Στην πρόσφατη ψηφοφορία που κάναμε για τα καλύτερα μυθιστορήματα όλων των εποχών μία από τις 30 επιλογές μου ήταν και Ο καλός στρατιώτης Σβέικ του Γιαροσλάβ Χάσεκ. Δεν το ψήφισα μόνο εγώ -πήρε 15 ψήφους και ισοβάθμησε στην 64η θέση.
Έχω ξαναγράψει ότι τον Σβέικ τον αγαπούσαμε οικογενειακώς στο σπίτι -«ο Όμηρος της σάτιρας», έλεγε ο παππούς μου και είναι περίεργο που τόσα χρόνια δεν έχω γράψει κάτι στο ιστολόγιο για το έξοχο αυτό βιβλίο. Πριν από καιρό, δημοσίευσα εδώ μια παλιά μου μετάφραση, το Μανιφέστο του Κόμματος της Μετριοπαθούς Προόδου εντός των Ορίων του Νόμου, ένα τρολοκόμμα (θα λέγαμε σήμερα) που είχαν ιδρύσει το 1910 στην Πράγα (τότε στην Αυστροουγγαρία) κάτι πλακατζήδες αναρχικοί, ανάμεσά τους κι ο Χάσεκ. Φυσικά το είχα μεταφράσει από τα αγγλικά.
Ο Χάσεκ όμως μετά που πήγε στον Μεγάλο Πόλεμο έγινε κομμουνιστής και κομισάριος του Κόκκινου Στρατού και όταν γύρισε στην Τσεχοσλοβακία έγραψε τα Μυστικά της παραμονής μου στη Ρωσία, που το εξέδωσε η Σύγχρονη Εποχή πριν από καμιά σαρανταριά χρόνια, σε μετάφραση του Λυσίμαχου Παπαδόπουλου από τα τσέχικα και δική μου θεώρηση της μετάφρασης. Το βιβλίο είναι εξαντλημένο πια, και περιέργως εδώ κι εκεί βλέπω να αναφέρομαι εγώ ως μεταφραστής. Εκείνη τη θεώρηση την έκανα χωρίς να ξέρω τσέχικα· τα ελληνικά επιμελήθηκα, αν και σε καμιά δεκαριά σημεία που κάτι δεν μου πήγαινε καλά συμβουλεύτηκα έναν τσεχομαθή φίλο, που ήμασταν μαζί φαντάροι.
Τις προάλλες, καθώς ξαναθυμήθηκα τον Χάσεκ εξαιτίας της ψηφοφορίας, κοίταξα στη Βικιθήκη αν υπάρχουν έργα του. Στα αγγλικά είχε μόνο τον Σβέικ και ένα άρθρο, αλλά στην τσέχικη Βικιθήκη είχε πολλά διηγήματα. Άλλωστε ο Χάσεκ έγραψε κάπου 1500 διηγήματα, μερικά από τα οποία έχουν κυκλοφορήσει και στα ελληνικά σε μικρές συλλογές κυρίως στη δεκ. του 1980. Από τον τσέχικο κατάλογο διάλεξα το πρώτο, που είχε τίτλο Aféra s křečkem, επειδή καταλάβαινα την πρωτη λέξη, affaire στα γαλλικά, υπόθεση.
Έδωσα τον τίτλο στο Google translate και μου έδωσε The Hamster Affair, παναπεί Η υπόθεση με το χάμστερ. Επειδή όταν ήμουν μαθητής γύρω στα έντεκα είχα ένα χαμστεράκι, συγκινήθηκα και έδωσα όλο το κείμενο στο ChatGPT να το μεταφράσει. Μου άρεσε το διήγημα, αν και δεν είμαι αμερόληπτος: ο Χάσεκ μου αρέσει. Και αφού μου άρεσε, είπα να το δημοσιεύσω εδώ να το δείτε κι εσείς.
Βέβαια, τέτοιο εγχείρημα είναι παράτολμο, διότι ο ένας θα πει «Στο διάολο η ΑΙ», άλλος θα σκεφτεί ότι και τον Χάμετ ή τον Μπαλζάκ (έχω έτοιμη μια μετάφραση για έκδοση) έτσι τον μεταφράζω -αλλά ας πούνε. Αφού δεν ξέρω τσέχικα και δεν μπορώ να βάλω κάποιον να το μεταφράσει ειδικά για μένα, έβαλα το μηχανάκι. Επίσης φοράω γυαλιά.
Έχω κάνει όχι λίγες αλλαγές στο κείμενο που έδωσε το μηχανάκι, κάποιες αφού το ξαναρώτησα τι εννοεί. Κράτησα την επιλογή του για το φρουμάζω και το φρούμαγμα, αν και σκέφτηκα να βάλω ρουθουνίζω και ρουθούνισμα. Επίσης για τον πουλάρη, τον μαγαζάτορα που πουλάει πουλιά και άλλα κατοικίδια ζώα. Σήμερα λέμε πετ σοπ, αλλά όχι τότε. Υπάρχει ίσως ένα θέμα με τα ζώα που παρελαύνουν στο διήγημα, αλλά δεν θέλω να πω περισσότερα για να μην σποϊλάρω.
Τον τίτλο τον άλλαξα, από «η υπόθεση» σε «η ιστορία» μεταξύ άλλων ως φόρο τιμής στον Μαρκ Τουέν και στην Ιστορία με το κριάρι.
Έβαλα και μερικές υποσημειώσεις, όπως το συνηθίζω.
Οπότε, ιδού η ιστορία με το χάμστερ:
Η ιστορία με το χάμστερ
Στην πρωινή έκδοση της εφημερίδας δημοσιεύτηκε η εξής αγγελία. Δεν ήταν μεγάλη, αλλά έβγαζε έναν τόνο σχεδόν απελπισίας:
Πωλείται επειγόντως ζωντανό χάμστερ ή ανταλλάσσεται με οτιδήποτε.
Πράγα ΙΙΙ, οδός Πλάσκα,
δεύτερος όροφος,
τέταρτη πόρτα αριστερά.
Οι αναγνώστες προσπερνούσαν την αγγελία αδιάφορα. Μόνο ο Χονζάτκο, μαθητής της δευτέρας γυμνασίου, δεν μπορούσε να πάρει τα μάτια του από πάνω της. Εκείνη τη μέρα είχε μάθημα στις εννιά.
Ήταν μόνος στο σπίτι. Ο πατέρας του είχε φύγει για το γραφείο. Η μητέρα του είχε πάει με την αδελφή του την Έμα να κανονίσουν κάτι τελευταίες δουλειές για τον γάμο, γιατί η Έμα παντρευόταν μεθαύριο.
Η υπηρέτρια εκμεταλλεύτηκε την ευκαιρία και πετάχτηκε να δει τον αγαπημένο της, κάπου σ’ ένα κλειδαράδικο στο Κάρλιν. Είπε στον Χονζάτκο να μην ξεχάσει να κλειδώσει καλά την εξώπορτα και να αφήσει το κλειδί στον θυρωρό.
Τον είπε μάλιστα «Μποχούσεκ»[1] και του χάιδεψε τα μαλλιά. Οι δυο τους τα πήγαιναν πολύ καλά, γιατί ήταν τα πιο κατατρεγμένα πλάσματα του σπιτιού. Αν κάποια μέρα δεν είχε μπλεξίματα η Άννα, θα είχε σίγουρα ο Μποχούσεκ, και το αντίστροφο. Γι’ αυτό και υποστήριζαν ο ένας τον άλλο.
— Και τι να πω, Άννα, αν γυρίσει η μαμά νωρίτερα;
— Πες πως ήρθε η θεία μου από το Μοντζίτσε.
«Καλά», είπε σοβαρά ο Χονζάτκο και ανέλαβε την εξουσία στο διαμέρισμα.
Ξάπλωσε στην κουνιστή πολυθρόνα και διάβαζε την εφημερίδα, ώσπου έφτασε στην αγγελία για το χάμστερ. Τα μάτια του Χονζάτκο έλαμψαν. Όπως όλοι οι μαθητές της δευτέρας γυμνασίου, είχε φύση υπερβολικά ρομαντική για να μη συγκινηθεί από ένα ζωντανό χάμστερ.
Από καιρό λαχταρούσε να έχει κάποιο ζώο στο σπίτι. Ονειρευόταν μεγάλες εκστρατείες στην Ινδία για νεαρές τίγρεις. Ονειρευόταν ένα μεγάλο βερβερικό λιοντάρι, που δεν θα υπάκουε σε κανέναν άλλον παρά μόνο σ’ εκείνον, θα κοιμόταν στο κρεβάτι της αδελφής του — έτσι κι αλλιώς τώρα θα έμενε άδειο, αφού η κυρία θα παντρευόταν — και με δικό του πρόσταγμα θα καταβρόχθιζε τον καθηγητή της τάξης, μαζί με το βαθμολόγιό του.
Καμιά φορά ονειρευόταν επίσης πως είχε φέρει στο σπίτι έναν εξημερωμένο θαλάσσιο ίππο, που τον κρατούσε μέσα στη σκάφη, κι έτσι δεν θα ερχόταν ποτέ η μέρα της μπουγάδας, με τα δύο φριχτά της παρεπόμενα στο τραπέζι: τη σούπα με καβουρδισμένο αγριοκύμινο και τον καβουρδιστό σιμιγδαλένιο χυλό.
Άλλοτε πάλι ονειρευόταν πως είχε έναν εξημερωμένο νεαρό ελέφαντα στην αποθήκη τους, κι εκείνος ο ελέφαντας θα έκανε διάφορες δουλειές του σπιτιού που ως τότε ήταν υποχρεωμένος να τις κάνει ο ίδιος: να πηγαίνει να αγοράζει εφημερίδες ή καπνό για τον πατέρα του, ή παρτιτούρες και χαρτί αλληλογραφίας για την αδερφή του — τότε που ακόμη αλληλογραφούσε με υποψήφιους μνηστήρες.
Τώρα λοιπόν τα ιδανικά του πραγματοποιούνταν. Βέβαια, είχε κάπως ξεπέσει το πράγμα, από τίγρη σε χάμστερ, αλλά ένα ήταν βέβαιο: αυτό το χάμστερ θα το αποκτούσε.
Μήπως δεν υπήρχαν στο σπίτι τους αρκετά πράγματα που θα μπορούσαν να ανταλλαγούν με ένα χάμστερ; Δεν είχε η αδελφή του στο ντουλάπι με τα λινά μια απολύτως αξιοπρεπή προίκα, όμορφα μετρημένη μόλις χθες και όμορφα δεμένη με γαλάζιες μεταξωτές κορδέλες; Κι αν από κάθε δεματάκι τραβούσε κανείς ένα κομμάτι και τα ξανάβαζε όλα στη θέση τους, ποιος θα το καταλάβαινε; Μήπως εκείνη η στρίγγλα —η Έμα— θα τα φορούσε όλα μαζί;
Και δεν είχε ο πατέρας του στο γραφείο του μια ωραία συλλογή παλιών νομισμάτων; Δεν υπήρχε γενικά τόση θεία ευλογία μέσα στο διαμέρισμα, ώστε να μπορεί κανείς να την ανταλλάξει όχι με ένα, αλλά με τριακόσια χάμστερ;
Ο Χονζάτκο πέρασε στη δράση.
Πρώτα απ’ όλα έπρεπε να φτάσει στο ντουλάπι με την προίκα. Αυτό ήταν κάπως περίπλοκο, αλλά ο Χονζάτκο ήξερε απ’ έξω, χωρίς καμία βοήθεια μνημοτεχνικής, πού ήταν κρυμμένο το κλειδί του ντουλαπιού.
Πρώτα, στην κουζίνα, μέσα στο μεταλλικό κουτί του ψωμιού, βρήκε το κλειδάκι ενός μικρού ντουλαπιού διακοσμημένου με πέτρα του Κάρλοβι Βάρι. Το ντουλαπάκι αυτό βρισκόταν στο δωμάτιο, πάνω στην ντουλάπα κοντά στην πόρτα. Όταν ο Χονζάτκο το άνοιξε, βρήκε μέσα το κλειδί της δεύτερης ντουλάπας που ήταν στην κρεβατοκάμαρα. Εκεί, αριστερά, κάτω από τα λευκά γάντια, βρισκόταν επιτέλους το κλειδί του ντουλαπιού με την προίκα.
Ο Χονζάτκο τράβηξε από μια στοίβα δύο ζευγάρια χαριτωμένα γυναικεία βρακάκια, έπειτα από άλλο δέμα ένα νυχτικό μπούστο, και τα ξανάβαλε όλα σε τάξη. Έβαλε πάλι το κλειδί στη θέση του και, με ασυνήθιστη σιγουριά, ενισχυμένη από τη δοκιμασμένη πρακτική της εποχής πριν από τα Χριστούγεννα, που πήγαινε στο ντουλάπι με τα λινά για χουρμάδες και γλυκά, ολοκλήρωσε την εκστρατεία του στην κουζίνα, βάζοντας το κλειδάκι του μικρού ντουλαπιού πίσω στο κουτί του ψωμιού.
Ύστερα διέρρηξε το γραφείο του πατέρα του.
Αυτό ήταν πιο εύκολη δουλειά, διότι ο πατέρας του, με μεγάλη ελαφρότητα —όπως σκέφτηκε ο Χονζάτκο— έκρυβε το κλειδί του γραφείου ακριβώς πάνω στο γραφείο, κάτω από ένα παλιό ρολόι με αλαβάστρινες κολόνες. Έτσι έφτασε άνετα στη συλλογή παλιών νομισμάτων του πατέρα του και πήρε από εκεί ένα μεγάλο μαριανό τάλιρο,[2] από τα πολλά που υπήρχαν, και αρκέστηκε σ’ αυτό.
Κλείδωσε το γραφείο, έβαλε το κλειδί πάλι στη θέση του κι άρχισε να διαλέγει από τα περιπετειώδη του βιβλία τι θα μπορούσε να προσθέσει κι ο ίδιος, από τα δικά του υπάρχοντα, στα ανταλλάγματα για το χάμστερ, ώστε να επωμιστεί κι αυτός μέρος των εξόδων που συνεπαγόταν αυτή η ωραία επιχείρηση.
Διάλεξε το βιβλίο Ο ηρωικός καπετάνιος Κορκοράν. Ήταν το πιο καλοδιατηρημένο από τα βιβλία του, αφού του έλειπαν μόνο είκοσι τέσσερις σελίδες.[3]
Κατόπιν κάθισε στο γραφείο, πήρε μια κόλλα χαρτί, τη δίπλωσε στα τέσσερα κι έγραψε στο ένα τέταρτο:
Δικαιολογητικό
Βεβαιώνω με το παρόν ότι ο γιος μου Μποχούσλαβ Χονζάτκο δεν μπόρεσε σήμερα, λόγω πόνου στην κοιλιά, να παρακολουθήσει τα πρωινά μαθήματα, και παρακαλώ να του δικαιολογηθούν οι ώρες αυτές.
Βάτσλαβ Χονζάτκο.
Μέσα σε δύο χρόνια, ύστερα από μακρά εξάσκηση, ο Χονζάτκο είχε κατορθώσει να μιμείται τέλεια την υπογραφή του πατέρα του. Έκρυψε το δικαιολογητικό στο αναγνωστικό του για το απόγευμα, έκανε δεματάκι τα λάφυρα από το ντουλάπι με τα λινά, πήρε τα βιβλία παραμάσχαλα και έφυγε από το σπίτι, αφού άφησε στον θυρωρό το κλειδί της εξώπορτας για την Άννα.
Τα βιβλία τα άφησε δυο δρόμους παρακάτω, σ’ έναν μπακάλη, λέγοντάς του ότι θα περνούσε να τα πάρει όταν θα γύριζε από το σχολείο. Κράτησε μαζί του μόνο τη βοτανική, την οποία πήγε σε έναν παλαιοβιβλιοπώλη, για να έχει μερικά μετρητά για την εκστρατεία του στην οδό Πλάσκα.
Βρήκε εύκολα τη διεύθυνση από την αγγελία. Τον υποδέχτηκε ένα ηλικιωμένο ζευγάρι, που έδειχναν ασυνήθιστα ανήσυχοι. Όταν τους εξήγησε ότι ερχόταν για το χάμστερ, το οποίο σκόπευε να ανταλλάξει με τα εξής χρήσιμα αντικείμενα: ένα ζευγάρι γυναικεία βρακάκια, ένα νυχτικό μπούστο, ένα μαριανό τάλιρο και το βιβλίο Ο ηρωικός καπετάνιος Κορκοράν, τα πρόσωπά τους φωτίστηκαν.
Τον οδήγησαν παραμέσα και άρχισαν να του διηγούνται μια παράξενη ιστορία, από την οποία ο Χονζάτκο κατάλαβε ότι πριν από δεκατέσσερις μέρες είχε μετακομίσει κοντά τους ένας περίεργος κύριος με ένα χάμστερ. Ο κύριος αυτός δήλωνε ότι είχε εφεύρει ένα ειδικό παρασκεύασμα το οποίο, όταν χορηγείται στα τρωκτικά, εμποδίζει τη χειμερία νάρκη τους.
«Σκοπεύω», έλεγε ο κύριος εκείνος, «να το δοκιμάσω σ’ αυτό εδώ το χάμστερ. Αν κατορθώσω τώρα, που το ζώο πρέπει να πέσει σε χειμερία νάρκη, να το κρατήσω δραστήριο, αυτό θα έχει μακροπρόθεσμες συνέπειες, διότι τότε θα έχει λυθεί το πρόβλημα του πώς μπορούν να καταστούν τα χάμστερ ακίνδυνα. Αν δεν κοιμούνται, δεν θα ζουν και τόσο πολύ, ώστε δεν θα προλαβαίνουν την τρίτη συγκομιδή για να κλέβουν σιτάρι.»
«Ο κύριος αυτός», διηγήθηκε ο γέρος κύριος στον Χονζάτκο, «ήθελε να γράψει βιβλίο γι’ αυτό και έκανε πειράματα με το χάμστερ, το οποίο είχε σε ένα μεγάλο κιβώτιο. Του έβαζε το παρασκεύασμά του στο νερό της ποτίστρας και το χάμστερ ήταν πράγματι πολύ ζωηρό. Το παρασκεύασμα το είχε σε μια μπουκάλα κονιάκ. Μια φορά ήπια κατά λάθος από τη μπουκάλα και δεν μπόρεσα να κοιμηθώ πέντε νύχτες.
»Ύστερα ήρθαν και πήραν τον κύριο οι συγγενείς του. Έλεγαν ότι αυτό το πράγμα κρατάει εδώ και πέντε χρόνια και ότι ένας γιατρός είπε πως ίσως τον βοηθήσουν τα χιονόλουτρα. Έτσι τον πήραν και τον πήγαν κάπου στα βουνά και μας άφησαν εδώ το χάμστερ.»
«Είναι ένα πολύ χαριτωμένο ζωάκι, ασυνήθιστα τρυφερό», συνέχισε, σαν να διάβαζε από βιβλίο, όπως προφανώς είχε συνηθίσει από τόσες φορές που το πρόσφερε επίμονα παντού. «Θα σας δώσουμε και ένα παλιό τσουβάλι από πατάτες μαζί.»
Το ασυνήθιστα τρυφερό και χαριτωμένο ζωάκι σφύριζε και φρούμαζε τόσο τρομερά όταν του πέταξαν το τσουβάλι, ώστε ο ρομαντικός Χονζάτκο νόμισε πως βρισκόταν στη χώρα των θηρίων.
Όταν αργότερα περπατούσε στον δρόμο με το τσουβάλι, μέσα στο οποίο τιναζόταν αδιάκοπα το πάντα ζωηρό χάμστερ, φανταζόταν πως ήταν ο διάσημος δαμαστής τίγρεων Ραουάχου Μπαμπούρα από τη Βομβάη.
Ήταν ακόμη πολύ νωρίς για να μπορέσει να επιστρέψει στο σπίτι σαν να γύριζε από το σχολείο, γι’ αυτό κοίταξε να αγοράσει και μερικές προμήθειες για το χάμστερ. Στον πουλάρη τού αγόρασε σπόρους, με όλα τα χρήματα που είχε πάρει για τη φυσική ιστορία. Με εβδομήντα μόνο χέλερ, δεν ήταν πολλοί σπόροι. Ένα μικρό σακουλάκι.
Και τότε μόνο ένιωσε ο Χονζάτκο ότι αναλάμβανε σοβαρή υποχρέωση. Ίσως να μάθαινε στο χάμστερ να τρώει και κάτι άλλο· αυτούς τους σπόρους θα τους έτρωγε με τη μία.
Και ύστερα, καθώς πλησίαζε στο σπίτι, κάτι ακόμη τον ανησυχούσε. Κι αν τον πετούσαν έξω μαζί με το χάμστερ; Πώς θα εξηγούσε από πού το βρήκε; Τι ψέμα θα επινοούσε;
Ωστόσο, τα πράγματα πήγαν αρκετά ομαλά. Σώριασε ψέμα πάνω στο ψέμα.
Το χάμστερ που έφερε στο σπίτι ανήκε τάχα στο γυμνάσιο και προοριζόταν για τη συλλογή φυσικής ιστορίας. Ο καθηγητής της φυσικής ιστορίας, ο κύριος Μπερνάσεκ, είχε τάχα παρακαλέσει εκείνον, τον Χονζάτκο, να φυλάξει προσωρινά το χάμστερ στο σπίτι για τον χειμώνα, ώσπου να του φυτρώσει άλλο τρίχωμα και να πάρει χρώμα η γούνα του. Ύστερα θα το ταρίχευαν.
Όλα λοιπόν εντάξει. Μόνο που δεν πίστεψαν ότι τον είχε παρακαλέσει ο καθηγητής· σκέφτηκαν ότι είχε προσφερθεί εθελοντικά ο ίδιος.
Άδειασαν για το χάμστερ ένα κιβώτιο από τη σοφίτα, το έβαλαν στην είσοδο, και όλη η οικογένεια ζούσε με την εντύπωση ότι το παιδί τουλάχιστον θα κέρδιζε την εύνοια του καθηγητή — πράγμα που, αν πάρουμε υπόψη τη γνωστή του επιμέλεια, το είχε έτσι κι αλλιώς απόλυτη ανάγκη.
Μπορεί επίσης να ειπωθεί ότι το χάμστερ, ως ιδιοκτησία του σχολείου, απολάμβανε για μερικές ώρες κάποιο σεβασμό. Έπειτα όμως αποκαλύφθηκε ότι ανέδιδε μια παράξενη μυρωδιά.
Επειδή θα ερχόταν ο αρραβωνιαστικός, η Έμα έχυσε πάνω στο χάμστερ μισό μπουκαλάκι κολόνια βιολέτας, οπότε το χάμστερ αποσύρθηκε σεμνά στη γωνία του κιβωτίου, όπου άρχισε να μασουλάει ενοχλητικά και να γεμίζει τους σάκους στα μάγουλά του με τους σπόρους που του είχε ρίξει ο Χονζάτκο.
Μετά το φαγητό ο Χονζάτκο πήγε στο σχολείο, ο πατέρας στο γραφείο και η μητέρα με τους ευτυχείς αρραβωνιασμένους βγήκαν για να αγοράσουν κάτι. Η υπηρέτρια πήγε πάλι στον αγαπημένο της στο Κάρλιν.
Όταν η οικογένεια ξαναμαζεύτηκε, διαπίστωσε ότι το χάμστερ είχε βγει από το κιβώτιο και είχε βρει τόπο για την περαιτέρω διαμονή του στο διπλανό δωμάτιο.
Ο τόπος αυτός ήταν ο καναπές.
Πάνω από τον καναπέ κρεμόταν ένας πίνακας με ένα τοπίο. Πλούσια σταροχώραφα κυμάτιζαν στον πίνακα ως εκεί που έφτανε το μάτι, και το χάμστερ εγκαταστάθηκε κάτω από αυτή τη θεία ευλογία.
Εκτός από την επίσημη είσοδο στη φωλιά του μέσα στον καναπέ, είχε φτιάξει και δύο εξόδους κινδύνου, μία στο πλάι και μία που οδηγούσε κατευθείαν στην επιφάνεια του καναπέ. Διαπιστώθηκε επίσης ότι είχε μεταφέρει από το κιβώτιο όλους τους σπόρους στη νέα του φωλιά.
Μόλις κάποιος πλησίαζε λίγο περισσότερο τον καναπέ, ακουγόταν από μέσα ένα τρομερό φρούμαγμα. Κατάλαβαν ότι το χάμστερ δεν σκόπευε να εγκαταλείψει τόσο εύκολα την κατοικία του.
«Ωραίο τέρας μάς φόρτωσε το γυμνάσιο», είπε η κυρία Χονζάτκο.
Η Έμα είχε τη γνώμη ότι θα έδιωχναν το χάμστερ αν πλημμύριζαν τη φωλιά του. Η πρόταση απορρίφθηκε, διότι έτσι, λέει, θα χαλούσε ο βελούδινος καναπές. Λες και υπήρχε πια τίποτε να χαλάσει σ’ εκείνο το σαράβαλο, τρυπημένο απ’ όλες τις πλευρές, από τα βάθη του οποίου ακουγόταν αδιάκοπα φρούμαγμα.
Ο Χονζάτκο, πάνω στον οποίο έπεφταν στο μεταξύ όλες οι κατηγορίες, λες και είχε φτιάξει ο ίδιος φωλιά μέσα στον καναπέ, έφερε τον Βίο των ζώων, μήπως έγραφε εκεί τίποτε για το πώς διώχνονται τα χάμστερ από τους καναπέδες.
Τέτοια περίπτωση δεν ήταν γνωστή ούτε στον Μπρεμ.[4] Μόνο ο Χονζάτκο διάβασε μεγαλόφωνα από το βιβλίο ότι τα χάμστερ, όταν δέχονται επίθεση, αμύνονται γενναία.
Η Έμα και η μητέρα αποσύρθηκαν τότε στην κουζίνα, όπου συμβουλεύτηκαν την Άννα για τα περαιτέρω μέτρα. Η Άννα πρότεινε να καπνίσουν το χάμστερ. Να βουλώσουν τις εξόδους κινδύνου με χαρτί ποτισμένο με πετρέλαιο και να του βάλουν φωτιά.
Η παρανοϊκή αυτή ιδέα απορρίφθηκε και αποφασίστηκε να περιμένουν την άφιξη της κεφαλής της οικογένειας.
Ο κύριος Χονζάτκο αποδείχτηκε όμως εξίσου ακέφαλος. Κοίταξε για λίγο το χάμστερ, που κάθε τόσο ξεπρόβαλλε επιδεικτικά από τον καναπέ και φρούμαζε θρασύτατα, ύστερα έδωσε ένα σκαμπίλι στον γιο του, έβρισε χυδαία τους πάντες, ντύθηκε και έφυγε βιαστικά για ένα καπηλειό.
Εκεί, μετά το τέταρτο καρτούτσο, έπιασε συζήτηση με έναν άγνωστο κύριο:
«Να σας πω, ο γιος μου, δευτεροετής στο γυμνάσιο, μου έβαλε μέσα στον καναπέ…»
«Τα ξέρω αυτά», είπε ο συνομιλητής. «Οι κοριοί είναι μεγάλος μπελάς. Κάποιος τους φέρνει στο σχολείο…»
«Δεν εννοώ αυτό», τον διέκοψε ο κύριος Χονζάτκο. «Ο γιος μου μού έβαλε ένα χάμστερ στον καναπέ.»
«Μη μας δουλεύετε», είπε ο κύριος, ο οποίος προφανώς ήταν πολύ νευρικός και θεράπευε τη νευρικότητά του στο ήσυχο καπηλειό.
«Τι δεν σκαρφίζονται πια οι άνθρωποι σήμερα», μουρμούρισε απότομα. «Μήπως σας φαίνομαι τόσο χαζός;»
«Όχι, κύριε», είπε πρόθυμα ο κάπελας, νομίζοντας ότι η ερώτηση απευθυνόταν σ’ εκείνον.
Ο νευρικός κύριος πλήρωσε και έφυγε.
«Παράξενος άνθρωπος», σκέφτηκε ο κύριος Χονζάτκο. «Προσπαθώ να του εξηγήσω ειλικρινά πώς έχει το πράγμα με το χάμστερ και να τον ρωτήσω τη γνώμη του, κι ο τύπος προσβάλλεται.»
Ο κύριος Χονζάτκο βυθίστηκε στις σκέψεις του και, όταν έπινε το έκτο καρτούτσο, του φαινόταν πια απολύτως σαφές ότι τα χάμστερ, κατά την περίσταση, εγκαθίστανται στους καναπέδες ευυπόληπτων οικογενειών.
Γύρω στις εννιάμισι το βράδυ εξηγούσε σε μια παρέα ολόκληρο το περιστατικό με τόσο μπερδεμένο τρόπο, ώστε έβγαινε περίπου το συμπέρασμα πως το χάμστερ είχε εγκατασταθεί στον καναπέ του κατόπιν διαταγής του επαρχιακού σχολικού συμβουλίου.
Η περαιτέρω εξέλιξη των γεγονότων καλύπτεται κάπως από σκοτάδι. Θυμόταν αμυδρά ότι περπατούσε νύχτα στους δρόμους του Βίνοχραντι με κάποιον κύριο από εκείνη την παρέα, ο οποίος έλεγε ότι είχε κατάστημα με ζώα. Πράγματι, βρέθηκαν μπροστά σε κάποιο μαγαζί, το οποίο ο κύριος εκείνος άνοιξε.
Το βέβαιο ήταν ότι όταν ο κύριος Χονζάτκο ξύπνησε το πρωί, βρήκε πάνω στο κομοδίνο του ένα αρκετά μεγάλο κασόνι, μέσα από το οποίο ακουγόταν κάτι να σφυρίζει. Σιγά σιγά θυμήθηκε ότι είχε φέρει αυτό το κασόνι από εκείνο το μαγαζί, στην νυχτερινή του επίσκεψη.
Όταν το άνοιξε, τον κοίταξε ένα ζευγάρι λευκά ζωάκια με κόκκινα ματάκια.
«Χριστέ και Παναγία, τι διαβολάκια είναι αυτά;» αναστέναξε ο κύριος Χονζάτκο και άρχισε να σκέφτεται εντατικά.
Ναι, έτσι ήταν. Θυμόταν ότι στη συζήτηση που είχε ανοίξει για το χάμστερ στο καπηλειό, ο κύριος από τον οποίο τα είχε φέρει ορκιζόταν πως ο καλύτερος τρόπος για να διώξεις ένα χάμστερ ήταν με κουνάβια. Άρα αυτά ήταν κουνάβια. Αυτά, άλλωστε, δεν χρησιμοποιούνται εναντίον κάθε λογής βλαβερών ζώων των αγρών; Τα αφήνεις μέσα στην τρύπα και βγάζουν το ζώο στην επιφάνεια.
Αν λοιπόν τα έβαζε μέσα στον καναπέ, η υπόθεση με το χάμστερ θα λυνόταν.
Ανακοίνωσε την άποψή του στην οικογένεια. Προσεκτικά, μετά το πρωινό, άφησαν τα κουνάβια να μπουν στον καναπέ και περίμεναν το αποτέλεσμα.
Στην αρχή από το εσωτερικό του καναπέ ακούστηκαν φρουμάγματα και σφυρίγματα, ύστερα κάτι σαν μουρμούρισμα, αλλά φιλικό. Σε λίγο φάνηκαν τα κεφαλάκια των κουναβιών, για να εξαφανιστούν αμέσως, κι έπειτα ξεπρόβαλε το χάμστερ. Κοίταξε βλοσυρά την οικογένεια του κυρίου Χονζάτκο, φρούμαξε περιφρονητικά και ξανακρύφτηκε.
Ο νεαρός Χονζάτκο πλησίασε στο άνοιγμα και κοίταξε προσεκτικά μέσα.
«Τα κουνάβια», ανακοίνωσε το αποτέλεσμα της έρευνάς του, «γλείφουν το χάμστερ στο κεφάλι.»
Ήταν η θλιβερή αλήθεια. Είχαν γίνει φίλοι με το χάμστερ και τους άρεσε θαυμάσια η καινούργια τους φωλιά.
Στο μεταξύ ο Χονζάτκο έφερε τον Μπρεμ και, προς λύπη όλων, διάβασε ότι τα κουνάβια σε αιχμαλωσία πολλαπλασιάζονται πολύ γρήγορα. Υπήρχε όμως εκεί και μια ακόμη πολύ ενδιαφέρουσα πληροφορία. Ο μακαρίτης ο Μπρεμ πρέπει προφανώς να είχε πικρή πείρα με τα κουνάβια, διότι έγραφε ότι από προσωπική παρατήρηση είχε διαπιστώσει πως τα κουνάβια δεν αντέχουν τη μυρωδιά των ινδικών χοιριδίων.
Ο κύριος Χονζάτκο άρχισε να ντύνεται βιαστικά.
«Πού τρέχεις;» ρώτησε δειλά η κυρία Χονζάτκο.
«Για ινδικά χοιρίδια», απάντησε εκείνος με έμφαση, και η πόρτα έκλεισε πίσω του μ’ ένα θλιβερό, απελπισμένο τρίξιμο.
Τα ινδικά χοιρίδια που έφερε στο σπίτι έπειτα από μία ώρα, τρία τον αριθμό, ήταν εξαιρετικά δύσοσμα δείγματα, απολύτως σύμφωνα με την επιθυμία του κυρίου Χονζάτκο, ο οποίος είχε παρακαλέσει τον πουλάρη να του διαλέξει τα πιο βρομερά ζώα.
Στο μεταξύ είχε εμφανιστεί και ο αρραβωνιαστικός, ο οποίος αποδείχτηκε σωστή κότα. Δήλωσε ότι φοβόταν τα ινδικά χοιρίδια και δεν μπόρεσαν με τίποτα να τον πείσουν να τα χώσει από τη ροκανισμένη τρύπα μέσα στον καναπέ. Διαισθανόταν ότι ήθελαν να τον θυσιάσουν.
Τελικά πείστηκε και, λέγοντας «Θα με δαγκώσουν», έπιασε ένα ινδικό χοιρίδιο από το ψάθινο καλαθάκι. Και δεν έκανε λάθος. Εκείνο του δάγκωσε το χέρι.
Τότε όλοι έσπρωξαν προς το καλαθάκι το νεότερο μέλος της οικογένειας. Εκείνος αποδείχτηκε ήρωας. Ούρλιαζε βέβαια φρικτά όσο το έκανε, αλλά τελικά κατάφερε να χώσει όλα τα ινδικά χοιρίδια, που αντιστέκονταν με λύσσα, μέσα στον καναπέ.
Στο μεταξύ ο αρραβωνιαστικός κοιτούσε συμπονετικά τον κύριο Χονζάτκο και σκεφτόταν ότι μάλλον κάτι δεν πήγαινε καλά μαζί του, αφού καλλιεργούσε ένα τόσο παράξενο σπορ.
Δεν ξέρω αν τα ινδικά χοιρίδια έχουν το αίσθημα της μετάνοιας. Αν έχουν, τότε ασφαλώς μετάνιωσαν για το πόσο αγνώμονα φέρθηκαν στους ευεργέτες τους. Διότι στη νέα τους φωλιά ήταν όλα πολύ βολικά. Μια ωραία, πολύχρωμη, καθώς πρέπει παρέα· κι έπειτα, όπου κι αν κοίταζες, παντού γύρω υπήρχε άφθονο θαλασσόχορτο, με το οποίο ήταν παραγεμισμένα τα πλαϊνά του καναπέ.
Είναι γνωστό ότι τα ινδικά χοιρίδια τρώνε τα πάντα. Είχα κι εγώ κάποτε ένα ινδικό χοιρίδιο το οποίο, στη διήμερη απουσία μου, έφαγε ένα άλμπουμ με φωτογραφίες και μετέτρεψε όλα τα αγαπημένα πρόσωπα των συγγενών μου σε σωρούς από μαύρα σφαιρίδια.
Αποδείχτηκε επίσης ότι ο Μπρεμ είχε πέσει πολύ έξω, τουλάχιστον στην περίπτωση του καναπέ της οικογένειας Χονζάτκο. Τα κουνάβια άντεξαν πολύ καλά τη μυρωδιά των ινδικών χοιριδίων και δεν εγκατέλειψαν το καταφύγιό τους.
Το χάμστερ τα ζέσταινε με αυταπάρνηση, τα ινδικά χοιρίδια κουρνιάσανε κοντά στα κουνάβια, και στο εσωτερικό του καναπέ βασίλευε ανάμεσα στα ζώα αληθινή παραδείσια ομόνοια.
Γι’ αυτό συγκλήθηκε μεγάλο οικογενειακό συμβούλιο.
Ο αρραβωνιαστικός μπλέχτηκε κι αυτός στην υπόθεση και, παρασυρμένος από τη ζωολογική πλημμύρα, δεν μπόρεσε να κρατήσει στάση ουδετερότητας και άρχισε να μιλά για σκαντζόχοιρο. Μιλούσε μάλιστα αρκετά λογικά: ο σκαντζόχοιρος έχει αγκάθια που τρυπούν. Αν λοιπόν βάλουν έναν σκαντζόχοιρο μέσα στον καναπέ, θα τους τρυπήσει όλους και θα τους αναγκάσει να βγουν έξω· διότι σίγουρα, αφού ήταν πια τόσο ωραία μαζεμένοι όλοι μαζί, θα τους ερχόταν η ιδέα να ζεστάνουν και τον σκαντζόχοιρο, και τότε θα έκαναν φρικτό λάθος.
Προσφέρθηκε μάλιστα να πάει να αγοράσει έναν σκαντζόχοιρο.
«Αγοράστε καλύτερα δύο αμέσως, κύριε Κρατοχβίλ», είπε ανήσυχα η κυρία Χονζάτκο.
Ο κύριος Κρατοχβίλ απομακρύνθηκε, μουρμουρίζοντας ακόμη καθώς έβγαινε ότι ένας τέτοιος σκαντζόχοιρος τρώει κατσαρίδες.
Οι σκαντζόχοιροι με τους οποίους επέστρεψε και με τους οποίους συμπληρώθηκε ο πληθυσμός του ευτυχισμένου σπιτικού ήταν μελαγχολικοί τύποι. Όταν τους ξετύλιξε στο πάτωμα, εκείνοι τεντώθηκαν, έβγαλαν από τα αγκάθια το μουσουδάκι τους, κοίταξαν λυπημένα γύρω τους, έβγαλαν ένα «τλ, τλ» και κύλησαν πάλι σε αγκαθωτή μπάλα.
Ο κύριος Κρατοχβίλ, φορώντας γάντια, έσπρωξε τις δύο αυτές μπάλες μέσα στον καναπέ.
Από μέσα ακούστηκε θυμωμένο φρούμαγμα και τσίριγμα. Πάνω από το άνοιγμα φάνηκε το κεφάλι του αναστατωμένου χάμστερ, σαν να ήθελε να ρωτήσει τι πράγματα είναι αυτά, και σε λίγο εξαφανίστηκε πάλι στο εσωτερικό, όπου στο μεταξύ οι σκαντζόχοιροι είχαν χωθεί στον πάτο του καναπέ, χωρίς να δίνουν σημασία ούτε στα κουνάβια ούτε στο χάμστερ ούτε στα ινδικά χοιρίδια.
Και πάλι επικράτησε ησυχία μέσα στον καναπέ. Ο ζωολογικός κήπος της οικογένειας Χονζάτκο έπεσε σε υγιή ύπνο.
Καθώς κανένα ζώο δεν έβγαινε από τον καναπέ, αποφασίστηκε να αναβληθεί ο γάμος για μερικές μέρες.
Ο κύριος Κρατοχβίλ είδε τότε στον ύπνο του ότι επιχείρησε να διώξει τους σκαντζόχοιρους από το διαμέρισμα με ραβδωτές ύαινες, τις ραβδωτές ύαινες με ιαγουάρους, και όλο το όνειρο κατέληγε σε μια φρικτή εικόνα με ροκανισμένα κόκαλα στην κουζίνα των Χονζάτκο, τα κόκαλα της πεθεράς και του πεθερού του.
Στο μεταξύ ο κύριος Χονζάτκο δεν έμεινε άπραγος. Η διεύθυνση του γυμνασίου, στο οποίο ο γιος του δεν διακρινόταν καθόλου, έλαβε από αυτόν μια επιστολή που ο κύριος διευθυντής δεν κατάλαβε καθόλου:
Προς την ενδοξοτάτη διεύθυνση του γυμνασίου της οδού Γίροβτσοβα.
Ο υπογεγραμμένος παρακαλεί ευσεβάστως το ένδοξον γυμνάσιον, δεδομένων των μεταβληθεισών οικογενειακών συνθηκών, να προβεί αμελλητί εις τας απαιτουμένας ενεργείας ώστε το χάμστερ, το οποίο φυλάσσεται εις την οικίαν του υπογεγραμμένου, να παραληφθεί και να ταριχευθεί.
Μετά πάσης τιμής,
Βάτσλαβ Χονζάτκο, ταμίας,
Ζίζκοβ, Ορεμπίτσκα 5.
Ο κύριος διευθυντής κάλεσε τον νεαρό Χονζάτκο και τον ρώτησε με ενδιαφέρον αν ο πατέρας του γράφει συχνά τέτοιες επιστολές. Ο Χονζάτκο απάντησε ότι δεν ήξερε.
Κατόπιν ο κύριος διευθυντής τον ρώτησε ακόμη αν ο πατέρας του είχε βρεθεί ποτέ σε κάποιο ίδρυμα ή σανατόριο. Ο Χονζάτκο, για να μη λέει συνέχεια όχι, αυτή τη φορά, για αλλαγή, έγνεψε καταφατικά.
«Πρέπει να τον καθησυχάσουμε και να τον ηρεμήσουμε», σκέφτηκε ο διευθυντής.
Κι έτσι ο κύριος Χονζάτκο έλαβε την εξής επιστολή:
Εν σχέσει προς την επιστολήν σας, είμεθα υποχρεωμένοι να σας γνωστοποιήσωμεν μετά μεγάλης λύπης ότι η διεύθυνσις του γυμνασίου δεν ενδιαφέρεται διά την ταρίχευσιν.
Η διεύθυνσις του ιδρύματος.
Αφού έλαβε αυτή την επιστολή, ο κύριος Χονζάτκο πήγε ταραγμένος στον μπόγια, στο Βίσεχραντ, όπου του είπαν ότι δεν είναι δυνατόν να θανατώνονται ζώα σε ιδιωτικά διαμερίσματα με επίσημη διαδικασία, αλλά πρέπει να μεταφερθούν στον σταθμό καραντίνας.
Στο μεταξύ ο νεαρός Χονζάτκο πούλησε τον γεωγραφικό του άτλαντα και με τα χρήματα αγόρασε σπόρους, τους οποίους έριξε όλους μέσα στον καναπέ, για να μη μείνουν τα ζώα πεινασμένα.
Κι έτσι πέρασαν δεκατέσσερις μέρες.
Στην Πράγα παρουσιάστηκε έλλειψη τροφίμων.[5]
Κάτω, στο ισόγειο, ζούσε ο θυρωρός, γενναίος άνθρωπος, αποφασισμένος για όλα. Ήρθε εξοπλισμένος με ένα τσεκουράκι. Του έδειξαν σιωπηλά τον καναπέ και έκλεισαν την πόρτα του δωματίου.
Ακούστηκαν χτυπήματα στον καναπέ, σφυρίγματα, φρουμάγματα, μουγκρητά.
Σε μισή ώρα όλα είχαν τελειώσει.
Την επόμενη μέρα γιορτάστηκε ο γάμος, και το πολεμικό γαμήλιο τραπέζι στο σπίτι των Χονζάτκο είχε το εξής μενού:
Σούπα από κουνάβια.
Κουνάβια βραστά με ξιδάτο χρένο.
Ψητό χάμστερ με πατάτες.
Ινδικά χοιρίδια με κύμινο.
Πατέ από σκαντζόχοιρους.
Και ο νεαρός Χονζάτκο, στον οποίο χρωστούσαν όλη αυτή την αφθονία, καθόταν ταπεινά στο τραπέζι, παραγνωρισμένος στους μεγάλους εκείνους καιρούς, και με δάκρυα στα μάτια ξεκοκάλιζε το ψητό κεφαλάκι του άτυχου χάμστερ του.
[1] Ο μαθητής λέγεται Μποχούσλαβ Χονζάτκο, το Μποχούσεκ είναι χαϊδευτικό.
[2] ασημένιο τάλιρο με παράσταση της Παναγίας.
[3] Πρόκειται για την τσέχικη μετάφραση του γαλλικού περιπετειώδους νεανικού μυθιστορήματος Aventures merveilleuses mais authentiques du capitaine Corcoran (Οι θαυμαστές αλλά αληθινές περιπέτειες του καπετάνιου Κορκοράν) του Alfred Assolant (1867)
[4] Το εξάτομο βιβλίο του Alfred Brehm «Ο βίος των ζώων» εκδόθηκε τον 19ο αιώνα στα γερμανικά και ήταν ένα από τα πιο πολυδιαβασμένα εγκυκλοπαιδικά βιβλία της εποχής του. Ο Χάσεκ το αναφέρει σε πολλά έργα του.
[5] Το διήγημα, θυμίζω, γράφεται μέσα στον πρώτο πόλεμο.