Κριτική: Μυστική Ιθάκη του Κώστα Αρκουδέα

Image

Εκδόσεις Καστανιώτη, 2024

Μυστική Ιθάκη του Κώστα Αρκουδέα συμπληρώνει μια τριλογία ιδιαίτερων βιβλίων ειδολογικής συνάφειας: Το ευπώλητο Χαμένο Νόμπελ μια αληθινή ιστορία του 2015 οργανώνει την αφήγησή του γύρω από τους συγγραφείς που τιμήθηκαν ή δεν τιμήθηκαν με το ομώνυμο βραβείο, και κυρίως την περίπτωση Καζαντζάκη, ενώ οι Επικίνδυνοι συγγραφείς του 2019 γύρω από συγγραφείς και βιβλία που θεωρήθηκαν επικίνδυνα, βλάσφημα, αιρετικά και συγκέντρωσαν την μήνι των θεσμών, συχνά δε και μέρους του αναγνωστικού κοινού. Ο γενικός τίτλος της τριλογίας είναι «Η σκοτεινή πλευρά της γραφής».

Η Μυστική Ιθάκη ξεκινάει με, κατ΄επίφαση, επίκεντρο τον Καβάφη και τα περικείμενά του ως μια ένθετη Ιστορία της λογοτεχνίας μεταπλασμένη σε υβριδική μεταμυθοπλασία. «Είμαι ποιητής ιστορικός», συλλογίζεται στο βιβλίο ο Καβάφης, «είσαι ιστορικός της ποιητικής» σκέφτομαι συμπληρωματικά εγώ για τον Αρκουδέα. Με άλλα λόγια, ο Αρκουδεάς μάς βάζει στο εργαστήρι του συγγραφέα (παλιότερα το έλεγαν «συγγραφική κουζίνα», πλέον, και ιδιαίτερα στην περίπτωσή μας μοιάζει περισσότερο με συγγραφικό σκοτεινό δωμάτιο του ασυνείδητου) αλλά επιπλέον, και εδώ εντοπίζω μια από τις σημαντικότερες αρετές του, και στο εργαστήρι του αναγνώστη, με τον ίδιο τρόπο που ο Καφάβης ορίζεται συχνά ως αναγνώστης του Γκίμπονς της Ιστορίας της παρακμής και της πτώσεως της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Το προλογικό κείμενο θα μπορούσε, λοιπόν, να χαρακτηριστεί με τον νεολογισμό «πεζό ποιητικής» κατά το «ποιήματα ποιητικής».

Επ’ αφορμή, λοιπόν, της περίπτωσης Καβάφη ο Αρκουδέας μάς μιλά για ζεύγματα συγγραφέων  (ο Καφάβης με την Ντίκινσον, ο Σάλιντζερ με τον Πεσόα, ο Ρεμπώ με τον Μπωντλαίρ,ο Ντικ με τον Βιζυηνό, ο Τσβάιχ με τη Γουλφ). Υπό αυτό το τρόπον τινά δυαδικό σύστημα, που ακολουθεί τη φιλολογική ταξινόμηση των γραπτών του Καβάφη, αντιλαμβανόμαστε και τα προσωπικά του ενδιαφέροντα. Στο τελευταίο μέρος μας παρουσιάζει συντομότερα και άλλες παραπληρωματικές ζωές συγγραφέων.

Έχουμε να κάνουμε, λοιπόν, με ένα homage, έναν φόρο τιμής στη λογοτεχνία, με τη διαφορά πως αυτό το βιβλίο δεν οργανώνεται ως φιλολογική μελέτη ή ως κείμενο ακαδημαϊκής επεξεργασίαςˑ Εμφανίζοντας ενσταντανέ από σημαντικές στιγμές, κατά βάση στιγμές συναισθηματικών εντάσεων, των συγγραφέων καταλήγει ως διακειμενικό παίγνιο, με επίκεντρο όμως όχι μόνο τα κείμενα (όπως συμβαίνει στην παραδοσιακή διακειμενικότητα) αλλά και με τον βιογραφισμό των συγγραφέων. Με άλλα λόγια εκτός από μια αυτονόητη ενός είδους διακειμενικότητα, έχουμε να κάνουμε περισσότερο, ακόμη ένας νεολογισμός, με δια-προσωπογραφία. Ο Αρκουδέας καταγράφει αλλά και εμπλουτίζει τις συναισθηματικές εξάρσεις των συγγραφέων, κι έτσι επανέρχομαι στην αρχική διατύπωση, δημιουργεί μια ένθετη ιστορία της ποιητικής μεταπλασμένη σε υβριδική μεταμυθοπλασία. Σε πολύ μεγάλο βαθμό η λογοτεχνικότητα του κειμένου εδράζεται στο μοντάζ που κάνει ο συγγραφέας και το διακρίνει από ένα απλό δοκίμιο ή μελέτη – εδώ θα μπορούσαμε να προσθέσουμε πως αντί για το μελέτη θα ταίριαζε ο χαρακτηρισμός «λογοτεχνική σπουδή». Ο Αρκουδέας χρησιμοποιεί πολλών ειδών συνδέσεις κι έτσι επιτυγχάνει ένα έργο κατ’ εξοχήν πολυπρισματικό.

Σε ορισμένα κριτικά σημειώματά που δημοσιεύτηκαν, το βιβλίο προσδιορίζεται ως non fiction literature (μη μυθοπλαστική λογοτεχνία). Διαφωνώ σφοδρά με τον χαρακτηρισμό, για τους τέσσερις εξής λόγους:

  1. Το βιβλίο ουδεμία σχέση έχει με δημοσιογραφικό λόγο, ή προηγηθείσα δημοσιογραφική ή βιωματική επιτόπια έρευνα όπως πράττουν ο Καπότε ή η Αλεξέγιεβτις (για να πιάσω έναν πατριάρχη και μια πρόσφατη επίγονο του είδους).
  2. Τον συγγραφέα δεν απασχολούν μόνο ή κυρίως τα συμβάντα αλλά κατά βάση οι ψυχικές διαθέσεις.
  3. Οι τόποι/χώροι δεν είναι ρεαλιστικοί αλλά κατά βάση φασματικοί.
  4. Το κείμενο διακρίνεται από ποιητικότητα.

Όχι μόνο συμβάντα, λοιπόν, αλλά και τεκμήρια και κριτικές, όχι Θεωρία, μολονότι είναι ένα βιβλίο που προσεγγίζεται κατ’ εξοχήν με την χρήση εργαλείων της θεωρίας λογοτεχνίας.

Στο έργο συναντάμε μια ποικιλομορφία συγγραφέων και ειδών,  από την ποίηση ως την επιστημονική φαντασία. Διακρίνω μια ιδιαίτερη συμπάθεια αφενός στους αναχωρητές, ερημίτες σχεδόν ανθρωποφοβικούς συγγραφείς, αφετέρου στους παντός είδους καταραμένους. Ακόμα και ο υποψιασμένος αναγνώστης θα βρει εκτός από γνωστά στοιχεία, δευτερεύουσες, αποσιωπημένες πτυχές του βίου των συγγραφέων, φτάνοντας τελικά να δημιουργηθεί κάτι που θα μπορούσα να το ονομάσω «παλίμψηστο των εξάρσεων». Πολλές φορές η καθημερινότητα των υπερταλαντούχων συγγραφέων συναντά τις πιο ακραίες συμπεριφορές και πράξεις τους. Εξ ου και οι συγγραφείς στους οποίους γίνεται αναφορά είναι πρωτοπόροι και καινοτόμοι στα υπο-είδη της λογοτεχνίας που υπηρετούν.

Εάν, όπως δηλώνει ο ίδιος ο συγγραφέας στο Χαμένο Νόμπελ το αφηγηματικό νήμα υφαίνουν οι Θεσμοί, στους Επικίνδυνους συγγραφείς τα έργα και στη Μυστική Ιθάκη τα πρόσωπα, το σύνολο της τριλογίας μας δείχνει αφενός έναν διαφορετικό τρόπο προσέγγισης της λογοτεχνίας, αφετέρου μεγενθύνει τον διόλου απομαγεμένο χαρακτήρα της.

Δημοσιεύτηκε στον Αναγνώστη, 23/3/2025

Δέκα σημεία για τις αναγνωστικές τάσεις στην Ελλάδα τον 21ο αιώνα

Image

Στον σύγχρονο, μεταμοντέρνο, αποσπασματικό και ψηφιοποιημένο κόσμο μας, η ανάγνωση μοιάζει μια πρακτική ξεπερασμένη, ωστόσο τόσο σημαντική που αγγίζει τα όρια του ηρωϊκού. Μια σειρά από έρευνες, προεξάρχουσας εκείνης του ΟΣΔΕΛ το 2022 απ’ όπου αντλώ και τα περισσότερα στοιχεία, δείχνουν να αποδομούν το παντός καιρού κλισέ «Οι Έλληνες δεν διαβάζουν»: Ο μέσος όρος ανάγνωσης βιβλίων είναι πέντε κατ’ έτος. Το θεμελιώδες ερώτημα αφορά επομένως κυρίως τι και πώς διαβάζουν, και πώς θεμελιώνεται το πολιτισμικό περικείμενο της ανάγνωσης. Ακολουθούν δέκα επιγραμματικές σημειώσεις.

  1. Στην Ελλάδα δημοσιεύονται πάρα πολλά βιβλία, περί τα δέκα χιλιάδες ανά έτος, με τη λογοτεχνία να κρατά τα σκήπτρα. Μεγάλοι και μικροί εκδοτικοί οίκοι κατακλύζονται από χειρόγραφα υποψήφια προς έκδοση, δίχως αυτό το ενδιαφέρον να αποτυπώνεται αντιστοίχως στις πωλήσεις. Έχω την αίσθηση ότι πολύς κόσμος που συγγράφει κυρίως από χόμπι (και πολύ καλά κάνει, συμπληρώνω) ελκύεται από την πιθανότητα έκδοσής του με τον ίδιο τρόπο που θα πήγαινε σε ένα μουσικό τάλεντ σόου. Με άλλα λόγια: Μας αρέσει η ιδέα να συγγράψουμε και να εκδώσουμε ένα βιβλίο αλλά δύσκολα αποδεχόμαστε στον κόπο που απαιτεί η φροντισμένη συγγραφή και κυρίως τον κόπο και τον χρόνο να γίνουμε πρώτα απ’ όλα συστηματικοί αναγνώστες. Ίσως να κρύβει μια αλήθεια το παλιό ευφυολόγημα: «Η μισή Ελλάδα γράφει κι η άλλη μισή δεν διαβάζει». Το ενδιαφέρον υπονοούμενο του ευφυολογήματος, δηλαδή, είναι πόσο διαβάζουν όσοι γράφουν.
  2. Μεγάλο ρόλο στην εκδοτική κίνηση διαδραματίζουν και τα –κατά πλειονότητα– υψηλής ποιότητας ακαδημαϊκά συγγράμματα, αφενός τα πρωτότυπα Ελλήνων πανεπιστημιακών, διδακτόρων και ερευνητών, αφετέρου τα μεταφρασμένα. Δεν νομίζω να υπάρχει αντίστοιχη γλώσσα που μιλούν λίγα εκατομμύρια άνθρωποι στην οποία να μεταφράζονται τόσα βιβλία ανθρωπιστικών/κοινωνικών επιστημών – άλλη μια οφειλή που έχουμε στα πανεπιστήμιά μας. Βέβαια η ελληνική ιδιαιτερότητα της μη ύπαρξης πανεπιστημιακών εκδόσεων στη χώρα μας οδηγεί στο να μην αποτυπώνονται συστηματικά οι πανεπιστημιακές διδασκαλίες ή τα ερευνητικά πρότζεκτ. Εδώ υποψιάζομαι πως παίζει ρόλο η ελληνική δυσθυμία προς το νέο και η λατρεία προς το «κλασικό», αν και μας λείπουν ασφαλώς αρκετά ακόμη ξενόγλωσσα κλασικά κείμενα (fiction και non-fiction). Αναπόφευκτα στις ανθρωπιστικές/κοινωνικές επιστήμες καθρεφτίζεται εντονότερα ο ψηφιοποιημένος και αποσπασματικός κόσμος. Έτσι, πιθανώς να βλέπουμε όλο και συχνότερα συντμημένες εκδόσεις (μια υπαρκτή τάση τον διεθνή χώρο), εκδόσεις σε κόμικ ή μυθοπλασίες που αφορούν επιστήμονες – εδώ θαρρώ καταδεικνύεται μια τάση να γράφουν οι ιντελεκτουέλς για το ευρύ κοινό. Γοργά ανεβαίνουν στις εγχώριες προτιμήσεις η εκλαϊκευμένη επιστήμη και σιγά σιγά και οι βιογραφίες. Εδώ τα σκήπτρα κρατά ο αγγλόφωνος κόσμος, με χωριστή κατηγορία «Βιογραφίες», κυρίως στα βρετανικά βιβλιοπωλεία.
  3. Οι ενεργεία εκδότες είναι περίπου οκτακόσιοι ως χίλιοι, στην πλειονότητά τους βέβαια «μικροί», σχεδόν αυτοαπασχολούμενοι. Παρ’ όλα αυτά ένας στους τέσσερις εκδότες ξεκίνησε τη δημοσίευση βιβλίων μετά το 2008, συμπίπτοντας δηλαδή με τη μνημονιακή εποχή. Αυτή η τάση δείχνει να ακολουθεί το ξεφύτρωμα αρκετών νέων, σχετικά μικρών αλλά ως επί το πλείστον εκλεκτικών βιβλιοπωλείων, κυρίως στην Αττική – εδώ ακολουθούμε εν μέρει τη γαλλική τάση όπου ένα στα δύο βιβλία πωλείται από μικρά, ανεξάρτητα βιβλιοπωλεία (αριθμούνται γύρω στις τρεις χιλιάδες στη χώρα!) εξ αιτίας προφανώς της αυστηρότερης τήρησης της ενιαίας τιμής βιβλίου, πολιτική σε ισχύ ήδη από το 1981. Συνάμα διαθέτουμε πάρα πολλά –και αξιόλογα– λογοτεχνικά περιοδικά, έντυπα (εδώ είναι το εντυπωσιακό!) και ηλεκτρονικά, τους τίτλους των οποίων αγνοούν ακόμη και φοιτητές φιλολογίας – φιλοξενούνται δε σε ελάχιστες προθήκες βιβλιοπωλείων. Τα περισσότερα εξ αυτών διευθύνονται από έναν άνθρωπο, συνήθως συγγραφέα, και σπανιότερα από συντακτική ομάδα. Είναι επομένως one man show (εδώ έχει σημασία και το man αντί του woman).
  4. Υπάρχει μια σαφής εκτόπιση της ελληνικής πεζογραφίας από τη μεταφρασμένη: Έλληνες πεζογράφοι δύσκολα πια φτάνουν τις υψηλότατες πωλήσεις ξένων συναδέλφων τους, αλλά και στο ενδιαφέρον στις λογοτεχνικές συζητήσεις συντροφιών, διαδικτυακών και μη. Θέτω ως ορόσημο αυτής της αλλαγής την περίοδο περί το 2000. Θυμίζω πως παλαιότερα μεταφραζόταν λιγότερη ξένη λογοτεχνία, περισσότερο κλασική. Αν ανατρέξουμε σε ακόμα παλιότερες εποχές θα δούμε πως οι μεταφράσεις γίνονταν συνηθέστερα από Έλληνες συγγραφείς για τα προς το ζειν. Ρόλο σε αυτή τη μετατόπιση, εκτός από την πολυγλωσσία και τα συχνά ταξίδια νεότερων γενιών, έχει παίξει το ότι πλέον έχουμε ένα εκπληκτικό νέο δυναμικό μεταφραστών και επιμελητών που προσφέρει ποιοτικότατα αναγνώσματα στον Έλληνα αναγνώστη – και μάλιστα σε απευθείας μετάφραση ακόμα και από τις δυσκολότερες μη διαδεδομένες γλώσσες
  5. Το brain drain αποδυνάμωσε μεγάλο κομμάτι του αναγνωστικού κοινού, ειδικότερα στις νέες ηλικίες. Οι άνθρωποι που εγκατέλειψαν τη χώρα ήταν ως επί το πλείστον νέοι, μορφωμένοι και με αναγνωστική κουλτούρα. Κρίνω πως αυτό έχει επίδραση και στις θεματικές που επιλέγουν οι συγγραφείς, με την αποτύπωση του σύγχρονου κόσμου να υστερεί. Αυτό δεν οφείλεται μόνο στη λογοτεχνία που ως συνείδηση των καιρών (κατά τους Ντελέζ – Γκουαταρί) λειτουργεί με κάποια χρονική καθυστέρηση, αλλά και στον ταραγμένο ιστορικο-πολιτικά 20ό αιώνα. Με άλλα λόγια, υποψιάζομαι πως θα διαβάσουμε πολλά ακόμη μυθιστορήματα για τον Εμφύλιο… Η διεθνής τάση να ταξινομούνται νέες ευπώλητες κατηγορίες ως αυτόνομες στα ράφια (λ.χ. ο φεμινισμός ή η κλιματική κρίση στα γαλλικά βιβλία) φτάνει εδώ προς ώρας μόνο σπασμωδικά.
  6. Η διάδοση της ελληνικής λογοτεχνίας στο εξωτερικό παραμένει ισχνή. Εδώ δεν φταίει μόνο η ανοργανωσιά μας και «το κακό μας το ριζικό» αλλά κατά βάση η συντριπτική κυριαρχία της αγγλικής γλώσσας στην παγκόσμια λογοτεχνία, με συνέπεια να μη μεταφράζονται στα αγγλικά συχνά ακόμη και μείζονες συγγραφείς γλωσσών όπως τα γαλλικά ή τα γερμανικά. Αναφορικά με το πώς μας βλέπουν οι ξένοι, από τους κίονες και τις χλαμύδες έχουμε περάσει στο νέο κλισέ, εκείνο μιας χώρας σε διαρκή οικονομική και ανθρωπιστική κρίση. Για το ζήτημα άνοιξε πέρσι μια ωραία συζήτηση το περιοδικό Αναγνώστης.
  7. Έχουμε απειροελάχιστη έως ανύπαρκτη εικόνα για τους μετανάστες και πρόσφυγες που ζουν στη χώρα μας. Διαβάζουν γενικώς; Διαβάζουν σημαντικούς πατριώτες τους; Γράφουν λογοτεχνία; Ίσως η επιτακτική ανάγκη για βιοπορισμό να θέτει την ανάγνωση (ή την αγορά βιβλίων) στο στάτους μιας πολυτέλειας. Όμως το δημογραφικό ζήτημα καθιστά ακόμα πιο επιτακτική την προσέλκυση τέτοιων πληθυσμών στην αναγνωστική κουλτούρα, ιδιαίτερα δε στον πλούτο της ελληνικής λογοτεχνίας του 20ού και του 21ου αιώνα.
  8. Τα νέα μέσα: Μολονότι το e-book στην Ελλάδα ποτέ δεν προσέγγισε ούτε κατά διάνοια τις πωλήσεις του έντυπου (όπως λ.χ. στις Η.Π.Α. που κατέλαβε σημαντικό μέρος της αγοράς, με πτωτικές ωστόσο τάσεις τα τελευταία χρόνια), ένα νέο format δείχνει σιγά σιγά να κερδίζει ένα μικρό αλλά σημαντικό μέρος της αγοράς: το audiobook που αρχίζει να γίνεται συνήθεια όχι πλέον μόνο σε ανθρώπους με προβλήματα όρασης.

Η τηλεόραση, και σε ένα βαθμό το ραδιόφωνο, εξακολουθούν να προβάλλουν εκπομπές βιβλιοφιλικού ενδιαφέροντος μόνο κατ’ εξαίρεση.

  1. Οι λέσχες ανάγνωσης πολλαπλασιάζονται, ενώ έχει καθιερωθεί και η ετήσια διαλεσχική συνάντηση ορισμένων εκ των σημαντικότερων εξ αυτών (δίχως έως τώρα να έχουν οποιουδήποτε είδους κρατική στήριξη). Δίχως σοβαρή στήριξη παραμένουν και οι δημόσιες, δημοτικές και σχολικές βιβλιοθήκες, ίσως τα σημαντικότερα σημεία μετάδοσης της αναγνωστικής κουλτούρας. Όσο δύσκολο μοιάζει να ξεκολλήσει κανείς τις παλαιότερες και νέες γενιές από την οθόνη ενός κινητού, τόσο μεγαλύτερη βαρύτητα αποκτά μια τέτοια καμπάνια ενίσχυσης. Λείπουν επίσης τα περιφερειακά φεστιβάλ βιβλίου – η επιτυχία εκείνου των Χανίων δείχνει τον δρόμο.
  2. Όσο και να μη μας αρέσει, μεγάλο μέρος του κοινού προτιμά τα self-help βιβλία ή τις παντός είδους ανατολικές «σοφίες». Κι εδώ έχουμε να κάνουμε με ακόμη ένα διεθνές ρεύμα επικράτησης της λεγόμενης new age κουλτούρας, το οποίο φτάνει με καθυστέρηση στα καθ’ ημάς.

Όλα τα παραπάνω συνιστούν αρκετές δυσκολίες αλλά και προκλήσεις για τον νεοσύστατο φορέα Ελληνικού Ιδρύματος Βιβλίου και Πολιτισμού, και ιδιαίτερα τον πρόεδρό του Νίκο Μπακουνάκη. Οι ιδέες υπάρχουν, το δυναμικό υπάρχει, η δυνητική ανταπόκριση υπάρχει – λείπει όμως κάτι εξίσου σημαντικό: τα μέσα.

(Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Εποχή, 4/2/2024)

Βασίλης Βασιλικός. «Εκτός των τειχών»: το καταστατικό βιβλίο της ελληνικής μη μυθοπλαστικής λογοτεχνίας

Image


Μέσα στο ογκώ­δες και πο­λυ­σχι­δές συγ­γρα­φι­κό έρ­γο του Βα­σί­λη Βα­σι­λι­κού, πά­ντο­τε υπάρ­χουν κεί­με­να και βι­βλία στα οποία δεν δό­θη­κε η δέ­ου­σα ση­μα­σία: αφε­νός ακρι­βώς λό­γω του πο­λυά­ριθ­μου έρ­γου του, αφε­τέ­ρου επει­δή ο Βα­σι­λι­κός πέ­ρα από ένα εκρη­κτι­κό φυ­σι­κό αφη­γη­μα­τι­κό τα­λέ­ντο (εκεί­νη η πε­ρί­φη­μη ιδιό­τη­τα του «πα­ρα­μυ­θά» ή story-teller) σχε­δόν σε όλα του τα έρ­γα πα­ρου­σί­α­σε μορ­φι­κές και ει­δο­λο­γι­κές και­νο­το­μί­ες.[1] Στο πα­ρόν άρ­θρο θα μας απα­σχο­λή­σει η συλ­λο­γή κει­μέ­νων Εκτός των τει­χών,[2] το οποίο θε­ω­ρού­με το ιδρυ­τι­κό, κα­τα­στα­τι­κό βι­βλίο της ελ­λη­νό­φω­νης μη μυ­θο­πλα­στι­κής λο­γο­τε­χνί­ας (non-fiction literature/novel)[3] – ασφα­λώς μα­ζί με το Ζ του ιδί­ου. Το βι­βλίο απο­τε­λεί συ­ναρ­μο­γή κει­μέ­νων, ορι­σμέ­να εκ των οποί­ων πρω­το­δη­μο­σιεύ­τη­καν σε εφη­με­ρί­δες και πε­ριο­δι­κά της επο­χής, κυ­ρί­ως στον Τα­χυ­δρό­μο. Χρο­νι­κά ανή­κει στη απο­κα­λού­με­νη και πρώ­τη συγ­γρα­φι­κή πε­ρί­ο­δο του Βα­σι­λι­κού, η οποία ξε­κι­νά στις αρ­χές της δε­κα­ε­τί­ας του 50 και φτά­νει ως την επι­βο­λή της Δι­κτα­το­ρί­ας των Συ­νταγ­μα­ταρ­χών το 1967. Ο «πρώ­ι­μος» Βα­σι­λι­κός κα­τορ­θώ­νει να συγ­γρά­ψει δια­δο­χι­κά βι­βλία επι­τυ­χη­μέ­να, εξαι­ρε­τι­κά και­νο­τό­μα θε­μα­το­λο­γι­κά, μορ­φι­κά και ει­δο­λο­γι­κά, συ­νά­μα δε εντε­λώς δια­φο­ρε­τι­κά με­τα­ξύ τους.

Ενώ ήταν αρ­κε­τά συ­νη­θι­σμέ­νο να συ­γκε­ντρώ­νο­νται σε τό­μους δη­μο­σιεύ­μα­τα του Τύ­που –κυ­ρί­ως, χρο­νο­γρα­φή­μα­τα, επι­φυλ­λί­δες, κρι­τι­κές, με λί­γα λό­για ότι πα­ρή­γα­γαν οι «γρα­φιά­δες» –[4] ου­δείς μέ­χρι τη δη­μο­σί­ευ­ση του Εκτός των Τει­χών δεν εί­χε επι­χει­ρή­σει να δη­μο­σιεύ­σει κεί­με­να σε τό­μο με αξιώ­σεις «κα­θα­ρής» λο­γο­τε­χνί­ας. Με άλ­λα λό­για, το βι­βλίο «λαν­σά­ρε­ται» εξ αρ­χής ως –τρό­πον τι­νά– ενιαίο λο­γο­τε­χνι­κό έρ­γο και όχι ως απάν­θι­σμα κει­μέ­νων από τον Τύ­πο. Ο προ­σφά­τως εκλι­πών Δη­μή­τρης Φύσ­σας στο επί­με­τρο της ορι­στι­κής έκ­δο­σης του 2011 ση­μειώ­νει:

[…] Κι­νεί­ται στο με­ταίχ­μιο με­τα­ξύ ρε­πορ­τάζ, μαρ­τυ­ρί­ας, ντο­κου­μέ­ντου, μυ­θο­πλα­σί­ας και ημι­δο­κι­μί­ου. Υπάρ­χουν κομ­μά­τια που δεν εί­σαι σί­γου­ρος σε ποια κα­τη­γο­ρία ανή­κουν, υπάρ­χουν άλ­λα που εκ των προ­τέ­ρων το δη­λώ­νουν ότι ανή­κουν σε δύο ή σε πε­ρισ­σό­τε­ρες.[5]

Θυ­μί­ζου­με ότι το έρ­γο δη­μο­σιεύ­ε­ται το 1966, χρο­νιά που κυ­κλο­φο­ρεί και το δια­ση­μό­τε­ρο βι­βλίο της non-fiction literature, το Εν Ψυ­χρώ (In Cold Blood) του Τρού­μαν Κα­πό­τε,[6] με ελά­χι­στη όμως απή­χη­ση στον τό­τε ελ­λη­νι­κό λο­γο­τε­χνι­κό και δη­μό­σιο χώ­ρο –πα­ρ’ όλα αυ­τά ο Βα­σι­λι­κός βε­βαιώ­νει ότι το διά­βα­σε την ίδια χρο­νιά και έτσι ξε­κί­νη­σε η συγ­γρα­φή του Ζ.[7] Το εί­δος θε­ω­ρού­με ότι φτά­νει στο από­γειό του με τη βρά­βευ­ση της Λευ­κο­ρω­σί­δας Σβε­τλά­να Αλε­ξέ­γιε­βιτς με το Νό­μπελ Λο­γο­τε­χνί­ας πλέ­ον το 2015[8] και εμ­μέ­σως με την έκρη­ξη του εί­δους της αυ­το­μυ­θο­πλα­σί­ας –πα­ρό­τι αυ­τή οπωσ­δή­πο­τε δεν ταυ­τί­ζε­ται με τη μη μυ­θο­πλα­στι­κή λο­γο­τε­χνία. Για τον Ίτα­λο Καλ­βί­νο, προ­σω­πι­κό φί­λο του Βα­σι­λι­κού,[9] το εν λό­γω έρ­γο αλ­λά και η λο­γο­τε­χνία του εν γέ­νει συ­γκε­ρά­ζει την ανά­γκη πλη­ρο­φό­ρη­σης με τη φρο­ντί­δα της γρα­φής.[10]

Ασφα­λώς το μη μυ­θο­πλα­στι­κό μυ­θι­στό­ρη­μα δεν ταυ­τί­ζε­ται απο­λύ­τως απα­ραι­τή­τως με το μυ­θι­στό­ρη­μα-ντο­κου­μέ­ντο, του οποί­ου επί­σης κα­τα­στα­τι­κό κεί­με­νο στον ελ­λη­νό­φω­νο χώ­ρο απο­τε­λεί το Ζ του Βα­σι­λι­κού, και αυ­τό όχι μό­νο για λό­γους δια­φο­ρε­τι­κής έκτα­σης των έρ­γων τους. Μο­λο­νό­τι τα δύο βι­βλία συν­δέ­ο­νται ορ­γα­νι­κά (στο Εκτός των τει­χών δια­βά­ζου­με μά­λι­στα προ­πλά­σμα­τα του Ζ) και πρω­το­δη­μο­σιεύ­τη­καν την ίδια χρο­νιά, εμ­μέ­νου­με σε ορι­σμέ­νες λε­πτές δια­φο­ρο­ποι­ή­σεις μυ­θι­στο­ρή­μα­τος-ντο­κου­μέ­ντου και μη μυ­θο­πλα­στι­κού λο­γο­τε­χνή­μα­τος, επει­δή ακρι­βώς η χρή­ση από με­ριάς μας του όρου «λο­γο­τε­χνή­μα­τος» δεί­χνει εκτός από τη δια­φο­ρά έκτα­σης και τους τρό­πους γρα­φής, τα αφη­γη­μα­τι­κά στυλ, την απεύ­θυν­ση στον ανα­γνώ­στη κ.ο.κ.[11] Εάν η θε­ω­ρη­τι­κή συ­ζή­τη­ση ορί­ζει τη μη μυ­θο­πλα­στι­κή λο­γο­τε­χνία, με­τα­ξύ άλ­λων, ως λο­γο­τε­χνι­κή ανα­διά­τα­ξη προ­σφά­των ιστο­ρι­κών γε­γο­νό­των, συ­νή­θως συ­γκλο­νι­στι­κών όπως στο Ζ, στο Εκτός των τει­χών ανα­δει­κνύ­ο­νται επι­πλέ­ον και μι­κρο­συμ­βά­ντα με ιδιαί­τε­ρη αφη­γη­μα­τι­κή δύ­να­μη και θέρ­μη.

Να επι­ση­μά­νου­με πως το εν λό­γω βι­βλίο δεν συ­γκέ­ντρω­σε το εν­δια­φέ­ρον της κρι­τι­κής και του ανα­γνω­στι­κού κοι­νού, του­λά­χι­στον όχι όσο τα Θύ­μα­τα Ει­ρή­νης, η Τρι­λο­γία και το Ζ της ίδια πε­ριό­δου –εί­ναι ίσως στη μοί­ρα των κει­μέ­νων που εί­ναι μπρο­στά από την επο­χή τους ν΄ ανα­γνω­ρί­ζο­νται με κα­θυ­στέ­ρη­ση. Οι κρι­τι­κές της επο­χής ενώ ανα­γνω­ρί­ζουν την αφη­γη­μα­τι­κή δύ­να­μη και την κοι­νω­νι­κή στρά­τευ­ση του Βα­σι­λι­κού, αδυ­να­τούν να συλ­λά­βουν ότι το βι­βλίο απο­τε­λεί προ­α­ναγ­γε­λία ενός νέ­ου εί­δους,[12] ενώ δεν λεί­πουν και οι ξε­κά­θα­ρα αρ­νη­τι­κά το­νι­σμέ­νες ένα­ντί του.[13]

Το Εκτός των τει­χών μοιά­ζει πα­ρ’ όλα τα πα­ρα­πά­νω –ή, ακρι­βώς λό­γω των πα­ρα­πά­νω- ένα απαύ­γα­σμα πρω­το­πο­ρί­ας: σε ό,τι αφο­ρά τις αφη­γη­μα­τι­κές τε­χνι­κές του, ό,τι ονό­μα­ζε ο ίδιος ο συγ­γρα­φέ­ας «το απα­ραί­τη­το μο­ντάζ», που αρ­γό­τε­ρα θα φτά­σει στα όρια ενός λε­λο­γι­σμέ­νου με­τα­μο­ντερ­νι­σμού (σε έρ­γα όπως ο Θά­να­τος του Αμε­ρι­κά­νου ή ο Γλαύ­κος Θρα­σά­κης), και σε επί­πε­δο μιας γλώσ­σας άμε­σης, ευ­θύ­βο­λης, στα­κά­της, σε ορι­σμέ­νες της στιγ­μές και ποι­η­τι­κί­ζου­σας, φα­νε­ρώ­νε­ται έτσι ένας συγ­γρα­φέ­ας πα­ντα­χού πα­ρών (και την ιδιό­τη­τα του «συγ­γρα­φέα» πλη­ρών) και συ­νά­μα δυ­σκα­τά­τα­κτος, κα­θώς τον εν­δια­φέ­ρουν όλες ανε­ξαι­ρέ­τως οι όψεις της γρα­φής, κά­τι που θα επι­βε­βαιω­θεί συν τω χρό­νω με τα δια­φο­ρε­τι­κά εί­δα με τα οποία θα ασχο­λη­θεί.

Από πο­λι­τι­κό-ιδε­ο­λο­γι­κή σκο­πιά, δεν πρό­κει­ται μό­νο για το γε­γο­νός πως στον τό­μο συ­μπε­ρι­λαμ­βά­νο­νται κεί­με­να δη­μο­σιο­γρα­φι­κού ή ακό­μη και αρι­στε­ρού εν­δια­φέ­ρο­ντος, αλ­λά φαί­νε­ται να επι­κρα­τεί κά­τι πο­λύ ανώ­τε­ρο και ου­σιώ­δες: απο­δει­κνύ­ε­ται ότι η κοι­νω­νι­κή και η λο­γο­τε­χνι­κή πραγ­μα­τι­κό­τη­τα συμ­φύ­ρο­νται.[14] Τον νε­α­ρό Βα­σι­λι­κό ού­τως ή άλ­λως τον αφο­ρούν τα ίδια ζη­τή­μα­τα, ασχέ­τως με ποια έκ­φρα­ση γρα­φής τα απο­δί­δει.[15] Η μα­τιά του εί­ναι αυ­τή του ενερ­γού, ευαί­σθη­του, προ­ο­δευ­τι­κού πο­λί­τη, η οποία με φυ­σι­κό τρό­πο με­του­σιώ­νε­ται σε λο­γο­τε­χνία – πέ­ραν των ήδη αυ­το­νό­η­των μορ­φών: ρε­πορ­τάζ, δο­κί­μιο, πο­λι­τι­κά κεί­με­να κ.ο.κ. Από­δει­ξη για όλα αυ­τά, η αντο­χή των εν λό­γω κει­μέ­νων στον χρό­νο, εν αντι­θέ­σει με τα λε­γό­με­να και επι­και­ρι­κά.

Τέ­λος, εάν θα έπρε­πε να ξε­χω­ρί­σου­με δύο μό­νο εν­δει­κτι­κά κεί­με­να από το βι­βλίο, αυ­τά θα ήταν το «Σω­μα­τεί­ον ρα­κο­συλ­λε­κτών ‘‘Ο Κλε­άν­θη­ς’’»[16] ως το αρ­τιό­τε­ρο λο­γο­τε­χνι­κά και το «Πο­λι­τι­κοί κρα­τού­με­νοι»[17] ως το συ­γκλο­νι­στι­κό­τε­ρο. Το Εκτός των Τει­χών απο­τε­λεί τη χει­ρο­πια­στή από­δει­ξη ότι η λο­γο­τε­χνία που πρω­το­πο­ρεί και προ­πο­ρεύ­ε­ται της επο­χής της μπο­ρεί να εί­ναι συ­νά­μα και γοη­τευ­τι­κή, χω­ρίς να θυ­σιά­ζει την ανα­γνω­στι­κή ηδο­νή στην ανά­γκη του πει­ρα­μα­τι­σμού. 

  1. Ενδεικτικά βλ.», Ιορδάνης Κουμασίδης, «Προς μία διαλογική μορφή αυτοβιογραφίας: Ζακ Ντερριντά –Βασίλης Βασιλικός. Αφηγηματικές τεχνοτροπίες στο μεταίχμιο», Νέα Ευθύνη, τχ. 50 (Μάρτιος 2021), σ. 352-357. 
  2. Πρώτη έκδοση Θεμέλιο 1966, οριστική έκδοση Ιβίσκος 2011. 
  3. Ο ίδιος ο Βασιλικός προτιμά να το ονομάζει «μη μυθιστορηματικό μυθιστόρημα». Βλ. συνέντευξη του στον Δημήτρη Γκιώνη, εφ. Δημοκρατική Αλλαγή, 19 Δεκεμβρίου 1966, τώρα στον τόμο Καλύτερα στο τυπογράφο παρά στον ψυχίατρο. Δεκαοχτώ συνομιλίες σε τριάντα χρόνια με τον Βασίλη Βασιλικό, εκδ. Καστανιώτη 1996, σ. 20-21. 
  4. Τάση που φτάνει μέχρι την εποχή μας, βλ. την προσπάθεια του Νίκου Σαραντάκου να αποθησαυρίσει άπαντα τα χρονογραφήματα του Κώστα Βάρναλη. 
  5. Βασίλης Βασιλικός, Εκτός των τειχών, Ιβίσκος, Αθήνα 2011, σ. 289. 
  6. Κατ’ άλλους ωστόσο το εναρκτικό κείμενο του είδους είναι το Επιχείρηση Σφαγή του Αργεντινού δημοσιογράφου Ροδόλφο Γουόλς, βλ. σχετικά David William Foster, (Ιαν. 1984). «Latin American Documentary Narrative». PMLA. 99 (1). PMLA, τόμ. 99, τχ. 1: 41–55. Στα ελληνικά από εκδ. Ακυβέρνητες Πολιτείες, μετ. Κρίτων Ηλιόπουλος, 2018. Ωστόσο, για το Λεξικό Λογοτεχνικών Όρων και Θεωρίας Λογοτεχνίας του Penguin, η γενεαλογία του μας οδηγεί στο 1925 και στο An American tragedy του Theodore Dreiser, βλ. Dictionary of Literary Terms and Literary Theory, Penguin Reference Library, 2013, σ. 475. 
  7. Συνέντευξη στον Γιάννη Μπασκόζο, περιοδικό Διαβάζω, τχ. 517 (Απρίλιος 2011), σ. 72. 
  8. Προφανώς η βράβευση του Ουίνστον Τσόρτσιλ το 1953 δεν εμπίπτει στις εν λόγω περιπτώσεις καθώς –πέραν των πολιτικών σκοπιμοτήτων που εξυπηρέτησε– αφορούσε απομνημονεύματα. 
  9. Οι λογοτεχνικές φιλίες του Βασιλικού με τους διασημότερους συγγραφείς του 20ού αιώνα, θα μπορούσαν από μόνες τους να αποτελέσουν το αντικείμενο μιας ξεχωριστής διδακτορικής διατριβής. 
  10. Βλ. τον πρόλογο του Καλβίνο στην ιταλική έκδοση του Εκτός των Τειχών, το 1972 εν μέσω δικτατορίας στην Ελλάδα, Fuori le mura, εκδ. Riuniti, Ρώμη. 
  11. Εάν για τον Rabinowitz, σχολιάζοντας τον Searle και την εμπλοκή του με τις αντιτιθέμενες θέσεις των Ohmann και Beardsley, η μυθοπλασία αντιδιαστέλλεται με τη μη σοβαρή μυθοπλασία όπως την τυποποιεί η δημοσιογραφία, τότε οι συγγραφείς της μυθοπλασίας εμπλέκονται στην προσποίηση «σοβαρών» ελλεκτικών πράξεων όπως ο ισχυρισμός (“Θεωρητικά παρεπόμενα: λογοτεχνικές πράξεις και προθεσιακότητα» στο Raman Selden (επ.), Από τον φορμαλισμό στον μεταδομισμό, Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών, Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη, Θεσσαλονίκη 2004, σ. 501), στον Βασιλικό του Εκτός των τειχών και του Ζ τηρείται αυτή η αντίθεση, ωστόσο ανακύπτει και λεπτή διαφορά ότι στο πρώτο, εφόσον αποτελεί συλλογή κειμένων, μπορεί να υιοθετήσει και σ΄ ένα βαθμό διαφοροποιήσεις ως προς το ύφος. Σε κάθε περίπτωση, ένα αρκετά εύστοχο σχήμα θα ήταν αυτό της θεώρησης της λογοτεχνίας-ντοκουμέντο ως υπο-είδους της μη μυθοπλαστικής. 
  12. Λ. Ζενάκος, «Βασίλη Βασιλικού: “Εκτός των τειχών”, περ. Ο Ταχυδρόμος, Έτος ΙΒ’, τχ. 627 (16 Απριλίου 1966), σ. 71-72. Βάσος Βαρίκας, «Τέχνη και πολιτική. Βασίλη Βασιλικού: “Εκτός των Τειχών”», εφημ. Το Βήμα, 3 Ιουλίου 1966. 
  13. Σταμάτης Μαράντος, «Τα νέα βιβλία. Βασίλη Βασιλικού։ Εκτός των τειχών», εφημ. Η Αθηναϊκή, 10 Αυγούστου 1966· Άγγελος Φουριώτης, «Τα νέα βιβλία. Β. Βασιλικού։ Εκτός των τειχών», εφημ. Απογευματινή, 20 Αυγούστου 1966. Το ενδιαφέρον εδώ είναι ότι οι αρνητικά χρωματισμένες βιβλιοκρισίες εστιάζουν ακριβώς στο γεγονός πως πρόκειται για «ρεπορτάζ» και όχι για λογοτεχνία! 
  14. Εξ ού και πρόκειται για ένα από τα ελάχιστα βιβλία του Βασιλικού που εξ όσων γνωρίζω τα κείμενα τους δεν ξαναδουλεύτηκαν σε επόμενες εκδόσεις. 
  15. Είχε ήδη, θυμίζω, προηγηθεί η εντρύφησή του στο θεατρικό κείμενο και την ποίηση. 
  16. Στην οριστική έκδοση, σ. 25-38. 
  17. Στο ίδιο, σ. 158-200.

*Δημοσιεύτηκε στο τ. 71 του περιοδικού Χάρτης, αφιέρωμα στον Βασίλη Βασιλικό, επ. Θανάσης Αγάθος

Image

Κριτική: Παναγιώτης Κουρούπης: «Το δέντρο στο νοσοκομείο με τις μαριονέτες»

Image

Επεσήμανα σε προηγούμενο βιβλιοκριτικό σημείωμα[1] πως σιγά σιγά πάει να δημιουργηθεί μια νέα φουρνιά πεζογράφων –κυρίως– που φοίτησε σε ακαδημαϊκά προγράμματα Δημιουργικής Γραφής. Αυτή η σπορά, λοιπόν, φαίνεται πως συνεχίζει να καρποφορεί, εξ ου και αναφέρομαι εδώ στο μυθιστόρημα Το δέντρο στο νοσοκομείο με τις μαριονέτες  του Παναγιώτη Κουρούπη, το οποίο κυκλοφόρησε φέτος από τις Εκδόσεις Γκοβόστη.

Έχουμε να κάνουμε, λοιπόν, μ’ ένα παράξενο και σαγηνευτικό μυθιστόρημα. Στο επίκεντρό του βρίσκεται ένας αποκλίνων, δύσμορφος χαρακτήρας. Εσωστρεφής μα προικισμένος με μια ιδιάζουσα ενσυναισθητική ευφυΐα. Ψηλός σαν δέντρο, σε μια συμπαραδήλωση που αγγίζει τον σκληρό πυρήνα του νοήματος του μυθιστορήματος. Λατρεύει και αντιμετωπίζει σαν ισάξιες των ανθρώπων τις μαριονέτες. Από τα λίγα πράγματα που ονοματίζονται και διευκρινίζονται οριστικά στο βιβλίο είναι το χωροταξικό, καθώς το μεγαλύτερο μέρος της υπόθεσης διαδραματίζεται στο γκέτο της Βενετίας. Μάλιστα, η ονομασία των γκέτο ως τέτοια αναφέρεται πως προέρχεται από την εν λόγω συνοικία που συγκροτήθηκε από τον 16ο αιώνα (μέχρι την κατάργηση από τον Ναπολέοντα). Το γκέτο, λοιπόν, θα γίνει ο νέος χώρος δράσης και εργασίας του ήρωα. Ούτως ή άλλως, κάθε χώρος στον οποίο βρίσκεται γίνεται αφορμή αφήγησης (σχολείο, πόλεμος, καταυλισμός, Βενετία) και κάθε κατάσταση ανάγεται στην ευρύτερη ανθρώπινη κατάσταση.

Ο συγγραφέας διαθέτει εντυπωσιακή ωριμότητα, τολμώ να πω ακόμη και ακραία ωριμότητα για πρωτοεμφανιζόμενο. Παρά τις εκτενείς και αναλυτικές περιγραφές που χρησιμοποιεί –οι οποίες πάντοτε αποτελούν το πιο επικίνδυνο σημείο για φλυαρία και τη συνεπαγόμενη πλήξη από τη μεριά του αναγνώστη– κατορθώνει να κρατήσει την οικονομία του λόγου σε αξιοπρεπή επίπεδα. Συνάμα, παίζει διαρκώς με τα όρια του μαγικού ρεαλισμού, στο μυθιστόρημα πάντα κάτι πάει να ξεφύγει από την ορθολογικότητα και, εν τέλει, οριακά δεν ξεφεύγει. Μας προσφέρει ωστόσο την αίσθηση αυτής της απόδρασης από την τετριμμένη πραγματικότητα και την παράξενη αναγνωστική αίσθηση.

Ένα παράξενο και σαγηνευτικό μυθιστόρημα.

Στο μυθιστόρημα εμφωλεύει επίσης μια διαρκής ποιητικότητα. Εάν επιλέγαμε μια τυχαία παράγραφο και τη διαβάζαμε αυτόνομα από όσα προηγήθηκαν κι όσα έπονται, θα διαπιστώναμε ότι διαβάζεται σχεδόν σαν πεζοποίημα, συχνά στο ύφος του Λειβαδίτη. Γενικότερα, το ύφος παραπέμπει σε κλασική ευρωπαϊκή πεζογραφία, διαθέτοντας μια όμορφη, στιλιζαρισμένη γλώσσα χωρίς να γίνεται εντυπωσιοθηρική.

Θα μπορούσε να δει κανείς το κρινόμενο έργο ως μυθιστόρημα μαθητείας ή ενηλικίωσης (δίπλα σε ξυλουργούς, αρτοποιούς, κατασκευαστές μαριονετών ή μασκών), μιας ενηλικίωσης που τελικά δεν αλλοτριώνει ποτέ τον ευαίσθητο, ονειροπόλο χαρακτήρα του ήρωα. Στην πραγματικότητα, παρακολουθούμε μια μάχη ενός καλόγνωμου υποκειμένου με τη σκληρή ανθρώπινη φύση των άλλων. Ο ήρωας μαθητεύει αθόρυβα στη ζωή, αρνούμενος επί της ουσίας να μεγαλώσει – μια σπουδαία αφορμή για λογοτεχνοποίησή του.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ
[1] «Πρώτα βήματα», διαδικτυακό περιοδικό Ο αναγνώστης

[Ο Ιορδάνης Κουμασίδης διδάσκει στο ΕΚΠΑ και στο ΕΑΠ.]

Το δέντρο στο νοσοκομείο με τις μαριονέτες
Παναγιώτης Κουρούπης
Εκδόσεις Γκοβόστη
680 σελ.

Δημοσιεύτηκε στο Διάστιχο, 9 Σεπτεμβρίου του 2024.

Kριτική: Μπορεί η τέχνη να αναλυθεί με εργαλείο το έθνος;

Κώστας Χριστόπουλος

Ο εθνοκεντρικός λόγος στη νεοελληνική τέχνη

Το έθνος ως εργαλείο ανάλυσης της τέχνης στη μεταπολεμική Ελλάδα

Εκδ. Ασίνη, 2022, σελ. 744

Image

 Ο πανεπιστημιακός της Ανώτατης Σχολής Καλών Τεχνών και εικαστικός Κώστας Χριστόπουλος επιχειρεί στον παρόντα τόμο την ανάλυση λόγων γύρω από τα εικαστικά έργα σε σύμπλεξη με την έννοια του έθνους, με άλλα λόγια, όπως αναφέρει και ο ίδιος, στα σημεία άρθρωσης και διαπλοκής αισθητικού-ιδεολογικού (σελ. 21). Εγχείρημα κοπιώδες σε όγκο, με μεγάλο βαθμό δυσκολίας και σύγχρονης μεθοδολογίας, εξ ου και ο τόμος ξεπερνά την έκταση των επτακοσίων σελίδων.

   Από τον διακηρυγμένο κιόλας στόχο της μελέτης αναδύονται και οι μεθοδολογικές και επιστημολογικές δυσχέρειες που καλείται  να αντιμετωπίσει ο συγγραφέας: από την ήδη δύσβατη συζήτηση περί της οντότητας και των λειτουργιών του καλλιτεχνικού υποκειμένου, μεταβαίνουμε στην ακόμα δυσκολότερη, εκείνη των προσδιορισμών ενός συλλογικού υποκειμένου, όπως νοείται συνήθως το έθνος. Ή, με άλλα λόγια, από το πεδίο μιας «φαντασιακής κατασκευής» (κατά τη γνωστή ανάλυση του Μπένεκτιτ Άντερσον), δηλαδή μιας πολιτικο-κοινωνικής ιδέας, στην επιρροή/αναπαράστασή της στην τέχνη, το κατ’ εξοχήν πεδίο του φαντασιακού. Η, ακόμη βαθύτερα, από τον εθνοκεντρισμό ως πολιτικο-κοινωνική θεωρία, στον εθνοκεντρισμό ως πολιτισμική θεωρία και από εκεί σε αυτόνομη/κανονιστική[1] αισθητική θεωρία (κατά την οποία πρωτοστατούν ερωτήματα όπως λ.χ. εκείνα περί μορφής και περιεχομένου). Τούτη η αισθητική θεωρία ολοφάνερα αναπαριστά ιδεολογίες, την ώρα που εμμέσως τις (ανα)κατασκευάζει, σημειώνει ο συγγραφέας.

   Εν τέλει ο Χριστόπουλος αναλαμβάνει, με επιτυχία, το έργο, συγγράφοντας  κείμενα που ερμηνεύουν τις εικαστικές αναπαραστάσεις και τους λόγους περί αυτών, εντός δηλαδή της διαλεκτικής γλωσσικού-λεκτικού νοήματος, κάτι που με τη σειρά του αποτελεί την πεμπτουσία του αισθητικού νοήματος. Στο βιβλίο του δεν υπάρχουν, προσφυώς, καθόλου εικόνες, παρά ο κριτικός τους λόγος, ιστορική επισκόπηση, τεκμηρίωση και ανασύσταση των επιχειρημάτων: ολοφάνερα κάτι παραπάνω από έναν απλό τεχνοκριτικό λόγο. Άλλωστε, σε μια εξαιρετική του διατύπωση, ο συγγραφέας διαπιστώνει πως οι πίνακες δεν «μιλούν» με την έννοια της προφορικής γλώσσας κι ως εκ τούτου η εικαστική αισθητική μοιάζει έκθετη σε πάσης φύσεως αφηγήματα (σελ. 47-48). 

   Σε σχέση με την προσπάθεια ιστορικής επισκόπησης: ο χειρισμός της χρονογραμμής του εθνοκεντρικού λόγου στην ελληνική τέχνη αποτελεί το πρώτο, ωστόσο διαρκές, στοίχημα του βιβλίουˑ με άλλα λόγια, το εγχείρημα αναμετριέται διαρκώς με την περιοδολόγηση, ή, καλύτερα, τις δυνητικές περιοδολογήσεις του παραπάνω λόγου. Ούτως ή άλλως ο προσδιορισμός «εθνικό» αμέσως εξυπονοεί μια συσχέτιση με την ιστορία και τις περιοδολογήσεις της. Εδώ  ο συγγραφέας διακρίνει χοντρικά τέσσερις εποχές: εκείνη των απαρχών του νεοελληνικού κράτους όπου η εικαστική τέχνη τελεί υπό την πλήρη κηδεμονία της Σχολής του Μονάχου[2], η δεύτερη των επιρροών της λαϊκής παράδοσης και των μεταβυζαντινών ιδιωμάτων, η τρίτη με τις απαρχές της νεοελληνικής τέχνης μετά το 1922 και η ύστερη, της όσμωσης με τα διεθνή μεταπρωτοπωριακά ρεύματα. Το «κλειδί», είναι η πρώτη περίοδος, όπου εξ αιτίας της βασιλείας του Όθωνα και της μετακίνησης, μαθητείας και καριέρας του Θεόδωρου Βρυζάκη στη σχολή του Μονάχου, δημιουργείται μια  τεχνοτροπική και νοηματική ροπή νεοκλασικισμού (σελ. 47 κ.ε.) Οι διασυνδέσεις με τις άλλες τέχνες και τις επιρροές τους από τις δυτικές τάσεις (ρομαντισμός, ηθογραφία, κίνηση προς τη συγκρότηση μιας εθνικής ταυτότητας) είναι εμφανείς.

  Ειδικότερα, επί του ζητήματος του εθνοκεντρικού, ένα επιπλέον θεμελιώδες ερώτημα που συζητά ο συγγραφέας: Ταυτίζεται το εθνικό με το λαϊκό, κι αν ναι, θεματογραφικά ή τεχνοτροπικά; Αν θέλαμε να μιλήσουμε με περισσότερο φιλοσοφικήορολογία,                                                                                                                                            η προσπάθεια ανίχνευσης της ελληνικότητας στα έργα, συνιστά ενός είδους ουσιοκρατισμό του πολιτισμού; Ο Χριστόπουλος φτάνει την πραγμάτευσή του μέχρι τις αρχές του 21ου αιώνα, όπου αναδύεται, κατά τη γνώμη μου, το ίδιο ερώτημα με μια παρεμφερή μορφή, εκείνη της σχέσης εθνικού και παγκοσμιοποιημένου. Ξεχωρίζω ιδιαίτερα το κεφάλαιο επτά, με τίτλο Ο «ελληνικός» υπερρεαλισμός και η ελληνικότητα σαν «σύνθεση» και τη συμπλοκή με τα λογοτεχνικά ζητήματα στο αναφερθέν κεφάλαιο όπως σε εκείνο περί μοντερνισμού.

  Επιλογικά, ο συγγραφέας συμπεραίνει πως ασχέτως των θεωριών κατασκευής ή επινόησης της έννοιας του έθνους, τούτο δεν αποτελεί απλώς μια ιδέα καθώς καθορίζει πράξεις, δηλαδή επινοεί το «πραγματικό», μορφοποιώντας όψεις του κόσμου και συντελώντας στην πολυπλοκότητα και τη συνθετότερη φύση των κοινωνιών, επομένως το ζήτημα είναι κυρίως επαναϊεράρχησης μιας κλίμακας αξιών. Ενδεικτικά «Το έθνος δεν καταργείται, λοιπόν, αναδρομικά. Μπορούν όμως να αναζητηθούν και ν’ αναλυθούν ακριβώς οι στιγμές εκείνες κατά τις οποίες από ιδέα μετατρέπεται σε λόγο που υποκινεί την πράξη και αντίστροφα» (σελ. 653). Πρόκειται το δίχως άλλο για μια επιστημολογική διακήρυξη.                                                                                                                                                                                                                                           

   Η έλλειψη μονογραφιών για τη σύγχρονη εν Ελλάδι τέχνη (εν αντιθέσει λ.χ. με τη λογοτεχνία ή το σινεμά όπου όλο και πληθαίνουν οι ιστορικές/ταξινομητικές τους καταγραφές, επιστημονικές και μη), σ’ ένα βαθμό εκπληρώνεται από τον παρόντα τόμο. Επιπλέον, ενισχύεται (επιτέλους!) η ανάληψη ιστοριογραφικών εγχειρημάτων που εκκινούν από τις έννοιες και όχι μονόπαντα από τα συμβάντα – βλ. επίσης το εξαιρετικό έργο του Ευγένιου Ματθιόπουλου Η έννοια της γενιάς.[3] Σαν να αρθρώνεται σταδιακά –και με μεγάλη καθυστέρηση σε σχέση με τη διεθνή βιβλιογραφία- μια τάση κίνησης προς την αξιοποίηση της Ιστορίας των Ιδεών/Εννοιών, πέραν του στενού ενδιαφέροντος εξιστόρησης και γενεαλογίας των εννοιών καθαυτών. 

  • Ο Ιορδάνης Κουμασίδης διδάσκει στο ΕΚΠΑ και στο Ε.Α.Π.

(Δημοσιεύτηκε στο Βιβλιοδρόμιο, εφ. Τα Νέα, 15/11/2023)


[1]  Εδώ το κανονιστικό νοείται επιπλέον με τη χρήση των «αξιών» που διερευνούμε στα έργα τέχνης και τις οποίες τις θέτουμε όχι μόνο συγκριτικά με άλλους πολιτισμούς αλλά τις προσδίδουμε κανονιστική ισχύ ως πρότυπα βάσει των οποίων επισημαίνονται συγκλίσεις, αποκλίσεις, συμπεριφορές, πρακτικές.

[2] Επομένως τίθεται εν αμφιβόλω εξ υπαρχής η «ελληνικότητά» της.

[3] Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 2019.

Kριτική: Πρώτα Βήματα

Άρτεμις Ψιλοπούλου «Τι δεν έχει πεθάνει», εκδ. Loggia, 2022, σελ. 112.

Image

Εμφανίζεται σιγά σιγά εκδοτικά μια νέα φουρνιά (αποφεύγω τον όρο γενιά για επιστημολογικούς λόγους) συγγραφέων η οποία αποφοίτησε από τα μεταπτυχιακά πανεπιστημιακά προγράμματα Δημιουργικής Γραφής: συγκεκριμένα από τα προγράμματα του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας και του Ε.Α.Π. μετρώ ήδη άνω των είκοσι αξιόλογων βιβλίων, βιβλίων που προφανώς θα βρισκόταν σε κατώτερο επίπεδο εάν δεν είχε προηγηθεί η φοίτηση των συγγραφικών τους υποκειμένων στα προγράμματα. Συνυπολογίζοντας και τους απόφοιτους των πλείστων εργαστηριών, αρκετά εξ αυτών αξιόλογα, οι νέοι συγγραφείς με θετικό αποτύπωμα πολλαπλασιάζονται. Ωστόσο, επειδή δεν είναι αυτό το θέμα μας επί της παρούσης,[1] εστιάζω στο Τι δεν έχει πεθάνει της πρωτοεμφανιζόμενης Άρτεμης Ψιλοπούλου.

   Η πρώτη, παιγνιώδης απάντηση στο ερώτημα του τίτλου του βιβλίου, στο «τι δεν έχει πεθάνει» είναι: «μάλλον ο συγγραφέας», ως έμμεση αναφορά στο διασημότερο ίσως ερώτημα της θεωρίας της λογοτεχνίας κατά τον 20ο αιώνα (χάριν του Ρολάν Μπαρτ). Έχουμε να κάνουμε με είκοσι αφηγήματα, υπό την «ψευδο-μορφή» διηγημάτων με αφήγηση ασθματική, με άλλα λόγια μια αφήγηση που τρέχει με τα χίλια για ν’ αφεθεί στη συνέχεια σε παύσεις-φορείς μιας υποκρυπτόμενης ρομαντικής διάθεσης. Υπάρχουν ασφαλώς κι ορισμένες δευτερεύουσες αφηγηματικές δομές, όπως λόγου χάρη οι συχνές θεατρικίζουσες εξάρσεις, καλά καμουφλαρισμένες μέσα στην πρόζαˑ οσμίζομαι ότι θα οδηγήσουν πιθανώς τη συγγραφέα σύντομα στην άσκηση της θεατρικής γραφής.

  Συνάμα, διακρίνουμε στα αφηγήματα μια εσάνς μαγικού ρεαλισμού, όχι τόσο ώστε να καταταγεί σε αυτόν ούτε ως πρόσθετο αισθητικό στολίδι αλλά κυρίως επειδή η πλοκή προχωρά πάντα από κάτι αλλόκοτο, ανεξήγητο, σχεδόν υπερφυσικό που πράττουν οι χαρακτήρες. Η συγγραφέας κάπως παραπλανητικά οδηγεί τον αναγνώστη να πιστέψει ότι οι χαρακτήρες ανά αφήγημα αλλάζουν, ωστόσο εκείνο που σίγουρα παραμένει σταθερό είναι οι χώροι. Οι χώροι σε όλα τα αφηγήματα δεν αποτελούν απλώς τοπία, λειτουργούν ως ενός είδους αφηγητές, οδηγώντας το βιβλίο ειδολογικά προς το σπονδυλωτό, οπωσδήποτε την αφήγηση προς μια καλειδοσκοπική μανιέρα. Οι χαρακτήρες πράττουν αλλόκοτα, οι χώροι (αυτό)αφηγούνται: αρκετά καλή συγγραφική ιδέα, ειδικά για πρωτοεμφανιζόμενο.

   Θεματολογικά, το ερώτημα του ενός εκατομμυρίου δολαρίων: είναι ο θάνατος το κεντρικό θέμα του βιβλίου; Μολονότι ο θάνατος ως λογοτεχνικό θέμα κατά τη γνώμη μου επιτελεί έναν ρόλο χαλασμένου πασπαρτού, δηλαδή μπορεί να χρησιμοποιηθεί σχεδόν παντού, αλλά δεν μας βοηθά σχεδόν πουθενά. Από καταβολής κόσμου, λεν σύσσωμοι οι μεγάλοι θεωρητικοί, τα μεγάλα θέματα της λογοτεχνίας (και της τέχνης, ευρύτερα) είναι σταθερά: έρωτας, θάνατος, μίσος, εξουσία, απληστία κ.ο.κ. Κατά τη γνώμη μου, το θέμα στο εν λόγω βιβλίο είναι η μοναξιά (ή, η μοναχικότητα σ’ ορισμένες παραλλαγές), το περίφημο ανέφικτο της επικοινωνίας, μεταμφιεσμένο σε ενός είδους θάνατο, ή, καλύτερα, στους μικρούς θανάτους της αβάσταχτης καθημερινότητας.

  Εν συνόψει, η συγγραφέας στρέφοντας την προσοχή της λίγο ακόμη περισσότερο στην πλοκή και ελαττώνοντας τον γλωσσοκεντρισμό, θα μας έχει σε αναμονή για το δεύτερο, πάντοτε δυσκολότερο, βήμα της.    

*Ο Ιορδάνης Κουμασίδης διδάσκει στο ΕΚΠΑ

(Δημοσιεύτηκε στον ¨Αναγνώστη», 31/10/2023)


[1] Έχω αναφερθεί σχετικά σε ξεχωριστό άρθρο στο περιοδικό Μανδραγόρας, τ. 66, 2021, «Δημιουργική γραφή και σύγχρονη εν Ελλάδι λογοτεχνική πραγματικότητα».

Κριτική: «Τι έχουν τα έρμα και ψοφάνε»;

Κώστας Κατσουλάρης – Δημοσθένης Κούρτοβικ, Σκοντάφτοντας σ’ ανοιχτά σύνορα. Μια συζήτηση για τα ορατά και τα αόρατα σύνορα της λογοτεχνίας, για την ελληνική ιδιοπροσωπία και τις αντανακλάσεις της, για τα όρια της κριτικής και τις προκλήσεις της, Πατάκης, 2023, σελ. 184

Image

(Τίτλος κριτικής εμπνευσμένος από τον Βασίλη Αλεξίου) (1)

Εκείνο που σταθερά λείπει από την ελληνική λογοτεχνία είναι ο αναστοχαστικός λόγος επί της ίδιας και των έργων της, ειδικά υπό τη μορφή δημοσιευμένων βιβλίων. Μέρος αυτής της έλλειψης αποδίδεται συχνά στη διαρκή επικυριαρχία ενός στείρου φιλολογισμού, στη συστηματική, συστηματικότατη υποτίμηση των εργαλείων της θεωρίας αλλά στην συν τω χρόνω έλλειψη νέων κριτικογράφων, ή να το πούμε αλλιώς, παθιασμένων αναγνωστών που θα διαβούν τον Ρουβίκωνα και θα εκφράσουν στοιχειοθετημένα την άποψή τους. Ζούμε άλλωστε στην εποχή του «όλοι θέλουν να γράψουν» και του «ζητούνται αναγνώστες».

Τολμώ να πω ότι αυτή η έλλειψη τείνει, σ’ ένα βαθμό, να πληρωθεί: λίγο με τη σχεδόν ταυτόχρονη δημοσίευση τριών αποτιμήσεων της μεταπολιτευτικής πεζογραφίας από έγκριτους κριτικούς (Κοτζιά, Κούρτοβικ, Χατζηβασιλείου), λίγο με την εντονότερη χρήση της θεωρίας από ερευνητές κάτω των σαράντα ετών (το βλέπουμε στην επιλογή μεταπτυχιακών διπλωματικών εργασιών από φοιτητές αλλά και σε μεγάλα συνέδρια που αφορούν τη νεοελληνική λογοτεχνία, ενδεικτικά, στα πρόσφατα περί του έργου των Βασίλη Βασιλικού και Μανόλη Πρατικάκη), λίγο με ένα πολύ ενδιαφέρον νήμα συζήτησης που ξεκίνησε στο ηλεκτρονικό περιοδικό Αναγνώστης επ’ αφορμή ενός κειμένου του Νίκου Μάντη.

Εν προκειμένω, ο γνωστός πεζογράφος, μεταφραστής, διευθυντής της αξιόλογης ηλεκτρονικής λογοτεχνικής επιθεώρησης Bookpress και διδάσκων Δημιουργικής Γραφής Κώστας Κατσουλάρης και ο κριτικός, πεζογράφος, δοκιμιογράφος και μεταφραστής Δημοσθένης Κούρτοβικ, δημοσιεύουν σε βιβλίο μια συζήτηση, η πρώτη μορφή της οποίας αναρτήθηκε σε podcast (ιδού άλλο ένα νέο ανεξερεύνητο σε μεγάλο βαθμό «γήπεδο» λογοτεχνικών πραγματεύσεων και διάχυσης υλικού). Το βιβλίο διαρθρώνεται σε εννέα συν μία θεματικές, η καθεμιά από τις οποίες θα μπορούσε να αποτελεί αυτόνομα έως και θέμα συνεδρίου. Εκκινώντας από το ποιας μορφή «ελληνικότητα» υπάρχει στη σύγχρονη λογοτεχνίας μας και πώς αυτή επιδρά στη (μη) διάδοσή της στον διεθνή χώρο, λαμβάνει χώρα μια χειμαρρώδης συζήτηση, με τον Κούρτοβικ να λαμβάνει συχνά θέσεις ιδιαίτερα αιρετικές (λ.χ. οι ξένοι δεν διαβάζουν ούτε καν τους νομπελίστες μας, η θεωρητική έκρηξη γύρω από τη λογοτεχνία κατέστρεψε την καθαυτό γαλλική λογοτεχνία στα μέσα του περασμένου αιώνα), θέσεις που ακόμα κι αν διαφωνεί κανείς[2] γίνονται το έναυσμα για μια ιδιαίτερα παραγωγική συζήτηση, συνθήκη που αξιοποιεί ιδανικά ο συνομιλητής Κώστας Κατσουλάρης.

Image
Οι δύο συγγραφείς, Κούρτοβικ, Κατσουλάρης

Βασικός πυλώνας της συζήτησης είναι οι διάλογοι περί κριτικής όπου αναδεικνύονται ζητήματα όπως η έλλειψη σκεπτικιστικής κριτικής και ο καθωσπρεπισμός της, τα κριτήρια στάθμισης των έργων ως κλασικά ή μη, η επέλαση της διαδικτυακής βοής αντί επιχειρηματολογίας (που οδηγεί στη μοδάτη λογική «τι διαβάζουν όλοι ώστε να διαβάσω» αντί του «τι αξίζει να διαβάσω»). Σε γενικές γραμμές σε όλο το βιβλίο θίγονται εξαιρετικά ενδιαφέροντα ζητήματα όπως ο αστικός προβληματισμός vs συλλήβδην θεώρησης των παλαιότερων έργων ως ηθογραφικών, αξιόλογοι συγγραφείς που βυθίστηκαν στη λήθη (Πέτρος Παρλαβάντζας[3], Κώστας Κοντοδήμος), το ζήτημα των «εθνικών» λογοτεχνιών.[4]                                                                                                                                     Είναι προφανές ότι στο πλαίσιο ενός κριτικού σημειώματος δεν μπορούν να σχολιαστούν όλα τα θέματα που θίγονται στη συζήτηση. Σταχυολογώ εκείνα περί θέσης του έλληνα συγγραφέα στη σύγχρονη κοινωνική πραγματικότητα, της –μονίμως- αποτυχημένης «διδασκαλίας» της λογοτεχνίας στο ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα, του έμφυλου ζητήματος στην ελληνική λογοτεχνία, η τάση των νέων συγγραφέων να γράφουν διαφορετικά αλλά και των νέων αναγνωστών να διαβάζουν σχεδόν αποκλειστικά ξενόγλωσση λογοτεχνία.

Ιδιαίτερα ενδιαφέροντα είναι τα σημεία όπου συζητιούνται ο «πολιτισμικός δυϊσμός» (μολονότι δεν κατονομάζεται ακριβώς έτσι) της Ελλάδος μεταξύ Δύσης και Ανατολής, όπου εύστοχα επικρίνεται η διελκυστίνδα μεταξύ του «δεν είμαστε αρκετά δυτικοί/μοντέρνοι» και «έχουμε χάσει τις ρίζες και την πολιτισμική αγνότητά μας», αλλά και τα αρνητικά παρεπόμενα της ιδεολογικοποίησης της κριτικής κατά τον 20ο αιώνα (εδώ ο αριστερόστροφος αναγνώστης θα βρει ένα πολύ ενδιαφέρον ερμηνευτικό σχήμα) όπου και το ζήτημα του «μεγάλου θέματος» στην πεζογραφία, ζήτημα που για κάποιον αδιευκρίνιστο λόγο έχει πάψει να απασχολεί την εν Ελλάδι κριτική – αλλά και τη εν Ελλάδι θεωρία, για να επισημαίνουμε και τα του οίκου μας.

Το βιβλίο κλείνει μ’ ένα παράρτημα, όπου διαβάζουμε μια προ δεκαπενταετίας συζήτηση των δύο συνομιλητών που δημοσιεύτηκε στο περίφημο περιοδικό Διαβάζω, συζήτηση που μοιάζει να προμηνύει όσα πραγματεύονται στην πιο πρόσφατη αλλά συνάμα και να τα συνοψίζει. Σε γενικές γραμμές, η συζήτηση είναι διαπιστωτική, με εξαιρετική ευστοχία στις περισσότερες διαπιστώσεις της, διανοίγει ωστόσο έναν ορίζοντα ώστε να καταστεί και επεξηγηματική/προγραμματική, δηλαδή  να θέσει ερωτήματα στον αναγνώστη –για τους θεσμούς έχουμε πολύ δρόμο ακόμη να διανύσουμε ώστε ν’ ασχοληθούν στα σοβαρά με αυτά-, ερωτήματα διαφυγής από την τωρινή στάσιμη, και ολίγον τι αλλόκοτη κατάσταση της ελληνικής λογοτεχνίας και κριτικής.

Ολοκληρώνω μ’ ένα απόσπασμα, ιδιαίτερα ενδεικτικό της εμβρίθειας της συζήτησης:

Δημοσθένης Κούρτοβικ: «Από τη μια οι συγγραφείς είναι πολλοί, η βαβούρα που γίνεται για τα βιβλία τους είναι μεγάλη, κι απ’ την άλλη, το φίλτρο που συζητάει αυτά τα βιβλία, η πλευρά που τα αναδεικνύει, που τα θέτει κάτω από μια κρησάρα, που προσπαθεί να τα συσχετίσει, όπως λες κι εσύ, με γενικότερα θέματα, αποδυναμώνεται όλο και περισσότερο και τείνει προς εξαφάνιση […] Για αυτό και το φάσμα των αναγνωστικών επιλογών εδώ και δέκα και δεκαπέντε χρόνια γίνεται ολοένα πιο στενό. Είναι λίγα τα βιβλία που διαβάζονται από πολλούς, και συνήθως δεν είναι τα καλύτερα».[5]

(*) Ο Ιορδάνης Κουμασίδης διδάσκει στο ΕΚΠΑ

[2] Πέραν των δύο θέσεων που αναφέρθηκαν, προσωπικά διαφωνώ με άλλες θέσεις του Κούρτ                                                                                                               οβικ οι οποίες αναπτύσσονται στη συζήτηση, ότι λόγου χάρη «Οι Βαλκανικοί πόλεμοι ήταν η πρώτη πολεμική σύρραξη της νεωτερικότητας» (σελ. 29), – ορισμένοι ιστορικοί θέτουν την έναρξη της νεωτερικότητας ακόμα και στον 14ο-15ο αιώνα, σε κάθε περίπτωση ο 19ος αιώνας που δεν αμφισβητείται διόλου ως ο αιώνας οριστικής διαμόρφωσης/επικράτησής της δεν υπήρξε μια περίοδος ειρήνης και νηνεμίας-  ή ότι «δεν υπήρξε κάποιος έλληνας συγγραφέας που να αναδείχθηκε στο εξωτερικό επ’ αφορμή της κρίσης», νομίζω ότι οι περιπτώσεις Πέτρου Μάρκαρη και Χρήστου Οικονόμου το διαψεύδουν, χωρίς φυσικά να αμφισβητείται διόλου το ταλέντο τους.

[3] Καθώς έτυχε να διαβάσω το βιβλίο την πρώτη ημέρα της κυκλοφορίας του, έκανα μια μικρή δειγματοληψία στα sites παλαιοβιβλιοπωλείων και σπάνιων βιβλίων, η οποία έδειξε ότι μετά τη δημοσίευση του εν λόγω βιβλίου οι, ελάχιστα διαθέσιμοι, τίτλοι των εν λόγω συγγραφέων εξαντλήθηκαν οριστικά. Ιδού, λοιπόν, μια περίπτωση, μικρής πλην θετικής, επίδρασης δημοσιευμένου λόγου περί λογοτεχνίας.

[4] Άλλη μια επιφύλαξη εδώ έναντι των  ισχυρισμών του Κούρτοβικ: διερωτάται «Ποιος Ιταλός συγγραφέας  -άσε τον Ουμπέρτο Έκο, είναι ειδική περίπτωση- έγινε διάσημος έξω μετά τον Ίταλο Καλβίνο;» (σελ. 71). Η απάντηση είναι οι Ρομπέρτο Σαβιάνο και  Έλενα Φεράντε – ενώ θαρρώ ότι έχουν βάλει πλώρη για διεθνή αναγνώριση (καίτοι αυτό  δεν ταυτίζεται με το «διασημότητα») η Φραντζέσκα Μελάντρι και η Νάντια Τερανόβα.

[5] Σελ. 141 και 144.

(Δημοσιεύτηκε στον »Αναγνώστη», 9/10/2023).

Μικρό αντιχάρισμα στον Βαγγελη Μπιτσώρη

Image

Σήμερα το απόγευμα στις 18.45, το Πάντειο Πανεπιστήμιο αναγορεύει σε επίτιμο διδάκτορα τον Βαγγέλη Μπιτσώρη: για όσους τυχόν δεν τον γνωρίζουν, διακεκριμένος συγγραφέας, μεταφραστής, επιμελητής, διδάσκων. Σημειώνω επιγραμματικά ορισμένες οφειλές που του έχουμε (ή, αλλιώς, τα διαρκή μαθήματα που μας παρέδωσε υπήρξαμε-δεν υπήρξαμε μαθητές του).

  1. Η μετάφραση –και δη η φιλοσοφική- είναι κάματος, πολύπλευρη μάχη με το κείμενο, τις σημασιολογήσεις, τις έννοιες, τους υπαινιγμούς, τις (α)συνταξίες. Οι μεταφραστικές θεωρίες (για την ακρίβεια, ορισμένες όψεις από καθεμιά) χρησιμοποιούνται κατά περίπτωση σχεδόν στο σύνολό τους.
  2. Μπαίνεις τόσο βαθιά μέσα στα νοήματα του κειμένου που μεταφράζοντάς το από την άλλη γλώσσα, ώστε όταν τελειώσεις μπορείς πια να γράψεις ένα ολόκληρο βιβλίο/μονογραφία πάνω στο αρχικό.
  3.  Πάνω απ’ όλα, η διασταύρωση των πηγών (ένα καλό μάθημα και για επίδοξους δημοσιογράφους). Κάθε υποσημείωση, κάθε φράση, κάθε βιβλιογραφική ένδειξη ελέγχεται διπλά και τριπλά, ει δυνατόν σε όλες τις γλώσσες που έχει εκδοθεί το βιβλίο. Η πολυγλωσσία είναι μια οδός που διαβαίνεις συν τω χρόνω θες δεν θες.
  4. Τα περιθώρια επάνω, κάτω, δεξιά, αριστερά, παντού έχουν φτιαχτεί από τους εκδότες και τους τυπογράφους για να τα γεμίσεις με σχόλια, συμφωνίες, αντιρρήσεις, περαιτέρω βιβλιογραφία.
  5. Ο Ντερριντά δεν είναι τόσο ακατανόητος όσο τον παρουσιάζουν, ούτε καν όσο πιθανώς επεδίωκε ο ίδιος να είναι.
  6. Η φιλοσοφία συνδέεται στενά με πεδία που εκ πρώτης όψεως οι «εξωτερικοί» δεν αντιλαμβάνονται· για παράδειγμα: επιστημολογία, θεωρία λογοτεχνίας, θεολογία.
  7. Η σημαντικότερη συμβολή της αποδόμησης είναι στην πολιτική και στη θεωρία δικαίου.
  8. Να ζεις σ’ ένα κόσμο από βιβλία. Το σημαντικότερο που μπορούν να σε διδάξουν είναι η ταπεινότητα.

Είθε τα ελληνικά πανεπιστήμια να τιμήσουν κι άλλους τέτοιους ανθρώπους. 

*Ο Ιορδάνης Κουμασίδης διδάσκει στο ΕΚΠΑ

(Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα »Τα Νέα», 27/6/2023)

Περί του αφιερωματικού τόμου για τον ποιητή Σταύρο Βαβούρη

Image

ΒΑΣΩ ΟΙΚΟΝΟΜΟΠΟΥΛΟΥ (επιμέλεια), Σταύρος Βαβούρης: Επανακάμπτοντας στην κριτική από τη χαραυγή των ποιητικών σκιρτημάτων κι εβδομήντα οχτώ χρόνια μετά, Εκδόσεις Ρώμη, σελ. 248

Όταν επιχειρούμε να κριτικογραφήσουμε ένα βιβλίο, επιχειρούμε συνάμα να το εντάξουμε στη δημόσια σφαίρα της λογοτεχνικής και περιλογοτεχνικής παραγωγής και δεν πρέπει να ξεχνάμε το παλιό καλό ερώτημα της θεωρίας λογοτεχνίας περί μορφής και περιεχομένου (όσο κι αν αυτό είτε ξεθωριάζει είτε εξελίσσεται/παραλλάσεται και εμπλουτίζεται συν τω –επιστημονικώ- χρόνω): εν προκειμένω να αναφέρουμε τι πραγματεύεται το βιβλίο (περιεχόμενο) και με ποιο τρόπο (μορφή).

Η αυτονόητη απάντηση στο δεύτερο ερώτημα είναι: μια κριτική αποτίμηση του ποιητή Σταύρου Βαβούρη. Εδώ όμως υποκρύπτεται και η (αυτ)αξία του: κρατάμε στα χέρια μας έναν τόμο που αφορά έναν ποιητή παραγνωρισμένο, underrated κατά τον σχεδόν εξελληνισμένο αγγλισμό, έναν από τους ποιητές που τους αναγνωρίστηκε λιγότερο (ποιητικό) μπόι απ’ όσο κατείχαν, έναν ποιητή από εκείνους της σκιάς, σύμφωνα με την εξαιρετικά επιτυχημένη σειρά ποιητικών εκδηλώσεων της περασμένης δεκαετίας (την οποία θεωρώ, παρεμπιπτόντως, από τις ουσιαστικότερες και σημαντικότερες που διοργανώθηκαν ποτέ). Σε επίπεδο μορφής, ο τόμος αυτοπροσδιορίζεται εξωφυλλικώς ως μελέτημα, το πρώτο μιας σειράς που επιμελούνται ο Γιώργος Δελιόπουλος και ο Κώστας Ριζάκης· επιτελεί βέβαια συνάμα, κατά τη γνώμη μου, και τον ρόλο του αφιερωματικού τόμου. Παρουσιάζεται, επομένως, ως μια φιλολογική δουλειά, αρκετά κείμενα ωστόσο είναι περισσότερο δοκιμιακά, άλλα πιο εμπειρικοσυναισθηματικά και ορισμένα αξιοποιούν τα εργαλεία της θεωρίας της λογοτεχνίας.

Από τη θεωρία λογοτεχνίας (κρυπτο)εκκινεί και η επιμελήτρια του τόμου, η Βάσω Οικονομοπούλου στον πρόλογό της. Παραθέτω:

«Η ποίηση είτε εκλαμβάνεται ως ακουστική φόρμα είτε ως γραπτό κείμενο συνδέεται τόσο με τον ρυθμό όσο και με την όραση» και «Η δημιουργικότητα μπορεί να προκύψει και από την αντισυμβατική σχέση του ποιητή με την ποιητική λειτουργία» (αμφότερα, σελ. 9). Στη δεύτερη περίπτωση έχουμε να κάνουμε με μια σχεδόν αυτονόητη επισήμανση, η οποία ωστόσο δεν καταγράφεται/υποστηρίζεται συχνά, η δε πρώτη θα μπορούσε να αποτελεί το εισαγωγικό ερώτημα ενός αυτόνομου θεωρητικού τόμου.

Ο Βαβούρης συνέγραψε, κατά την άποψή μου, μια ποίηση αμεσότητας με τον αναγνώστη, συχνά δε, προσθέτω, ξεκάθαρα αφηγηματική. Σε αυτή του την τεχνική βρήκε επιγόνους, παρότι δεν τούτοι δεν συνομίλησαν ευθεία με το έργο του, δειγματοληπτικώς και αυτονοήτως κατατάσσω σε αυτούς λ.χ. την Αλεξάνδρα Μπακονίκα. Ποίηση προσωπικού, εντελώς αναγνωρίσιμου ύφους και φωνής – από τα δυσκολότερα υψώματα που οφείλει να κατακτήσει κανείς στον ποιητικό στίβο μάχης. Ακριβώς για τον παραπάνω λόγο, τα πιο αδύναμα ποιήματά του μοιάζουν τα έχοντα αρχαιορωμαϊκή θεματική – πλην του προηγούμενου λόγου και για έναν ακόμα που διατρέχει ωσάν κατάρα τη σύγχρονη λογοτεχνία: η διακειμενικότητα είναι το πιο σαγηνευτικό αλλά και το πιο επικίνδυνο παιχνίδι.

Ο Κώστας Στεργιόπουλος, με το περίφημό κριτικό κείμενό του στις Εποχές το 1964, αφορώντας τους Ατρείδες της φωτιάς και της σιωπής (κείμενο πλέον στεγασμένο στον 5ο τόμο του εξάτομου Περιδιαβάζοντας (‘’Ένταση χωρίς αδιέξοδﻨ, στο Γύρω στη νεοτερική μας ποίηση, σελ. 281, Κέδρος, 2000) έθεσε το εκ των ων ουκ άνευ για τα περισσότερα κείμενα του τόμου, κάτι που συνομολογούν και τα ίδια: «ποίηση ατομικού αδιεξόδου[1], […] ιδιωτικού χώρου με ορισμένα ρομαντικά κατάλοιπα, ‘‘συντετριμμένη’’, μαζί και απαισιόδοξη, με κάτι το δαιμονικό στην όλη της περιπλοκή και την αρνητική της στάση, κατέχεται από μια εμποδισμένη ερωτική δίψα και δίψα ζωής και συνδυάζει την ειρωνεία, την πεζολογία και τη χωρίς κοινωνική θέση σάτιρα με τον λυρισμό και τις απελπισμένες συναισθηματικές κάμψεις».

Παρά την αναπόφευκτη ετεροβαρύτητα ορισμένων κειμένων μεταξύ τους[2] (πώς άλλωστε θα μπορούσαν να συστεγαστούν ακριβώς ισοδύναμα ποιοτικώς, υφολογικώς και μεθοδολογικώς κείμενα ανθρώπων διαφορετικής προέλευσης, ιδιότητας και στόχων;), ο τόμος διαθέτει ένα αδιαμφισβήτητο πλεονέκτημα: σε μεγάλο βαθμό κλείνει τους λογαριασμούς του έργου του Βαβούρη με την κριτική. Θα είναι δύσκολο να υποστηρίξει κανείς στο μέλλον προσλήψεις όψεις των οποίων δεν έχουν θιγεί στο τόμο και σχεδόν ακατόρθωτο να μην το χρησιμοποιεί ως βιβλιογραφικό μπούσουλα.

[1] Στο ίδιο κείμενο, ο Στεργιόπουλος συμπεραίνει με φοβερή οξύνοια ότι για το περίφημο ζήτημα του αδιεξόδου ως ποιητική θεματική «πρόκειται για ένα φαινόμενο σχεδόν καθολικό, που η επαναφορά του θα είχε καταντήσει κουραστική, αν δεν ανανεωνόταν κάθε φορά από την ατομική περίπτωση του ποιητή».

[2] Διαβάζω λ.χ. σε κείμενο του τόμου ότι ο Βαβούρης αρνείται τον ρόλο του απόστολου της ποιητικής τέχνης (δίχως τεκμηρίωση για το πώς το πράττει ή δεν το πράττει) και εν συνεχεία μέσω της, ορθότατης, επισήμανσης ότι δεν ακολουθεί την τάση της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς για πολιτικο-κοινωνική πλαισίωση της ποιητικής της, «θα δει ως κυρίαρχη της σχέσης του με το πρόβλημα της τέχνης και του ανθρώπου», σελ. 24. Η αντίφαση με την αρχική επισήμανση είναι κάτι παραπάνω από εμφανής.

*Ο Ιορδάνης Κουμασίδης διδάσκει στο ΕΚΠΑ και στο ΕΑΠ

(Δημοσιεύτηκε στις Αναγνώσεις της Κυριακάτικης Αυγής, 5/3/2023)

Κριτική: Ο ποιητής Γιάννης Σκαρίμπας του Στέφανου Ροζάνη

Στέφανος Ροζάνης

Ο ποιητής Γιάννης Σκαρίμπας

Ηριδανός, 2020 (ανατύπωση της έκδοσης του 1969).

Σελ. 78.

Image

   Υπάρχει μια αυταπόδεικτη οφειλή, διόλου δυσάρεστη –όπως είναι συνήθως οι οφειλές- πόσο μάλλον για τον ρόλο που αναλαμβάνει κανείς να αναφερθεί σ’ ένα βιβλίο του Στέφανου Ροζάνη. Είναι η γενικότερη οφειλή της εν Ελλάδι επιστημονικής, φιλοσοφικής και λογοτεχνικής σκέψης έναντί του. Μεταξύ άλλων, του οφείλω/οφείλουμε, την αντιμετώπιση της λογοτεχνίας από φιλοσοφική και θεωρητική σκοπιά με έναν τρόπο που τον καθιστά sui generis. Από τα ανυπέρβλητα Σολωμικά – τα θεωρώ τα πιο εμβριθή κείμενα που έχω διαβάσει για τον Σολωμό- ως την τιθάσευση και το κατόρθωμα να επεξηγηθεί με τρόπο εύληπτο ένα κίνημα όπως ο Ρομαντισμός.

   Αναφέρομαι στο εν λόγω σημείωμα στο κριτικό έργο του Ροζάνη Ο ποιητής Γιάννης Σκαρίμπας που γράφτηκε και δημοσιεύεται το 1969 και ανατυπώνεται τώρα, μετά από πολλά χρόνια από τις εκδόσεις Ηριδανός υπ’ ευθύνη του Νίκου Μπλαζουδάκη (έχει σημασία πού και πού να αναφερόμαστε και στους αφανείς ήρωες της πνευματικής παραγωγής, τους επιμελητές των εκδόσεων). Πέραν της βασικής της θεματολογίας, της κριτικής ανάλυσης της σκαρίμπειας ποιητικής, η έκδοση συμπληρώνεται από μία επιστολή του Δημήτρη Χατζή στον Στέφανο Ροζάνη. Από τη μεριά μου επιλέγω έναν παρα-φορμαλιστικό δρόμο ώστε να παρουσιάσω και να σχολιάσω κυρίως τη μεθοδολογία που ακολουθεί ο Στ. Ροζάνης στο εν λόγω έργο.

    Πρώτα και κύρια, πρέπει να επισημανθεί πως η συνηθέστερη αντιμετώπιση/ανάληψη της λογοτεχνίας από φιλοσοφική σκοπιά είναι η παραδειγματική της χρήση: η λογοτεχνία τροφοδοτεί τη φιλοσοφία με παραδειγματικό υλικό ώστε αυτή να διαυγάσει τις εννοιολογήσεις της. Η, αντίστροφα, ένα λογοτεχνικό έργο προσλαμβάνεται με ένα φιλοσοφικό modus, καταλήγοντας όμως πάνω κάτω στο προηγούμενο αποτέλεσμα: να δικαιώσει μια φιλοσοφική επιχειρηματολογία ή, στη χειρότερη, να σταθεί ως διάκοσμος, ως καλολογικό ή αισθητικό περιβάλλον γύρω της.[1]

   Ο Ροζάνης, μολονότι ακραιφνής φιλόσοφος, δεν επιλέγει αυτόν τον δρόμο. Η μεθοδολογία του εκκινεί από τον προσδιορισμό του έργου ως προς την εποχή του, μια μορφή ιστορικής (αλλά όχι ιστορικίστικης) πρόσληψης, ειδικότερα την ένταξή του στο πνευματικό context της εποχής του Μεσοπολέμου. Αυτή είναι και η πρώτη μεθοδολογική μου επισήμανση. Εν συνεχεία, κατά την κρίση του Ροζάνη για το έργο του Σκαρίμπα εντός των πνευματικών προσανατολισμών του μεσοπολέμου, στους τελευταίους συγκαταλέγονται και στοιχεία που δεν συνηθίζονται στις φιλολογικές αναλύσεις, όπως οι μουσικές αναφορές ή η γενικότερη κοινωνιολογία της καλλιτεχνικής σκηνής (έπειτα εμφανίζονται και ο κινηματογράφος και τα εικαστικά). Κατά κάποιον τρόπο, σε αυτή τν πρακτική, πλην της απόδειξης μιας αισθητικής ευρυμάθειας, ενισχύεται η σημασία του διακειμενικού διάλογου μεταξύ τεχνών και προαναγγέλλεται η μεθοδολογία των πολιτισμικών σπουδών –αρκετά πριν αυτές εμφανιστούν στο ακαδημαϊκό στερέωμα. 

  Η τρίτη μεθοδολογική επισήμανση: αφετηρία του προσδιορισμού και της κριτικής της πνευματικής ζωής του μεσοπολέμου ορίζεται η αναγνώριση του πρωτείου του μυθιστορήματος στην εν λόγω εποχή. Εν πρώτης όψης παράδοξο, διόλου όμως αντιφατικό αν λάβουμε υπ’ όψη τη συνολική επιχειρηματολογία του ροζάνειου εγχειρήματος. Ωστόσο, φθάνοντας στα σημεία όπου αναλύεται πια το ποιητικό πνεύμα και διακείμενο της εποχής, η εμβρίθεια του συγγραφέα θυμίζει πανεπιστημιακό με αποκλειστική ενασχόληση την εν λόγω περίοδο. Σύμφωνα με το βιβλίο, στο σκαρίμπειο ποιητικό σώμα, κυρίαρχο ρόλο διαδραματίζει το δίπολο τραγικότητα και ματαιοδοξία, εκπεφρασμένο με προσωπεία και καρικατούρες. Είναι φιλοσοφικού τύπου αυτή η διαπίστωση; Δεδομένης της ανάπτυξής της και παρότι χάριν της συντομίας της μελέτης ο Ροζάνης αποφεύγει να μας αποκαλύψει τις φιλοσοφικές διακείμενες των εν λόγω στοιχείων, η απάντηση ξεκάθαρα ναι. Νομίζω πως αυτό το φιλοσοφικό ερμηνευτικό σχήμα παρουσιάζεται ξεκάθαρα στο έργο του: Η ερμηνευτική ως πράξη και θεώρηση: μελέτες για τη λογοτεχνία[2], όπως και στο Το κείμενο και ο σωσίας του τού ιδίου.[3]

   Ιδιαίτερη θέση καταλαμβάνει ασφαλώς και το ύφος: το γλωσσικό ύφος του συγγραφέα ακολουθεί συχνά έναν ολίγον τι λογοτεχνίζοντα τρόπο, δίχως να υστερεί σε ακριβολογία θυμίζοντας, κατά την ταπεινή μου άποψη σε ορισμένα  σημεία του πρώτου μέρους το νίτσεϊκό.

Image

  Ως κατακλείδα, οι διαρκείς υπομνήσεις της φιλολογικής στειρότητας της εποχής που γράφονται τα ποιήματα του Σκαρίμπα μοιάζουν να αφορούν και το σήμερα – μεταξύ άλλων, υποψιάζομαι, και του στοιβάγματος του λογοτεχνικού σώματος υπό τον ακαδημαϊκό/επιστημολογικό τίτλο ‘‘φιλολογία’’. Μια διαφορετική αντιμετώπιση και τύχη θα έπρεπε να επιφυλάσσεται στα λογοτεχνικά έργα, μια αντιμετώπιση όπως παραδειγματικά εμφανίζεται και συμβαίνει στο εν λόγω βιβλίο αλλά και σε έτερα κριτικογραφήματα του συγγραφέα.  

   Εν τέλει: έχουμε να κάνουμε με ένα έργο που θα μπορούσε να είχε γραφτεί και σήμερα, ακριβώς επειδή υπήρξε πολύ μπροστά από την εποχή του. Η μετέπειτα πνευματική πορεία το Ροζάνη απέδειξε το υπαρξιακό του ενδιαφέρον για τη λογοτεχνία, μέσω της στροφής στη συγκρότηση μιας ευρύτερης κειμενικής και αναγνωστικής θεωρίας όπως προαναφέραμε.

  • Ο Ιορδάνης Κουμασίδης διδάσκει στο Ε.Κ.Π.Α. και στο Ε.Α.Π.
Image

[1] Σε άλλο κείμενό του, ο Ροζάνης παραθέτει τον Paul de Man και την ευφυέστατη διατύπωσή του: «η φιλοσοφία όλη είναι καταδικασμένη στο βαθμό που εξαρτάται από τη ρητορικότητα, να είναι λογοτεχνικήˑ και όλη η λογοτεχνία, ως παρακαταθήκη αυτού του προβλήματος, είναι σε κάποιο βαθμό φιλοσοφική», Η επιστημολογία της μεταφοράς, μετ. Κ. Παπαδόπουλου, Άγρα, 1999.

[2] Ηριδανός, 2018.

[3] Ψυχογιός, 2003.

(Δημοσιεύτηκε στις Αναγνώσεις της Κυριακάτικης Αυγής στις 13/12/2020).