουλα. Γιατί εγκαλείται αποκλειστικά ο Κουτσουρέλης, και μάλιστα για τρεις μόνον λέξεις σε σύνολο 120 μεταφρασμένων ποιημάτων, ενώ ο Σοφράς π.χ., στο αριθμητικά αντίστοιχο του ενός τρίτου σχεδόν αυτών (44), έχει ήδη περισσότερες; Επιτέλους, είναι πιο μαλλιαρή κι εξεζητημένη η σολωμική “έχθρισσα” από τον –εξίσου σολωμικό– “φλάρη”;;;

~·~

Χειρούργε, θέλει προσοχή
μεγάλη το νυστέρι.
Κάτω από τη λεπτή τομή
σαλεύει το αίτιο – η Ζωή!

Ένας αριθμός αναγνωστών έχει εθιστεί πια να βλέπει την ποίηση της Ντίκινσον, μέσα από την αποδοχή ενός υποτιθέμενου πρώιμου μοντερνισμού που της έχει αποδοθεί, μα και της κρίσης του Μπλουμ για την «εντυπωσιακή διανοητική πολυπλοκότητα της Ντίκινσον» κι έτσι να την προσλαμβάνει αποκλειστικά μέσα από αντίστοιχης κατεύθυνσης ελληνικές αποδόσεις της. Είναι σαφές πως μια τέτοια αξιωματική παραδοχή διατρέχει και παροξύνει τις ποικίλες ενστάσεις προς την απόδοση Κουτσουρέλη (και όχι μόνο). Στα Προλεγόμενά του όμως, ο μεταφραστής, έχει δηλώσει και υποστηρίξει σθεναρά την εναντίωσή του απέναντι στον διαδεδομένο μύθο που «έχει να κάνει με το μασκάρεμα της Ντίκινσον σε προάγγελο του μοντερνισμού, και εννο[εί] εδώ τη στρυφνή, τη σιβυλλική αγγλοαμερικανική εκδοχή του». Νομίζω ωστόσο πως υπάρχει και κάτι επιπλέον, συναφές κι άρρηκτο με τον υποτιθέμενο πρώιμο μοντερνισμό της, που σχετίζεται με τη μεταγραφή του στην ελληνική και την αποδοχή συγκεκριμένου τρόπου απόδοσης των ποιημάτων της. Στην τελευταία αποστροφή του κειμένου της Μανδηλαρά είναι που διαφαίνεται αυτή η υπόρρητη, βαθύτερη κι ουσιώδης αιτία της ριζικής διαφωνίας με τη μετάφραση Κουτσουρέλη, κι η οποία φιδοσέρνεται μέσα από ειρωνικά ή μειωτικά διανθίσματα κοινότοπης νεοελληνικής εντυπωσιοθηρίας και συμπιλημάτων ιντελεκτουέλ δογματικής ρητορικότητας. Ας την παρακολουθήσουμε.

«[…] τα περισσότερα ποιήματα στην ελληνική τους απόδοση κινούνται μεταξύ μιας αλλόκοτης βεβαιότητας που καταργεί όλες τις γοητευτικές εγγενείς αμφιβολίες και ενός βαρύγδουπου ύφους που καμία σχέση δεν έχει με την “ουράνια πληγή”, όπως έλεγε ο Μπλουμ […] Χαρακτηριστικό είναι το απέριττο και τόσο υπαρξιακό της ποίημα
To See the Summer Sky
Is Poetry, though never in a Book it lie-
True Poems flee-”,
αποδίδεται ως εξής:
Μόνο στο θάλπος τ’ ουρανού
μπορείς στ’ αλήθεια να τους δεις–
στους τόμους σου δεν θα τους βρεις,
οι αληθινοί στίχοι πετούν” 
― μόνο που οι αληθινοί στίχοι δεν “πετούν” αλλά “δραπετεύουν”, καθώς πρόκειται για εσφαλμένη μετάφραση από τα αγγλικά (fly=πετώ και flee=δραπετεύω, τρέπομαι σε φυγή)».

Ποιες είναι οι «γοητευτικές εγγενείς αμφιβολίες» και ποια η «αλλόκοτη βεβαιότητα» που τις καταργεί όλες αυτές, σ’ ετούτο το χαρακτηριστικό, απέριττο και τόσο υπαρξιακό ποίημα, που προσκομίζεται ως αποδεικτικό στοιχείο; Is Poetry ― though never ― True Poems flee, γράφει η Έμιλυ ξαναθυμίζω· απέριττα ναι, νέτα-σκέτα. Τι άλλο εκφράζει το is, το though never, το true παρά αταλάντευτη κι απόλυτη βεβαιότητα;

Αλήθεια τώρα, πιστεύει κανείς στα σοβαρά πως ο, «έμπειρος, κατά τα άλλα, και με στιβαρή γλωσσική σκευή» μα και «εγνωσμένης γλωσσικής ικανότητας», μεταφραστής Κουτσουρέλης ούτε θα ήξερε τη λέξη flee μα ούτε και θ’ άνοιξε ένα λεξικό;
Για να διατυπώσω αλλιώς το ίδιο ερώτημα: αφού πρόκειται για εσφαλμένη μετάφραση, γιατί οι αληθινοί στίχοι κι όχι τα αληθινά ποιήματα;
Να πάω παραπέρα: γιατί το θάλπος τ’ ουρανού κι όχι ο καλοκαιρινός ουρανός;
Μήπως δεν γίνεται αντιληπτό με ποιον τρόπο απέδωσε τους πρωτότυπους στίχους, κινούμενος πάντα στην ίδια ιδέα της αντίθεσης της –αληθινής, κατά την Έμιλυ– ποίησης που βλέπει κανείς στην φύση και αυτής που βρίσκεται κλεισμένη στα βιβλία;

Πόσο δύσκολο είναι επιπλέον να διακρίνει κανείς και την προσπάθεια απόδοσης στα ελληνικά μιας slant ή half rhyme (που «η Ντίκινσον κάνει ευρεία χρήση της, ευρύτερη ίσως από κάθε άλλον προγενέστερο ποιητή», υπενθυμίζει ο Κουτσουρέλης) με τις λέξεις ουρανού/πετούν που επιχειρείται και συνάμα διεγείρει και εικονιστικά προς την ποιητική αλήθεια που φανερώνει η Ντίκινσον; Για την ακρίβεια, τοποθετώντας ο μεταφραστής τις συγκεκριμένες λέξεις στον πρώτο και τον τελευταίο στίχο, συναρθρώνει το ποίημα σε μια ολόκληρη ενιαία εικόνα, μας το προσφέρει ως ένα βλέμμα, μια ματιά (See λέει η Έμιλυ). Ξαναδείτε το, διαβάστε το ξανά!

Μήπως να αρχίσουμε να αραδιάζουμε και να καταμετράμε λέξη τη λέξη, σαν κοντόθωροι, τσιφούτηδες κολλυβιστές του γράμματος, πόσες τέτοιες “εσφαλμένες μεταφράσεις” συναντάμε σε όλες τις μεταφράσεις, που τουλάχιστον μνημονεύονται εδωμέσα; Ας το πράξουμε αν θέλετε, αλλά ας αναλογιστούμε τότε κατά πόσο μας διαπερνά το ρίγος της ντικινσόνειας ποίησης, που επιμένει να βλέπει την ποίηση στο θάλπος τ’ ουρανού και όχι στο Βιβλίο (Οι εκδόσεις είν’ του πνεύματος / δημοπρασία αχρεία κλπ. κλπ. κλπ.).

Μιας δε κι ο λόγος περί εσφαλμένων μεταφράσεων και ανύπαρκτων διονυσιασμών, η μάλλον συγκαταβατικά αβρόφρων ευαρέσκεια που επιδεικνύει η Μανδηλαρά προς τρεις μόνον αποδόσεις του Κουτσουρέλη δημιουργεί ερωτήματα, συνέπειας και ορθοκρισίας. Παράδειγμα το «Είναι ένας πόνος τόσο ακραίος». Ο Κουτσουρέλης εδώ δεν «καταργεί όλες τις γοητευτικές εγγενείς αμφιβολίες» μέσω «μιας αλλόκοτης βεβαιότητας» κι «ενός βαρύγδουπου ύφους», τόσο με τη χρήση μιας απλουστευμένης απόδοσης όσο και με την εσφαλμένη μετάφραση του in a swoon (= λιποθυμία, απώλεια των αισθήσεων, λιγοθυμιά) ως μεθυσμένος, οιονεί οινοβαρής κι εν ευθυμία διατελών ακόμη από τo παραπάνω μεθυστικό, διονυσιακό  ποίημα;
Γράφει η Ντίκινσον: «So Memory can step / Around – across – opon it – / As One within a Swoon – / Goes safely»· μεταφράζει ο Κουτσουρέλης: «ωσότου η μνήμη / τρεκλίζοντας πια να περάσει – / σα μεθυσμένος».
Κι όμως, ενώ η φιλολογίστικη μικρόψυχη λογιστική αυτάρεσκα θεωρεί πως καλά τα λέει καθ’ έκαστον κι επί μέρους, έχει ήδη θρυμματίσει το ποίημα, προ οφθαλμών της έχει μόνο κομμάτια, σκόρπια κόκαλα. Κι εδώ, έχει δίκιο η Μανδηλαρά (παρότι αδυνατεί –ή αρνείται– ν’ απλώσει αυτό της το βλέμμα πιο πέρα).  Η μετάφραση του Κουτσουρέλη είναι κάτι παραπάνω από εξαιρετική, είναι μεθυστικά και χορευτικά ακριβής, ακροβατώντας πάνω απ’ την άβυσσο της επώδυνης μνήμης (μνησιπήμων πόνος):

Είναι ένας πόνος τόσο ακραίος,
την ύπαρξή σου καταπίνει
κι έπειτα μ’ έκσταση σκεπάζει
την άβυσσο ωσότου η μνήμη
τρεκλίζοντας πια να περάσει –
σαν μεθυσμένος που ανοιχτά
αν είχε μάτια θα γινόταν
κομμάτια, σκόρπια κόκαλα.

Σιδωνίας υέλου διαφεγγέστερον πλέον πως η διαφωνία έγκειται στον τρόπο μετάφρασης, στη μεταφραστική άποψη και πράξη και όχι στη μεταφραστική-γλωσσική ανεπάρκεια του μεταφραστή. Οπότε τα περί εσφαλμένης μετάφρασης είναι εκ του πονηρού. Αυτό που δεν τολμά να λεχθεί αυτολεξεί και κυριολεκτικά, αυτό σημαίνεται ειρωνικά: η προτίμηση προς τις κατά λέξη αποδόσεις, με όσα παραφερνάλια, φανερά ή υπαινικτικά μπορεί να τις συνοδεύουν. Εξάλλου κάτι τέτοιο δεν υπονοεί, μεταξύ άλλων, και η συμπαράθεση της μετάφρασης Βλαβιανού στις αναγνωρισμένες από την ίδια καλές μεταφράσεις της Ντίκινσον; Χωρίς να σχολιάσω τις αποδόσεις που προκρίνονται ως οι καλύτερες, βρίσκω απορίας –και δη μεγίστης– άξιο να συγκαταλέγει σε αυτές τρεις αντιφερόμενες μεταξύ τους μεταφραστικές εργασίες. Τι σχέση έχει η ρυθμική, μετρική απόδοση του Καψάλη με τις άλλες δύο; Εάν συγγενεύει με κάποια δεν είναι με αυτή του Κουτσουρέλη; (δεν έχει παρά να την ξεφυλλίσει κανείς για να το διαπιστώσει). Πώς διαφεύγει απαρατήρητη μια τέτοια εξόφθαλμη συγγένεια; Μα κι ο Βλαβιανός δεν αρνείται βασικές επιλογές του Σοφρά (χώρια που εδώ ενθυμούμαι και μια επιστολή που εστάλη στη Lifo, και υπονοούσε πως ο Βλαβιανός, σε μια προδημοσίευση έργων της Ντίκινσον, ‘αντέγραψε’ τις μεταφράσεις του Σοφρά);

Ανεξαρτήτως συμφωνίας ή διαφωνίας, ευαρέσκειας ή απαρέσκειας, είναι σαφές πως οι μεταφράσεις Σοφρά και Βλαβιανού προέρχονται από μια άλλη “μεταφραστική σχολή” από τις μεταφράσεις Καψάλη και Κουτσουρέλη, που –ανεξαρτήτως επαναλαμβάνω οιασδήποτε αξιολόγησης– βρίσκονται, λόγω μεταφραστικής αντίληψης, μεταφοράς της μετρικής μορφής και της ρυθμοποιΐας του πρωτοτύπου στην απόδοσή του, στην ίδια κοίτη με αυτές του Νίκα (εκδ. Ποταμός) ― που η αλαζονική νεοελληνική αγραμματοσύνη επίμονα τον αγνοεί και δεν τον μνημονεύει σχεδόν ποτέ και πουθενά. Κι εδώ εντοπίζεται μια μεγάλη διαφοροποίηση, που αφορά εν προκειμένω την απόδοση Κουτσουρέλη και αποσιωπάται παντελώς, κι ουδόλως συζητείται ή αξιολογείται, δηλονότι η έμμετρη, ρυθμική, απόδοση των ποιημάτων της Ντίκινσον. Και μάλιστα, όταν ο μεταφραστής επιμένει να πράττει τούτο στηριζόμενος ακριβώς στην ίδια τη ρυθμοποιΐα και τη μετρική της ποίησης της Αμερικανίδας. Γράφει σχετικά στα Προλεγόμενα: «Η ποίηση της Ντίκινσον είναι ενιαία από την αρχή ως το τέλος, οι μεταπτώσεις και οι μετατονισμοί της είναι γεννήματα του θυμικού, όχι γεγονότα του ημερολογίου». «Έχει ειπωθεί ότι όλα τα ποιήματα της Ντίκινσον μπορούν να τραγουδηθούν πάνω στον ίδιο σκοπό […] η Έμιλυ καλλιεργεί μία φόρμα: του τραγουδιού. Οι στίχοι της μέλπουν, λικνίζονται, χορεύουν, είναι σαν να θέλουν να αφήσουν τη σελίδα και να πάρουν τα ύψη». Ας θυμίσουμε εδώ πως sing είναι μια λέξη που χρησιμοποιούσε η Ντίκινσον για την ποιητική γραφή. Κι ἔχων ὦτα ἀκούειν ἀκουέτω.

Η μέλισσα δεν δίνει
για του μελιού το σόι
δεκάρα ούτε μία.
Γι’ αυτήν κι ένα τριφύλλι
στη μαδημένη χλόη
είν’ αριστοκρατία.

Αρκεί όμως, προς ώρας. Ένα σημείωμα θέλησα να σχολιάσω μοναχά και τις αναγνωστικές του αποτυχίες, βεβαιότητες και προκαταλήψεις κι όχι να ξανοιχτώ σε μια εκτενή κριτική αποτίμηση μιας μετάφρασης ή σε συζήτηση περί μεταφραστικών επιλογών. Για όλα αυτά, πάντα απομένουν κι άλλα να ειπωθούν, πολλά, ένα σωρό, αλλά αρκετά για τώρα.
~·~

Τα εμβόλιμα ποιήματα της Ντίκινσον, σε πλάγια γραφή, προέρχονται από τη μετάφραση του Κώστα Κουτσουρέλη.

*Δημοσιευμένο στο ηλεκτρονικό Νέο Πλανόδιον, στις 26-11-2023, εδώ.

Design a site like this with WordPress.com
Get started