Κατανοώντας το «παράλογο»: Η ιμπεριαλιστική πολιτική των ΗΠΑ υπό τον Τραμπ – Σταύρος Μαυρουδέας ΠΡΙΝ 27-28/6/2026

Image

Στο ΠΡΙΝ που κυκλοφορεί περιέχεται αφιέρωμα με θέμα «250 χρόνια ΗΠΑ – Ο αετός γέρασε». Σε αυτό συμπεριλαμβάνεται άρθρο μου με τίτλο «Κατανοώντας το «παράλογο»: Η ιμπεριαλιστική πολιτική των ΗΠΑ υπό τον Τραμπ»

Κατανοώντας το παράλογο (;): Η ιμπεριαλιστική πολιτική των ΗΠΑ υπό τον Τραμπ

Μαυρουδέας Στ.

Η υποτιθέμενα ασυνάρτητη πολιτική Τραμπ

Οι κεντροαριστεροί δυτικοί αστικοί κύκλοι – συνοδοιπορούμενοι από την αταξική ροζ «αριστερά» – χαρακτηρίζουν την πολιτική Τραμπ ασυνάρτητη, χωρίς στρατηγικούς στόχους και συνοχή. Πρόκειται για καθαρή υποκρισία που «ξεπλένει» τον αμερικανικό καπιταλισμό από τα ιμπεριαλιστικά χαρακτηριστικά του. Η κεντροαριστερή μερίδα της αμερικανικής ολιγαρχίας συμμερίζεται το μεγαλύτερο μέρος των τραμπικών στόχων και πολιτικών του Τραμπ. Διαφωνεί σε επιμέρους τακτικά ζητήματα και, φυσικά, στα συγκεκριμένα οικονομικά οφέλη που αποκομίζουν ειδικές καπιταλιστικές ομάδες από αυτές τις πολιτικές (π.χ. συμβόλαια ομίλου Μασκ έναντι αυτών του Σόρος).

Η τραμπική πολιτική δεν αποτελεί τον ασυνάρτητο τυχοδιωκτισμό ενός αντισυμβατικού λαϊκιστή, αλλά την επιλογή της κυρίαρχης μερίδας της αμερικανικής αστικής τάξης, που κατανοεί εδώ και πολύ καιρό την υποχώρηση της ιμπεριαλιστικής υπεροχής των ΗΠΑ και την οικονομική παρακμή τους (φθίνουσα κερδοφορία, υστέρηση στην αύξηση της παραγωγικότητας, φθίνουσα ανταγωνιστικότητα) και που δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν, μακροπρόθεσμα, από την χρηματο-οικονομική και στρατιωτική κυριαρχία των ΗΠΑ. Μια παγκόσμια καπιταλιστική υπερδύναμη δεν μακροημερεύει εάν η οικονομική βάση της συρρικνώνεται.

Ανεξάρτητα από τα αποκρουστικά ατομικά χαρακτηριστικά του Τραμπ, δεν θα προέδρευε και μάλιστα για δεύτερη φορά εάν δεν είχε πείσει την πλειοψηφία της αμερικανικής αστικής τάξης ότι μπορεί να αντιμετωπίσει τα προβλήματα της.

Αυτή η στρατηγική είναι:

1. Στροφή προς την Ασία: Κύριος αντίπαλος είναι η Κίνα. Κατά την εποχή της «παγκοσμιοποίησης», οι ΗΠΑ επιχείρησαν να διαβρώσουν την Κίνα από το εσωτερικό, προωθώντας το άνοιγμα της οικονομίας της στα δυτικά κεφάλαια και την ενσωμάτωσή της στο διεθνές καπιταλιστικό σύστημα. Ωστόσο, ξεκινώντας από τη στροφή της κυβέρνησης Ομπάμα προς την Ασία, οι ΗΠΑ στράφηκαν στο να θεωρούν έμμεσα την Κίνα ως άμεσο και σαφή αντίπαλο. Η πρώτη κυβέρνηση Τραμπ έκανε σαφή αυτή την αντιπαλότητα, χαρακτηρίζοντας την Κίνα ως τον κύριο ανταγωνιστή και εφαρμόζοντας προστατευτισμό και ενεργές βιομηχανικές πολιτικές εναντίον της. Ακολούθως, η κυβέρνηση Μπάιντεν ενίσχυσε αυτή τη θέση, διατηρώντας τους υφιστάμενους δασμούς και τις βιομηχανικές πολιτικές. Ωστόσο, η Δημοκρατική παράταξη της αμερικανικής αστικής τάξης συνέχισε να επικεντρώνεται στη Δύση και στην αποδυνάμωση της Ρωσίας ως μέσου περικύκλωσης της Κίνας. Η παράταξη Τραμπ απορρίπτει αυτήν την προσέγγιση και δίνει προτεραιότητα σε μια ακόμη και περιορισμένη επίλυση της σύγκρουσης με τη Ρωσία, προκειμένου να απομονώσει την Κίνα.

2. Η «παγκοσμιοποίηση» (ελεύθερο εμπόριο και κινήσεις κεφαλαίων, παγκόσμια τάξη βασισμένη σε κανόνες κ.λπ.) έχει εξαντλήσει τα οφέλη της και έχουν γίνει βάρος: στροφή στον προστατευτισμό και την διεθνή πολιτική πυγμής.

3. Ο νεοφιλελευθερισμός έχει εξαντλήσει τα οφέλη του: στροφή στον κρατικό παρεμβατισμό (προστατευτισμός, βιομηχανική πολιτική, ελεγχόμενες συναλλαγματικές ισοτιμίες κ.λπ.).

Η αποδυνάμωση του αμερικανικού ιμπεριαλισμού

Ιστορικά, οι καπιταλιστικές υπερδυνάμεις (π.χ. Βρετανία, ΗΠΑ) χρησιμοποιήσαν αρχικά τον προστατευτισμό για να θεμελιώσουν το επακόλουθο «μεγάλο άλμα προς τα εμπρός», επειδή διευκολύνει τη δημιουργία μιας «κρίσιμης οικονομικής μάζας» και την προστατεύει κατά την πιο ευάλωτη περίοδό της.

Μόλις απέκτησαν διεθνή οικονομική υπεροχή (ανώτερη παραγωγικότητα, ανταγωνιστικότητα κλπ.), επέβαλλαν ελεύθερο εμπόριο και κίνηση κεφαλαίων στους υφισταμένους τους, αποκομίζοντας έτσι ιμπεριαλιστικά κέρδη. Επίσης, ενίσχυσαν περαιτέρω την οικονομική υπεροχή τους μέσω της κυριαρχίας στο διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα (π.χ. αποθεματικό νόμισμα, χρηματιστήρια).

Ωστόσο, οι πιο προηγμένες καπιταλιστικές οικονομίες είναι επιρρεπέστερες σε κρίσεις υπερσυσσώρευσης, που διαβρώνει τα οικονομικά θεμέλια της ηγεμονίας τους.

Οι ΗΠΑ είναι καπιταλιστική υπερδύναμη για σχεδόν έναν αιώνα. Οι οικονομικοί πυλώνες της κυριαρχίας τους ήταν (α) ο δυναμισμός της οικονομίας τους (όσον αφορά την τεχνολογική ανάπτυξη, παραγωγικότητα, ανταγωνιστικότητα κ.λπ.) και (β) η ηγεμονία τους στο διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα (ρόλος του δολαρίου ως κύριου αποθεματικού νομίσματος).

Η μεταπολεμική «παγκοσμιοποίηση» για τον Δυτικό συνασπισμό βασίστηκε στη συμφωνία του Μπρέτον Γουντς. Αυτό διευκόλυνε την επέκταση των εμπορικών και κεφαλαιακών σχέσεων εντός του δυτικού μπλοκ· και οι αμερικανικές πολυεθνικές εταιρείες ήταν οι κύριοι ωφελημένοι από αυτό, αποκομίζοντας ιμπεριαλιστικά κέρδη.

Ωστόσο, η κρίση κερδοφορίας του 1974 έπληξε σοβαρά την οικονομική βάση των ΗΠΑ. Τότε, οι ΗΠΑ μονομερώς κατήργησαν τη συμφωνία του Μπρέτον Γουντς και χρησιμοποίησαν (α) το νέο ευέλικτο περιβάλλον συναλλαγματικών ισοτιμιών για να διατηρήσουν την ανταγωνιστικότητά τους και (β) την ευέλικτη νομισματική πολιτική για να στηρίξουν την οικονομία τους. Ελλείψει οποιουδήποτε διεκδικητή και με την απειλή του Ψυχρού Πολέμου (καθώς και με ορισμένες συμφωνίες με τις αραβικές μοναρχίες), το δολάριο παρέμεινε το κύριο αποθεματικό νόμισμα (αποκομίζοντας στρατηγική κυριαρχία και χρηματικά κέρδη). Είναι ενδεικτικό ότι η κατάργηση της συμφωνίας του Μπρέτον Γουντς συνδυάστηκε με αύξηση των δασμών κατά 10% στις εισαγωγές (15/8/1971), προκειμένου να αναγκαστούν άλλες χώρες να ανατιμήσουν τα νομίσματά τους έναντι του δολαρίου. Η δασμολογική επιβάρυνση άρθηκε τέσσερις μήνες αργότερα, αφού οι ΗΠΑ υποχρέωσαν τις υπόλοιπες δυτικές χώρες να αλλάξουν τις συναλλαγματικές τους ισοτιμίες με τη συμφωνία Smithsonian.

Το 1985, η υπεροχή των ΗΠΑ κλονίστηκε ξανά. Αυτή τη φορά, εμφανίστηκαν ανταγωνιστές, κυρίως η Ιαπωνία και πιο δειλά η Ευρώπη. Οι ΗΠΑ κατάφεραν και πάλι να τους υποτάξουν μέσω της Συμφωνίας Plaza. Ουσιαστικά, οι ΗΠΑ πέτυχαν (α) να υποτιμήσουν το δολάριο (ανακτώντας ανταγωνιστικότητα) χωρίς να χάσουν την οικονομική τους κυριαρχία, (β) να ανοίξουν τις οικονομίες των πιο επικίνδυνων ανταγωνιστών τους (Ιαπωνία, οικονομίες της Άπω Ανατολής) στα αμερικανικά κεφάλαια και (γ) καθιστώντας τες αγοραστές αμερικανικού χρέους. Μετά από αυτό, η Ιαπωνία παρέμεινε κυριολεκτικά κολλημένη στη στασιμότητα) μέχρι σήμερα.

Η κατάρρευση του Ανατολικού συνασπισμού το 1989 πρόσφερε νέες ευκαιρίες στις ΗΠΑ και στην υπόλοιπη Δύση, καθώς διανοίχθηκαν νέες περιοχές υψηλής κερδοφορίας. Με τις οδηγίες της Νεοφιλελεύθερης Συναίνεσης της Ουάσινγκτον και της επακόλουθης Νέας Κεϋνσιανής Μετα-Ουάσινγκτον Συναίνεσης, η «παγκοσμιοποίηση» κηρύχθηκε ως η νέα παγκόσμια τάξη.

Ωστόσο, οι αντιφάσεις του καπιταλιστικού συστήματος  και η υπερσυσσώρευση κεφαλαίου διάβρωσε σταδιακά αυτή την επιτυχία. Οι ΗΠΑ επλήγησαν σοβαρότερα ενώ η άνοδος της Κίνας και των «νέων αναδυόμενων οικονομιών» (BRICS) αμφισβητεί την ηγεμονία τους.

Αυτό οδήγησε στην αποπαγκοσμιοποίηση, που επιτομή της είναι οι πολιτικές Τραμπ.

Η οικονομική πολιτική Τραμπ

Πρόκειται για εκδοχή της παλαιότερης «Εκβιομηχάνισης μέσω Υποκατάστασης Εισαγωγών» (στρατηγική για τις λιγότερο ανεπτυγμένες οικονομίες, ώστε να απεξαρτηθούν από τις ανεπτυγμένες οικονομίες και να αναπτυχθούν), που συγκέντρωσε την χλεύη της συλλογικής Δύσης. Η κυβέρνηση Τραμπ υιοθετεί αυτήν την προσέγγιση όχι για μια λιγότερο ανεπτυγμένη αλλά για μια ανεπτυγμένη οικονομία: τις ΗΠΑ. Ειρωνικά, θα μπορούσε να μετονομαστεί σε «Επανεκβιομηχάνιση μέσω Υποκατάστασης Εισαγωγών». Ξεκίνησε με την πρώτη διακυβέρνηση Τραμπ και μέρη της διατηρήθηκαν και αναπτύχθηκαν από την κυβέρνηση Μπάιντεν.

Οι κύριοι πυλώνες της είναι:

  1. Επανεκβιομηχάνιση. Υλοποιείται μέσω τεσσάρων αντι-νεοφιλελεύθερων πολιτικών:

(α) Επεκτατική δημοσιονομική πολιτική. Μεγάλο μέρος της κατευθύνεται στο στρατιωτικοβιομηχανικό σύμπλεγμα αλλά προκαλεί επίσης αυξανόμενο δημόσιο χρέος.

(β) Επεκτατική νομισματική πολιτική (πιέζοντας τη FED να μειώσει τα επιτόκια). Και αυτή η κίνηση κυοφορεί προβλήματα, (πληθωρισμό).

(γ) Ενεργή και διακριτική βιομηχανική πολιτική (με έμφαση στην προσέλκυση εισροών κεφαλαίου).

(δ) Προστατευτική εμπορική πολιτική (δασμοί, ελεγχόμενη υποτίμηση του δολαρίου)

  • Διατήρηση της κυριαρχίας επί του διεθνούς χρηματοπιστωτικού συστήματος. Ταυτόχρονα επιθυμεί ρητά να υποτιμήσει τη συναλλαγματική ισοτιμία του δολαρίου προκειμένου να καταστήσει τα διεθνώς εμπορεύσιμα προϊόντα των ΗΠΑ πιο ανταγωνιστικά (ανταγωνιστική υποτίμηση). Για να το επιτύχει, απαιτεί οι ανταγωνιστές των ΗΠΑ να υποχρεωθούν να μην ανταποδώσουν με δικέ τους ανταγωνιστικές υποτιμήσεις. Ένας άτακτος πόλεμος υποτιμήσεων θα έθετε σε κίνδυνο τον ρόλο του δολαρίου ως διεθνούς αποθεματικού νομίσματος. Οι ΗΠΑ έχουν ήδη παίξει αυτό το «παιχνίδι» δύο φορές στο παρελθόν (στη Συμφωνία Smithsonian 1971, Συμφωνία Plaza 1985). Ήδη διατυμπανίζει την ανάγκη για μια Συμφωνία Mar-a-Lago.

Η αμερικανική στρατηγική στοχεύει ιδιαίτερα την Κίνα (με την ΕΕ σαν λιμοκοντόρο) ώστε να την εξαναγκάσει να:

1) ανοίξει περαιτέρω την οικονομία της σε αμερικανικά εμπορεύματα και κεφάλαια (μείωση ελέγχων κεφαλαίου κλπ.)

2) μειώσει την παραγωγική της ικανότητα (με το γελοίο επιχείρημα περί κινεζικής «υπερβάλλουσας παραγωγικής ικανότητας») για να περιορίσει την κινεζική ανταγωνιστικότητα. Αυτό συνδυάζεται με δυτικές φαιδρότητες για επικείμενη κρίση της κινεζικής οικονομίας που μόνη λύση είναι η αύξηση της εσωτερικής κατανάλωσης σε βάρος των επενδύσεων.

Το δόλωμα είναι ένα αυξημένο μερίδιο του ρενμινμπί ως αποθεματικού νομίσματος,·αλλά όχι πολύ μεγάλο, ώστε να μην αμφισβητεί την αμερικανική ηγεμονία. Αυτό μπορεί να συνδεθεί με μια ανανέωση και αύξηση της αγοράς αμερικανικού χρέους από την Κίνα. Το τέχνασμα είναι παρόμοιο με αυτό που χρησιμοποιήθηκε στη Συμφωνία Plaza, αλλά εκείνη τη φορά εναντίον της Ιαπωνίας.

Η αμερικανική στρατηγική είναι γεμάτη προβλήματα. Είναι σχεδόν αδύνατο για τις ΗΠΑ να επιτύχουν και στους δύο αυτούς πυλώνες:

1) Η επανεκβιομηχάνιση είναι μακροπρόθεσμη διαδικασία (και όπως παραδέχθηκε ο Μπέσεντ, οι ΗΠΑ δεν έχουν πολύ χρόνο). Εξάλλου, η πτώση της αμερικανικής βιομηχανίας (και ειδικά της μεταποίησης) είναι μια μακροπρόθεσμη τάση.

[Μεταποιητική παραγωγή ΗΠΑ]

Image

Επιπλέον, μια κρίσιμη παράμετρος για την επανεκβιομηχάνιση (ο ρυθμός αύξησης της παραγωγικότητας της εργασίας) είναι χαμηλή εδώ και δεκαετίες (παρά μια μικρή έξαρση μετά τον COVID-19):

[Αύξηση παραγωγικότητας εργασίας ΗΠΑ, 1950-2023]

Image

Πηγή: BLS (οι ρυθμοί αύξησης της παραγωγικότητας είναι οι μέσοι όροι των τριμηνιαίων εκτιμήσεων εντός κάθε περιόδου)

Η μείωση της παραγωγικής ικανότητας των ΗΠΑ ένας μακροπρόθεσμος διαρθρωτικός μετασχηματισμός που δεν μπορεί να αντιστραφεί εύκολα ή γρήγορα. Υπάρχουν πρόσθετοι λόγοι που το καθιστούν ακόμη πιο δύσκολο. Η απώλεια εργασιακής παραγωγικής τεχνογνωσίας δεν μπορεί να αντιστραφεί γρήγορα. Επιπλέον, υπάρχουν ενδείξεις «απώλειας ταλέντου» (έμπειροι εργαζόμενοι). Η αμερικανική βιομηχανία εξαρτάται, σε σημαντικό βαθμό, από εισαγωγές ξένων ανταγωνιστώ και ο εμπορικός πόλεμος του Τραμπ διαταράσσει αυτές τις διεθνείς αλυσίδες παραγωγής. Η αμερικανική τεχνολογία αιχμής σε κρίσιμους τομείς (π.χ. τεχνητή νοημοσύνη, κβαντική υπολογιστική, βιοτεχνολογία, προηγμένη κατασκευή και τρισδιάστατη εκτύπωση, εξερεύνηση του διαστήματος) αντιμετωπίζει σοβαρές προκλήσεις από ανταγωνιστές.

2) Η διατήρηση της διεθνούς χρηματοπιστωτικής ηγεμονίας είναι εξίσου δύσκολη:

(α) το διεθνές εμπόριο και οι κινήσεις κεφαλαίων είναι ήδη ολοένα και πιο κατακερματισμένα ενώ ο ρόλος του δολαρίου ως κύριου αποθεματικού νομίσματος μειώνεται, καθώς οι διεθνείς συναλλαγές το παρακάμπτουν ολοένα και περισσότερο.

(β) κανείς δεν εμπιστεύεται τις ΗΠΑ μετά την οπλοποίηση του χρηματοπιστωτικού συστήματος μέσω κυρώσεων, δασμών και μονομερών κινήσεων. Αυτό βλάπτει σοβαρά τους διεθνείς χρηματοπιστωτικούς μηχανισμούς που κυριαρχούνται από το δολάριο (π.χ. SWIFT, Euroclear).

(γ) το χρέος των ΗΠΑ περιπλέκει περαιτέρω την κατάσταση καθώς αυξάνει ραγδαία μακροπρόθεσμα, ιδιαίτερα λόγω του δύσκολα μειώσιμου και αυξανόμενου δημόσιου έλλειμμα των ΗΠΑ.

[Δημόσιο χρέος ΗΠΑ]

Image

(δ) ο διεθνής δανεισμός για τη χρηματοδότηση του αμερικανικού χρέους ακριβαίνει επειδή τα αμερικανικά περιουσιακά στοιχεία χάνουν την ιδιότητά τους ως ασφαλούς καταφυγίου (π.χ . το 10ετές ομόλογο, που παραδοσιακά μειώνεται σε περιόδους αναταραχής καθώς οι νευρικοί επενδυτές το αγοράζουν για το εγγυημένο εισόδημά τους, δείχνει πρόσφατα απρόβλεπτες αυξήσεις). Επιπλέον, οι καμπύλες αποδόσεων γίνονται πολύ ασταθείς, ειδικά βραχυπρόθεσμα.

(ε) η παρακμή του μεριδίου των ΗΠΑ στις παγκόσμιες εξαγωγές και στην παραγωγή επηρεάζει το δολάριο, καθώς μειώνει τον ρόλο του ως διεθνούς αποθεματικού νομίσματος. Για παράδειγμα, ένα αυξανόμενο ποσοστό της τιμής της ενέργειας τιμολογείται σε συμβόλαια που δεν είναι σε δολάρια. Τουλάχιστον μεσοπρόθεσμα, το δολάριο αντικαθίσταται σε μεγάλο βαθμό από μια σειρά άλλων νομισμάτων και περιουσιακών στοιχείων (π.χ. χρυσό), καθώς υπάρχει πολλαπλασιασμός των συστημάτων εμπορικών συναλλαγών απευθείας μεταξύ δύο νομισμάτων.

Ενδεικτικά:

[Οι κεντρικές τράπεζες μειώνουν τα δολάρια στα συναλλαγματικά αποθέματα]

Image

Ο μόνος τομέας όπου οι ΗΠΑ μπορούν να βρουν κάποια παρηγοριά είναι οι άμεσες ξένες επενδύσεις (ΑΞΕ), που είναι απαραίτητη για την τόνωση της παραγωγικής ικανότητας τους. Τα τελευταία χρόνια παρατηρείται αύξηση τους. Πρόκειται κυρίως για δυτικά κεφάλαια και αμερικανικές πολυεθνικές που μετεγκαθίστανται στις ΗΠΑ λόγω της ενεργού βιομηχανικής πολιτικής των τελευταίων ετών και των αυξανόμενων γεωπολιτικών κινδύνων. Ωστόσο, οι μακροπρόθεσμες προοπτικές είναι αρκετά ασαφείς και κάθε άλλο παρά βέβαιες.

[Εισροές ΑΞΕ]

Image

Η πτώση της αμερικανικής υπερδύναμης

Η στρατηγική των ΗΠΑ επιδεικνύει μια βαθιά ιστορική άγνοια. Ο αμερικανικός ιμπεριαλισμός είναι σαν μια ομάδα που χρησιμοποιεί τα ίδια κόλπα για τρίτη φορά, προκειμένου να κερδίσει το παιχνίδι. Αυτό είναι εξαιρετικά απίθανο, επειδή οι αντίπαλοι θα έχουν πλέον «διαβάσει» το τέχνασμα.

Η στροφή προς την Ασία (σε αντίθεση με την περιορισμένη εναντίον της Ιαπωνίας) είναι πολύ δυσκολότερη. Η υποταγή της Κίνας απαιτεί πλήρη άγνοια του ιαπωνικού διδάγματος. Επιπλέον, η Ιαπωνία ήταν στρατιωτικά νάνος σε ένα περιβάλλον Ψυχρού Πολέμου την εποχή της Συμφωνίας Plaza. Αυτό δεν ισχύει για την Κίνα.

Η ανταγωνιστική υποτίμηση του δολαρίου θέτει σε κίνδυνο τον ρόλο του ως διεθνούς αποθεματικού νομίσματος. Και δεν υπάρχει καμία ένδειξη μιας «αυτοκτονίας» Mar-a-Lago από τους ανταγωνιστές των ΗΠΑ. Ταυτόχρονα, η κυριαρχία των ΗΠΑ στο διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα υποχωρεί ραγδαία.

Η αποτυχία της αμερικανικής στρατηγικής θα φέρει πιο κοντά το τέλος της αμερικανικής ηγεμονίας.

Image

Image

‘Rubin’s Legacy: Essays on Rubin’s Theory of Value and Money’, BRILL 2026

The collective volume ‘Rubin’s Legacy: Essays on Rubin’s Theory of Value and Money’ has been published by BRILL in the Historical Materialism Book Series ( https://brill.com/display/title/74128?fbclid=IwY2xjawRmg59leHRuA2FlbQIxMQBicmlkETBwdUdUbWtabDR6Sk9EUGk5c3J0YwZhcHBfaWQQMjIyMDM5MTc4ODIwMDg5MgABHgBthoxTUGDVYcrADopIC3AnRMWnfG2hZFNmgQeIfxLXKzZo1D756TJUsFu4_aem_-ru4rj_cb9-N_qv0sE_Yww) .

The editor of the book is Fred Moseley.

Image

In this volume 10 authors evaluate the contribution of I.I.Rubin in the Marxist Political Economy. Rubin was an important Soviet economist in the 1920s and is still influential today in Marxian scholarship around the world. One of his paramount contributions was his emphasis on dialectical materialist reasoning in the analysis of Marxist Political Economy. This book presents assessments of Rubin’s legacy by ten Marx scholars from six different countries. The main controversy continues to be the relative significance of production and circulation in the determination of the value of commodities. A majority of authors in this book conclude that Rubin’s view was that value is determined in production and realized in circulation, which is contrary to the value-form and Neue Marx Lekture interpretation of Rubin.

In this book I have contributed a chapter titled ‘Was I.I.Rubin a ‘Rubinist?’.

The core of my argument is the following.

The discovery by the non-russian readers of Rubin’s (1973) book Essays on Marx’s Theory of Value played a crucial role in the raging in the 1970s Value Debate. The latter was a theoretical debate which however was taking place within the eruption of radical movements of that period. The gist of that debate was the controversy between the neo-Ricardians and the Marxists. The former argued maintained that Marx’s Value theory was erroneous and that the Sraffian approach was superior in understanding the modus operandi of capitalist economies. The latter argued that Marx’s Value theory has explanatory superiority both in technical analytical terms but also in more general politico-economic terms. They rightfully accused neo-Ricardianism for technicism and showed that Marxism had a superior understanding of the social dimension (see Fine (1986)). There were two other major Marxist arguments against neo-Ricardians (but also against some older Marxists). The first was that they failed to comprehend Marx’s dialectical economic analysis. The second was that they could not distinguish between Ricardo’s and Marx’s approach. On both these issues the Essays on Marx’s Theory of Value played a crucial role as they paradigmatically exemplified both these points. In particular the established rigorously the difference between Marx’s Value theory of Abstract Labour as opposed to Ricardo’s Value Theory of Embodied Labour. Rubin showed meticulously how Marx’s conception emphasized class relations in contrast to Ricardo’s technicism. Moreover, it should be noted that behind this theoretical debate lurked – to a great extent – a political debate: whether Marxism should have an autonomous political presence and intervention or it should be an appendage of the Keynesian policies and politics.

This debate had certain spillovers. One of them was the emergence of a ‘Rubin School’ (e.g. Benetti & Cartelier (1980), Deleplace (1979), De Vroey (1981)) that, in order to confront Sraffian technicism, resorted in directly identifying abstract labour with money. In this way they believed that they have discovered an unmediated direct presence of abstract labour within capitalism. In this context, the qualitative aspect of value was divorced from the quantitative; and while the former was prioritised, the latter was undermined. Characteristically, Benetti and Cartelier argued that values and prices are ‘incommensurable’ factors and criticised Marx for attempting to establish equations of the type ‘sum of prices equals sum of values’. The end result was a failure to understand properly the inner workings of the capitalist economy. This led this older ‘Rubin school’ to the total abandonment of value as redundant – curiously the same argument with their Sraffian arch-rivals – and in considering money as both substance and form of socialisation. Furthermore, this old – and now defunct – ‘Rubin School’ maltreated Rubin and his views. Rubin in many places has affirmed that value can be studied without money having been previously established (Rubin (1978):36). Additionally, he explicitly condemned the view that value is created in circulation, stating that ‘abstract labour and value are created or “come about”, “become” in the process of direct production … and are only realised in the process of exchange’ (Rubin (1978:125). Last but not the least, Rubin (1973) upheld and rigorously developed the dialectical relationship between the ‘immanent measure of value’ (labour) and the ‘external measure of value’ (money); explicitly recognizing the primacy of the former.

The recent discovery of another Rubin (2018) book titled Essays on Marx’s Theory of Money intervenes in a newer debate. From several sides within Marxist Political Economy it is advanced the argument that Marx had a ‘monetary theory of value’ (e.g. Heinrich (1999), Bellofiore (1989)). The gist of this approach is very similar to that of the older ‘Rubin School’ and for this reason it can rightfully branded as the newer ‘Rubin School’. Characteristically, Heinrich (1999: 242) rejects the idea that money is an expression of the ‘immanent quantity of value’ and argues – completely erroneous and unrealistically – that money is the only possible form in which the value of a commodity. He, moreover, adds that ‘there can be no form in which value is manifested independently of exchange’.

This newer ‘Rubin School’ enlists Rubin’s last book as a revered standard-bearer and forefather of its approach. Implicitly, it is implied that Rubin’s Essays on Marx’s Theory of Money differ essentially from his Essays on Marx’s Theory of Value in the sense that in the latter Rubin adopted more radical views and departed further from classical Marxist conceptions. Notwithstanding, this last Rubin book is quite thorny for the newer ‘Rubin School’. First, it explicitly declares that it complements the Essays on Marx’s Theory of Value as the theory of value precedes the theory of money. Moreover, he explicitly endorses Marx’s argument: that the common social substance of all commodities is labour (Rubin (2018): 634).

This paper argues that both older and newer ‘Rubin schools’ misinterpret Rubin’s work and also fail to comprehend the actual working of the capitalist economy. It shows that the Essays on Marx’s Theory of Money are a continuation of the Essays on Marx’s Theory of Value. Therefore, Rubin is not a value-form theorist. Last but not the least, for Rubin – as for Marx and the Marxist tradition – the quantitative dimension of value is not his primary concern. But, on the other hand, their analysis of the qualitative dimension of value – which is their primary concern – correlates with and does not neglect the quantitative dimension of value.

REFERENCES

Bellofiore R. (1989), A Monetary Labor Theory of Value, Review of Radical Political Economics vol.21 no.1-2

Benetti C. & Cartelier J. (1980), Marchands, salaries et capitalistes, Paris: Maspero

Cartelier J. (1976), Surproduit et reproduction sociale, Paris:Maspero

Deleplace G. (1979), Theories du capitalisme, Grenoble: Presses Universitaires de Grenoble-Maspero

De Vroey M. (1981), ‘Value, Production and Exchange’ in Steedman I. & P. Sweezy (eds.) The Value Controversy, London: Verso

De Vroey M. (1982), ‘On the Obsolescence of the Marxian Theory of Value: A Critical Review’, Capital & Class no.17

De Vroey M. (1984), ‘Inflation: a non-monetarist monetary interpretation’, Cambridge Journal of Economics vol.8 no.4

Fine B. (1986), The Value Dimension: Marx versus Ricardo and Sraffa, London: Routledge

Heinrich M. (1999), Die Wissenschaft vom Wert: Die Marxsche Kritik der politischen Okonomie zwischen wissenschaftlicher Revolution und klassischer Tradition, Munster: Westfalisches Dampfboot.

Rubin I.I. (1973), Essays on Marx’s Theory of Value, Montréal: Black & Rose

Rubin I.I. (1978), ‘Abstract labour and value in Marx’s system’, Capital & Class no.5

Rubin I.I. (2018), Essays on Marx’s Theory of Money, in Responses to Marx’s Capital: From Rudolf Hilferding to Isaac Ilich Rubin, Leyden: Brill

Image
Image

Αγώνας για τη μείωση του εργάσιμου χρόνου – Αγώνας για τη ζωή – Εργατική Λέσχη Καλλιθέας

Πέμπτη 30 Απριλίου, 7:30 μμ., ΛΑΣΚΑΡΙΔΟΥ 134

Ομιλητής: Σταύρος Μαυρουδέας (καθηγητής Πολιτικής Οικονομίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο)

Ακολουθεί το βίντεο της εκδήλωσης

Εργατική Λέσχη Καλλιθέας: 1η ΜΑΗ: Για το Σικάγο της εποχής μας

Αγώνας για τη μείωση του εργάσιμου χρόνου – Αγώνας για τη ζωή

Εργατική Λέσχη Καλλιθέας

Στην Ελλάδα οι εργαζόμενοι δουλεύουν 316 ώρες περισσότερες απ’ ό,τι οι εργαζόμενοι στις άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Ταυτόχρονα όμως η Ελλάδα βρίσκεται στις πρώτες θέσεις με ποσοστά του πληθυσμού σε συνθήκες φτώχειας ή κινδύνου φτώχειας. Η αύξηση του χρόνου εργασίας λοιπόν, δεν αυξάνει τα εισοδήματα των λαϊκών οικογενειών. Στην Εργατική Λέσχη Καλλιθέας συζητάμε για τον εργάσιμο χρόνο, τις συνέπειες που έχει η αύξησή του στις ζωές των εργαζομένων και τις δυνατότητες να επιβάλλουμε τη μείωσή του, χωρίς μείωση των αποδοχών.

Εκδήλωση-συζήτηση

1η ΜΑΗ: Για το Σικάγο της εποχής μας

Αγώνας για τη μείωση του εργάσιμου χρόνου – Αγώνας για τη ζωή

Πέμπτη 30 Απριλίου, 7:30 μμ., ΛΑΣΚΑΡΙΔΟΥ 134

ομιλητής: Σταύρος Μαυρουδέας (καθηγητής Πολιτικής Οικονομίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο)

Θα παρέμβουν συνδικαλιστές/συνδικαλίστριες

Σύμφωνα με τα επίσημα στατιστικά στοιχεία το 27,5% του πληθυσμού της χώρας βρίσκεται σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού (από τα υψηλότερα στην Ευρώπη), ενώ την ίδια στιγμή οι εργαζόμενοι στην Ελλάδα δουλεύουν κατά μέσο όρο 1.886 ώρες ανά έτος (316 περισσότερες από τον μέσο όρο των άλλων ευρωπαϊκών χωρών).

Το συμπέρασμα απλό: Η αύξηση του εργάσιμου χρόνου, η καταστρατήγηση του 8ωρου, το 13ωρο που δια νόμου χάρισε η κυβέρνηση στους εργοδότες, αυξάνουν τη φτώχεια και όχι τα εισοδήματα των λαϊκών οικογενειών.

Αυξάνουν επίσης την εργασιακή επισφάλεια, τη σωματική και ψυχική εξάντληση των εργαζόμενων, τα θανατηφόρα εργατικά δυστυχήματα, αλλά ταυτόχρονα αυξάνουν και τα κέρδη των αφεντικών. Γι’ αυτό και η κυβέρνησή τους προσπαθεί να επιβάλει στον κόσμο την αντίληψη ότι αυτή η κατάσταση είναι μια “κανονικότητα” που δεν αλλάζει και ότι το μόνο στο οποίο μπορούν να ελπίζουν οι εργαζόμενοι, είναι τα ψίχουλα από το μεγάλο φαγοπότι της μεταμνημονιακής καπιταλιστικής κερδοφορίας και που κι αυτά όμως, εξαντλούνται πριν βγει ο μήνας, εξαιτίας των διαρκών και ασύδοτων αυξήσεων στα ενοίκια, τους λογαριασμούς, τα τρόφιμα…

Όμως αυτή η “κανονικότητα” την οποία η κυβέρνηση της ΝΔ επιβάλλει με καταστολή, αυταρχισμό και αστυνομοκρατία, είναι μια δικιά τους ψευδαίσθηση που θα διαλυθεί απέναντι σε μια αποφασιστική κινητοποίηση της εργατικής τάξης. Πριν ακριβώς 140 χρόνια μια εργατική εξέγερση στο Σικάγο γκρέμισε την κανονικότητα των 12 και 15 ωρών εργασίας τη μέρα και έγινε η αφετηρία για την κατάκτηση του 8ωρου τα επόμενα χρόνια. Και πριν από 90 χρόνια ένα κίνημα εργοστασιακών καταλήψεων στη Γαλλία οδήγησε σε πρωτοφανή μέχρι τότε κατακτήσεις για την εργατική τάξη (15ημερη πληρωμένη άδεια το χρόνο, συλλογικές συμβάσεις εργασίας, 5ήμερη εβδομάδα 40 ωρών εργασίας).

Η 1η Μάη είναι για την εργατική τάξη σε όλο τον κόσμο μια μέρα που κινητοποιείται για να υπερασπιστεί τις κατακτήσεις της, να διεκδικήσει τα δικαιώματά της, να οργανώσει τις αντιστάσεις της στις επιθέσεις των εργοδοτών και να διατηρήσει ζωντανή τη μνήμη των αγώνων της. Το αίτημα για μείωση του εργάσιμου χρόνου και αυξήσεις στους μισθούς βρίσκεται σήμερα στον πυρήνα της απάντησης στο ερώτημα, πώς μπορούμε να αλλάξουμε αυτή την “κανονικότητα” που διαλύει τις ζωές μας.

Στην Εργατική Λέσχη Καλλιθέας συζητάμε για τον εργάσιμο χρόνο, τις συνέπειες που έχει η αύξησή του στις ζωές των εργαζομένων και τις δυνατότητες να επιβάλουμε τη μείωσή του, χωρίς μείωση των αποδοχών.

1η Μάη, διαδηλώνουμε για τα δικαιώματά μας

Image

“Η κρίση της ελληνικής οικονομίας του 2010 και το πρόβλημα του παραγωγικού υποδείγματος” – Στ.Μαυρουδέας, διάλεξη ΕΑΠ-ΕΚοιΠ

Το Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο, η Σχολή Κοινωνικών Επιστημών και τα Προγράμματα Σπουδών Διοίκησης Επιχειρήσεων & Οργανισμών και Δημόσιας Διοίκησης σε συνεργασία με το Εργαστήριο Κοινωνικής Πολιτικής (τμήμα Κοινων. Πολιτικής, Πάντειο Πανεπιστήμιο) διοργάνωσε διαδικτυακή διάλεξη του καθηγητή κ. Σταύρου Μαυρουδέα με θέμα “Η κρίση της ελληνικής οικονομίας του 2010 και το πρόβλημα του παραγωγικού υποδείγματος” την Πέμπτη, 23 Απριλίου 2026, και ώρα 19.00 μ.μ.

Διάλεξη ΕΑΠ-ΕΚοιΠ: “Η κρίση της ελληνικής οικονομίας του 2010 και το πρόβλημα του παραγωγικού υποδείγματος”, 23 Απριλίου 2026, 19.00 μ.μ.

Image
Image

Το Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο, η Σχολή Κοινωνικών Επιστημών και τα Προγράμματα Σπουδών Διοίκησης Επιχειρήσεων & Οργανισμών και Δημόσιας Διοίκησης σε συνεργασία με το Εργαστήριο Κοινωνικής Πολιτικής (τμήμα Κοινων. Πολιτικής, Πάντειο Πανεπιστήμιο) σας προσκαλούν την Πέμπτη, 23 Απριλίου 2026, και ώρα 19.00 μ.μ. στη διαδικτυακή διάλεξη του καθηγητή κ. Σταύρου Μαυρουδέα με θέμα “Η κρίση της ελληνικής οικονομίας του 2010 και το πρόβλημα του παραγωγικού υποδείγματος”.

Λίγα λόγια για το θέμα.

Η πλειονότητα των επίσημων (ορθόδοξων) ερμηνειών θεωρούσαν την ελληνική κρίση του 2010 ως κρίση (δημόσιου) χρέους που προκάλεσε την κρίση του ισοζυγίου πληρωμών (δίδυμα ελλείμματα). Οι ετερόδοξες ερμηνείες αντέστρεφαν την σειρά αιτιότητας προβάλλοντας ότι το έλλειμμα του ισοζυγίου πληρωμών (λόγω εμπορικού ελλείμματος) προκάλεσε την κρίση δημόσιου χρέους. Πιο ριζοσπαστικές αλλά και μειοψηφικές ερμηνείες υποστήριζαν ότι στην βάση των δίδυμων ελλειμμάτων βρίσκονται το προβληματικό παραγωγικό υπόδειγμα με βάση το οποίο λειτουργεί η ελληνική οικονομία. Συνεπώς τόνιζαν τον δομικό χαρακτήρα της κρίσης (αποβιομηχάνιση, υπερτροφικός τριτογενής τομέας κλπ.) σε αντίθεση με τις προηγούμενες που πρόβαλλαν κυρίως συγκυριακά και κυκλικά χαρακτηριστικά (επιλογές οικονομικής πολιτικής). Η μερική ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας επανάφερε στο επίκεντρο το πρόβλημα του παραγωγικού υποδείγματος καθώς η βιωσιμότητα της ανάκαμψης εξαρτάται από την ύπαρξη (και την αντιμετώπιση) δομικών προβλημάτων. Η εισήγηση αυτή παρουσιάζει τις διαφορετικές θεωρητικές προσεγγίσεις για την κρίση και το πρόβλημα του παραγωγικού υποδείγματος.

Ο ομιλητής κ. Σταύρος Μαυρουδέας είναι Καθηγητής Πολιτικής Οικονομίας στο τμήμα Κοινωνικής Πολιτικής του Παντείου Πανεπιστημίου. Σπούδασε στο ΕΚΠΑ (προπτυχιακά) και στο Πανεπιστήμιο του Λονδίνου (μεταπτυχιακά). Είναι ιδρυτικό μέλος της Επιστημονικής Εταιρείας Πολιτικής Οικονομίας και διετέλεσε μέλος του διοικητικού συμβουλίου της σε διάφορες θέσεις ευθύνης. Έχει συγγράψει άρθρα, βιβλία και κεφάλαια σε συλλογικούς τόμους σε ελληνικές και διεθνείς εκδόσεις. Έχει συμμετάσχει σε πολλά ακαδημαϊκά συνέδρια ως εισηγητής, προεδρεύων, μέλος της οργανωτικής ή/και της επιστημονικής επιτροπής και έχει δώσει πολλές ακαδημαϊκές διαλέξεις στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Διατελεί επίσης μέλος της συντακτικής επιτροπής, της συμβουλευτικής επιτροπής ή/και κριτής σε διεθνή ακαδημαϊκά περιοδικά  και εκδοτικούς οίκους. Έχει ακόμη διατελέσει επισκέπτης ερευνητής σε αρκετά πανεπιστήμια άλλων χωρών.

Η διάλεξη θα προβληθεί ζωντανά μέσω της πλατφόρμας Webex στον σύνδεσμο του ΠΣ ΔΗΔ: https://hou.webex.com/meet/dps-did

‘In an era marked by AI is the Marxist Labour Theory of Value still valid?’ – S.Mavroudeas, Moscow Lomonosov University, 15/4/2026

I was invited to give a lecture in a programme of the Moscow Lomonosov University (15/4/2026).

The subject of my lecture was ‘In an era marked by AI is the Marxist Labour Theory of Value still valid?’

The lecture was organised by the Interfaculty course taught at the Faculty of Philosophy of Lomonosov Moscow State University «Creative Revolution: Changes in Labor Content, New Role of Creative Labor, Homo Creator». The organiser of the course is the Center for Modern Marxist Studies (Faculty of Philosophy of Lomonosov Moscow State University).

The abstract of the talk is the following:

This paper addresses the issue of new information technologies and especially of the so-called artificial intelligence (AI). It proposes a critical evaluation of both their abilities and also their purported purge of human labor from the economy. Main points of this presentation are the following. First, under the rubrique of (IT), in the past, and AI, nowadays, quite different processes are being bundled. This leads to a certain analytical fuzziness. Second, their real impact on the economy is highly dubious. As the famous Solow paradox showed in regard to IT, they do not necessarily increase productivity. Thus, older (under IT) and newer (under AI) talks about industrial revolutions are not verified. Fourth, arguments about the total displacement of human labour are highly exaggerated. In conclusion, this paper argues that the Marxist Labour Theory of Value (LTV) is perfectly suited to explain these technological developments.

The video link for the talk is provided above.

Image

The Crisis of US Hegemony: Stavros Mavroudeas on Contemporary Capitalism and Global Power – Corvinus University, Budapest 27-1-2026 – VIDEO

The video of my talk for TEK at Corvinus University (Budapest) follows:

https://youtu.be/9s3vrgvcbfQ

The Crisis of US Hegemony: Stavros Mavroudeas on Contemporary Capitalism and Global Power – Corvinus University, Budapest 27-1-2026

Is the era of U.S. global dominance coming to an end?

What does the Trump era reveal about the crisis of capitalism and shifting global power relations?

Stavros Mavroudeas is Professor of Political Economy at Panteion University in Greece and a leading Marxist political economist. Ηis work focuses on the structural dynamics of contemporary capitalism: economic crises, imperial power relations, and the political forms that emerge from them. Across his research, Mavroudeas examines how capitalist crises reshape global hierarchies – and how these shifts intersect with authoritarian political projects in the current world order.

In his lecture for the Társadalomelméleti Kollégium (TEK), Mavroudeas moves beyond individual political events and personalities to examine the structural forces shaping the current global order. Using the Trump administration as a key reference point, he explores how economic crises, imperial power, and political authoritarianism intersect in today’s world economy — and what these developments tell us about the future of U.S. hegemony.

The event aims to open a critical discussion on capitalism, global power structures, and authoritarian tendencies in the current world economy.

The lecture will be followed by a discussion and Q&A.

🍻 After the event, everyone is warmly invited to continue the discussion informally over drinks at Auróra.

🗓️ January 27, 2026 – 5:00 PM

📍 Corvinus University of Budapest, Building E, Lecture Hall I

🗣️ Language: English

Organised by the Társadalomelméleti Kollégium (TEK) of Corvinus University

Image

Competing Theories on Global and Regional Vaccine Inequities – Vaccines 2025, 13(12)

Image

Competing Theories on Global and Regional Vaccine Inequities: A Scoping Literature Review Within the Context of the COVID-19 Pandemic

This article has been published in the journla Vaccines 202513(12), 1254; https://doi.org/10.3390/vaccines13121254. It belongs to the Special Issue COVID-19 Vaccination and Public Health: Addressing Global, Regional and Within-Country Inequalities)

It was authored by: 

Karl Philipp Puchner, Laboratory of Primary Health Care, General Medicine and Health Services Research, School of Medicine, Aristotle University of Thessaloniki, 540 06 Thessaloniki, Greece

Elias Kondilis, Laboratory of Primary Health Care, General Medicine and Health Services Research, School of Medicine, Aristotle University of Thessaloniki, 540 06 Thessaloniki, Greece

Nasia Palantza, Laboratory of Primary Health Care, General Medicine and Health Services Research, School of Medicine, Aristotle University of Thessaloniki, 540 06 Thessaloniki, Greece

Stergios Seretis, Laboratory of Primary Health Care, General Medicine and Health Services Research, School of Medicine, Aristotle University of Thessaloniki, 540 06 Thessaloniki, Greece 

Stavros Mavroudeas, Department of Social Policy, Panteion University of Social and Political Sciences, 176 71 Athens, Greece

Alexis Benos, Laboratory of Primary Health Care, General Medicine and Health Services Research, School of Medicine, Aristotle University of Thessaloniki, 540 06 Thessaloniki, Greece and

Dimitris Papamichail , Laboratory of Epidemiology, Health Determinants and Well-Being, Department of Public Health Policy, University of West Attica, 115 21 Athens, Greece

Abstract

Background/Objectives: Despite global efforts, COVID-19 revealed severe spatial vaccine inequities, disproportionately affecting low- and middle-income countries (LMICs). Scholars across disciplines proposed numerous—and often competing—terms and theories to explain these disparities. In this review and within the context of the COVID-19 pandemic, we assess the usage, definition, and appropriateness of these terms and their linked theories or frameworks. Methods: We conducted a scoping review aiming to clarify key definitions, concepts, and frameworks of eight prominent terms used in the literature regarding COVID-19 global and/or regional vaccine inequities (i.e., vaccine nationalismvaccine apartheidvaccine colonialismvaccine imperialismvaccine racismvaccine diplomacyvaccine solidarity, and vaccine internationalism). The methodology followed the Preferred Reporting Items for Systematic Reviews and Meta-analysis guidelines for Scoping Reviews and included papers from January 2020 to the end of October 2024. Results: We included 79 papers in our study. The majority (71%) were published in 2021–2022, with less than one-quarter authored by scholars from LMICs. Vaccine imperialism was consistently defined but rarely used, while vaccine nationalism and vaccine apartheid appeared more frequently with varied meanings. Yet, in most cases, all of these concepts identified economic interests of vaccine-producing countries as the root cause of the observed vaccine inequities. Vaccine diplomacy showed similar ambiguity, viewed by some as worsening inequities and by others as potentially mitigating them. The terms vaccine racismvaccine colonialism, and vaccine solidarity were not explicitly identified but appear to be embedded within the definitions of other prominent terms detected. Conclusions: Across the preselected terms examined, we found numerous—and often conflicting—definitions, revealing the fragmented and competing understandings of the major drivers fueling global vaccine inequities. This lack of coherence inhibits evidence synthesis or shared theoretical progress but, most importantly, might undermine current and future efforts to address these inequities.

Keywords: 

global vaccine inequitiesregional vaccine inequitiesvaccine nationalismvaccine apartheidvaccine imperialismvaccine diplomacy

Thius is an open access article. It can be downloaded freely here: Competing Theories on Global and Regional Vaccine Inequities: A Scoping Literature Review Within the Context of the COVID-19 Pandemic