Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

  • Κλικάρετε εδώ για να γραφτείτε συνδρομητές και να έχετε ενημέρωση για νέα άρθρα με ηλεμηνύματα (ελληνιστί ημέιλ)

    Προστεθείτε στους 8.788 εγγεγραμμένους.
  • ΟΠΕΚΕΠΕ, η λέξη του 2025!

    Η λέξη της χρονιάς (2025)
  • ΤΟ ΚΑΙΝΟΥΡΓΙΟ ΜΟΥ ΒΙΒΛΙΟ (2021)

    Image

  • ΤΟ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟ ΒΙΒΛΙΟ (2018)

  • ΤΟ ΠΡΟΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟ ΒΙΒΛΙΟ

    Image
  • ΕΝΑ ΑΚΟΜΑ ΒΙΒΛΙΟ

    Image
  • ΕΝΑ ΑΛΛΟ ΒΙΒΛΙΟ

    Image
  • ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ

    Image

Ιουλιανά και Γαργάλατα (από την ΕφΣυν)

Posted by sarant στο 17 Ιουλίου, 2026

Αναδημοσιεύω σήμερα το προχτεσινό άρθρο μου στην Εφημερίδα των Συντακτών, στην τακτική εβδομαδιαία στήλη μου «Μέσα στις λέξεις». 

Φυσικά, στο ιστολόγιο έχουμε αναφερθεί δεκάδες φορές στα Ιουλιανά αλλά και στο Γαργάλατα (για το οποίο δείτε εδώ ένα παλιότερο άρθρο του 2015, ή το πιο παλιό του 2012). Στο άρθρο της εφημερίδας προσπάθησα να κάνω μια πολύ συνοπτική έκθεση, όσο μου επέτρεπαν οι 450 λέξεις, άτεγκτος περιορισμός της χάρτινης έκδοσης. Δεν θα είχε νόημα να κάνω προσθήκες εδώ, αν και τελικά έβαλα μια παράγραφο, με έναυσμα ένα σχόλιο του φίλου μας Θ. Πέππα στο Φέισμπουκ.

Η εικόνα που συνοδεύει το άρθρο είναι από την ηλέκδοση της εφημερίδας. Πρόκειται για φωτογραφία της κυβέρνησης Γεωργίου Παπανδρέου, που προσφέρεται για ένα σχόλιο. Προσέξατε κάτι; Όλο άντρες. Καμία γυναίκα. Δεν υπήρχε καμία γυναίκα στην κυβέρνηση του 1964, ενώ στη Βουλή του 1964 εκλέχτηκαν 299 άντρες και μία γυναίκα, η Μαρία Γυφτοδήμου (Καραγιώργη) της ΕΔΑ στη Μαγνησία. Αργότερα, μετά την αποστασία, τον Δεκέμβριο του 1966, προστέθηκε για λίγους μήνες και μια δεύτερη βουλεύτρια, η Ηρώ Λάμπρου της Ένωσης Κέντρου, που ήταν πρώτη επιλαχούσα στην Α’ Αθηνών και αντικατέστησε θανόντα βουλευτή. 

Image

Ιουλιανά και Γαργάλατα

Σήμερα έχουμε 15 Ιουλίου και, για αλλαγή, το άρθρο έχει επετειακό ή ιστορικό χαρακτήρα, μια και σήμερα πριν από 61 χρόνια ξεκίνησαν τα Ιουλιανά, η αποστασία του 1965.

Λέγοντας Αποστασία ή Ιουλιανά εννοούμε την περίοδο πολιτικής ανωμαλίας που ακολούθησε την αποπομπή της εκλεγμένης κυβέρνησης Παπανδρέου στις 15 Ιουλίου 1965· η αποστασία συντελέστηκε σε τρία κύματα και ολοκληρώθηκε στις 25 Σεπτεμβρίου 1965 όταν ο τρίτος κατά σειρά πρωθυπουργός, ο Στέφανος Στεφανόπουλος, μπόρεσε να συγκεντρώσει κοινοβουλευτική πλειοψηφία 152 βουλευτών· οι δυο πρώτοι αποστάτες πρωθυπουργοί, ο Γ. Αθανασιάδης-Νόβας και ο Ηλίας Τσιριμώκος δεν είχαν καταφέρει να συγκεντρώσουν τον μαγικό αριθμό.

Στις εβδομήντα ταραγμένες μέρες του καλοκαιριού του 1965, οι αποστάτες έγιναν στόχος αιχμηρής λαϊκής σάτιρας και λοιδορίας απόλυτα δικαιολογημένης. Τα πρώτα βέλη της λαϊκής χλεύης είχαν στόχο τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη, που θεωρήθηκε ο εγκέφαλος της αποστασίας, και τον πρώτο αποστάτη πρωθυπουργό, τον Γεώργιο  Αθανασιάδη-Νόβα.

Ο Νόβας (1893-1987), που ήταν Πρόεδρος της Βουλής πριν αποστατήσει, έμοιαζε ιδανικός για στόχος της σάτιρας: είχε αστείο όνομα που προσφερόταν για ένα σωρό λογοπαίγνια (Καζανόβας, μποσα-νόβα, νοβοκαΐνη κτλ.) και κάποιες συνήθειες που προσφέρονταν για διακωμώδηση: ήταν ένας ηλικιωμένος αριστοκράτης της επαρχίας, υπερβολικά προσηλωμένος στο τελετουργικό, μέλος της Ακαδημίας Αθηνών, φορούσε άσπρα κοστούμια και απαραιτήτως παπιγιόν, έγραφε ποιήματα. Όλα αυτά τα περιέλαβαν στο στόχαστρό τους ευθυμογράφοι, επιθεωρησιογράφοι και αυτοσχέδιοι λαϊκοί σατιριστές και τον έκαναν ρεζίλι. Και καλά του έκαναν, τότε.

Ο Νόβας ήταν καλός ελάσσων ποιητής (υπέγραφε ως Γ. Αθάνας), αλλά έχει κερδίσει μια ιδιότυπη υστεροφημία για κάτι που δεν έγραψε. Εννοώ το δίστιχο

κι ήτανε τα στήθια σου άσπρα σαν τα γάλατα
και μου ’λεγες «γαργάλα τα»

που του χάρισε το παρατσούκλι «Γαργάλατας», το οποίο ακόμα και σήμερα ακούγεται.

Στην πραγματικότητα, το δίστιχο το κατασκεύασε ο Κώστας Σταματίου, δημοσιογράφος των Νέων, και το δημοσίευσε στις 29 Ιουλίου 1965 στη στήλη του «Αδιακρισίες». Την κατασκευή την έχει παραδεχτεί πολλές φορές ο Λευτέρης Παπαδόπουλος (π.χ. Τα Νέα, 5.1.2012), αλλά, όπως πολύ συχνά συμβαίνει, τη διάψευση λίγοι την προσέχουν.

Ο όρος «Γαργάλατα» είναι η πιο ανθεκτική φρασεολογική επιβίωση της Αποστασίας του 1965, αφού ακούγεται ακόμα, πλάι βέβαια στους όρους «Ιουλιανά/Ιουλιανοί», «Αποστασία/Αποστάτες». Παροιμιώδης έγινε αλλά δεν ξέρω αν ακούγεται ακόμα ο χαρακτηρισμός «κατεψυγμένος» για τον Ηλία Τσιριμώκο (που είχε δηλώσει, λίγες μέρες πριν αναλάβει αποστάτης πρωθυπουργός, ότι ‘δεν υπάρχουν κατεψυγμένοι πρωθυπουργοί στο Παλάτι’), και μαζί οι όροι «κατεψυγμένοι» και «βουλευτές Ευρυδίκης» (ήταν μια βιομηχανια κατεψυγμένων ψαριών). Επίσης, αργότερα, «Μπερτόδουλος»(για τον υπουργό Δημόσιας Τάξης Αποστολάκο, που φορούσε μπέρτα). Επίσης: «Κοιτάξτε με στα μάτια, κύριε πρωθυπουργέ», φράση του βασιλιά προς τον Γ. Παπανδρέου, όπως και «οι αρουραίοι της Ομονοίας», για τους νεαρούς που συμμετείχαν στις διαδηλώσεις, από άρθρο της Ελένης Βλάχου. Αλλά αυτά έχουν πια ξεχαστεί.

Δεν έχει κάθε μήνας δικιά του λέξη για τρανταχτά γεγονότα που συνέβησαν κατά τη διάρκειά του. Υπάρχουν Ιουλιανά, Δεκεμβριανά και Σεπτεμβριανά (το πογκρόμ κατά των Ελλήνων στην Πόλη το 1955), αλλά όχι Ιανουαριανά, ενώ για να μάθετε τι ήταν τα Φεβρουαριανά ή τα Ιουνιανά πρέπει ν’ ανοίξετε παλιά συγγράμματα (συνέβησαν τον 19ο αιώνα).

Το ενδιαφέρον είναι ότι πριν το 1965 Ιουλιανά λέγονταν τα γεγονότα της 31ης Ιουλίου 1920, όταν η είδηση της απόπειρας δολοφονίας κατά του Βενιζέλου πυροδότησε πογκρόμ των βενιζελικών στην Αθήνα, με κυριότερο γεγονός τη δολοφονία του Ίωνα Δραγούμη. Εκείνα τα Ιουλιανά επισκιάστηκαν από τα νεότερα του 1965, τα οποία ακόμα μένουν στη μνήμη -πολύ περισσότερο που ο σημερινός πρωθυπουργός, ο Κυριάκος Μητσοτάκης, είναι γιος του συντονιστή της αποστασίας του 1965. Κάνει κύκλους η Ιστορία…

 

Posted in Επετειακά, Εφημεριδογραφικά, Πρόσφατη ιστορία | Με ετικέτα: , , , , , , , | 121 Σχόλια »

Τα ταξίδια του Ιάκωβου Μηλοΐτη (β’ μέρος)

Posted by sarant στο 16 Ιουλίου, 2026

Ταξιδιωτικό άρθρο είχαμε χτες, ταξιδιωτικό και σήμερα. Το θέλει ίσως η εποχή, κατακαλόκαιρο. Αλλά εντελώς διαφορετικά τα δυο άρθρα. Το χτεσινό, σύγχρονο, με αυτοκίνητο, στα Βαλκάνια. Το σημερινό αφηγείται ένα ταξίδι που έγινε παλιά, πριν από 439 χρόνια, με τα μέσα της εποχής, στη μισή Ευρώπη.

Πριν από είκοσι μέρες είχαμε παρουσιάσει εδώ ένα χειρόγραφο του 1588 στο οποίο ο πολυταξιδεμένος Ιάκωβος Μηλοΐτης αφηγείται τη ζωή και τα ταξίδια του. Είχαμε βάλει το πρώτο μισό του κειμένου, σήμερα έχουμε το δεύτερο μισό. Το κείμενο υπάρχει στη βιβλιοθήκη χειρογράφων του πανεπιστημίου του Τύμπινγκεν, της Τυβίγγης όπως το λέγανε τον 19ο αιώνα, στα χαρτιά του διάσημου ελληνιστή Μαρτίνου Κρούσιου (Κράους λεγόταν), ο οποίος ήταν καθηγητής εκεί. Στο χειρόγραφο του Μηλοΐτη υπάρχει σημείωση του Κρούσιου: «Ταύτα έγραψέ μοι ιδιοχείρως ο εκ Πάτμου κύριος Ιάκωβος ο Μηλοΐτης, εν Τυβίγγη τη 16 Ιανουαρίου αφπη’, ανήρ άριστος και φιλογερμανός Μαρτίνω τω Κρουσίω».

Το χειρόγραφο το βρήκε το 1879 στο Τύμπινγκεν ο Σπυρίδων Κ. Παπαγεωργίου και το εξέδωσε το 1882 στο περιοδικό Παρνασσός (το τεύχος κατεβαίνει από εδώ).

Στο πρώτο άρθρο που δημοσιεύσαμε χάρη στα πολύτιμα σχόλιά σας μάθαμε επίσης ότι ο Ιάκωβος Μηλοΐτης λεγόταν Ιάκωβος Παρκεθύμης, γεννημένος στην Πάτμο αλλά μεγαλωμένος στη Μήλο, εξού και το παρωνύμιο, ενώ ήρθαν στο φως και άλλα στοιχεία για τη ζωή του π.χ. επιστολές του. Φαίνεται πως είχε κάποια σχέση με το Πατριαρχείο.

Χαρη στα σχόλιά σας διαπιστώθηκε επίσης ότι ο Παπαγεωργίου έχει κάνει πολλά λάθη στη μεταγραφή του χειρογράφου, κάποια από τα οποία αλλάζουν το νόημα. Διορθώσατε πολλά από αυτά.

Σήμερα δημοσιεύω το δεύτερο μέρος του οδοιπορικού του Παρκεθύμη/Μηλοΐτη. Μεγάλο μέρος του κειμένου περιγράφει ένα ταξίδι του από την Κωνσταντινούπολη ως το Τύμπινγκεν στο οποίο περνάει από πόλεις της σημερινής Ουκρανίας, Λευκορωσίας, Ρωσίας, Εσθονίας, Λετονίας, Λιθουανίας, Πολωνίας και Γερμανίας. Έκανα πολλές διορθώσεις στο κείμενο του Παπαγεωργίου και περιμένω και τις δικές σας. Δεν κατάφερα να ταυτίσω ένα τοπωνύμιο, περιμένω τις ιδέες σας. Έφτιαξα κι έναν χάρτη με το ταξίδι του φοβερού Μηλοΐτη.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γεωγραφία, Πρώιμα νέα ελληνικά, Παλιότερα ελληνικά, Ταξιδιωτικά | Με ετικέτα: , , , , , , | 97 Σχόλια »

Στους δρόμους: Ρουμανία – Βουλγαρία (ταξιδιωτικό από το Ταξιδιάρικο πουλί)

Posted by sarant στο 15 Ιουλίου, 2026

Πριν από λίγο καιρό ένας τακτικός αναγνώστης του ιστολογίου, που όμως -κατά δήλωσή του- δεν έχει σχολιάσει ποτέ, μου έστειλε τη συνεργασία που θα διαβάσετε, μαζί και τις φωτογραφίες που τη συνοδεύουν. Τη βρήκα χρήσιμη, είναι δυο μέρη που δεν τα έχω επισκεφθεί με αυτοκίνητο, οπότε ευχαρίστως τη δημοσιεύω. Ο φίλος προτίμησε να υπογράψει με ψευδώνυμο. 

Στους δρόμους: Ρουμανία – Βουλγαρία

Είμαι ένα ταξιδιάρικο πουλί. Κι εκεί που ταξιδεύω παρατηρώ διάφορα πράγματα, κάποια όχι και τόσο συνηθισμένα. Πρόσφατο ταξίδι σε Ρουμανία- Βουλγαρία. Εκτός απ’ τα άλλα που είδα έκανα και κάποιες διαπιστώσεις από την οδήγηση στους δρόμους τους και έκανα μια πρόχειρη καταγραφή μερικών. Παρακολουθώ το ιστολόγιο και σκέφτηκα πως αυτά που είδα ίσως θα ήθελε να τα δημοσιεύσει ο Νικοκύρης. Επικοινώνησα μαζί του, το πρότεινα και δέχτηκε. Έτσι διαβάζετε αυτό το κείμενο.

Δεν υπάρχουν πολλοί αυτοκινητόδρομοι (εδώ για Βουλγαρία και Ρουμανία). Ακόμα φτιάχνονται σε πολλά σημεία. Έτσι (σε συνδυασμό και με τα σημεία που είχα διαλέξει να επισκεφτώ, που μπορεί να είχαν τουριστικό ενδιαφέρον για μένα αλλά δεν θεωρούνται κομβικές πόλεις για τις χώρες αυτές) οι μετακινήσεις έγιναν μέσα από τους παλιούς δρόμους. Που είναι συνήθως με μια λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση και περνάνε μέσα από χωριά. Τα οποία χωριά τραβάνε σε μάκρος μιας και είναι αραιά τα σπίτια και μόνο κατά μήκος του δρόμου.

Δεν υπάρχουν αυτοκινητόδρομοι, δεν υπάρχουν και διόδια. Πρέπει να πληρωθεί μια βινιέτα (για τα επιβατηγά -για τα φορτηγά ισχύουν άλλα), κάτι σαν τέλος κυκλοφορίας που δεν είναι ακριβό. Για την Βουλγαρία δεν υπάρχουν δρόμοι που να μην έχουν σχετική υπενθύμιση και τακτικά βλέπεις αυτοκίνητα της υπηρεσίας δρόμων που ελέγχουν ηλεκτρονικά τις πινακίδες. Έξτρα διόδια υπάρχουν για τις γέφυρες του Δούναβη: δυο είναι όλες κι όλες που ενώνουν την Βουλγαρία με τη Ρουμανία, μια στο Καλαφάτι δυτικά που θέλει 6€ και η κύρια Ρούσε – Γκιούργκιου με 2€ και τα πληρώνεις επιτόπου κι άλλες δυο στον αυτοκινητόδρομο Βουκουρέστι – Κωστάντζα που κοστίζει 19 λέι (κάτι λιγότερο από 4€) και για τις δυο μαζί και μπορείς είτε να τα προπληρώσεις είτε να τα πληρώσεις ηλεκτρονικά μέχρι και την επόμενη μέρα (αλλά είδα και σταθμό είσπραξης στην αρχή τους).

Παρένθεση: Μιας κι είναι γνωστό πως του Νικοκύρη του αρέσει να περνάει σύνορα με τα πόδια, αυτό μπορεί να γίνει εκεί που έχει χερσαία σύνορα (λίγο μετά την Σιλίστρα ο Δούναβης στρέφεται προς βορρά κι έτσι παύει να είναι το σύνορο των δυο χωρών) αλλά όχι από τις γέφυρες. Είχα διαβάσει πως μπορεί κάποιος να περάσει από αυτήν στο Καλαφάτι αλλά όταν έφτασα εκεί διαπίστωσα πως κάτι τέτοιο δεν ισχύει. Κι άλλη παρένθεση, σήμερα είναι εύκολο το να περάσεις από την Ελλάδα στην Ουγγαρία οδικά χωρίς να περάσεις καθόλου συνοριακούς ελέγχους αν είσαι με ΙΧ μιας και έχουν ενταχτεί στον χώρο Σέγκεν κι οι δυο χώρες που συζητάμε κι έτσι έπαψε να είναι αποκομμένη η Ελλάδα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αυτοκίνηση, Συνεργασίες, Ταξιδιωτικά | Με ετικέτα: , , | 148 Σχόλια »

Ο καλός μου φίλος (χρονογράφημα του Βριάρεω)

Posted by sarant στο 14 Ιουλίου, 2026

Κάθε δεύτερη Τρίτη έχω καθιερώσει να δημοσιεύω κείμενα δικών μου ανθρώπων. Κυρίως του πατέρα μου, αλλά το 2023-2024 δημοσίευσα επίσης χρονογραφήματα του παππού μου, που δημοσιεύτηκαν το 1928-29 στην εφημερίδα Δημοκράτης της Μυτιλήνης, με το ψευδώνυμο Βριάρεως.

Τα περισσότερα από τα χρονογραφήματα αυτά τα εντόπισε και τα κατέγραψε ο φίλος ερευνητής Αριστείδης Καλάργαλης στο αρχείο του Δημοκράτη, ενώ κάποια άλλα περιέχονται σε ένα τετράδιο που είχε ο παππούς μου, με κολλημένα αποκόμματα, που το είχε τιτλοφορήσει «Περισωθέντα νεανικά αμαρτήματα». Μερικά ακόμα βρήκα στο πρόσφατο ταξίδι μου στη Μυτιλήνη.

Σταδιακά δημοσίευσα στο ιστολόγιο σχεδόν όλα τα χρονογραφήματα του Βριάρεω. Νόμιζα πως αυτό που δημοσίευσα την προπερασμένη Τρίτη ήταν το προτελευταίο -αλλά έκανα λάθος, υπάρχουν στο τετράδιο του παππού ακόμα δυο-τρία, οπότε η δημοσίευση θα συνεχιστεί, κάτι που ίσως δεν το δεχτούν όλοι για καλό νέο. 

ImageΤο σημερινό χρονογράφημα δημοσιεύτηκε στις 6 Οκτωβρίου 1928, με τον υπέρτιτλο «Μυτιληναϊκοί περίπατοι», όπως τα περισσότερα. Είναι σύντομο και καταγράφει τον ελαφρώς παραληρηματικό μονόλογο ενός φίλου, κάποιοι θα έβαζαν εισαγωγικά, που τον συναντά ο Βριάρεως στην αγορά. Θέμα, και πάλι, η πανδημία του δάγκειου πυρετού, με αναπόφευκτους παραλληλισμούς με την πανδημία του κόβιντ που γνωρίσαμε. Μια ακόμα πινελιά της εποχής είναι ο φόβος προς τις μύγες και τα άλλα έντομα, που προκαλούν μετάδοση ασθενειών, κάτι που το βρίσκει κανείς σε κείμενα της εποχής και λίγο μεταγενέστερα (π.χ. χρονογραφήματα του Βάρναλη) και αντανακλούν τις συνθήκες υγιεινής στα μανάβικα και μπακάλικα. 

Ο Βριάρεως γράφει, όπως οι περισσότεροι, με η τη λέξη μυροβλήτης, αλλά κανονικά γράφεται με υ, και έχουμε γράψει γιατί.

Ο καλός μου φίλος

Είχαμε δεκαπέντε μέρες να ιδωθούμε. Με συνήντησε χθες σ’ ένα σημείο της «μυροβλύτου» αγοράς μας, μου έσφιξε μέχρις εξαρθρώσεως το χέρι και μου είπε χαϊδεύοντας εγκαρδιότατα τον ώμο μου:

— Σηκώθηκες λοιπόν; Μπράβο, λεβεντιά. Περαστικά σου. Αδυνάτισες όμως καημένε. Ε! τι τα θέλεις; δεν πειράζει, περαστικά να είναι. Υγειά να ’χεις, που λέει ο λόγος, κι ας σέρνεσαι. Όλοι τον περάσαμε. Εγώ που με βλέπεις έτσι με είχε ρίξει στο κρεβάτι με σαρανταένα πυρετό. Βρήκε όμως άνθρωπο να ταράξει. Για κοίτα με. Τον τάραξα εγώ πές…

Άρχισα να φοβάμαι μήπως είχε τρελαθεί. Δεν καταλάβαινα διόλου γιατί μου μιλούσε και δε θυμόμουν να ’χα αρρωστήσει τώρα κοντά. Έκανα να τον διακόψω μα κείνος εξηκολούθησε στο ίδιο ύφος:

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Άχθος Αρούρης, Μυτιλήνη, Μεσοπόλεμος, Χρονογραφήματα | Με ετικέτα: , , , , , | 80 Σχόλια »

Μήπως είμαστε δεινόσαυροι;

Posted by sarant στο 13 Ιουλίου, 2026

Το σημερινό άρθρο συνεχίζει την ανάλυση των αποτελεσμάτων της ψηφοφορίας που διοργανώσαμε πρόσφατα για τα 100 καλύτερα μυθιστορήματα όλων των εποχών, ένα θέμα που αποτέλεσε και το αντικείμενο της συζήτησης που έκανα πριν από λίγες μέρες με τον Νίκο Ντίρλη και τον Θοδωρή Ρωμανό και υπάρχει σε βίντεο στο κανάλι του Ιδεόνιου.

Στον ακαδημαϊκό χώρο, οι κακές γλώσσες λένε για κάποιους καθηγητές ότι στίβουν το διδακτορικό τους και βγάζουν δημοσιεύσεις επί δημοσιεύσεων για πολλά χρόνια στη συνέχεια, οπότε κι εγώ ίσως κατηγορηθώ ότι στίβω το άρθρο της ψηφοφορίας για να βγάλω κι άλλα -υπόσχομαι όμως ότι δεν θα υπάρξει συνέχεια.

Μια ένσταση που διατυπώθηκε για τα αποτελέσματα της ψηφοφορίας μας είναι ότι ψηφίσαμε κλασικούρες. Γράφει μία σχολιάστρια στο ΦΒ, που είναι και συγγραφέας:

Βασικά, για να μπεις στη λίστα, πρέπει να τα έχεις τινάξει δεκαετίες ή και αιώνες πριν. Θεωρούμε ότι δεν γράφονται άξια έργα πλέον; Ή τα κλασικά είναι η εύκολη λύση;

Κι ένας άλλος:

Μεγαλη απογοητευση, ψηφισαν σαν να μην εχουν διαβασει τιποτα. Μονο κλασικα εργα που ολο καπου τα εχει ακουσει καποιος.

Και πιο τεκμηριωμένα:

Εδώ λοιπόν θα ρισκάρω να πω ότι οι περισσότεροι τελικά ψήφισαν αυτό που θεωρούν ότι «πρέπει» να ψηφίσουν για να θεωρηθούν «ψαγμένοι» και «γνώστες» με το αποτέλεσμα να είναι στην πραγματικότητα η απάντηση στο ερώτημα «αν βρεθείτε σε μια συντροφιά ακαδημαϊκών που συζητάνε για βιβλία, ποιό βιβλίο θα πετάξετε στην κουβέντα για να σας θαυμάσουν ότι είστε κι εσείς υψηλού επιπέδου;» Για να το πω ακόμα πιό χοντρά, πως γίνεται όλες οι υποψήφιες των Καλλιστείων να έχουν διαβάσει Κούντερα (ή μερικές Κοέλιο) ενώ στην πραγματικότητα άντε να έχουν διαβάσει Λένα Μαντά στην καλύτερη περίπτωση; Με άλλα λόγια, με αυτά τα κριτήρια, δεν υπάρχει πουθενά ο (απίστευτος με κάθε κριτήριο) Stephen King ή ο πραγματικός δεξιοτέχνης της ροής της ιστορίας John Grisham, έτσι για να πετάξω δύο μόνο τυχαία ονόματα από τα πολλά που θα μπορούσα. Αλλά αντί για αυτούς που ο «ψαγμένος» τους περιφρονεί ως δήθεν «εμπορικούς», άντε να φτάσει η επιλογή μέχρι τον Georges Simenon… Ομολογώ ότι είμαι τεράστιος φαν του Simenon γιατί επιπλέον υπάρχει και πρακτικός λόγος, γιατί είναι ο μόνος γάλλος που μπορώ να τον διαβάσω στο πρωτότυπο, στα γαλλικά (γιατί γράφει σε πολύ στρωτή γλώσσα και χωρίς σύγχρονους ιδιωματισμούς, οπότε τον καταλαβαίνω απόλυτα και έχω διαβάσει καμιά 40αριά από τα βιβλία του). Αλλά δεν θα έβαζα τον Simenon στην κορυφή της παγκόσμιας λογοτεχνίας, πάνω από τόσους και τόσους σύγχρονους που έχουν αποδείξει και με τις πωλήσεις τους αλλά και με το έργο τους μια αντικειμενικά μετρήσιμη επιτυχία στη δουλειά τους (δεν πούλησε τυχαία τόσα εκατομμύρια βιβλία ο Dan Brown, κάτι έχει, δεν μπορεί να είναι ένας τυχαίος). Τον Simenon, όμως, αυτοί που τον ψηφίζουν, τον ψηφίζουν για τη δηθενιά που συνοδεύει την επιλογή του, έστω κι αν δεν έχουν ιδέα δεν για το πραγματικό του έργο, έχουν διαβάσει μόνο σε κάποιες διακοπές ένα μικρό βιβλιαράκι από τα πρώτα του και μάλιστα σε μετάφραση στα ελληνικά. Τον John Le Carre τον περιφρονούν επίσης όλοι αυτοί οι δήθεν «ψαγμένοι» που ψηφίζουν τον Αλέξανδρο Δουμά κι ανάθεμα αν έχουν διαβάσει μια σελίδα από βιβλίο του (οι ταινίες και οι παιδικές σειρές δεν μετράνε…). Ο Le Carre που κάνει απίστευτο «κέντημα» στην περιγραφή χαρακτήρων με ιδιαίτερο χιούμορ στην περιγραφή του κοινωνιολογικού πλαισίου στο οποίο κινούνται οι ιστορίες του, αυτός δεν είναι λογοτέχνης, αυτός είναι της σειράς, γράφει pulp fiction προφανώς. Δεν συνεχίζω γιατί «το πιάσατε το υπονοούμενο», κλείνω ζητώντας εκ των προτέρων συγγνώμη από όσους παρεξηγηθούν γιατί δεν είναι ο σκοπός μου ούτε να ενοχλήσω ούτε να προσβάλω κάποιον. Αν κάποιος έχει τη μύγα, ας μυγιαστεί ελεύθερα, άλλωστε δεν θα λύσουμε ούτε το Κυπριακό, ούτε το Μεσανατολικό. Κουβέντα να γίνεται. Καλημέρα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Βιβλία, Λογοτεχνία, Σφυγμομετρήσεις | Με ετικέτα: , , | 187 Σχόλια »

Τζέλτεν, διήγημα του Γιώργου Ιωάννου

Posted by sarant στο 12 Ιουλίου, 2026

Το διήγημα που θα παρουσιάσω σήμερα, το Τζέλτεν του Γιώργου Ιωάννου, από τη συλλογή διηγημάτων του «Η μόνη κληρονομιά» (Κέδρος 1982), το πήρα από τον ιστότοπο Μικρός Απόπλους, του μακαρίτη πια Άγγελου Περδικούρη, με τον οποίο συνεργαζόμασταν πριν από καμιά εικοσπενταριά χρόνια (και βάλε) και εμπλουτίζαμε το ισχνό τότε ελληνόφωνο διαδίκτυο με λογοτεχνικό υλικό. Αρχικά, είχε ανεβεί στον ιστότοπο της mathisis.com, που δεν υπάρχει πια, απ’ όπου το είχε διασώσει ο Άγγελος. Είχα και καθρέφτη στον δικό μου ιστότοπο -ο οποίος, παρεμπιπτόντως, είχε ξαναρχίσει μυστηριωδώς να λειτουργεί όπως σας είπα πριν από μερικούς μήνες, αλλά τώρα πια όχι, είναι και πάλι απρόσιτος, διότι αν βάλετε http://www.sarantakos.com θα δείτε ότι This domain has been intercepted by 301Domains through our infrastructure και θέλουν προσφορά μίνιμουμ 100 δολάρια για να τον απελευθερώσουν.

ImageΤο διήγημα του Ιωάννου είναι γραμμένο τον καιρό που υπηρετούσε καθηγητής στο ελληνικό σχολείο στη  Λιβύη -νομίζω ότι ακόμα υπάρχει και συζητούσα πρόσφατα με κάποιον που είχε κι αυτός υπηρετήσει εκεί, πολύ αργότερα βέβαια. Τη φωτογραφία την πήρα από ωραία αναδημοσίευση του διηγήματος στη Lifo. Zelten λέγεται το μέρος όπου υπάρχουν οι πετρελαιοπηγές.

Τζέλτεν
Από τη συλλογή διηγημάτων «Η μόνη κληρονομιά», εκδόσεις Κέδρος, 1982

Στον Χρήστο Ζιώγα, σύντροφο της ερήμου.

Είχαμε πάλι διακοπές. Τώρα ήταν το μπαϊράμι τους. Γυρνώντας όλη μέρα στους δρόμους, τα παζάρια, το ζωολογικό κήπο, καθόλου δεν κατάφερα να βρω το κέφι μου. ‘Αλλωστε έξω ούτε να φας ούτε να πιεις είναι εύκολο. ‘Ετσι και μασουλάς ή καπνίζεις, οι αλαλιασμένοι απ’ τη νηστεία μουσουλμάνοι σε κοιτούνε με μάτι σκοτεινό, όλο αποσταγμένο φανατισμό και απώθηση. Αν αποτελούν κοπάδι, καταλαβαίνεις ότι κάτι λένε μεταξύ τους για σένα. Σε βρίζουνε, χωρίς αμφιβολία. Το να γιορτάζεις και τις δικές σου και τις αράπικες γιορτές και να ‘σαι μόνος εδώ πέρα, πάει πραγματικά πάρα πολύ. Κοίταζα στο δωμάτιο τα αραδιασμένα μπουκάλια με το ουίσκι – δώρα που βρήκα έξω απ’ την κατάκλειστη πόρτα μου τη μέρα της γιορτής μου – και ήξερα πολύ καλά τι θα γίνει και πάλι. Τελικά, ψιθύρισα την απόφασή μου: «Ας πάω στο Τζέλτεν, στης ESSO τις πηγές».

Το βραδάκι, κιόλας, την ώρα που τα μεγάφωνα του μιναρέ άπλωναν την ψαλμωδία του μουεζίνη στις γειτονιές κι οι αραπάδες έτρωγαν μέσα στα σπίτια τους αρπαχτικά σαν λύκοι, έτρεχα στο δρόμο το δυτικό όσο σήκωνε το δανεικό λαντρόβερ μου. ‘Ετρεχα και σε λίγο έπιανα τον εαυτό μου να τραγουδάει ξέφρενα κάτι δικά μου επαναστατικά κι ύστερα μόρτικα τραγούδια. Η ανοστιά με ταχύτητα διαλύονταν. Ψυχή δεν ήταν στο δρόμο -τόσο το καλύτερο. ‘Ολα τα τροχοφόρα σπεύδουν να εξαφανιστούν από τις αρτηρίες της ερημιάς πολύ προτού πλακώσει το σκοτάδι. Μοναχά τρελοί ταξιδεύουν αυτές τις ώρες. Η έρημος δεν είναι τόσο αθώα, όσο φαίνεται.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Ταξιδιωτικά | Με ετικέτα: , , , , , , , | 151 Σχόλια »

Οδυσσειακά μεζεδάκια

Posted by sarant στο 11 Ιουλίου, 2026

Όχι του Οδυσσέα αλλά της Οδύσσειας, της ταινίας του Κρίστοφερ Νόλαν, που η πρεμιέρα της έγινε πριν από μερικές μέρες στο Λονδίνο, αν και η κανονική πρεμιέρα της, η παγκόσμια, η αμερικάνικη, θα γίνει την άλλη Παρασκευή. Ταινία που πριν προβληθεί έγινε ήδη διάσημη γιατί την έβαλε στο στόχαστρο ο ακροδεξιός τρισεκατομμυριούχος, ο Ήλων Μασκ, που τη θεωρεί εχθρική προς τον δυτικό πολιτισμό και σκέτη γουοκίλα.

ImageΟπότε ξεκινάμε με ένα μεζεδάκι σχετικό με την Οδύσσεια του Νόλαν, δηλαδή με ένα μαργαριτάρι σε ρεπορτάζ για την ταινία. Όχι γλωσσικό αστόχημα αλλά πραγματολογικό λάθος.

Σε άρθρο για τον ηθοποιό που υποδύεται τον Οδυσσέα, διαβάζουμε ότι ο Ματ Ντέιμον έχει παίξει τον ρόλο του Τζέισον Μπορν, ενός αστροναύτη εγκαταλειμμένου στον Άρη.

Αλλά δεν είναι έτσι. Όπως λέει σινεφίλ φίλος μας (όχι ο σινεφίλος μας, άλλος), ο Τζέισον Μπορν δεν ήταν αστροναύτης στον Άρη, ήταν ο πράκτορας που έχασε τη μνήμη του στη σειρά ταινιών «Jason Bourne» (2002-2016).

Ο αστροναύτης λεγόταν Μαρκ Ουάτνι, και ο Ματ Ντέιμον τον υποδύθηκε στην ταινία «The Martian» («Η διάσωση») του 2015

Κι έτσι, βρήκαμε καραβιδάκι!

Image* Θα μπορούσαμε τα μεζεδάκια μας να τα ονομάσουμε και «υβριδικά», από την «υβριδική επίθεση» που δέχτηκε, αν δέχτηκε, ο κ. Θάνος Ντόκος.

Σχετικό με την υβριδική επίθεση μεζεδάκι, μια απροσεξία του κ. Αντώνη Πανούτσου, σε ανάρτησή του στο Φέισμπουκ.

Γράφει ο κ. Πανούτσος: Οι μέθοδοι που χρησιμοποιούνται είναι τόσο προηγμένοι….

Φυσικά, η μέθοδος είναι θηλυκό, άρα προηγμένες είναι οι μέθοδοι. Είναι όμως τόσο έντονη η επίδραση της κατάληξης, που πολλοί έχουν ταιριάξει αρσενικά ουσιαστικά και επίθετα με μεθόδους, παραμέτρους και εξόδους (έχουμε και άρθρο).

Μπόνους, το προσδοκόμενο αποτέλεσμα.

* Για το ίδιο θέμα, διαβάσαμε σε άλλο άρθρο:

«Στην προκειμένη, ένα απευθείας τηλεφώνημα στο γραφείο του Ουκρανού υπουργού Άμυνας, Ρουστέμ Ουμέρωφ, θα είχε επιβεβαιώσει ότι κάποιος μας δουλεύει χωρίς να φτάσουμε στις ιστορίες άγριων με deepfake κλπ.»

Ο φίλος που το στέλνει λέει:

Νομίζω ότι είναι από τις λίγες περιπτώσεις όπου χρειάζεται ο καθαρευουσιάνικος (και μάλλον ειρωνικός) τονισμός: «ιστορίες αγρίων» ή καλύτερα «ιστορίες με αγρίους». Έχω άδικο;

Δίκιο έχει, λέω.

Image* Κι ένα λάπσους σε είδηση για κάτι αγώνες που γίνονται κάπου, αγνοώ σε ποιο σπορ.

Δεν εννοώ το «υπεράσπιστης», που και αυτό λάπσους είναι, αλλά ότι η Αίγυπτος έπεσε θύμα «αδιανόητης επιτροπής».

Που θα μπορούσε να ισχύει, αν εννοούσε π.χ. την επιτροπή που όρισε τους διαιτητές, αλλά εδώ υποψιάζομαι ότι ο ποιητής ήθελε να γράψει «αδιανόητης ανατροπής» -ανατροπή στο σκορ, γύρευε τώρα σε ποιο άθλημα έγιναν αυτά.

* Κι ένα μηχανομεταφραστικό, που πιθανώς κι αυτό αναφέρεται στους ίδιους αγώνες.

Image

Το ισπανικό convierten la tribuna αποδίδεται «μετατρέπουν τον τριβούνο».

Μου αρέσει, έχει ένα άρωμα βυζαντινό, Τριβωνιανός κι έτσι. Αλλά πιο πεζά αντί για τριβούνος θα έβαζα «κερκίδα».

* Και μια ανορθογραφία με ομόηχα, από άρθρο του Μάκη Κοψίδη (τώρα είναι στο κόμμα του Κασσελάκη) στο Ντοκουμέντο:

Image

Tη δημοκρατία σε όλες τις πτώσεις την κλίνει κάποιος, δεν την κλείνει. Εκτός αν υπάρχει υποδόρια κριτική, ότι την κλείνει, την καταργεί. Λέτε;

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Κινηματογράφος, Μαργαριτάρια, Μεταφραστικά, Μεζεδάκια | Με ετικέτα: , , , , , | 141 Σχόλια »

Υβριδική επίθεση στη νοημοσύνη μας

Posted by sarant στο 10 Ιουλίου, 2026

Αναδημοσιεύω σήμερα το προχτεσινό άρθρο μου στην Εφημερίδα των Συντακτών, στην τακτική εβδομαδιαία στήλη μου «Μέσα από τις λέξεις». 

Το υλικό είναι φρέσκο, δεν έχει τύχει να λεξιλογήσουμε για το υβρίδιο. Εδώ κάνω μερικές προσθήκες.

Η εικόνα που συνοδεύει το άρθρο είναι από την ηλέκδοση της εφημερίδας. 

Image

Υβριδική επίθεση στη νοημοσύνη μας

Θα διαβάσατε ότι δύο Ρώσοι φαρσέρ παγίδευσαν τον κ. Θάνο Ντόκο, Γενικό Γραμματέα Εθνικής Ασφαλείας, υποδυόμενοι τον Ουκρανό ομόλογό του κ. Ουμέροφ. Σύμφωνα με κυβερνητικούς κύκλους, επρόκειτο για «υβριδική επίθεση με χρήση εργαλείων τεχνητής νοημοσύνης», οπότε βρίσκω αφορμή να λεξιλογήσω για αυτό τον σχετικά νεόκοπο όρο.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γλωσσικά δάνεια, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων | Με ετικέτα: , , , , | 154 Σχόλια »

Βιβλία για το καλοκαίρι του 2026

Posted by sarant στο 9 Ιουλίου, 2026

Το ιστολόγιο αγαπά τις παραδόσεις και προσπαθεί να τις τηρεί. Και μία από τις παραδόσεις του ιστολογίου είναι και το σημερινό μας άρθρο, που ακολουθεί τη συνήθεια που είχαν (και ίσως έχουν ακόμα) τέτοιες μέρες τα περιοδικά και οι εφημερίδες, να προτείνουν “βιβλία για τις διακοπές”.

Είχαν και κάποιες υποτιθέμενες προδιαγραφές τα “καλοκαιρινά” αυτά βιβλία, που υποτίθεται ότι θα τα διάβαζε κανείς στην ακρογιαλιά, ανάμεσα στις βουτιές: όχι πολύ βαριά θέματα, ας πούμε, αλλά να έχουν και πολλές σελίδες για να φτουρήσουν, αφού το καλοκαίρι διαβάζουμε περισσότερο κι άντε να βρεις βιβλιοπωλείο στην άγονη γραμμή.

Το ιστολόγιο αγαπάει τα βιβλία και του αρέσει να συζητάει για βιβλία, κι έχουμε ανεβάσει ήδη αρκετά άρθρα με προτάσεις βιβλίων για το καλοκαίρι. Το περυσινό άρθρο, του 2025, είναι εδώ και εκεί θα βρείτε λινκ προς τα παλιότερα. Τα τελευταία χρόνια αυτά τα καλοκαιρινά βιβλιοφιλικά μας άρθρα δημοσιεύονται την ίδια μέρα, 10 Ιουλίου, ή τέλος πάντων εκεί κοντά. Φέτος τηρούμε την παράδοση στο παρά ένα. Πάντως, να θυμίσω ότι προτάσεις για βιβλία-δώρα δημοσιεύουμε και τον Δεκέμβριο, πάλι γύρω στις 10 του μήνα, εγκαίρως για τα Χριστούγεννα -εδώ το τελευταίο άρθρο αυτής της κατηγορίας.

Και φέτος λοιπόν σας καλώ να προτείνετε βιβλία για τις μέρες του καλοκαιριού, όπου κι αν τις περάσουμε, στις παραλίες ή στην πόλη. Δεν θα βάλω κάποιον περιορισμό, προτείνετε ό,τι θέλετε, αν και θα είχε κάποιο νόημα να δώσουμε προτεραιότητα σε σχετικά καινούργιες εκδόσεις ή επανεκδόσεις -τουλάχιστον στις δικές μου προτάσεις θα εστιαστώ εκεί -αν και πρέπει να πω ότι το φετινό καλοκαιρινό βιβλιοφιλικό μας άρθρο έρχεται μια βδομάδα μετά την ψηφοφορία που κάναμε για τα καλύτερα μυθιστορήματα όλων των εποχών, και ο σχετικός κατάλογος ασφαλώς λειτουργεί και σαν οδηγός για αξιόλογα έργα που δεν έτυχε να διαβάσουμε.

Λένε πως ο παπάς πρώτα βλογάει τα γένια του, αλλά φρέσκο δικό μου βιβλίο δεν έχω -ελπίζω όμως βάσιμα ότι ως τα Χριστούγεννα κάτι καινούργιο θα έχει βγει. Το πιο πρόσφατο βιβλίο στο οποίο έχω βάλει το χέρι μου είναι το βιβλίο του Ζίγκμουντ Μινέικο (ναι, του παππού του Ανδρέα Παπανδρέου) «Ελλάδα, Αλβανία και Ήπειρος» από τις εκδόσεις Ρόπτρον. Πρόκειται για ημερολογιακές σημειώσεις του Ζίγκμουντ Μινέικο για την Βόρειο Ήπειρο αλλά και για τον εθνικό διχασμό, γραμμένες την περίοδο 1914-1916. Στο βιβλίο αυτό έχω γράψει την εισαγωγή και τις επεξηγηματικές υποσημειώσεις στο κείμενο, το οποίο μετέγραψε και μετέφρασε από τα πολωνικά η Αναστασία Χατζηγιαννίδη. Το είχα παρουσιάσει στο ιστολόγιο.

Από τις φιλικές Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, με τις οποίες κάτι ετοιμάζω, κυκλοφόρησαν τελευταία μερικά πολύ καλά βιβλία. Δεν έχω ακόμα διαβάσει, παρόλο που το θέμα με ενδιαφέρει πολύ, το Κολχόζ, του Εμανυέλ Καρέρ. Ο συγγραφέας είναι γιος της Ελέν Καρέρ ντ’ Ανκός, που την έβλεπα τακτικά στη γαλλική τηλεόραση παλιότερα και αναρωτιόμουν για ποιο λόγο εκφραζόταν ως ειδική για θέματα Ρωσίας και ΕΣΣΔ. Ο λόγος είναι ότι είχε ρωσική καταγωγή, o πατέρας της ήταν ο Γεωργιανός εμιγκρές Ζορζ Ζουραμπιτσβίλι. Ο Καρέρ έχει ήδη γράψει για τον παππού του, που συνεργάστηκε στην Κατοχή με τους Ναζί και εξαφανίστηκε στην απελευθέρωση, στο προηγούμενο βιβλίο του Ένα ρώσικο μυθιστόρημα (2005) και εδώ συνεχίζει την οικογενειακή εξιστόρηση.

Από τον ίδιο εκδοτικό οίκο ξεχωρίζει η Χενούα του Marin Ledun, ένα αστυνομικό μυθιστόρημα που διαδραματίζεται στη Γαλλική Πολυνησία, στα νησιά Μαρκέσας, σε έναν παράδεισο στο φόντο των γαλλικών πυρηνικών δοκιμών. Επίσης, Ο εκπαιδευτής, του Πίτερ Χέλερ -εκπαιδευτής στο ψάρεμα, σε ένα καταφύγιο για εκατομμυριούχους, που αναλαμβάνει να εκπαιδεύσει μια διάσημη τραγουδίστρια. Τι κακό μπορεί να συμβεί; Θα δείτε αν το διαβάσετε.

Από τον φιλικό εκδοτικό οίκο Αντίποδες, με τον οποίο επίσης κάτι ετοιμάζω, κυκλοφόρησαν πολλά ενδιαφέροντα βιβλία, από τα οποία ξεχωρίζω: καταρχάς, τη συλλογή διηγημάτων του Νικολάι Γκόγκολ Βραδιές σ’ ένα αγρόκτημα κοντά στη Ντικάνκα, την οποία άλλωστε έχουμε παρουσιάσει στο ιστολόγιο.

Επίσης, δυο βιβλία που εντάσσονται σε μια πολύ ενδιαφέρουσα σειρά, με μαρτυρίες από πρώτο χέρι για διάφορες πτυχές της πραγματικότητας: το Ρεπορτάζ, της Ελίζας Τριανταφύλλου, για το πώς δουλεύουν στο ρεπορτάζ οι νεότεροι δημοσιογράφοι, και η Σεζόν της Κωνσταντίνας Τσουκαλά-Σταθάκη για την εργασιακή εμπειρία όσων εργάζονται στη βαριά βιομηχανία, όπως θέλει το κλισέ, της χώρας. Αυτό το βιβλίο διαβάζω αυτή τη στιγμή.

Το βιβλίο που μόλις τελείωσα είναι τα Ένδοξα κατορθώματα του Ιρλανδού Φέρντια Λένον, από τις εκδόσεις Γεννήτρια, το πρώτο βιβλίο του συγγραφέα. Στις Συρακούσες της κλασικής αρχαιότητας, δυο άνεργοι κεραμοποιοί αποφασίζουν να ανεβάσουν τη Μήδεια του Ευριπίδη με ηθοποιούς από τους Αθηναίους αιχμαλώτους, που λιμοκτονούν στα λατομεία, διαλέγοντας όσους θυμούνται απέξω στίχους του έργου ή είναι επαγγελματίες ηθοποιοί.

Το ενδιαφέρον είναι ότι υπάρχει ιστορική βάση. Ο Πλούταρχος μάς λέει, στον βίο του Νικία, ότι οι Συρακούσιοι λάτρευαν τον Ευριπίδη κι έτσι, όσοι αιχμάλωτοι μπορούσαν να διδάξουν μέρη των τραγωδιών του, κέρδισαν την ελευθερία τους ή τουλάχιστον είχαν καλύτερη μεταχείριση -και, όταν κάποιοι από αυτούς επέστρεψαν στην Αθήνα, βρήκαν τον Ευριπίδη και τον ευχαρίστησαν!

Βέβαια, το πρωτότυπο είναι ότι ο συγγραφέας αφηγείται την ιστορία από τη σκοπιά των Συρακουσίων -αρκετά πειστικά, πρέπει να πω. Και επίσης πρωτότυπο είναι ότι χρησιμοποιεί σύγχρονη αργκό (καλομεταφρασμένη) για πράγματα αρχαία, που τα έχουμε κάπως κλείσει στο μουσείο.

Ένα συγκλονιστικό βιβλίο ποίησης, που κάθε φορά που πιάνω να το διαβάσω δύσκολα προχωράω περισσότερο από μια σελίδα, είναι το σπαραχτικό Είκοσι (εκδόσεις Άγρα) του Παντελή Μπουκάλα, ποιήματα γραμμένα για τον θάνατο του γιου του, του εικοσάχρονου Σπύρου. Το βιβλίο έμεινε πολλά χρόνια στο συρτάρι.

Ο φίλος Παντελής συμμετέχει και σε μια άλλη, εντελώς διαφορετική, έκδοση. Επιμελήθηκε τη Μεσολογγιάδα, ιστορικό έπος του Αντωνίου Αντωνιάδη, γραμμένο πριν από 150 χρόνια, σε νέα έκδοση που κοσμείται από πίνακες του Χρήστου Μποκόρου, με την ευκαιρία των 200 χρόνων της Εξόδου του Μεσολογγίου. Έχει ενδιαφέρον ο πρόλογος του Παντελή, που δεν κρύβει την αρνητική υποδοχή που επιφύλαξαν στο έργο ο Ροΐδης και άλλοι κριτικοί της εποχής αλλά αναδεικνύει πειστικά το  ενδιαφέρον που μπορεί  να έχει σήμερα.

Πριν από ένα μήνα παρουσίασα στην ΕφΣυν και εδώ στο ιστολόγιο το μυθιστόρημα της φίλης Νεκταρίας Αναστασιάδου Σάπια λεμόνια από τις εκδόσεις Στερέωμα. Δεν θα πω εδώ περισσότερα, σας παραπέμπω στην πρόσφατη παρουσίαση.

Κλείνω με άλλα τέσσερα βιβλία που παρουσιάστηκαν φέτος στο ιστολόγιο:

Η εξονυχιστική ιστορική μελέτη Όταν οι αστοί τρομάξαν… του Γιώργου Παλούκη από τις εκδόσεις Μωβ Σκίουρος (εδώ η δική μας παρουσίαση) για τον Μιχάλη Μπεζεντάκο, τον φόνο του αστυνομικού Γυφτοδημόπουλου, την απόδραση και το τραγικό τέλος του στην ΕΣΣΔ.

Το αυτοβιογραφικό Μνήμες του Απόστολου Αποστόλου, σε νέα έκδοση που συνενώνει τους δύο τόμους αναμνήσεων που είχε κυκλοφορήσει ο Δάσκαλος της Μυτιλήνης όσο ζούσε. Εδώ η δική μας παρουσίαση.

Τη συλλογή χρονογραφημάτων Γράμματα απ’ το Αιγαίο, του φίλου Αριστείδη Καλάργαλη, από τις εκδόσεις Εύμαρος, που ασφαλώς ενδιαφέρουν όσους ζουν στο Βόρειο Αιγαίο ή το αγαπούν. Εδώ η δική μας παρουσίαση.

Τα ανέκδοτα ημερολόγια 1902-1904 του Ίωνα Δραγούμη, που κυκλοφόρησαν σε επιμέλεια του φίλου Νώντα Τσίγκα με τίτλο Θα ζήσω καίοντας τον εαυτό μου, από τις εκδόσεις Πατάκη. Εδώ η δική μας παρουσίαση.

Μια και μιλήσαμε στην αρχή γι’ αυτό, τις προάλλες συζητήσαμε με τον Νίκο Ντίρλη και τον Θόδωρο Ρωμανό στο Ιδεόνιο, για την ψηφοφορία που είχα οργανώσει στο ιστολόγιο για το καλύτερο μυθιστόρημα όλων των εποχών. Μπορείτε να δείτε εδώ το βίντεο:

Περιμένω όμως στα σχόλιά σας τις δικές σας αναγνωστικές προτάσεις για βιβλία που μπορούμε να διαβάσουμε τούτο το καλοκαίρι!

Posted in Βιβλία, Καλοκαιρινά, Λογοτεχνία, Παρουσίαση βιβλίου | Με ετικέτα: , , , , , | 109 Σχόλια »

Πόσα παίρνει ο ποσαπαίρνης

Posted by sarant στο 8 Ιουλίου, 2026

Τις προάλλες είχαμε συζητήσει την πλατφόρμα Posokanei και το ρήμα κάνω. Σχολίασε κάποιος στο Χ (πρώην Τουίτερ) ότι το ερώτημα δεν είναι πόσο κάνει το κάθε είδος αλλά posa piran εκείνοι που έφτιαξαν την πλατφόρμα -κι εγώ θυμήθηκα τον Ποσαπαίρνη και γράφω το σημερινό άρθρο.

Ο Ποσαπαίρνης είναι ουσιαστικό που φτιάχτηκε εκ συναρπαγής από τη φράση «Πόσα παίρνεις;». Πόσα παίρνεις, δηλαδή ποιος είναι ο μισθός σου, αν είσαι μισθωτός. Ή πόσο χρεώνεις, αν είσαι ελεύθερος επαγγελματίας. Πόσα παίρνει ο τάδε γιατρός την επίσκεψη;

Ο Ποσαπαίρνης είναι λέξη που γεννήθηκε τον 19ο αιώνα. Είχα συμπεριλάβει τη λέξη αυτή στο βιβλίο μου Λέξεις που χάνονται (2011) και το κείμενό μου αναδημοσιεύτηκε κάμποσες φορές, τελευταία πριν από μερικούς μήνες στα Νέα, ευτυχώς με αναφορά της πηγής.

Προφανώς, έχει σαφώς παλιώσει, ωστόσο δεν έχει πάψει να ακούγεται. Για παράδειγμα, το 2020 ο ποιητής Κώστας Κουτσουρέλης έγραφε:

Ο ραντιέρης ρητορεύει για την υπανάπτυξη της παραγωγής.
Ο κατ’ επάγγελμα φοροφυγάς μέμφεται το γκουβέρνο.
Ο καρτοδίαιτος και ο δανειοκίνητος μοστράρονται για θύμα.
Ο μπαταξής, ο ποσαπαίρνης, ο τρεχέδειπνος, ο αργόμισθος, ο ατσίδας, όλοι τους φωνασκούν σαν παλαβοί. Τους προστατεύει η βολική αμνησία του βάλτου.

Ο Κουτσουρέλης και παλιότερα έχει χρησιμοποιήσει τη λέξη: Παλιά ήταν πρωτοπαλλήκαρα και νταήδες με τον σουγιά και το λάζο, σήμερα είναι θεσιθήρες και ποσαπαίρνηδες κλακαδόροι. (Κώστας Κουτσουρέλης, Το Ποντίκι, 5.1.2015)

Εδώ κλείνει ολοφάνερα το μάτι στη διασημότερη χρήση του όρου, που μόνη της αρκεί να του χαρίσει την αθανασία.

Ο Κωστής Παλαμάς έγραψε στα Σατιρικά γυμνάσματα:

4
Σκύλος κοκαλογλείφτης φέρνει γύρα
κρακ! τακ! της γειτονιάς τους τενεκέδες.
Ο ποσαπαίρνης με το θεσιθήρα

για την πατρίς καβγά στους καφενέδες.
Οι γάτοι λυγεροί στα κεραμίδια
ταιριάζουν ερωτόπαθους γιαρέδες.

Φαγοπότι, ξαπλωταριό, τα ίδια.
Τα θέατρα, τις ταβέρνες, τα πορνεία,
φάμπρικες, μπάνκες, σπίτια, αποκαΐδια,

τ’ ανταμώνει αττικότατη αρμονία.
Και κοιμισμένη στα όνειρά της βλέπει
μουρλή γλωσσοκοπάνα Πολιτεία

τον Περικλή. Μα ο Χασεκής τής πρέπει.

Οι στίχοι«Ο ποσαπαίρνης με το θεσιθήρα για την πατρίς καβγά στους καφενέδες» έγιναν διάσημοι, σε σημείο που πολλοί να νομίζουν ότι ο Παλαμάς έπλασε τη λέξη, ενώ στην πραγματικότητα είναι παλιότερη.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Αργκό, Εκλογές, Ποίηση | Με ετικέτα: , , , , , , , , | 108 Σχόλια »

Το αγοράκι που πνίγηκε στη Γιάλοβα

Posted by sarant στο 7 Ιουλίου, 2026

Την περασμένη Πέμπτη, ένα εξάχρονο αγόρι, στο φάσμα του αυτισμού, πνίγηκε σε πισίνα ιδιωτικής κατοικίας στη Γιάλοβα της Μεσσηνίας. Βρισκόταν εκεί επειδή η μητέρα του, Αλβανή καθαρίστρια που δούλευε σε αυτό το σπίτι, δεν είχε πού να το αφήσει. Φαίνεται πως σκόνταψε κι έπεσε μέσα στην πισίνα. Η μητέρα, ψυχικό ράκος, αρχικά συνελήφθη για ανθρωποκτονία από αμέλεια αλλά αργότερα αφέθηκε ελεύθερη. Τα περιστατικά εδώ.

Θα βάλω τρία κείμενα σχετικά (ή όχι) με το περιστατικό αυτό.

Πρώτα, μια καταγγελία της Ένωσης Γυναικών Τριφυλίας, σωματείο που πρόσκειται στην ΟΓΕ, με πολλές πληροφορίες για τις συνθήκες στην περιοχή.

ImageΗ Ομάδα Γυναικών Τριφυλίας είναι συγκλονισμένη από τον ξαφνικό θάνατο του 6χρονου παιδιού σε πισίνα στη Γιάλοβα, στο κτίριο που την ιδία ώρα η μητέρα του εργαζόταν ως καθαρίστρια. Εκφράζουμε τα βαθιά μας συλλυπητήρια στη μητέρα του που αυτή τη στιγμή βρίσκεται κατηγορούμενη.

Αυτός ο θάνατος είναι αποτέλεσμα ένος κράτους επιλεκτικά ανίκανου να στηρίξει την εργατική λαϊκή οικογένεια και την αφήνει στο έλεός της. Μια μητέρα μετανάστρια μονογονέας με ενα παιδί ΑΜΕΑ, που δεν εχει καμία στήριξη ούτε απο το κράτος ούτε από τον Δήμο και καθημερινά δίνει το δικό της αγώνα για το μεροκαματο και τη φροντίδα του παιδιού της.

Δεν υπάρχει ΚΑΜΙΑ ΔΟΜΗ είτε ΚΔΑΠ στην περιοχή των Γαργαλιάνων που κατοικεί, ώστε να μπορεί να έχει το παιδί την απαραίτητη φροντίδα που χρειάζεται.

Καταγγέλλουμε το γεγονός οτι για άλλη μια φορά το κράτος αφήνει ανυπεράσπιστους ένα παιδί και τη μητέρα του και για αυτούς η μητρότητα είναι μόνον ατομική ευθύνη.

Πολλές γυναίκες, ιδιαίτερα στους κλάδους του τουρισμού και του επισιτισμού, εργάζονται με εξαντλητικά ωράρια, χωρίς επαρκείς δομές φύλαξης των παιδιών τους, αναγκαζόμενες πολλές φορές να τα έχουν μαζί τους στους χώρους εργασίας ή να αναζητούν πρόχειρες λύσεις.

Η προστασία της ανθρώπινης ζωής και της παιδικής ηλικίας δεν μπορεί να λογίζεται ως κόστος. Είναι ευθυνη του κράτους και της εργοδοσίας να εξασφαλίζουν ασφαλείς συνθήκες εργασίας, ουσιαστικά μέτρα προστασίας και δημόσιες, δωρεάν και επαρκείς δομές δημιουργικής απασχόλησης και φροντίδας για όλα τα παιδιά.

Παράλληλα, απαιτούμε να ληφθούν όλα τα αναγκαία μέτρα ώστε καμία μητέρα να μη βρίσκεται ξανά μπροστά στο αβάσταχτο δίλημμα ανάμεσα δουλειά και στην ασφάλεια του παιδιού της.

ΚΑΜΙΑ ΑΛΛΗ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΝΑ ΜΗ ΖΗΣΕΙ ΤΕΤΟΙΟ ΠΟΝΟ.

Η ζωή και η ασφάλεια των παιδιών μας είναι αδιαπραγμάτευτο δικαίωμα.

ΟΜΑΔΑ ΓΥΝΑΙΚΩΝ ΤΡΙΦΥΛΙΑΣ μέλος Ομοσπονδίας Γυναικών Ελλάδας

Δεύτερο κείμενο, της Ιλιρίντας Μουσαράι, συντονίστριας του Αρχείου Αλβανικής Μετανάστευσης (ΑΣΚΙ) και υποψήφιας διδακτόρισσας στο τμήμα Κοινωνιολογίας του ΕΚΠΑ. Το πήρα από τη σελίδα της στο Φέισμπουκ.

Στην Μεσσηνία, πέθανε ένα μικρό παιδάκι πέφτοντας στην πισίνα του σπιτιού που δούλευε η Αλβανή μητέρα του ως καθαρίστρια.

Μόλις χτες στην συζήτηση που οργάνωσε η Οργάνωση Ενωμένων Γυναικών της Αφρικής στο Αντιρατσιστικό Φεστιβάλ, οι ομιλήτριες πρώτης γενιάς αναφέρθηκαν στις προσωπικές θυσίες που έπρεπε να κάνουν για να μπορέσουν να στηρίξουν οικονομικά τις οικογένειές τους στην Ελλάδα και πίσω στην χώρα καταγωγής τους. Να στερηθούν δηλαδή τα παιδιά τους, τους γονείς τους, τα αδέφια τους για να μπορέσουν να καταφέρουν να τα συντηρήσουν. Η άλλη όψη του νομίσματος εκφράστηκε από την ομιλήτρια της Πρωτοβουλίας Αλβανών μεταναστών, Έννη Καίσαρη και για το πως εμείς στερηθήκαμε τους γονείς μας, πώς τους βλέπαμε παρά ελάχιστες ώρες μες στην μέρα γιατί εργάζονταν από το πρωί μέχρι το βράδυ.
Το βάρος αυτής της συνθήκης είναι ασήκωτο και παρόλο που έχουμε μεγαλώσει αυτή η «απώλεια» θα πονάει για πάντα. Εμείς ήμασταν τα παιδιά που μας άφηναν οι γονείς μας στο σπίτι μόνα μας από τα 6 για να πάνε να κάνουν μεροκάματο, συνήθως χωρίς παππούδες να μας φροντίζουν τα πρώτα χρόνια. Τα παιδιά, όπως και το παιδί που χάθηκε χτες, που μας έπαιρναν στην δουλειά όταν καθάριζαν σπίτια.

Εγώ θυμάμαι την μάνα μου να με έχει πάρει σε μια βίλα που καθάριζε όταν ήμουν πέντε και τον πατέρα μου μετά να με παίρνει για μήνες στο πίσω κάθισμα του ταξί, γιατί είχα κρίσεις άγχους όταν έμενα μόνη στο σπίτι. Δεκάδες χιλιάδες παιδιά μεγάλωσαν ακριβώς έτσι. Με τους γονείς τους να δουλεύουν, να προσφέρουν φροντίδα και υπηρεσίες σε άλλους ανθρώπους και νοικοκυριά, παραμελώντας αναγκαστικά τους δικούς τους ανθρώπους για να μπορούν να τους ζήσουν.

Μητέρες μετανάστριες που φρόντιζαν τα παιδιά άλλων και καθάριζαν τα σπίτια άλλων, ενώ τα δικά τους παιδιά ήταν μόνα και γύρναγαν στο σπίτι τους μόνο για να κοιμηθούν και να μαγειρέψουν. Κόρες μετανάστριες που φρόντιζαν τους παππούδες άλλων, ενώ οι γονείς τους υπέφεραν από τα γηρατειά μόνοι τους σε μια άλλη χώρα.

Και όλες αυτές τις θυσίες τις κάνανε και τις υποστήκαμε και εμείς (ως παιδιά) για να μπορέσουμε να ζήσουμε. Κι όμως ακόμα αυτό δεν συμβαίνει μερικές φορές. Όπως συνέβη τώρα με το παιδί που πέθανε στην πισίνα. Όπως συμβαίνει με τους γονείς που πεθαίνουν στις σκαλωσιές και στα εργοστάσια. Που πεθαίνουν καταπονημένοι πριν καν πάρουν σύνταξη ή αν καταφέρουν να ζήσουν, αντί να χαίρονται αναρωτιούνται πώς θα τα βγάλουν πέρα με 500-600 ευρώ τον μήνα.

Δεν υπάρχει λέξη για αυτή την κατάσταση πέρα από την απελπισία. Και δεν υπάρχει διέξοδος από αυτή την «ατομική» απελπισία, πέρα από την συλλογική ευθύνη που πρέπει να αναλάβουμε ως κοινωνία.

Η αξιοπρεπής και ασφαλής εργασία, η διαβίωση των συνταξιούχων και η φύλαξη/απασχόληση των παιδιών των εργαζόμενων γονέων πρέπει να γίνει συλλογικό αίτημα και κατάκτηση. Ό,τι λιγότερο από αυτό είναι σαν να συναινούμε στον θάνατο.

Τρίτο κείμενο, άσχετο με το τραγικό δυστύχημα, ένα χρονογράφημα του Κώστα Βάρναλη, από έναν τόμο που ετοιμάζω με χρονογραφήματά του. Γράφτηκε το 1950, σε μια εποχή που στα περισσότερα αστικά σπίτια υπήρχαν Ελληνίδες υπηρέτριες ή παραδουλεύτρες (Προοδευτικός Φιλελεύθερος, 24 Νοεμβρίου 1950)

Το φτωχόπαιδο

             ‒ Μελετώ, έλεγ’ ένας φίλος νοικοκύρης, το παιδάκι της παραδουλεύτρας μου. Δυο φορές τη βδομάδα, που έρχεται να βάλει τάξη στο σπίτι μου, φέρνει μαζί και τ’ ορφανό παιδί της, δυόμισι χρονών αγοράκι. Ορμηνεμένο να «κάθεται φρόνιμα» στο σπίτι των «κυρίων», συμμαζεύεται φοβισμένο, όσο μπορεί να συμμαζεύεται ένα παιδί, που το τρέξιμο και το παιχνίδι, όπως κι οι φωνές και το κλάμα, του είναι βιολογική ανάγκη. Παρακολουθεί τη μάνα του σ’ όλα τα δωμάτια, κι όταν δεν το προσέχουν, παίρνει διάφορα πράματα, για να παίξει.

‒ Μη! φωνάζ’ η μάνα του, μαλών’ η «θεία»!

Και κείνο τα παρατάει σαν ένοχο.

Όταν είναι λιακάδα, βγαίνει έξω και κάθεται στο κατώφλι. Μαζεύει κουτιά από τσιγάρα, κουρέλια και ξυλαράκια λογής λογής και βασανίζεται μ’ αυτά. Κι όταν ξανανέβει στο σπίτι, τα κουβαλάει μαζί του. Είναι το πρώτο ξύπνημα του «κτητικού ενστίχτου», όπως τ’ ονομάζει ο Τζέιμς, όσο να φτάσει στο ξύπνημα, του «δημιουργικού». Τότε θ’ αρχίσει όχι μονάχα να μαζεύει παρά και να φτιάχνει.

‒ Μη! του φωνάζ’ η μάνα του. Λερώνεις το σπίτι.

Και του παίρνει τα πράματά του και τα ρίχνει στο γκαζοτενεκέ.

*

Φοβισμένο και τρομοκρατημένο αποχτά το συναίσθημα, πως όποιος δουλεύει είναι κατώτερο πλάσμα κι όποιος είναι «κύριος» («θείος» ή «θεία») δε δουλεύει κι είναι προνομιούχο πλάσμα. Μ’ αυτό το συναίσθημα και με το φόβο των «κυρίων» θ’ αποχτήσει αργότερα το σύμπλεγμα της μειονεχτικότητας κι επομένως θα είναι σ’ όλη του τη ζωή το θύμα των άλλων με την πεποίθηση, πως δεν μπορεί να γίνει αλλιώς. Κι έτσι θα έχει διαπλαστεί σε ιδανικόν πολίτη ενός κοινωνικού συστήματος που είναι θεμελιωμένο στη δουλειά των πολλών και στο καθισιό των ολίγων.

Άμα του πεις του μικρού: πάρε αυτά τα κουτιά κι αυτά τα τενεκεδάκια και παίξε, δεν απλώνει. Φοβάται. Κι άμα του λέει η μάνα του: «πες καλημέρα του θείου», κατεβάζει τα μάτια  και δεν απλώνει το χέρι, παρά το μαζεύει πίσω από την πλάτη του. Φοβάται ή ντρέπεται ‒ που είναι το ίδιο πράμα.

Κι όταν το βάλ’ η μάνα του να κοιμηθεί το μεσημέρι, συχνά πάνου στον ύπνο του πετάει τα κλάματα. Βλέπει άσκημα όνειρα. Ούτε στ’ όνειρό του δεν μπορεί να ευτυχήσει.

*

Αυτός λοιπόν ο μέλλων πολίτης θα πάει μεθαύριο στο σκολειό. Χωρίς ρούχα, μισονήστικος κι αλαφιασμένος και θα βλέπει όλα τ’ άλλα παιδιά, τα καλοντυμένα και καλοθρεμμένα για καλύτερά του κι έτσι θα δυναμώνουνε μέσα του οι ρίζες της μειονεχτικότητας. Και θα ξέρει από τα πριν πως δε θα πάει και παραπάνου από μερικές τάξεις, γιατί βλέπει, πως η μάνα του δεν έχει να πληρώνει, και για να πληρώνει, κόβει το ψωμί και των δυονών. Κι όπως η πολιτεία έχει βάλει φοβερούς φραγμούς στην εκπαίδευση του λαού, το φτωχόπαιδο αποκλείεται από τη Μέση και την Ανώτατη εκπαίδευση κι αν έχει χίλιες φορές περισσότερο μυαλό από ένα καλόπαιδο της ολιγαρχίας, που μπορεί να είναι ντενεκές.

Είναι κοινωνική δικαιοσύνη αυτή; Κι είναι μόνον η πνευματική τροφή που στερείται ο λαός;

Posted in Βάρναλης, Γυναίκες, Εργατικά, Χρονογραφήματα | Με ετικέτα: , , , , | 94 Σχόλια »

Τρώει σπανακόρυζο ο Ποπάι;

Posted by sarant στο 6 Ιουλίου, 2026

Image— Να φτιάξουμε σπανακόρυζο μια μέρα, ελαφρύ φαγητό, είπε η Νικοκυρά -κι εγώ θυμήθηκα ότι, ενώ έχουμε γράψει για τόσα οπωρικά και για τόσα ζαρζαβατικά, το σπανάκι το έχουμε αφήσει μέχρι στιγμής παραπονεμένο.

Λίγο αργότερα συνειδητοποίησα ότι τόσα χρόνια ζούσα μέσα στην πλάνη ως προς το σπανάκι. Όχι ως προς τις οργανοληπτικές του ιδιότητες ή τους τρόπους μαγειρέματος, αλλά ως προς την ετυμολογία του.

Ακούγοντας δηλαδή το αγγλικό spinach, που τρώει ο Ποπάι, είχα την εντύπωση πως η αγγλική λέξη είναι δάνειο από το δικό μας σπανάκι, μέσω λατινικών προφανώς, αφού όλα από εμάς τα πήρανε.

Όχι όμως, δεν είναι έτσι. Το σπανάκι σαν φυτό είναι ιθαγενές της Περσίας. Από εκεί διαδόθηκε προς τα ανατολικά και προς τα δυτικά, στους Άραβες, που το έφεραν στη Σικελία τον 9ο αιώνα. Οι Πέρσες το έλεγαν ασπανάχ, περνάει στα αραβικά ως ασφανάχ, ισφινάχ, και από εκει στα μεσαιωνικά λατινικά spinachium -πρέπει να έπαιξε και μια παρετυμολογική συσχέτιση με το spina = αγκάθι, βάτος.

Από τα μεσαιωνικά λατινικά λοιπόν περνάει στα ιταλικά ως spinacio, στα ελληνικά ως σπανάκι, στα αγγλικά κτλ. Έτσι λένε τα λεξικά, αν και αναρωτιέμαι γιατί να μην έχει περάσει από τα αραβικά στα ελληνικά απευθείας, κάτι που θα εξηγούσε και το ότι τα ελληνικά δεν έχουν σπιν- όπως τα λατινικά αλλά σπαν- (ή έπαιξε άλλη παρετυμολογική συσχέτιση με τον σπανό; διότι ο Meursius καταγράφει σπινάκιον).

Σε βυζαντινά κείμενα βρισκουμε το σπανάκι. Στον Πωρικολόγο, που πολλές φορές τον έχουμε αναφέρει στα άρθρα μας περί οπωρικών, και όπου κάθε φρούτο και κάθε λαχανικό προσωποποιείται, ο Σπανάκιος είναι κουροπαλάτης. Στη διήγηση Γαδάρου, λύκου και αλεπούς, ο γάιδαρος θυμάται ότι το αφεντικό του

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γλωσσικά συμπόσια, Ετυμολογικά, Μποστάνι των λέξεων, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , , | 151 Σχόλια »

Η ιστορία με το χάμστερ (του Γιάροσλαβ Χάσεκ)

Posted by sarant στο 5 Ιουλίου, 2026

Στην πρόσφατη ψηφοφορία που κάναμε για τα καλύτερα μυθιστορήματα όλων των εποχών μία από τις 30 επιλογές μου ήταν και Ο καλός στρατιώτης Σβέικ του Γιαροσλάβ Χάσεκ. Δεν το ψήφισα μόνο εγώ -πήρε 15 ψήφους και ισοβάθμησε στην 64η θέση.

ImageΈχω ξαναγράψει ότι τον Σβέικ τον αγαπούσαμε οικογενειακώς στο σπίτι -«ο Όμηρος της σάτιρας», έλεγε ο παππούς μου και είναι  περίεργο που τόσα χρόνια δεν έχω γράψει κάτι στο ιστολόγιο για το έξοχο αυτό βιβλίο. Πριν από καιρό, δημοσίευσα εδώ μια παλιά μου μετάφραση, το Μανιφέστο του Κόμματος της Μετριοπαθούς Προόδου εντός των Ορίων του Νόμου, ένα τρολοκόμμα (θα λέγαμε σήμερα) που είχαν ιδρύσει το 1910 στην Πράγα (τότε στην Αυστροουγγαρία) κάτι πλακατζήδες αναρχικοί, ανάμεσά τους κι ο Χάσεκ. Φυσικά το είχα μεταφράσει από τα αγγλικά.

Ο Χάσεκ όμως μετά που πήγε στον Μεγάλο Πόλεμο έγινε κομμουνιστής και κομισάριος του Κόκκινου Στρατού και όταν γύρισε στην Τσεχοσλοβακία έγραψε τα Μυστικά της παραμονής μου στη Ρωσία, που το εξέδωσε η Σύγχρονη Εποχή πριν από καμιά σαρανταριά χρόνια, σε μετάφραση του Λυσίμαχου Παπαδόπουλου από τα τσέχικα και δική μου θεώρηση της μετάφρασης. Το βιβλίο είναι εξαντλημένο πια, και περιέργως εδώ κι εκεί βλέπω να αναφέρομαι εγώ ως μεταφραστής. Εκείνη τη θεώρηση την έκανα χωρίς να ξέρω τσέχικα· τα ελληνικά επιμελήθηκα, αν και σε καμιά δεκαριά σημεία που κάτι δεν μου πήγαινε καλά συμβουλεύτηκα έναν τσεχομαθή φίλο, που ήμασταν μαζί φαντάροι.

Τις προάλλες, καθώς ξαναθυμήθηκα τον Χάσεκ εξαιτίας της ψηφοφορίας, κοίταξα στη Βικιθήκη αν υπάρχουν έργα του. Στα αγγλικά είχε μόνο τον Σβέικ και ένα άρθρο, αλλά στην τσέχικη Βικιθήκη είχε πολλά διηγήματα. Άλλωστε ο Χάσεκ έγραψε κάπου 1500 διηγήματα, μερικά από τα οποία έχουν κυκλοφορήσει και στα ελληνικά σε μικρές συλλογές κυρίως στη δεκ. του 1980. Από τον τσέχικο κατάλογο διάλεξα το πρώτο, που είχε τίτλο Aféra s křečkem, επειδή καταλάβαινα την πρωτη λέξη, affaire στα γαλλικά, υπόθεση.

Έδωσα τον τίτλο στο Google translate και μου έδωσε The Hamster Affair, παναπεί Η υπόθεση με το χάμστερ. Επειδή όταν ήμουν μαθητής γύρω στα έντεκα είχα ένα χαμστεράκι, συγκινήθηκα και έδωσα όλο το κείμενο στο ChatGPT να το μεταφράσει. Μου άρεσε το διήγημα, αν και δεν είμαι αμερόληπτος: ο Χάσεκ μου αρέσει. Και αφού μου άρεσε, είπα να το δημοσιεύσω εδώ να το δείτε κι εσείς.

Βέβαια, τέτοιο εγχείρημα είναι παράτολμο, διότι ο ένας θα πει «Στο διάολο η ΑΙ», άλλος θα σκεφτεί ότι και τον Χάμετ ή τον Μπαλζάκ (έχω έτοιμη μια μετάφραση για έκδοση) έτσι τον μεταφράζω -αλλά ας πούνε. Αφού δεν ξέρω τσέχικα και δεν μπορώ να βάλω κάποιον να το μεταφράσει ειδικά για μένα, έβαλα το μηχανάκι. Επίσης φοράω γυαλιά.

Έχω κάνει όχι λίγες αλλαγές στο κείμενο που έδωσε το μηχανάκι, κάποιες αφού το ξαναρώτησα τι εννοεί. Κράτησα την επιλογή του για το φρουμάζω και το φρούμαγμα, αν και σκέφτηκα να βάλω ρουθουνίζω και ρουθούνισμα. Επίσης για τον  πουλάρη, τον μαγαζάτορα που πουλάει πουλιά και άλλα κατοικίδια ζώα. Σήμερα λέμε πετ σοπ, αλλά όχι τότε. Υπάρχει ίσως ένα θέμα με τα ζώα που παρελαύνουν στο διήγημα, αλλά δεν θέλω να πω περισσότερα για να μην σποϊλάρω.

Τον τίτλο τον άλλαξα, από «η υπόθεση» σε «η ιστορία» μεταξύ άλλων ως φόρο τιμής στον Μαρκ Τουέν και στην Ιστορία με το κριάρι.

Έβαλα και μερικές υποσημειώσεις, όπως το συνηθίζω.

Οπότε, ιδού η ιστορία με το χάμστερ:

Η ιστορία με το χάμστερ

Στην πρωινή έκδοση της εφημερίδας δημοσιεύτηκε η εξής αγγελία. Δεν ήταν μεγάλη, αλλά έβγαζε έναν τόνο σχεδόν απελπισίας:

Πωλείται επειγόντως ζωντανό χάμστερ ή ανταλλάσσεται με οτιδήποτε.

Πράγα ΙΙΙ, οδός Πλάσκα,
δεύτερος όροφος,
τέταρτη πόρτα αριστερά.

Οι αναγνώστες προσπερνούσαν την αγγελία αδιάφορα. Μόνο ο Χονζάτκο, μαθητής της δευτέρας γυμνασίου, δεν μπορούσε να πάρει τα μάτια του από πάνω της. Εκείνη τη μέρα είχε μάθημα στις εννιά.

Ήταν μόνος στο σπίτι. Ο πατέρας του είχε φύγει για το γραφείο. Η μητέρα του είχε πάει με την αδελφή του την Έμα να κανονίσουν κάτι τελευταίες δουλειές για τον γάμο, γιατί η Έμα παντρευόταν μεθαύριο.

Η υπηρέτρια εκμεταλλεύτηκε την ευκαιρία και πετάχτηκε να δει τον αγαπημένο της, κάπου σ’ ένα κλειδαράδικο στο Κάρλιν. Είπε στον Χονζάτκο να μην ξεχάσει να κλειδώσει καλά την εξώπορτα και να αφήσει το κλειδί στον θυρωρό.

Τον είπε μάλιστα «Μποχούσεκ»[1] και του χάιδεψε τα μαλλιά. Οι δυο τους τα πήγαιναν πολύ καλά, γιατί ήταν τα πιο κατατρεγμένα πλάσματα του σπιτιού. Αν κάποια μέρα δεν είχε μπλεξίματα η Άννα, θα είχε σίγουρα ο Μποχούσεκ, και το αντίστροφο. Γι’ αυτό και υποστήριζαν ο ένας τον άλλο.

— Και τι να πω, Άννα, αν γυρίσει η μαμά νωρίτερα;

— Πες πως ήρθε η θεία μου από το Μοντζίτσε.

«Καλά», είπε σοβαρά ο Χονζάτκο και ανέλαβε την εξουσία στο διαμέρισμα.

Ξάπλωσε στην κουνιστή πολυθρόνα και διάβαζε την εφημερίδα, ώσπου έφτασε στην αγγελία για το χάμστερ. Τα μάτια του Χονζάτκο έλαμψαν. Όπως όλοι οι μαθητές της δευτέρας γυμνασίου, είχε φύση υπερβολικά ρομαντική για να μη συγκινηθεί από ένα ζωντανό χάμστερ.

Από καιρό λαχταρούσε να έχει κάποιο ζώο στο σπίτι. Ονειρευόταν μεγάλες εκστρατείες στην Ινδία για νεαρές τίγρεις. Ονειρευόταν ένα μεγάλο βερβερικό λιοντάρι, που δεν θα υπάκουε σε κανέναν άλλον παρά μόνο σ’ εκείνον, θα κοιμόταν στο κρεβάτι της αδελφής του — έτσι κι αλλιώς τώρα θα έμενε άδειο, αφού η κυρία θα παντρευόταν — και με δικό του πρόσταγμα θα καταβρόχθιζε τον καθηγητή της τάξης, μαζί με το βαθμολόγιό του.

Καμιά φορά ονειρευόταν επίσης πως είχε φέρει στο σπίτι έναν εξημερωμένο θαλάσσιο ίππο, που τον κρατούσε μέσα στη σκάφη, κι έτσι δεν θα ερχόταν ποτέ η μέρα της μπουγάδας, με τα δύο φριχτά της παρεπόμενα στο τραπέζι: τη σούπα με καβουρδισμένο αγριοκύμινο και τον καβουρδιστό σιμιγδαλένιο χυλό.

Άλλοτε πάλι ονειρευόταν πως είχε έναν εξημερωμένο νεαρό ελέφαντα στην αποθήκη τους, κι εκείνος ο ελέφαντας θα έκανε διάφορες δουλειές του σπιτιού που ως τότε ήταν υποχρεωμένος να τις κάνει ο ίδιος: να πηγαίνει να αγοράζει εφημερίδες ή καπνό για τον πατέρα του, ή παρτιτούρες και χαρτί αλληλογραφίας για την αδερφή του — τότε που ακόμη αλληλογραφούσε με υποψήφιους μνηστήρες.

Τώρα λοιπόν τα ιδανικά του πραγματοποιούνταν. Βέβαια, είχε κάπως ξεπέσει το πράγμα, από τίγρη σε χάμστερ, αλλά ένα ήταν βέβαιο: αυτό το χάμστερ θα το αποκτούσε.

Μήπως δεν υπήρχαν στο σπίτι τους αρκετά πράγματα που θα μπορούσαν να ανταλλαγούν με ένα χάμστερ; Δεν είχε η αδελφή του στο ντουλάπι με τα λινά μια απολύτως αξιοπρεπή προίκα, όμορφα μετρημένη μόλις χθες και όμορφα δεμένη με γαλάζιες μεταξωτές κορδέλες; Κι αν από κάθε δεματάκι τραβούσε κανείς ένα κομμάτι και τα ξανάβαζε όλα στη θέση τους, ποιος θα το καταλάβαινε; Μήπως εκείνη η στρίγγλα —η Έμα— θα τα φορούσε όλα μαζί;

Και δεν είχε ο πατέρας του στο γραφείο του μια ωραία συλλογή παλιών νομισμάτων; Δεν υπήρχε γενικά τόση θεία ευλογία μέσα στο διαμέρισμα, ώστε να μπορεί κανείς να την ανταλλάξει όχι με ένα, αλλά με τριακόσια χάμστερ;

Ο Χονζάτκο πέρασε στη δράση.

Πρώτα απ’ όλα έπρεπε να φτάσει στο ντουλάπι με την προίκα. Αυτό ήταν κάπως περίπλοκο, αλλά ο Χονζάτκο ήξερε απ’ έξω, χωρίς καμία βοήθεια μνημοτεχνικής, πού ήταν κρυμμένο το κλειδί του ντουλαπιού.

Πρώτα, στην κουζίνα, μέσα στο μεταλλικό κουτί του ψωμιού, βρήκε το κλειδάκι ενός μικρού ντουλαπιού διακοσμημένου με πέτρα του Κάρλοβι Βάρι. Το ντουλαπάκι αυτό βρισκόταν στο δωμάτιο, πάνω στην ντουλάπα κοντά στην πόρτα. Όταν ο Χονζάτκο το άνοιξε, βρήκε μέσα το κλειδί της δεύτερης ντουλάπας που ήταν στην κρεβατοκάμαρα. Εκεί, αριστερά, κάτω από τα λευκά γάντια, βρισκόταν επιτέλους το κλειδί του ντουλαπιού με την προίκα.

Ο Χονζάτκο τράβηξε από μια στοίβα δύο ζευγάρια χαριτωμένα γυναικεία βρακάκια, έπειτα από άλλο δέμα ένα νυχτικό μπούστο, και τα ξανάβαλε όλα σε τάξη. Έβαλε πάλι το κλειδί στη θέση του και, με ασυνήθιστη σιγουριά, ενισχυμένη από τη δοκιμασμένη πρακτική της εποχής πριν από τα Χριστούγεννα, που πήγαινε στο ντουλάπι με τα λινά για χουρμάδες και γλυκά, ολοκλήρωσε την εκστρατεία του στην κουζίνα, βάζοντας το κλειδάκι του μικρού ντουλαπιού πίσω στο κουτί του ψωμιού.

Ύστερα διέρρηξε το γραφείο του πατέρα του.

Αυτό ήταν πιο εύκολη δουλειά, διότι ο πατέρας του, με μεγάλη ελαφρότητα —όπως σκέφτηκε ο Χονζάτκο— έκρυβε το κλειδί του γραφείου ακριβώς πάνω στο γραφείο, κάτω από ένα παλιό ρολόι με αλαβάστρινες κολόνες. Έτσι έφτασε άνετα στη συλλογή παλιών νομισμάτων του πατέρα του και πήρε από εκεί ένα μεγάλο μαριανό τάλιρο,[2] από τα πολλά που υπήρχαν, και αρκέστηκε σ’ αυτό.

Κλείδωσε το γραφείο, έβαλε το κλειδί πάλι στη θέση του κι άρχισε να διαλέγει από τα περιπετειώδη του βιβλία τι θα μπορούσε να προσθέσει κι ο ίδιος, από τα δικά του υπάρχοντα, στα ανταλλάγματα για το χάμστερ, ώστε να επωμιστεί κι αυτός μέρος των εξόδων που συνεπαγόταν αυτή η ωραία επιχείρηση.

Διάλεξε το βιβλίο Ο ηρωικός καπετάνιος Κορκοράν. Ήταν το πιο καλοδιατηρημένο από τα βιβλία του, αφού του έλειπαν μόνο είκοσι τέσσερις σελίδες.[3]

Κατόπιν κάθισε στο γραφείο, πήρε μια κόλλα χαρτί, τη δίπλωσε στα τέσσερα κι έγραψε στο ένα τέταρτο:

Δικαιολογητικό
Βεβαιώνω με το παρόν ότι ο γιος μου Μποχούσλαβ Χονζάτκο δεν μπόρεσε σήμερα, λόγω πόνου στην κοιλιά, να παρακολουθήσει τα πρωινά μαθήματα, και παρακαλώ να του δικαιολογηθούν οι ώρες αυτές.
Βάτσλαβ Χονζάτκο.

Μέσα σε δύο χρόνια, ύστερα από μακρά εξάσκηση, ο Χονζάτκο είχε κατορθώσει να μιμείται τέλεια την υπογραφή του πατέρα του. Έκρυψε το δικαιολογητικό στο αναγνωστικό του για το απόγευμα, έκανε δεματάκι τα λάφυρα από το ντουλάπι με τα λινά, πήρε τα βιβλία παραμάσχαλα και έφυγε από το σπίτι, αφού άφησε στον θυρωρό το κλειδί της εξώπορτας για την Άννα.

Τα βιβλία τα άφησε δυο δρόμους παρακάτω, σ’ έναν μπακάλη, λέγοντάς του ότι θα περνούσε να τα πάρει όταν θα γύριζε από το σχολείο. Κράτησε μαζί του μόνο τη βοτανική, την οποία πήγε σε έναν παλαιοβιβλιοπώλη, για να έχει μερικά μετρητά για την εκστρατεία του στην οδό Πλάσκα.

Βρήκε εύκολα τη διεύθυνση από την αγγελία. Τον υποδέχτηκε ένα ηλικιωμένο ζευγάρι, που έδειχναν ασυνήθιστα ανήσυχοι. Όταν τους εξήγησε ότι ερχόταν για το χάμστερ, το οποίο σκόπευε να ανταλλάξει με τα εξής χρήσιμα αντικείμενα: ένα ζευγάρι γυναικεία βρακάκια, ένα νυχτικό μπούστο, ένα μαριανό τάλιρο και το βιβλίο Ο ηρωικός καπετάνιος Κορκοράν, τα πρόσωπά τους φωτίστηκαν.

Τον οδήγησαν παραμέσα και άρχισαν να του διηγούνται μια παράξενη ιστορία, από την οποία ο Χονζάτκο κατάλαβε ότι πριν από δεκατέσσερις μέρες είχε μετακομίσει κοντά τους ένας περίεργος κύριος με ένα χάμστερ. Ο κύριος αυτός δήλωνε ότι είχε εφεύρει ένα ειδικό παρασκεύασμα το οποίο, όταν χορηγείται στα τρωκτικά, εμποδίζει τη χειμερία νάρκη τους.

«Σκοπεύω», έλεγε ο κύριος εκείνος, «να το δοκιμάσω σ’ αυτό εδώ το χάμστερ. Αν κατορθώσω τώρα, που το ζώο πρέπει να πέσει σε χειμερία νάρκη, να το κρατήσω δραστήριο, αυτό θα έχει μακροπρόθεσμες συνέπειες, διότι τότε θα έχει λυθεί το πρόβλημα του πώς μπορούν να καταστούν τα χάμστερ ακίνδυνα. Αν δεν κοιμούνται, δεν θα ζουν και τόσο πολύ, ώστε δεν θα προλαβαίνουν την τρίτη συγκομιδή για να κλέβουν σιτάρι.»

«Ο κύριος αυτός», διηγήθηκε ο γέρος κύριος στον Χονζάτκο, «ήθελε να γράψει βιβλίο γι’ αυτό και έκανε πειράματα με το χάμστερ, το οποίο είχε σε ένα μεγάλο κιβώτιο. Του έβαζε το παρασκεύασμά του στο νερό της ποτίστρας και το χάμστερ ήταν πράγματι πολύ ζωηρό. Το παρασκεύασμα το είχε σε μια μπουκάλα κονιάκ. Μια φορά ήπια κατά λάθος από τη μπουκάλα και δεν μπόρεσα να κοιμηθώ πέντε νύχτες.

»Ύστερα ήρθαν και πήραν τον κύριο οι συγγενείς του. Έλεγαν ότι αυτό το πράγμα κρατάει εδώ και πέντε χρόνια και ότι ένας γιατρός είπε πως ίσως τον βοηθήσουν τα χιονόλουτρα. Έτσι τον πήραν και τον πήγαν κάπου στα βουνά και μας άφησαν εδώ το χάμστερ.»

«Είναι ένα πολύ χαριτωμένο ζωάκι, ασυνήθιστα τρυφερό», συνέχισε, σαν να διάβαζε από βιβλίο, όπως προφανώς είχε συνηθίσει από τόσες φορές που το πρόσφερε επίμονα παντού. «Θα σας δώσουμε και ένα παλιό τσουβάλι από πατάτες μαζί.»

Το ασυνήθιστα τρυφερό και χαριτωμένο ζωάκι σφύριζε και φρούμαζε τόσο τρομερά όταν του πέταξαν το τσουβάλι, ώστε ο ρομαντικός Χονζάτκο νόμισε πως βρισκόταν στη χώρα των θηρίων.

Όταν αργότερα περπατούσε στον δρόμο με το τσουβάλι, μέσα στο οποίο τιναζόταν αδιάκοπα το πάντα ζωηρό χάμστερ, φανταζόταν πως ήταν ο διάσημος δαμαστής τίγρεων Ραουάχου Μπαμπούρα από τη Βομβάη.

Ήταν ακόμη πολύ νωρίς για να μπορέσει να επιστρέψει στο σπίτι σαν να γύριζε από το σχολείο, γι’ αυτό κοίταξε να αγοράσει και μερικές προμήθειες για το χάμστερ. Στον πουλάρη τού αγόρασε σπόρους, με όλα τα χρήματα που είχε πάρει για τη φυσική ιστορία. Με εβδομήντα μόνο χέλερ, δεν ήταν πολλοί σπόροι. Ένα μικρό σακουλάκι.

Και τότε μόνο ένιωσε ο Χονζάτκο ότι αναλάμβανε σοβαρή υποχρέωση. Ίσως να μάθαινε στο χάμστερ να τρώει και κάτι άλλο· αυτούς τους σπόρους θα τους έτρωγε με τη μία.

Και ύστερα, καθώς πλησίαζε στο σπίτι, κάτι ακόμη τον ανησυχούσε. Κι αν τον πετούσαν έξω μαζί με το χάμστερ; Πώς θα εξηγούσε από πού το βρήκε; Τι ψέμα θα επινοούσε;

Ωστόσο, τα πράγματα πήγαν αρκετά ομαλά. Σώριασε ψέμα πάνω στο ψέμα.

Το χάμστερ που έφερε στο σπίτι ανήκε τάχα στο γυμνάσιο και προοριζόταν για τη συλλογή φυσικής ιστορίας. Ο καθηγητής της φυσικής ιστορίας, ο κύριος Μπερνάσεκ, είχε τάχα παρακαλέσει εκείνον, τον Χονζάτκο, να φυλάξει προσωρινά το χάμστερ στο σπίτι για τον χειμώνα, ώσπου να του φυτρώσει άλλο τρίχωμα και να πάρει χρώμα η γούνα του. Ύστερα θα το ταρίχευαν.

Όλα λοιπόν εντάξει. Μόνο που δεν πίστεψαν ότι τον είχε παρακαλέσει ο καθηγητής· σκέφτηκαν ότι είχε προσφερθεί εθελοντικά ο ίδιος.

Άδειασαν για το χάμστερ ένα κιβώτιο από τη σοφίτα, το έβαλαν στην είσοδο, και όλη η οικογένεια ζούσε με την εντύπωση ότι το παιδί τουλάχιστον θα κέρδιζε την εύνοια του καθηγητή — πράγμα που, αν πάρουμε υπόψη τη γνωστή του επιμέλεια, το είχε έτσι κι αλλιώς απόλυτη ανάγκη.

Μπορεί επίσης να ειπωθεί ότι το χάμστερ, ως ιδιοκτησία του σχολείου, απολάμβανε για μερικές ώρες κάποιο σεβασμό. Έπειτα όμως αποκαλύφθηκε ότι ανέδιδε μια παράξενη μυρωδιά.

Επειδή θα ερχόταν ο αρραβωνιαστικός, η Έμα έχυσε πάνω στο χάμστερ μισό μπουκαλάκι κολόνια βιολέτας, οπότε το χάμστερ αποσύρθηκε σεμνά στη γωνία του κιβωτίου, όπου άρχισε να μασουλάει ενοχλητικά και να γεμίζει τους σάκους στα μάγουλά του με τους σπόρους που του είχε ρίξει ο Χονζάτκο.

Μετά το φαγητό ο Χονζάτκο πήγε στο σχολείο, ο πατέρας στο γραφείο και η μητέρα με τους ευτυχείς αρραβωνιασμένους βγήκαν για να αγοράσουν κάτι. Η υπηρέτρια πήγε πάλι στον αγαπημένο της στο Κάρλιν.

Όταν η οικογένεια ξαναμαζεύτηκε, διαπίστωσε ότι το χάμστερ είχε βγει από το κιβώτιο και είχε βρει τόπο για την περαιτέρω διαμονή του στο διπλανό δωμάτιο.

Ο τόπος αυτός ήταν ο καναπές.

Πάνω από τον καναπέ κρεμόταν ένας πίνακας με ένα τοπίο. Πλούσια σταροχώραφα κυμάτιζαν στον πίνακα ως εκεί που έφτανε το μάτι, και το χάμστερ εγκαταστάθηκε κάτω από αυτή τη θεία ευλογία.

Εκτός από την επίσημη είσοδο στη φωλιά του μέσα στον καναπέ, είχε φτιάξει και δύο εξόδους κινδύνου, μία στο πλάι και μία που οδηγούσε κατευθείαν στην επιφάνεια του καναπέ. Διαπιστώθηκε επίσης ότι είχε μεταφέρει από το κιβώτιο όλους τους σπόρους στη νέα του φωλιά.

Μόλις κάποιος πλησίαζε λίγο περισσότερο τον καναπέ, ακουγόταν από μέσα ένα τρομερό φρούμαγμα. Κατάλαβαν ότι το χάμστερ δεν σκόπευε να εγκαταλείψει τόσο εύκολα την κατοικία του.

«Ωραίο τέρας μάς φόρτωσε το γυμνάσιο», είπε η κυρία Χονζάτκο.

Η Έμα είχε τη γνώμη ότι θα έδιωχναν το χάμστερ αν πλημμύριζαν τη φωλιά του. Η πρόταση απορρίφθηκε, διότι έτσι, λέει, θα χαλούσε ο βελούδινος καναπές. Λες και υπήρχε πια τίποτε να χαλάσει σ’ εκείνο το σαράβαλο, τρυπημένο απ’ όλες τις πλευρές, από τα βάθη του οποίου ακουγόταν αδιάκοπα φρούμαγμα.

Ο Χονζάτκο, πάνω στον οποίο έπεφταν στο μεταξύ όλες οι κατηγορίες, λες και είχε φτιάξει ο ίδιος φωλιά μέσα στον καναπέ, έφερε τον Βίο των ζώων, μήπως έγραφε εκεί τίποτε για το πώς διώχνονται τα χάμστερ από τους καναπέδες.

Τέτοια περίπτωση δεν ήταν γνωστή ούτε στον Μπρεμ.[4] Μόνο ο Χονζάτκο διάβασε μεγαλόφωνα από το βιβλίο ότι τα χάμστερ, όταν δέχονται επίθεση, αμύνονται γενναία.

Η Έμα και η μητέρα αποσύρθηκαν τότε στην κουζίνα, όπου συμβουλεύτηκαν την Άννα για τα περαιτέρω μέτρα. Η Άννα πρότεινε να καπνίσουν το χάμστερ. Να βουλώσουν τις εξόδους κινδύνου με χαρτί ποτισμένο με πετρέλαιο και να του βάλουν φωτιά.

Η παρανοϊκή αυτή ιδέα απορρίφθηκε και αποφασίστηκε να περιμένουν την άφιξη της κεφαλής της οικογένειας.

Ο κύριος Χονζάτκο αποδείχτηκε όμως εξίσου ακέφαλος. Κοίταξε για λίγο το χάμστερ, που κάθε τόσο ξεπρόβαλλε επιδεικτικά από τον καναπέ και φρούμαζε θρασύτατα, ύστερα έδωσε ένα σκαμπίλι στον γιο του, έβρισε χυδαία τους πάντες, ντύθηκε και έφυγε βιαστικά για ένα καπηλειό.

Εκεί, μετά το τέταρτο καρτούτσο, έπιασε συζήτηση με έναν άγνωστο κύριο:

«Να σας πω, ο γιος μου, δευτεροετής στο γυμνάσιο, μου έβαλε μέσα στον καναπέ…»

«Τα ξέρω αυτά», είπε ο συνομιλητής. «Οι κοριοί είναι μεγάλος μπελάς. Κάποιος τους φέρνει στο σχολείο…»

«Δεν εννοώ αυτό», τον διέκοψε ο κύριος Χονζάτκο. «Ο γιος μου μού έβαλε ένα χάμστερ στον καναπέ.»

«Μη μας δουλεύετε», είπε ο κύριος, ο οποίος προφανώς ήταν πολύ νευρικός και θεράπευε τη νευρικότητά του στο ήσυχο καπηλειό.

«Τι δεν σκαρφίζονται πια οι άνθρωποι σήμερα», μουρμούρισε απότομα. «Μήπως σας φαίνομαι τόσο χαζός;»

«Όχι, κύριε», είπε πρόθυμα ο κάπελας, νομίζοντας ότι η ερώτηση απευθυνόταν σ’ εκείνον.

Ο νευρικός κύριος πλήρωσε και έφυγε.

«Παράξενος άνθρωπος», σκέφτηκε ο κύριος Χονζάτκο. «Προσπαθώ να του εξηγήσω ειλικρινά πώς έχει το πράγμα με το χάμστερ και να τον ρωτήσω τη γνώμη του, κι ο τύπος προσβάλλεται.»

Ο κύριος Χονζάτκο βυθίστηκε στις σκέψεις του και, όταν έπινε το έκτο καρτούτσο, του φαινόταν πια απολύτως σαφές ότι τα χάμστερ, κατά την περίσταση, εγκαθίστανται στους καναπέδες ευυπόληπτων οικογενειών.

Γύρω στις εννιάμισι το βράδυ εξηγούσε σε μια παρέα ολόκληρο το περιστατικό με τόσο μπερδεμένο τρόπο, ώστε έβγαινε περίπου το συμπέρασμα πως το χάμστερ είχε εγκατασταθεί στον καναπέ του κατόπιν διαταγής του επαρχιακού σχολικού συμβουλίου.

Η περαιτέρω εξέλιξη των γεγονότων καλύπτεται κάπως από σκοτάδι. Θυμόταν αμυδρά ότι περπατούσε νύχτα στους δρόμους του Βίνοχραντι με κάποιον κύριο από εκείνη την παρέα, ο οποίος έλεγε ότι είχε κατάστημα με ζώα. Πράγματι, βρέθηκαν μπροστά σε κάποιο μαγαζί, το οποίο ο κύριος εκείνος άνοιξε.

Το βέβαιο ήταν ότι όταν ο κύριος Χονζάτκο ξύπνησε το πρωί, βρήκε πάνω στο κομοδίνο του ένα αρκετά μεγάλο κασόνι, μέσα από το οποίο ακουγόταν κάτι να σφυρίζει. Σιγά σιγά θυμήθηκε ότι είχε φέρει αυτό το κασόνι από εκείνο το μαγαζί, στην νυχτερινή του επίσκεψη.

Όταν το άνοιξε, τον κοίταξε ένα ζευγάρι λευκά ζωάκια με κόκκινα ματάκια.

«Χριστέ και Παναγία, τι διαβολάκια είναι αυτά;» αναστέναξε ο κύριος Χονζάτκο και άρχισε να σκέφτεται εντατικά.

Ναι, έτσι ήταν. Θυμόταν ότι στη συζήτηση που είχε ανοίξει για το χάμστερ στο καπηλειό, ο κύριος από τον οποίο τα είχε φέρει ορκιζόταν πως ο καλύτερος τρόπος για να διώξεις ένα χάμστερ ήταν με κουνάβια. Άρα αυτά ήταν κουνάβια. Αυτά, άλλωστε, δεν χρησιμοποιούνται εναντίον κάθε λογής βλαβερών ζώων των αγρών; Τα αφήνεις μέσα στην τρύπα και βγάζουν το ζώο στην επιφάνεια.

Αν λοιπόν τα έβαζε μέσα στον καναπέ, η υπόθεση με το χάμστερ θα λυνόταν.

Ανακοίνωσε την άποψή του στην οικογένεια. Προσεκτικά, μετά το πρωινό, άφησαν τα κουνάβια να μπουν στον καναπέ και περίμεναν το αποτέλεσμα.

Στην αρχή από το εσωτερικό του καναπέ ακούστηκαν φρουμάγματα και σφυρίγματα, ύστερα κάτι σαν μουρμούρισμα, αλλά φιλικό. Σε λίγο φάνηκαν τα κεφαλάκια των κουναβιών, για να εξαφανιστούν αμέσως, κι έπειτα ξεπρόβαλε το χάμστερ. Κοίταξε βλοσυρά την οικογένεια του κυρίου Χονζάτκο, φρούμαξε περιφρονητικά και ξανακρύφτηκε.

Ο νεαρός Χονζάτκο πλησίασε στο άνοιγμα και κοίταξε προσεκτικά μέσα.

«Τα κουνάβια», ανακοίνωσε το αποτέλεσμα της έρευνάς του, «γλείφουν το χάμστερ στο κεφάλι.»

Ήταν η θλιβερή αλήθεια. Είχαν γίνει φίλοι με το χάμστερ και τους άρεσε θαυμάσια η καινούργια τους φωλιά.

Στο μεταξύ ο Χονζάτκο έφερε τον Μπρεμ και, προς λύπη όλων, διάβασε ότι τα κουνάβια σε αιχμαλωσία πολλαπλασιάζονται πολύ γρήγορα. Υπήρχε όμως εκεί και μια ακόμη πολύ ενδιαφέρουσα πληροφορία. Ο μακαρίτης ο Μπρεμ πρέπει προφανώς να είχε πικρή πείρα με τα κουνάβια, διότι έγραφε ότι από προσωπική παρατήρηση είχε διαπιστώσει πως τα κουνάβια δεν αντέχουν τη μυρωδιά των ινδικών χοιριδίων.

Ο κύριος Χονζάτκο άρχισε να ντύνεται βιαστικά.

«Πού τρέχεις;» ρώτησε δειλά η κυρία Χονζάτκο.

«Για ινδικά χοιρίδια», απάντησε εκείνος με έμφαση, και η πόρτα έκλεισε πίσω του μ’ ένα θλιβερό, απελπισμένο τρίξιμο.

Τα ινδικά χοιρίδια που έφερε στο σπίτι έπειτα από μία ώρα, τρία τον αριθμό, ήταν εξαιρετικά δύσοσμα δείγματα, απολύτως σύμφωνα με την επιθυμία του κυρίου Χονζάτκο, ο οποίος είχε παρακαλέσει τον πουλάρη να του διαλέξει τα πιο βρομερά ζώα.

Στο μεταξύ είχε εμφανιστεί και ο αρραβωνιαστικός, ο οποίος αποδείχτηκε σωστή κότα. Δήλωσε ότι φοβόταν τα ινδικά χοιρίδια και δεν μπόρεσαν με τίποτα να τον πείσουν να τα χώσει από τη ροκανισμένη τρύπα μέσα στον καναπέ. Διαισθανόταν ότι ήθελαν να τον θυσιάσουν.

Τελικά πείστηκε και, λέγοντας «Θα με δαγκώσουν», έπιασε ένα ινδικό χοιρίδιο από το ψάθινο καλαθάκι. Και δεν έκανε λάθος. Εκείνο του δάγκωσε το χέρι.

Τότε όλοι έσπρωξαν προς το καλαθάκι το νεότερο μέλος της οικογένειας. Εκείνος αποδείχτηκε ήρωας. Ούρλιαζε βέβαια φρικτά όσο το έκανε, αλλά τελικά κατάφερε να χώσει όλα τα ινδικά χοιρίδια, που αντιστέκονταν με λύσσα, μέσα στον καναπέ.

Στο μεταξύ ο αρραβωνιαστικός κοιτούσε συμπονετικά τον κύριο Χονζάτκο και σκεφτόταν ότι μάλλον κάτι δεν πήγαινε καλά μαζί του, αφού καλλιεργούσε ένα τόσο παράξενο σπορ.

Δεν ξέρω αν τα ινδικά χοιρίδια έχουν το αίσθημα της μετάνοιας. Αν έχουν, τότε ασφαλώς μετάνιωσαν για το πόσο αγνώμονα φέρθηκαν στους ευεργέτες τους. Διότι στη νέα τους φωλιά ήταν  όλα πολύ βολικά. Μια ωραία, πολύχρωμη, καθώς πρέπει παρέα· κι έπειτα, όπου κι αν κοίταζες, παντού γύρω υπήρχε άφθονο θαλασσόχορτο, με το οποίο ήταν παραγεμισμένα τα πλαϊνά του καναπέ.

Είναι γνωστό ότι τα ινδικά χοιρίδια τρώνε τα πάντα. Είχα κι εγώ κάποτε ένα ινδικό χοιρίδιο το οποίο, στη διήμερη απουσία μου, έφαγε ένα άλμπουμ με φωτογραφίες και μετέτρεψε όλα τα αγαπημένα πρόσωπα των συγγενών μου σε σωρούς από μαύρα σφαιρίδια.

Αποδείχτηκε επίσης ότι ο Μπρεμ είχε πέσει πολύ έξω, τουλάχιστον στην περίπτωση του καναπέ της οικογένειας Χονζάτκο. Τα κουνάβια άντεξαν πολύ καλά τη μυρωδιά των ινδικών χοιριδίων και δεν εγκατέλειψαν το καταφύγιό τους.

Το χάμστερ τα ζέσταινε με αυταπάρνηση, τα ινδικά χοιρίδια κουρνιάσανε κοντά στα κουνάβια, και στο εσωτερικό του καναπέ βασίλευε ανάμεσα στα ζώα αληθινή παραδείσια ομόνοια.

Γι’ αυτό συγκλήθηκε μεγάλο οικογενειακό συμβούλιο.

Ο αρραβωνιαστικός μπλέχτηκε κι αυτός στην υπόθεση και, παρασυρμένος από τη ζωολογική πλημμύρα, δεν μπόρεσε να κρατήσει στάση ουδετερότητας και άρχισε να μιλά για σκαντζόχοιρο. Μιλούσε μάλιστα αρκετά λογικά: ο σκαντζόχοιρος έχει αγκάθια που τρυπούν. Αν λοιπόν βάλουν έναν σκαντζόχοιρο μέσα στον καναπέ, θα τους τρυπήσει όλους και θα τους αναγκάσει να βγουν έξω· διότι σίγουρα, αφού ήταν πια τόσο ωραία μαζεμένοι όλοι μαζί, θα τους ερχόταν η ιδέα να ζεστάνουν και τον σκαντζόχοιρο, και τότε θα έκαναν φρικτό λάθος.

Προσφέρθηκε μάλιστα να πάει να αγοράσει έναν σκαντζόχοιρο.

«Αγοράστε καλύτερα δύο αμέσως, κύριε Κρατοχβίλ», είπε ανήσυχα η κυρία Χονζάτκο.

Ο κύριος Κρατοχβίλ απομακρύνθηκε, μουρμουρίζοντας ακόμη καθώς έβγαινε ότι ένας τέτοιος σκαντζόχοιρος τρώει κατσαρίδες.

Οι σκαντζόχοιροι με τους οποίους επέστρεψε και με τους οποίους συμπληρώθηκε ο πληθυσμός του ευτυχισμένου σπιτικού ήταν μελαγχολικοί τύποι. Όταν τους ξετύλιξε στο πάτωμα, εκείνοι τεντώθηκαν, έβγαλαν από τα αγκάθια το μουσουδάκι τους, κοίταξαν λυπημένα γύρω τους, έβγαλαν ένα «τλ, τλ» και κύλησαν πάλι σε αγκαθωτή μπάλα.

Ο κύριος Κρατοχβίλ, φορώντας γάντια, έσπρωξε τις δύο αυτές μπάλες μέσα στον καναπέ.

Από μέσα ακούστηκε θυμωμένο φρούμαγμα και τσίριγμα. Πάνω από το άνοιγμα φάνηκε το κεφάλι του αναστατωμένου χάμστερ, σαν να ήθελε να ρωτήσει τι πράγματα είναι αυτά, και σε λίγο εξαφανίστηκε πάλι στο εσωτερικό, όπου στο μεταξύ οι σκαντζόχοιροι είχαν χωθεί στον πάτο του καναπέ, χωρίς να δίνουν σημασία ούτε στα κουνάβια ούτε στο χάμστερ ούτε στα ινδικά χοιρίδια.

Και πάλι επικράτησε ησυχία μέσα στον καναπέ. Ο ζωολογικός κήπος της οικογένειας Χονζάτκο έπεσε σε υγιή ύπνο.

Καθώς κανένα ζώο δεν έβγαινε από τον καναπέ, αποφασίστηκε να αναβληθεί ο γάμος για μερικές μέρες.

Ο κύριος Κρατοχβίλ είδε τότε στον ύπνο του ότι επιχείρησε να διώξει τους σκαντζόχοιρους από το διαμέρισμα  με ραβδωτές ύαινες, τις ραβδωτές ύαινες με ιαγουάρους, και όλο το όνειρο κατέληγε σε μια φρικτή εικόνα με ροκανισμένα κόκαλα στην κουζίνα των Χονζάτκο, τα κόκαλα της πεθεράς και του πεθερού του.

Στο μεταξύ ο κύριος Χονζάτκο δεν έμεινε άπραγος. Η διεύθυνση του γυμνασίου, στο οποίο ο γιος του δεν διακρινόταν καθόλου, έλαβε από αυτόν μια επιστολή που ο κύριος διευθυντής δεν κατάλαβε καθόλου:

Προς την ενδοξοτάτη διεύθυνση του γυμνασίου της οδού Γίροβτσοβα.

Ο υπογεγραμμένος παρακαλεί ευσεβάστως το ένδοξον γυμνάσιον, δεδομένων των μεταβληθεισών οικογενειακών συνθηκών, να προβεί αμελλητί εις τας απαιτουμένας ενεργείας ώστε το χάμστερ, το οποίο φυλάσσεται εις την οικίαν του υπογεγραμμένου, να παραληφθεί και να ταριχευθεί.

Μετά πάσης τιμής,
Βάτσλαβ Χονζάτκο, ταμίας,
Ζίζκοβ, Ορεμπίτσκα 5.

Ο κύριος διευθυντής κάλεσε τον νεαρό Χονζάτκο και τον ρώτησε με ενδιαφέρον αν ο πατέρας του γράφει συχνά τέτοιες επιστολές. Ο Χονζάτκο απάντησε ότι δεν ήξερε.

Κατόπιν ο κύριος διευθυντής τον ρώτησε ακόμη αν ο πατέρας του είχε βρεθεί ποτέ σε κάποιο ίδρυμα ή σανατόριο. Ο Χονζάτκο, για να μη λέει συνέχεια όχι, αυτή τη φορά, για αλλαγή, έγνεψε καταφατικά.

«Πρέπει να τον καθησυχάσουμε και να τον ηρεμήσουμε», σκέφτηκε ο διευθυντής.

Κι έτσι ο κύριος Χονζάτκο έλαβε την εξής επιστολή:

Εν σχέσει προς την επιστολήν σας, είμεθα υποχρεωμένοι να σας γνωστοποιήσωμεν μετά μεγάλης λύπης ότι η διεύθυνσις του γυμνασίου δεν ενδιαφέρεται διά την ταρίχευσιν.

Η διεύθυνσις του ιδρύματος.

Αφού έλαβε αυτή την επιστολή, ο κύριος Χονζάτκο πήγε ταραγμένος στον μπόγια, στο Βίσεχραντ, όπου του είπαν ότι δεν είναι δυνατόν να θανατώνονται ζώα σε ιδιωτικά διαμερίσματα με επίσημη διαδικασία, αλλά πρέπει να μεταφερθούν στον σταθμό καραντίνας.

Στο μεταξύ ο νεαρός Χονζάτκο πούλησε τον γεωγραφικό του άτλαντα και με τα χρήματα αγόρασε σπόρους, τους οποίους έριξε όλους μέσα στον καναπέ, για να μη μείνουν τα ζώα πεινασμένα.

Κι έτσι πέρασαν δεκατέσσερις μέρες.

Στην Πράγα παρουσιάστηκε έλλειψη τροφίμων.[5]

Κάτω, στο ισόγειο, ζούσε ο θυρωρός, γενναίος άνθρωπος, αποφασισμένος για όλα. Ήρθε εξοπλισμένος με ένα τσεκουράκι. Του έδειξαν σιωπηλά τον καναπέ και έκλεισαν την πόρτα του δωματίου.

Ακούστηκαν χτυπήματα στον καναπέ, σφυρίγματα, φρουμάγματα, μουγκρητά.

Σε μισή ώρα όλα είχαν τελειώσει.

Την επόμενη μέρα γιορτάστηκε ο γάμος, και το πολεμικό γαμήλιο τραπέζι στο σπίτι των Χονζάτκο είχε το εξής μενού:

Σούπα από κουνάβια.
Κουνάβια βραστά με ξιδάτο χρένο.
Ψητό χάμστερ με πατάτες.
Ινδικά χοιρίδια με κύμινο.
Πατέ από σκαντζόχοιρους.

Και ο νεαρός Χονζάτκο, στον οποίο χρωστούσαν όλη αυτή την αφθονία, καθόταν ταπεινά στο τραπέζι, παραγνωρισμένος στους μεγάλους εκείνους καιρούς, και με δάκρυα στα μάτια ξεκοκάλιζε το ψητό κεφαλάκι του άτυχου χάμστερ του.

 

[1] Ο μαθητής λέγεται Μποχούσλαβ Χονζάτκο, το Μποχούσεκ είναι χαϊδευτικό.

[2] ασημένιο τάλιρο με παράσταση της Παναγίας.

 

[3] Πρόκειται για την τσέχικη μετάφραση του γαλλικού περιπετειώδους νεανικού μυθιστορήματος Aventures merveilleuses mais authentiques du capitaine Corcoran (Οι θαυμαστές αλλά αληθινές περιπέτειες του καπετάνιου Κορκοράν) του Alfred Assolant (1867)

[4] Το εξάτομο βιβλίο του Alfred Brehm «Ο βίος των ζώων» εκδόθηκε τον 19ο αιώνα στα γερμανικά και ήταν ένα από τα πιο πολυδιαβασμένα εγκυκλοπαιδικά βιβλία της εποχής του. Ο Χάσεκ το αναφέρει σε πολλά έργα του.

[5] Το διήγημα, θυμίζω, γράφεται μέσα στον πρώτο πόλεμο.

 

Posted in Διηγήματα, Μεταφραστικά, Τεχνητή νοημοσύνη, Χιουμοριστικά, ζώα | Με ετικέτα: , , , , , | 137 Σχόλια »

Τεταρτοϊουλιάτικα μεζεδάκια

Posted by sarant στο 4 Ιουλίου, 2026

Και όπως ξέρει όποιος γεννήθηκε στις 4 Ιουλίου, πρόκειται για την επέτειο της ίδρυσης των Ηνωμένων Πολιτειών στις 4 Ιουλίου 1776 -και με μια απλή αφαίρεση βλέπουμε πως φέτος συμπληρώνονται 250 χρόνια, πρόσβαρο νούμερο, που έτυχε ενώ στη χώρα προεδρεύει ένα ακόμα μεγαλύτερο νούμερο. Βέβαια όλοι ίδιοι είναι, αλλά μερικοί είναι πιο ίδιοι από τους άλλους.

Τα λέω «τεταρτοϊουλιάτικα» και όχι το ομαλότερο «τεταρτοϊουλιανά», διότι αυτόν τον τίτλο τον έβαλα το 2020. Τότε είχα γράψει:

Λέξη «τεταρταυγουστιανός» υπάρχει στη γλώσσα μας εξαιτίας της δικτατορίας της 4ης Αυγούστου και του καθεστώτος που εγκαθίδρυσε. Δεν είχαν άλλοι μήνες την αμφίβολη τιμή ανάλογης διάκρισης κι έτσι λέξη «τεταρτοϊουλιανός» δεν γκουγκλίζεται παρόλο που η 4η Ιουλίου είναι εθνική εορτή στην τέως κοσμοκράτειρα χώρα. Δεν γκουγκλίζεται ακόμα, δηλαδή, αφού χάρη στον τίτλο του σημερινού μας άρθρου προστίθεται μια ψηφίδα ακόμα στο λεξιλόγιο της υπερτρισχιλιετούς μας, καθώς βαδίζουμε σταθερά προς τον στόχο των 5 εκατομμυρίων λέξεων, ίνα πληρωθεί το ρηθέν και τρώμε όλοι με χρυσά κουτάλια.

Άλλη μια ψηφίδα σήμερα, ακόμα πιο χρυσά κουτάλια.

ImageΚαι ξεκινάμε με κάτι που αλίευσε φίλος σε (ηλ)αφισάκι που κυκλοφόρησε η ΕΜΥ για τον καύσωνα. Το αφισάκι, φτιαγμένο από ΑΙ μάλλον, έχει 8 ενότητες, μία από τις οποίες φαίνεται εδώ.

Τελειώνει: … τα κλιματικά υπόβαθρα έχει ήδη θερμανθεί.

Σχολιάζει ο φίλος που, θα το καταλάβατε, είναι φιλόλογος:

Στο τελος του 6 υπαρχει η λεγομενη αττικη συνταξη. Ισως απο λαθος κατα τη μεταφραση, ισως απο απροσεξια. Οπως και να ΄χει, εμεις χαιρομαστε…για την επιβιωση του συντακτικου φαινομενου.

Τα παιδία παίζει άλλωστε.

* Σε άρθρο για το μπάσκετ, διαβάζω:

Έτσι ο Ράιτ στο νέο ξεκίνημα της καριέρας του πέτυχε με ένα σμπάρο δύο τριγώνια….

Τρυγόνια βέβαια, αν και θα μπορούσε το Τσατ ή κάποιος σκιτσογράφος να φτιάξει ένα τριγωνικό πουλί και να το πει τριγώνι.

Θυμάμαι ότι ο παππούς μου, στην πρώτη επέτειο του γάμου του έκανε γλέντι και στη χειρόγραφη πρόσκληση έγραφε: Δυο (ισοσκελή) τριγωνάκια…

* Κι ένα τουριστικό, που έστειλε φίλος που διακοπεύει στην Κρήτη, έξω από ταβέρνα της οποίας υπάρχει η ταμπέλα:

Image

Greek cousin είναι βεβαίως ο Έλληνας ξάδερφος, όχι η ελληνική κουζίνα. (Είχε κάνει μια σχετική γκάφα ο Άδωνης μιλώντας αγγλικά).

Ο φίλος που το στέλνει σχολιάζει:

Ο πατέρας μου το ζην, ο δάσκαλος το ευ ζην, και ο ξάδερφος το ευ κουζήν

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Κινηματογράφος, Μαργαριτάρια, Μεταφραστικά, Μεζεδάκια, Τεχνητή νοημοσύνη | Με ετικέτα: , , , , | 93 Σχόλια »

 
Σχεδίασε έναν Ιστότοπο όπως αυτός με το WordPress.com
Ξεκινήστε