Λόγος Παράταιρος

«Παράταιρος ο λόγος ο δυνατός/ μέσα σε μια πολιτεία που σωπαίνει» (Γ. Ρίτσος)

Πες το με ποίηση (504ο): «ΗΛΙΟΤΡΟΠΙΑ»…

Ήλιοι – Ορφέας Περίδης

1.ΗΛΙΟΙ

Μέσα απ’ τα άνθη τα πολλά

ένας ήλιος μου γελά

στρογγυλός σαν πιάτο

.

Κι ένας άλλος φωτεινός

ρίχνει μάτι απ’ το βουνό

και χαρές γεμάτο

.

Κι είναι τώρα τραλαλά

ένας ήλιος στα ψηλά

κι ένας ήλιος κάτω

ΣΤΕΛΙΟΣ ΣΠΕΡΑΝΤΖΑΣ

******

2. ΗΛΙΟΤΡΟΠΙΑ

Μεγάλα, εκτυφλωτικά ηλιοτρόπια σ' έρημους κήπους.

Τα χίλια μάτια του μεσημεριού κίτρινα.

Κίτρινη λάμψη, κίτρινη αδειοσύνη του καλοκαιριού

καίγοντας πέτρες, καλαμπόκια, σώματα. Η ποίηση

τυφλωμένη απ' το φέγγος, γυρεύει έναν ίσκιο,

φτιάχνει έναν ίσκιο, γίνεται πιο φως.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ

*******

3. Ο ΚΑΜΠΟΣ ΤΩΝ ΗΛΙΟΤΡΟΠΙΩΝ

Απέραντη πεδιάδα κατάφυτη ηλιοτρόπια. Φυσάει αγέρας.

Λαμποκοπάει ο ήλιος. Τα ηλιοτρόπια τρέχουν, χορεύουν,

χειρονομούν με κυκλικές πυρκαγιές. Αστράφτει το τοπίο.

Αρπάζει ο αγέρας τα μαλλιά της Βάννας. Τα μαλλιά της

σαν χέρια αρσενικά τριχωτά της τυλίγουνε τ’ όμορφο πρόσωπο. Βάννα,

φυλάξου, θα σε πάρει ο αγέρας κρατήσου

εδώ, απ’ τα κάγκελα της γέφυρας· φυλάξου, σου λέω· τα ηλιοτρόπια

έρχονται να σε πάρουν, να σε κρύψουν στη χρυσή τους φαμίλια,

να σε κάνουν και σένα ένα ψηλόλιγνο ηλιοτρόπιο γερμένο ελαφρά προς

τον ήλιο.

.

Α, τα ηλιοτρόπια,

αυτά που φτιάχνουν το σπορέλαιο για το δείπνο των βοσκών και των

ψαράδων

αυτά που φτιάχνουνε τους πασατέμπους να μασάνε τα κορίτσια στους

υπαίθριους κινηματογράφους,

αυτά που φτιάχνουμε μυριάδες φάσματα μαλαματένια στον αέρα και στη

μνήμη,

χωρίς ν’ αφήνουν πια καθόλου θέση για τη θλίψη. Κι η θλίψη

κάθεται καταμόναχη πλάι στο ποτάμι και κλαίει

εγκαταλελειμμένη κι από την ποίηση, την τελευταία της φίλη.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ

******

4. ΕΚΤΡΟΠΗ

Αντί για υακίνθους

είπα να σου φέρω σήμερα ηλιοτρόπια

να έχει η φροντίδα μου πιο ευθυτενές κοτσάνι

και το οστεώδες πλέον νόημά της να μου φανεί

στρογγυλοπρόσωπο ηλιόσπορους γεμάτο.

.

Ηλιοτρόπια. Συσσωρευτές λάμπουσας θερμότητας.

Ευχήθηκα να επωφεληθείς.

.

Κι αφού ετακτοποίησα σε ύψος ομοιόμορφο

αισθητικά το χρέος μου στο βάζο

κοντοστάθηκα λίγο να βεβαιωθώ

ότι τα ηλιοτρόπια θα τραπούν

εκεί που επαγγέλλει το όνομά τους.

.

Κατάπληκτη να στρέφουνε τα είδα

προς της ευχής μου την παράφρονα εκπλήρωση

κοιτάζοντας αντί τον ήλιο εσένα.

.

Τιμής ένεκεν.

Υπήρξες

χιλιάδες έτη φωτός

απέχεις.

ΚΙΚΗ ΔΗΜΟΥΛΑ (2001 ΗΧΟΣ ΑΠΟΜΑΚΡΥΝΣΕΩΝ, Ίκαρος)

Θάλασσα από Ηλιοτρόπια (Sea of Sunflowers) – Ε. Ρεμπούτσικα

5. Η ΕΠΟΧΗ ΜΕ ΤΑ ΗΛΙΟΤΡΟΠΙΑ

Την παγερή τούτη άνοιξη

λέω να μαζέψω τα υπάρχοντά μου.

.

Θα τυλίξω

στο μεγάλο μαύρο μαντίλι

τούς ξεθωριασμένους καλοκαιρινούς ήλιους

θαλασσινές ανεμώνες

και τις τελευταίες πευκοβελόνες

από τα μαλλιά σου.

Θα τυλίξω το φαγωμένο δέρμα

από τις παλιές μας χειραψίες,

τα κίτρινα γάντια

με την κηλίδα μελάνης στο δείκτη.

Την παγερή τούτη άνοιξη

στη μέση τού δωματίου

θ᾿  ανάψω μια φωτιά

με τα παλιά σου γράμματα.

Μια φωτιά

για όλες τις παγωμένες

εποχές που με κατακλύζουν.

Την τελευταία τούτη εαρινή ισημερία.

ΠΡΟΔΡΟΜΟΣ Χ. ΜΑΡΚΟΓΛΟΥ, Έγκλειστοι (1962)

******

6. Α, ΗΛΙΟΤΡΟΠΙΟ

Α, ηλιοτρόπιο! κουρασμένο απ’ το χρόνο

του ήλιου τα βήματα μετρώντας

τη χρυσή ωραία χώρα αναζητώντας

όπου του ταξιδιώτη ο δρόμος παύει –

.

εκεί που οι νέοι σβήσαν απ’ τον πόθο

και η χλωμή παρθένος θάφτηκε στο χιόνι,

ξυπνούν από τους τάφους και ποθούν,

όπου το ηλιοτρόπιό μου θέλει να βρεθούν.

ΟΥΪΛΛΙΑΜ ΜΠΛΑΙΗΚ [WILLIAM BLAKE (1757-1827)]: Μετάφραση: Γιάννης

Λειβαδάς

7. ΤΟ ΗΛΙΟΤΡΟΠΙΟ ΤΟΥ ΜΠΛΕΙΚ

Ι

Γιατί είπε ο Μπλέηκ,

«Το ηλιοτρόπιο είναι κουρασμένο απ’ τον καιρό;»

Κάθε φορά που τα βλέπω

μου φαίνεται πως λένε

Τώρα! με τη σύγκρουση

των κυμβάλων

Πολύ ευχαριστημένα

και θετικά

και απολύτως χαρούμενα

μέσα στη δική τους στρογγυλή λάμψη. 

II

Συγνώμη, Μπλέηκ,

τώρα καταλαβαίνω τι εννοείς.

Οι καταιγίδες και ο παγετός έχουν κακοποιήσει

την λαμπερή τους απόλαυση

και παρόλο που στέκονται ακόμα όρθια

τίποτα δεν θα μπορούσε να μαρτυρήσει την καταστροφή

περισσότερο από τα κουρασμένα

απογοητευμένα κρεμασμένα κεφάλια τους.

ΕΛΙΖΑΜΠΕΘ ΣΜΑΡΤ (1913-1986) Μετ: Ασημίνα Ξηρογιάννη

******

8. ΗΛΙΟΤΡΟΠΙΑ

Νοιώθω πως

η καταιγίδα που σε απειλεί

όμοια

διώκει και μένα.

.

Καθολικά μοιρασμένος

θανάσιμα τραυματισμένος

ένας μη υπαρκτός

ο ένας τίποτα στο σύνολο αριθμός.

.

Βρίσκομαι συχνά πυκνά

να ονειρεύομαι

λουσμένος ηλιοτρόπια

πώς μου ανήκει η λευτεριά μου.

ΛΟΥΚΙΑ ΠΛΥΤΑ

******

9. ΤΑ ΗΛΙΟΤΡΟΠΙΑ ΤΩΝ ΕΒΡΑΙΩΝ

Κάθε φορά που τρίζει η σκάλα μας,

«λες να ΄ναι αυτοί επιτέλους;» σκέφτομαι,

κι ύστερα φεύγω και με τις ώρες

κατακίτρινα ζωγραφίζω ηλιοτρόπια.

.

Όμως αύριο ώσπου να ξεχαστώ,

στην αίθουσα αναμονής το τρένο

απ΄ την Κρακόβια θα περιμένω.

.

Κι αργά τη νύχτα, όταν ίσως κατεβούν

ωχροί, σφίγγοντας τα δόντια

«αργήσατε τόσο να μου γράψετε»

θα κάνω δήθεν αδιάφορα.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΙΩΑΝΝΟΥ, “Ηλιοτρόπια”, 1954 -Τα Χίλια Δέντρα και άλλα

ποιήματα

******

10. ΧΑΜΕΝΟΣ

Δε μπορώ πια να περάσω

μες’ από τούτη την αλέα του Χρόνου

δίχως τα κίτρινά μου γάντια

και τη μάσκα της αυστηρότητας.

Γιατί χιλιάδες φιλύποπτα μάτια

πίσω από θάμνους

με κατασκοπεύουν.

.

Όχι δεν είναι τούτη

Η εποχή μου.

Ωστόσο περιμένω μ’ ελπίδα

την ημέρα

που τα ηλιοτρόπια

κι οι μανόλιες

θ’ ανθίσουν για πάντα.

.

Τότε θα χρειαστεί να τιμωρήσω

το φίδι που φτύνει

Το φαρμάκι του στη σάρκα μου.

ΝΙΚΟΣ ΚΑΧΤΙΤΣΗΣ

******

11. ΗΛΙΟΤΡΟΠΙΑ

Μη σκύβεις να φιλήσεις

το δάκρυ που κυλάει

πάνω στο χώμα

το τρένο σφυρίζει αντίο

κι εσύ πρέπει να φύγεις

αντίο, καλέ μου.

.

Χιλιάδες ηλιοτρόπια

κάτω απ’ τον γαλάζιο ανασεμό

τούτης της ανοιξιάτικης μέρας

γέρνουν πάνω στις ερωτευμένες μνήμες μας

και θυμίζουν το ευτυχισμένο όνειρο

που σκότωσε ο πόλεμος.

.

Το τρένο σφυρίζει αντίο

κι εσύ φεύγεις

η σκιά του χωρισμού

καλύπτει το πρόσωπό σου

το δάκρυ κυλάει στο χώμα

και πεθαίνει

αντίο, καλέ μου.

ΦΑΝΗ ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΟΥ, Φωτεινές ανταύγειες και νυχτερινοί φόβοι της

μοναξιάς (1987)

******

12. Ο ΜΠΡΕΤΟΝ ΑΓΑΠΟΥΣΕ ΤΑ ΗΛΙΟΤΡΟΠΙΑ

Στον κεραυνοβόλο ύπνο του

κρατά τον ήλιο

Ένα αστέρι πέφτει

επιστρέφει στο αμνιακό υγρό

Μια διαμαντόπετρα

φέρνει τον κατακλυσμό

Τα όνειρα

Μουσκεύουν στη βροχή

Μαζεύει στις τσέπες του

Σφαίρες … αδέσποτα…μαύρα… σπόρια

.

Τα ηλιοτρόπια

γυρίζουν το κούφιο τους κεφάλι

για να τον κοιτάξουν

εδώ, εδώ, εδώ, εδώ

Ασήμαντη λεπτομέρεια

Ο ήλιος έπεσε

ανέτειλε ο κ ε ρ α υ ν ό ς

.

Ως αυτόπτης μάρτυρας

αποτρόπαιου θεάματος

από τις στάχτες του

λάμποντας

ξεπροβάλλει

λίγο πριν τυφλώσει

το επόμενο ανυπεράσπιστο πάθος

για έναν έρωτα τυχαίο

ο ελεύθερος σκοπευτής

ξανά

καραδοκεί

ΕΛΣΑ ΚΟΡΝΕΤΗ, “ΑΓΓΕΛόΠΤΕΡΑ, εκδ. Μελάνι, 2016.

******

13. ΗΛΙΟΤΡΟΠΙΟ

Αν μπορούσες

να χαμήλωνες τ' ανάστημα

να χωρούσες ξανά

στο γέλιο και τη λύπη ενός παιδιού,

ίσως να ένιωθες έστω κι αργά

την ανυποψία της μάταιης δόξας.

Ίσως να μπορούσες για μια στιγμή

να διαγράψεις τα προσωπεία

που αλλοίωσαν τη ζωή σου

και το ευτελές αντίκρισμα

του αβέβαιου κέρδους.

.

Τα ταπεινά πουλιά,

στη δόξα της γύμνιας τους,

γράφουν διαδρομές αγγέλων

και τροπισμούς φωτός.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΟΔΙΝΑΡΑΣ, Φαράγγια των Αγγέλων (2008)

Βασίλης Καζούλης – Ηλιοτρόπια

14. ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΗΛΙΟΤΡΟΠΙΑ

Πιο πολύ κι απ’ τις γυναίκες που αγάπησα

Ανέμους σηκώνουν στη μνήμη μου

Εκείνες που μου δόθηκαν με αφοσίωση

Όπως ηλιοτρόπια στον ήλιο

Κι εγώ απόστρεψα το πρόσωπο

.

Πιο πολύ κι από εκείνες που μ’ αρνήθηκαν

Πριν χτυπήσει τρεις φορές το ρολόι

Το ματωμένο παράπονο μ’ εξουθενώνει

Των γυναικών που γκρεμίστηκαν στα πόδια μου

Κι αντί για ένα κλαδάκι ευγνωμοσύνης

Δέχτηκαν ανάμεσα στα μάτια

Σαν το πιστό σκυλί

την πέτρα της αχαριστίας μου

ΘΑΝΑΣΗΣ Ε. ΜΑΡΚΟΠΟΥΛΟΣ

******

15. ΠΕΡΣΙΚΟ ΗΛΙΟΤΡΟΠΙΟ

Αν ρόδο πεις και αν είναι υπερβολικός ή ο μόνος

που βρίσκεις έπαινος να πεις στη φίλη την καλή σου,

για κράτα το άνθος το υπερθαύμαστο και συντονίσου

αμέσως με το ηλιοτρόπιο που έρχεται επιμόνως

.

σαν τ’ αηδονάκι και πετά στον κήπο της με βιάση,

κελαηδιστά να την παινέσει, δίχως να το ξέρει

εκείνη. Δες στη νύχτα πόσα λόγια τής προσφέρει

γλυκά, που πάντα αρμόζονται γερά σε ωραία φράση

με το παντρύφερο των φωνηέντων μαντολίνο

που αρωματίζει ως περσικό μπυλμπύλ το μπαλντακίνο

.

στη σιγαλιά. – Κοντά στις φυλλωσιές διανυκτερεύουν

μαρμαρυγές αστέρων και μεταξωτά σταφύλια

και ενώνουνε στο ιώδες και μάγο σύμπαν και αναδεύουν

μοσχοβολιές γαλήνης με κανέλες και βανίλια.

RAINER MARIA RILKE, Μετ: Γιώργος Κεντρωτής.

Το Ηλιοτρόπιο (Ευγένιος Τριβιζάς)

16. ΣΤΑ ΗΛΙΟΤΡΟΠΙΑ

Η μνήμη μες στα ηλιοτρόπια κυλιέται

Θραύσματα λέξεων μες στο κίτρινο κουρνιάζουν

Μες στους αγρούς είπα να κοιμηθώ για κάποιες μέρες.

Να γιατρευτώ απ’ της απώλειας τις πληγές

Να ηρεμήσω με τις ξάστερες βραδιές

Να χαϊδευτώ στης φύσης τα χέρια

Κι ύστερα να ξεκινήσω να σου αφηγηθώ

Για σένα

Και

Για μένα

ΑΣΗΜΙΝΑ ΞΗΡΟΓΙΑΝΝΗ, Μια απέραντη ματιά (Ποιήματα 2018-2023),

Εκδόσεις Βακχικόν, 2023

Πες το με ποίηση (503ο): «Νεκροταφείο – κοιμητήριο – νεκροτομείο»…

«Εκείνος που γράφει ποιήματα είναι ακριβώς εκείνος

που περνά άφοβος από νεκροταφείο νύχτα»

(Ν. Καρούζος)

******************

Χ. Μπράβος, «Οικογενειακό νεκροταφείο»

Μην περπατήσεις
τούτα τα βουνά

η μάνα λέει
δεν κάνει να πατάμε
τους πεθαμένους

********************

Η πεδιάς και το νεκροταφείο – Σ. Γιαννάτου, Λ. Πλάτωνος

Κ. Καρυωτάκης, «Η πεδιάς και το νεκροταφείον»

(Πίναξ Ημιτελής)

Έχει πια δύσει ο ήλιος του χειμώνα,
και γρήγορα, σα θέατρο, σκοτεινιάζει,
ή σα να πέφτει πέπλο σε μια εικόνα.
Άλλο δε βρίσκει ο άνεμος, ταράζει
μόνο τ’ αγκάθια στην πεδιάδα όλη,
μόνο κάποιο χαρτί σ’ όλη τη φύση.
Μα το χαριτωμένο περιβόλι
αίμα και δάκρυα το ’χουνε ποτίσει.
Αδιάκοπα τα δέντρα ξεκινούνε,
κι οι πέτρινοι σταυροί σκίζουν σα χέρια
τον ουρανό ’πού σύννεφα περνούνε,
τον ουρανό που είναι χωρίς αστέρια.

(Ωραίο, φρικτό και απέριττο τοπίον!
Ελαιογραφία μεγάλου διδασκάλου.
Αλλά του λείπει μια σειρά ερειπίων
κι η επίσημος αγχόνη του Παγκάλου.)

Κώστας Καρυωτάκης (1896-1928), Ελεγεία και Σάτιρες, 1927

***********************

Ντ. Χριστιανόπουλος, Στο νεκροταφείο

Ήμουν σκυμμένος πάνω από τον τάφο της μητέρας

μου, τακτοποιώντας τα λουλούδια που της πήγα, ό-

ταν κατάλαβα πως κάποιος είχε έρθει και στεκόταν

από πίσω μου. Γύρισα κι είδα μια αδερφή, από αυτές

που συναντούσα χρόνια στο Βαρδάρι. «Έχετε εδώ τη

μητέρα σας;» με ρώτησε ευγενικά. Βαμμένα μαλλιά,

γυναικωτά φερσίματα, η γνωστή θηλυπρεπής φωνή.

«Βλέπω, την περιποιείστε πολύ,» συνέχισε· «όμως δε

νομίζετε πως αυτές οι μάνες μας κατέστρεψαν; Αν

σήμερα σερνόμαστε στο Βαρδάρι αυτές δεν είναι η

αιτία;» «Δεν έχει νόημα να ψάχνουμε για ευθύνες ε-

πάνω σ’ έναν τάφο,» είπα με δυσφορία·»πάντως να

ξέρετε ένα πράγμα: Αυτοί που δε λατρεύουνε τους

πεθαμένους τους, δεν έχουνε αγάπη ούτε για τους

ζωντανούς. Ίσως αυτό να οδήγησε τους πιο πολλούς

μας στο Βαρδάρι – όχι η μάνα μας.»

Όταν απομακρύνθηκε, το μικρό νεκροταφείο ξανα-

βρήκε τη γαλήνη του. Σκυφτές γυναικούλες, εδώ κι

εκεί άναβαν με ευλάβεια τα καντήλια.

  Νεκρή πιάτσα, Μπιλιέτο, 2000

****************

Μάρκος Μέσκος, Ιδιωτικό νεκροταφείο (VIII)

VIII

Μήτε οι ζητιάνοι απόμειναν της εποχής
εκείνης. Κουρέλια φύλλα μονάχα.
Ποιο τ’ όφελος ποιο κέρδος έλεγες τάχα
ποιο το γλυκό αντιστάθμισμα της ενοχής;

Κανένα! Μα εσύ δεν βούτηξες στο νερό
τη φωτιά έντρομος δεν έβαλες στο χέρι.
Πίσω από τα περασμένα το χαμπέρι
κλάψανε άλλοι τον παγωμένο νεκρό.

Και η ενοχή φαρμάκι και πικρή χολή
γιατί έπρεπε στα βάραθρα να αποστείλω
θεριά δεμένα δαίμονες και τον σκύλο
που με κοιτάζει τώρα με ματιά θολή.

Από τη συλλογή Ιδιωτικό νεκροταφείο (1975) του Μάρκου Μέσκου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μάρκος Μέσκος

******************

“Στρατιωτικό νεκροταφείο, Χριστούγεννα”

ΤηςΖωής Δικταίου

Ξεροβόρι του χειμώνα, μια ανάσα τα σύνορα,

ησυχία, καρδιά βαρύθυμη,

καπνίζουν οι ψηλές καμινάδες στη μικρή πολιτεία,

στην πάνω πλατεία χιλιάδες λαμπιόνια,

τ’ αδέσποτα πήραν σβάρνα το Βλαχομαχαλά,

μακριά από την παραξενιά του κόσμου

στο χάνι του Μικρούλη δυο τριαντάφυλλα

χαρίζουν χρώμα κι αγκάθια.

Διανυκτερεύει η αφή στο ρόπτρο

μια πνοή σε γυροφέρνει,

διαλέγει πάντα χρονιάρες μέρες,

το δάσος τυλιγμένο στην ομίχλη, μυρίζει πεύκο

οι πρώτες νιφάδες χορεύουν στο φανοστάτη,

μα εσύ, με αγαλήνευτο θυμό στοχάσου

δεν ήρθες τη χαρά της μιας βραδιάς ν’ αδράξεις.

Εκείνα τα ορφανά του πολέμου μεγάλωσαν,

τ’ απολησμονημένα με τα ενθύμια στο τελευταίο συρτάρι,

τώρα ανταλλάσσουν χειραψίες και ευχές,

έχουν παιδιά, εγγόνια,

οι άντρες σηκώνουν το ποτήρι γεύονται το τσίπουρο,

οι γυναίκες φέρνουν ζεστό μέλι, καρύδια, σταφίδες,

μπουχτισμένες από γυμνωμένα μυστικά,

αισθαντικά τρέμουλα,

παλιές συνήθειες,

γυναίκες, ορθόστηθοι κόρφοι, πηχτά φίλτρα,

ακραγγίζουν τα χέρια, τα χείλη, κερδίζει η ζωή,

συλλογιούνται, είμαστε ό,τι είναι το σώμα μας

σαν φανερώνεται ο έρωτας μεγαλειώδης κι επίφοβος,

παρηγορητικός κι απαρηγόρητος,

ίδιος πάντα, ο έρωτας

αύριο θα χορέψει τσάμικο στη βρύση.

Έπεσαν και τα τελευταία φύλλα στην αυλή,

απόψε φούσκωσε ο Καλαμάς, ξεχείλισε

λάσπη, σκουριά, παράπονο,

μέρες ειρήνης, μέρες Χριστουγέννων,

σε διαθεσιμότητα η μνήμη,

σε διαθεσιμότητα και η αγάπη,

ξεσκλίδια η θύμηση,

απόψε διαβαίνει αθώρητη η Μοίρα,

χρονιάρες μέρες, λιτανεία,

με τις χούφτες γεμάτες σφαίρες και καύκαλα.

Το δρεπάνι της βάβως κρεμασμένο στον τοίχο,

ο πάππους στην κορνίζα με τη φαμίλια στα πόδια,

ο μαστραπάς στο τραπέζι,

το καρβέλι στο νταβά, τα κουκουνάρια στη φωτιά

σπίθες, μελαγχολικές λάμψεις ρεμβασμού,

η βελέντζα στρωμένη στο χαγιάτι

κι όμως,

σάματις χαμηλώνουν οι φτερούγες των βουνών,

σάματις χάσκει η πόρτα άλλου κόσμου,

σάματις γυρεύει πρόφαση η άγνωστη φωνή…

Απόψε, στερνή φορά σαν η πρώτη φορά

αισθήσεις και ένστικτα σε διάλογο,

μια φλόγα τέμνει τη συνείδηση

αφήνεσαι στην πρόσκληση,

να φύγεις, αλαφριά και θαρρετή ψυχή και άμαθη,

μελανά πέπλα, φουντωμένες φυλλωσιές κισσού

κυκλάμινα, συμπόνια δρόμος κοντινός,

εδώ πιο κάτω μετρούν χιλιάδες ώρες μαρμάρινης ακινησίας

σε άγνωστη αιωνιότητα

ίσκιοι ανάμεσα σε εχθρικές ιαχές, αδερφικό αίμα

και μητρικά δάκρυα.

Τις νύχτες του Δεκέμβρη, λένε πως ξυπνούν,

τους ακούνε από μακριά,

ώρες που η βροχή ανοίγει και κλείνει τα μνήματα,

τινάζουν το χώμα από τις κόγχες

το παχνισμένο βλέμμα ντύνεται ουρανό,

περιμένουν κάμποσο, αρμολογούνται,

τα σκυλιά αλυχτούν, μεσάνυχτα,

κάτι παραπάνω καταλαβαίνουν τα ζωντανά,

κι αυτοί θαρρείς έχουν ξεχάσει

πως πάνε χρόνια που μόνο ο θάνατος χαράζει στα ματοτσίνορα,

μουρμουρίζουν, καταριούνται, δακρύζουν,

κι ύστερα, στο πρώτο σάλπισμα,

παίρνουν πίσω το χαμένο ανάστημα, γιγαντώνονται,

βιάζονται, σκοντάφτοντας ο ένας πάνω στον άλλο

τρέχουν ασώματοι,

πότε με βλαστήμιες κι άλλοτε με συγγνώμες

ψάχνουν τα χέρια, τα πόδια, τα κεφάλια τους,

φορούν όπως – όπως τις μπαλωμένες κάλτσες,

τις λιωμένες αρβύλες, τις πληγές,

τη χλαίνη φορτωμένη παλιό χιόνι της Μουργκάνας

και σε μιαν έκσταση απελπισιάς και λύτρωσης,

εξόριστοι από τη ζωή,

γυαλίζουν τις ξιφολόγχες,

εδώ στους Φιλιάτες, χρονιάρες μέρες,

νύχτες του Δεκέμβρη,

εδώ στο στρατιωτικό νεκροταφείο, οι άγνωστοι,

στο προσκλητήριο των Χριστουγέννων φωνάζουν «Παρών»

όσο κι αν εσύ αρνείσαι να το πιστέψεις.

Εδώ, στις νύχτες του Δεκέμβρη, οι νεκροί

τραγουδούν πάθη αθώων σε πολεμικά εμβατήρια

ξυπνούν νικητές σαν η παγωνιά ξαναμοιράζει το χαμό

κι ο άνεμος σε ικεσία ανέσπλαχνη σπαταλιέται αλόγιστα

περνώντας ανάμεσα από δάφνες, κουμαριές, ρείκια

και ερειπωμένους μαντρότοιχους,

εδώ, τα άσαρκα στόματα αριστερά και δεξιά

εκμυστηρεύονται πένθιμους ηρωισμούς

και πράξεις παραφροσύνης.

Σέρνονται ήχοι στην παμπάλαια πέτρα,

ύστερα καταλαγιάζουν στ’ ασβεστωμένα κιβούρια

ώρα που σωπαίνουν οι φλέβες του νερού και κροταλίζουν τα δόντια,

άγνωστος στρατιώτης,

σε πόλεμο μη αναγκαίο, η διαμαρτύρηση

καλεστική κραυγή, πότε βραχνή και πότε άγρια

μα πάντα στη δική του πατρίδα,

στη δική του γη,

στη δική του άχραντη ταφόπετρα

μετράς αστική ερημιά και ορεινή ανταρσία,

πετροβολώντας την ολόγιομη φεγγαροσοδειά τη δίχως έλεος.

**********************

“Ο ουρανίσκος μας είναι ένα κοιμητήρι

όπου σαπίζουν χιλιάδες ανείπωτα λόγια”

(Τάσος Λειβαδίτης)

*******************

Αφροδίτη Μάνου – Η Παναγιά των κοιμητηρίων

Ο. Ελύτης, Η Παναγιά των κοιμητηρίων

Πέτρες επήρα και κλαδιάτα φύτεψα στην αμμουδιάΚαι μια ψυχή μελέτησατο λόγο δεν αθέτησα

Με τον καιρό με τον καιρόέγινε αλήθεια τ’ όνειροΟι πέτρες μεγαλώσανεκαι τα κλαδιά φυτρώσανε

Τα κυπαρίσσια τα κελιάσου τα ‘κανα παραγγελιάΤις πόρτες τις αμπάρες σουκαι τις οχτώ καμάρες σου

Στο μέρος το πιο δροσερόέστησα το καμπαναριόΚαι κύματα και κύματαγύρω σου τ’ άσπρα μνήματα

Έλα Κυρά και Παναγιάμε τ’ αναμμένα σου κεριάΔώσε το φως το δυνατόστον Ήλιο και στο Θάνατο.

ΟΔΥΣΣΕΑΣ  ΕΛΥΤΗΣ, ΤΑ ΡΩ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ

**********************

Δ. Σολωμός, «Η τρελή μάνα  [ή] Το κοιμητήριο»


ΤΡΑΓΟΥΔΙ

Τώρα που η ξάστερη

νύχτα μονάχους

μας ηύρε απάντεχα,

και εκεί στους βράχους

σχίζεται η θάλασσα

σιγαλινά.


Τώρα που ανοίγεται 

κάθε καρδία

στη λύπη, ακούσετε 

μίαν ιστορία,

που την αισθάνονται

τα σωθικά.


Σε κοιμητήριο

είναι στημένα

δύο κυπαρίσσια 

αδελφωμένα

που πρασινίζουνε

μες στους σταυρούς.

Όταν μεσάνυχτα 

καταβουΐζουν

οι ανέμοι, αν τα ’βλεπες

 πώς κυματίζουν

έλεες πως κράζουνε

τους ζωντανούς.

Δύο αδέλφια δύστυχα 

κοιμούνται κάτου

τον ανεξύπνητον

 ύπνον θανάτου,

κι έχασε η μάνα τους

τα λογικά.

(κι έμεινε η μάνα τους
στη συφορά.)
Τα μαύρα! επαίζανε

 εκεί όπου στέκει

ο πύργος, κι έπεσε

τ’ αστροπελέκι,

κι άψυχα τ’ άφησε

τα θλιβερά.


  (ελεεινά.)

Ροδοστεφάνωτα,

ασπροεντυμένα,

τα κατεβάσανε 

αγκαλιασμένα

μέσα εις την ύστερη

αλησμονιά.

(Κατόπι αυτής της στροφής ευρίσκεται σβημένη η εξής:*

Σιωπή τα σήμαντρα
οπού τα κλάψαν,
σιωπή τα σύνεργα
οπού τα θάψαν,
σιωπή τα ψάλματα
τα λυπηρά.)

Δεν άκουες βάβισμα

 χαμένου σκύλου· 

πουλιού δεν άκουες

 λάλημα, ή χείλου,

ή κλωνοφλίφλισμα 

να πνέει τερπνά.

Νερομουρμούρισμα

 οπού αναβρύζει 

και τσ’ επιτύμβιες 

πέτρες δροσίζει

μόλις αντίσκοβε

τη σιγαλιά.

Θανής δεν έμνεσκαν 

άλλα σημεία 

πάρεξ του λίβανου

 η μυρωδία

οπού εχυνότουνε

στην ερημιά.

(Η δύστυχη μητέρα έρχεται εκεί τρέχοντας) *

Στέκει, μυρίζεται

 εις τον αέρα

και συλλογίζεται

–μαύρη μητέρα!

σαν κάτι να ’θελε

να θυμηθεί.

Στον τοίχο σύρριζα

 σκύφτει, κοιτάει,

γλυκολυπούμενη 

χαμογελάει 

κατά τα εντάφια

χόρτα πικρά.

Κατά τα σύγνεφα,

κατά τ’ αστέρια,

τρεμομανιάζοντας 

ρίχτει τα χέρια,

και κλαίει 

και ρυάζεται

τρομαχτικά.

Της πέφτουν έπειτα 

και ληθαργίζει,

και πάλε αρχίναε

να τριγυρίζει

το περιτείχισμα

πασπατευτά.

(Νά μπει, αλλά μάταια—
πισθοδρομίζει,
και παίρνει απέξωθε,
και τριγυρίζει
το περιτείχισμα
πασπατευτά.)

Γύριζε, γύριζε,

τέλος εμπαίνει

στο σημαντρήριο

 και τ’ ανεβαίνει

τα ίχνη αλλάζοντας

σπουδαχτικά.

Ήτον στην άλαλη

 τη μοναξία

στρογγυλοφέγγαρη 

φωτοχυσία,

σαν τη λαμπρόπλαστη

πρωτονυχτιά·

όμως η δύστυχη,

ξεφρενωμένη

κοιτάζει ολόγυρα

τετρομασμένη   

πράχνει τα σήμαντρα,

κράζει σφιχτά.

(Και αυτή από λύπηση
Τετυφλωμένη…..)
«Γλήγορα ας φύγουνε

απ’ τα λαγκάδια

κεια τα φριχτότατα

 πυκνά σκοτάδια·

αχ! με πλακώνουνε

μες στην καρδιά.

»Γλήγορα ας φύγουνε, 

δεν τα πομένω,

μοιάζουνε, μοιάζουνε

με το σχισμένο

ρούχο που σκέπασε

τα δύο παιδιά.»

Γκλαν γκλαν τα σήμαντρα 

της εκκλησίας,

γκλαν γκλαν οι αντίλαλοι

 της ερημίας

αποκρινόντανε

φριχτά φριχτά.


«Από την έρημη

Αναφωνήτρα,

που ’ναι εις τους δύστυχους

παρηγορήτρα,

είχαν δυο ξέμετρα

τα δυο παιδιά·


»τα ’χω στον κόρφο μου 

και τα φυλάω·

με αυτά τα ξέμετρα

θε να μετράω

τα δυο τους μνήματα

καθημερνά.»

Γκλαν γκλαν τα σήμαντρα 

της εκκλησίας,

γκλαν γκλαν οι αντίλαλοι 

της ερημίας

αποκρινόντανε

φριχτά, φριχτά.

«Βραχνό το ψάλσιμο· 

τα κεριά αχνίζουν

·του νεκροκρέβατου

 τα ξύλα τρίζουν·

αργά τα σήμαντρα

και τρομερά.


(Βραχνό το ψάλσιμο
του καλογήρου,
αχνά τα εντάφια
κεριά τριγύρου·
αργά τα σήμαντρα
και τρομερά.)

«Ναι, ναι, απεθάνανε·

μέσα στο σκότο

τα κατεβάσανε

–ακούω τον κρότο–

τα κατεβάσανε

βαθιά, βαθιά.»

Γκλαν γκλαν τα σήμαντρα 

της εκκλησίας

γκλαν γκλαν οι αντίλαλοι 

της ερημίας

αποκρινόντανε

φριχτά φριχτά.

«Γιατί τινάζετε 

πάνω τους χώματα;

Μη, μη σκεπάζετε 

τα μικρά σώματα

που αποκοιμήθηκαν

γλυκά, γλυκά.

»Αύριο θα κόψουμε

 κάτι λουλούδια,

αύριο θα ψάλουμε 

κάτι τραγούδια

εις την πολύανθη

Πρωτομαγιά.»

Γκλαν γκλαν τα σήμαντρα 

της εκκλησίας

γκλαν γκλαν οι αντίλαλοι 

της ερημίας

αποκρινόντανε

φριχτά φριχτά.


 γκλαν γκλαν παράδερνε 

με τα γλωσσίδια,

κι εματαρχίναε,

κι έλεε τα ίδια,

ώς οπού εβράχνιασε

θανατερά.

Νά, που δροσόβολη

 αύρα ξυπνάει,

και ψιθυρίζοντας

μοσχοβολάει

από τα αρώματατα

 αυγερινά·

στα φύλλα επέρναε 

και της καρδίας,

σαν τα κινήματα 

της φαντασίας,

που ζωγραφίζουνε

την ευτυχιά·

εκείν’ η δύστυχη 

τραβάει την άχνα,

βαθιά τα αισθάνθηκε 

μέσα στα σπλάχνα

αχ! κι εκατέβηκε

στην ερημιά.

Με λύπη εγκάρδια

 εθεωρούσε 

όλα τα μνήματα 

και τα μετρούσε

με τ’ αργό κίνημα

της κεφαλής.

****************

“Το κοιμητήριο”, Aπό τον Βασίλη Κλείτσα

Βρέχει κάτω στα μνήματα.

Πού την είχε φυλαγμένη τέτοια βροχή;

Δεν βλέπω πια ούτε ώς το κοιμητήρι,

δεν βλέπω αν είναι το καντήλι της αναμμένο.

Μου ζήτησε λάδι προχτές στον ύπνο μου

και μετά σού λέει δεν βλέπουν οι πεθαμένοι!

Βρέχει. Σκοτείνιασε ο τόπος.

Σκοτείνιασε καλά μέσα το σπίτι.

Απορώ, μάνα· πώς τρως μέσα στο σκοτάδι;

Καλό είναι το σκοτάδι, παιδί μου! Το τρώω και με τρώει!

******************

Elisa Biagini, Νεκροτομείο

Απανθρακωμένος

το δέρμα του τεντώνει

είναι ένα τριαντάφυλλο που σβήνει

είναι χαρτί νεκρό,

μόνο το ταμπελάκι με την κλωστή

δεν καίει:

αντικατοπτρίζεται τεράστιο στην κόρη του ματιού μου.

**

Πάνω στον αμμόλοφο της μύτης

μόνο ένα σημάδι

σαν τσεκουριά,

αυλάκι για τα υγρά
και το χρώμα οφθαλμών: λες κι έχουν ξεθωριάσει.
**
Μισό κόκκινο βλέμμα,

ένας ορίζοντας

ένα σφουγγαρόπανο απλωμένο σκύβει στη μαύρη τρύπα,

στο μισό σκέπασμα
και στο μεταξύ

κάτω απ’ τη φωτιά,

κοκάλινα περιδέραια

το καλυμμένο πρόσωπο,

η σεβαστή συμμετρία του νεκρού.

**

Ακροδάχτυλα που έπεσαν στο σκοτάδι

κι ανασύρθηκαν.

Μούσκεψαν

κι έπειτα στέγνωσαν αμέσως

απ’ το υπερβολικό ρεύμα,

από μια σχισμή αβέβαιη

αλλά βαθιά,

λίγο πάνω απ’ τον καρπό.

**

Κυρτά αποτυπώματα,

άστοχη βολή

τώρα ουλή που στέγνωσε,

ένας ομφαλός

χωρίς εσωτερικά όργανα όμως,

μόνο σωλήνες.

**

Χάνεις τα μάτια

πνίγονται στη θάλασσα των χυμών

υαλώδης και υδατώδης συγχωνεύονται,
μαζί και η κόρη,

μια μάζα σού πέφτει μέσα από τα χέρια,

το φρέαρ όλων των φωτονίων.

**

Στις καμπύλες των χεριών

μέσα στους βρόχους,

όλη εκείνη η σκιά

που πέφτει άσχημα,

σχεδόν γραφίτης

και τα κοχύλια των νυχιών

σε αρμονία με τις κηλίδες του δέρματος.

**

Είσαι το πλησιέστερο στον ύπνο,

χάρτινο περιβραχιόνιο

ετικέτα για βαλίτσα που έχει ήδη φτάσει:
βυθισμένο

σ’ αυτό το λείψανο

χωρίς αίτηση,

η ωχρότητα η τόσο προσφιλής στα ψάρια,

χέρι γυμνό.
**

Ένας εναγκαλισμός στον αέρα

που δε βλέπεις,

αγκάλη γερανού

που έμεινε χωρίς κεφάλι

σε στάση προσοχής έτη φωτός μακριά:

το δέρμα είναι τόσο τραχύ,

το ύστατο ρίγος κατά την ψύξη.

**

Γλιστράει από το πρόσωπο το κάλυμμα

το πλαστικό σάβανο

θαμπό σαν ξινισμένο γάλα,

αποκαλύπτει δύο κενούς δίσκους

δυο λαμαρίνες που έπεσαν πάνω στο οστό,

κομμένη κάθε κουβέντα.

**

Ψηλαφιστά δάχτυλο το δάχτυλο

γύρω απ’ τον καρπό,

είναι το σημάδι απ’ το καλτσάκι:

είναι η διακοπή  των υγρών

με το χρόνο.

**

Δεν υπάρχει δειγματοληψία

από εκείνο τον ήχο,

μπορείς μόνο να φανταστείς κάτι από το βήμα

ή τη σταγόνα που κατεβαίνει

και το ξεβάφει.

**

Αποξηραμένη από το δηλητήριο, σταγόνα πια
στο σώμα σου μια έρημος:

και το αίμα ακόμα σκόνη

κι απ’ την τομή όπως κόκκοι κλεψύδρας

που χάθηκαν έξω απ’ το μηχανισμό.

**

Τα νύχια,

κωφά στη σιωπή,

συνεχίζουν τη δουλειά τους

γιατί ξέρουν

πως το σκοτάδι έχει λίγες λαβές,

είναι ολόκληρο λείο και ίσιο σαν πηγάδι.

**

Κάτω από την επιφάνεια άνεμος και κόκαλα

όμως από ’δώ φως και πάνω στο τραπέζι

το σχήμα,

καλυμμένο,

ρούχο πάνω στο πρόσωπο,

ένα κύμα απορρυπαντικού που σε τυφλώνει.

**

Ένα τελευταίο φωτόγραμμα ανάμεσα στα βλέφαρα,

κόρη ακίνητη στο πλαίσιό της

πλακίδιο,
το δάκρυ πηχτό:

πάνω στο φιλμ το φως που τυλίγεται

και καλύπτει ακόμη

το γυάλινο μάτι

το βόλο που θάμπωσε από τον πολύ ύπνο.

**

Τα χρόνια που γκρεμίστηκαν

στο κενό

μέσα στο αυτί

ο χρόνος σε διάλυση,

το μάτι κηλιδωμένο

σαν από τελείες και κόμματα παρατημένα

κι από κάτω το μαύρο πηγάδι της φωνής.

Σώμα που μάζεψε από αποτυχημένες πλύσεις

και μερικές σκοτεινές κηλίδες που δε φεύγουν
είναι τρύπες

σαν από έντομο:

είσαι σκοροφαγωμένη.

Με κάθε απότομο βήχα

σβήνεις ένα κερί: η δική σου καρδιά είναι από σκοτάδι.

*******************

Γκρέγκορυ Κόρσο, Στο νεκροτομείο

Θυμάμαι που ‘δα τις φωτογραφίες τους στις εφημερίδες ˙
Γυμνοί, μοιάζανε δυνατότεροι.
Η σφαίρα στο στομάχι μου έδειχνε πως ήμουν πεθαμένος.
Κοίταζα τον βαλσαμωτή να ξεβιδώνει το γυάλινο σκέπασμα.
Μ’ εξέτασε και χαμογέλασε στην στιγμιαία πεθαμένη μου ζωή.
Έπειτα πέρασε δίπλα μου και πήγε στα δυο σώματα απέναντί μου
Και συνέχισε να ξεβιδώνει.

Όταν είσαι πεθαμένος δεν μιλάς
Κι ακόμα αισθάνεσαι πως θα μπορούσες.
Ήταν αστείο να κοιτάς εκείνους τους δυο γκάγκστερ απέναντί μου
να πασκίζουν να μιλήσουν.
Άνοιγαν τα λεπτά στενά τους χείλια κι έδειχναν μπλε-γκρίζα δόντια.

Ο βαλσαμωτής, ακόμα χαμογελαστός, μου ξανάρθε.
Μ’ ανασήκωσε σαν μάνα το παιδί της,
μ’ έστησε σε μια κουνιστή πολυθρόνα.
Έδωσε μια σπρωξιά και κουνήθηκα.
Το να ‘μαι πεθαμένος δεν σήμαινε πολλά.
Ακόμα ένιωθα πόνο απ’ τη σφαίρα που με πέρασε.

Θεέ! Βλέποντας τους δυο γκάγκστερ απ’ αυτή τη γωνιά ήταν πραγματικά παράξενο!
Φυσικά δεν έμοιαζαν όπως ήταν στις εφημερίδες.
Εδώ ήταν νέοι και καλοξυρισμένοι και καλοφτιαγμένοι.

Μετάφραση : Σταύρος Αντωνίου

Πες το με ποίηση (502ο): «Μετακόμιση»…

Μετακόμιση Τώρα – Ελεωνόρα Ζουγανέλη

1.ΜΕΤΑΚΟΜΙΣΗ ΤΩΡΑ

Μην μιλάς κι άκου

ξέρω δεν θα το πιστέψεις

τώρα ειδικά μεσ΄ την κρίση εδώ

ξέρω δεν θα το πιστέψεις

έχω κάτι ωραίο να σου πω

κάτι που μ΄ έχει βοηθήσει

κάτι που μ΄ έχει βοηθήσει

μήπως και σένα σε πείσει.

.

Ναι, τώρα ειδικά μεσ΄ την κρίση

βρήκα ένα σπίτι καινούργιο φτηνό

κάτω στο κέντρο με θέα

αυτό που ήθελα πάντα

ο πρώην κύκλος να κλείσει

κάτι που μ΄ έχει βοηθήσει

στο λέω μ΄ εχει βοηθήσει

.

Όσο κι αν αφήνω πίσω τα παλιά

όσο κι αν μου λείπουν οι δικοί μου

τώρα είμαι γεμάτη δώρα και φιλιά

μεσ΄την κρίση φτιάχνω την ζωή μου.

.

Μετακόμιση τώρα,

μεσ΄την άγρια χώρα

μια λιακάδα μ΄αξίζει

παίρνω θάρρος και τώρα

μετακόμιση τώρα

μετακόμιση τώρα

ναι, σου λέω προχώρα

διάλεξε με ποιους θα ‘σαι

την πιο δύσκολη ώρα

μετακόμιση τώρα.

Πάτα γκάζι, μόνο γκάζι, τέρμα γκάζι

μετακόμιση τώρα.

.

Άκου, πρέπει σου λέω να πιστέψεις

λες να μην ξέρω τι είναι αυτή η εποχή

μα θέλει πείσμα ν΄αντέξεις

να ρθει μαζί σου ν΄αλλάξει εποχή

σελίδα στα παρακάτω

να πεταχτούμε απ΄τον πάτο

να πάμε στα παρακάτω.

.

Μονάχα εύκολο δεν είναι όλο αυτό,

μα πίστεψε με δεν υπάρχει άλλος δρόμος

πως να νιώσω αλλιώς ότι χρειάζομαι

πως να πάει στο διάολο ο χρόνος.

.

Μετακόμιση τώρα,

μεσ΄την άγρια χώρα

μια λιακάδα μ΄αξίζει

παίρνω θάρρος και τώρα

μετακόμιση τώρα,

μετακόμιση τώρα

ναι, σου λέω προχώρα

διάλεξε με ποιους θα΄σαι

την πιο δύσκολη ώρα

μετακόμιση τώρα.

.

Η καρδιά το ξέρει η ψυχή το θέλει

το μυαλό συμφωνεί

μετακόμιση τώρα

.

Παίρνω θάρρος και τώρα

μετακόμιση τώρα

μετακόμιση τώρα

μετακόμιση τώρα

Πάτα γκάζι, μόνο γκάζι, τέρμα γκάζι

μετακόμιση τώρα.

******

2. ΜΕΤΑΚΟΜΙΣΗ

Κάθε τόσο,

ἔκλεινα σ᾿ ἕνα μικρό, ἀεροστεγές, γυάλινο βάζο,

τά αἰσθήματα πού δέν ἔδειξα,

τίς σκέψεις πού δέν ἄρθρωσα,

τά λόγια πού δέν ἐκστόμισα,

τίς ἐξηγήσεις πού δέν ἔδωσα,

στίς κρίσιμες καμπές τῆς ζωῆς μου.

.

Χρόνο τόν χρόνο,

τά βάζα στοιβάζονταν

καί, πλέον,

ἔχουν γεμίσει τά ράφια ὅλα τῆς ἀποθήκης.

Πρέπει νά βρῶ ἕνα μεγαλύτερο σπίτι.

ΠΟΛΎΝΑ ΜΠΑΝΆ, Η καταφανής εξωστρέφεια των φωνηέντων,

Σαιξπηρικόν 2017

******

3. Η ΜΕΤΑΚΟΜΙΣΗ ΤΗΣ ΣΥΛΛΕΚΤΡΙΑΣ

Ξόδευε τις οικονομίες της, με  γνώση,

για μπρούτζινους ζυγούς, παλιά κλειδιά,

μικρά χαλιά, φουλάρια κεντημένα.

Παρέμενε πεισματικά σοφή κι ενάρετη,

συναλλασσόταν μ’ έντιμους αρχαιοπώλες,

στηλίτευε την κλεπταποδοχή.

Δυσκολευόταν τόσο  στις μετακομίσεις

που εγκαταστάθηκε στο ευρύχωρό της πατρικό,

κι ας ήταν παγερό και στοιχειωμένο.

Όταν ξεσφράγισε δεκάδες χαρτοκούτια ,

ξεχύθηκαν  χαλάσματα βομβαρδισμένα,

κραυγές παιδιών εξανδραποδισμένων

και λιθοβολημένων γυναικών κι ανθρώπων

που εξαπατήθηκαν στο ζύγι, που πείναγαν…

Και συστεγάστηκαν τις νύχτες της αγρύπνιας .

Όμως, οι σκιές του αστικού σπιτιού της

δεν άντεξαν τη θορυβώδη συγκατοίκηση.

Έφυγαν  και την άφησαν ελεύθερη.

Κι αυτή, στο τέλος πια, κατάλαβε

πως δεν ήταν σοφή, ούτε κι ενάρετη.

ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΖΕΡΒΟΥ

******

4. ΜΕΤΑΚΟΜΙΣΗ

Με το που έφυγες

Μετακόμισα στην άλλη μεριά της πόλης

Να μη με βρεις αν τύχει και γυρίσεις

Ξεχρέωσα τις αναμνήσεις

Και κυνηγώ τις εμπειρίες

Όσο προφταίνω

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΚΑΚΑΡΟΓΛΟΥ

******

5. ΜΕΤΑΦΕΡΟΜΕΘΑ

Κάποτε είπαμε να ξενοικιάσουμε

τα σπίτια που μας βάραιναν

και να στοιβάξουμε τα πράγματά μας

–πράγματα λιγοστά αγορασμένα με χίλια παζάρια–

σ’ ένα μικρό φορτηγό

για τ’ άδεια προάστια.

.

Κάποτε υποσχεθήκαμε να πούμε καινούργια τραγούδια.

.

Μα κάθε πρωί

ντυνόμαστε το νέο μας δέρμα

ξυριζόμαστε με περισσή επιμέλεια

οπλιζόμαστε με αόρατες λόγχες

και σκορπάμε

σε ρημαγμένα τοπία.

ΜΠΑΜΠΗΣ ΖΑΦΕΙΡΑΤΟΣ, Σε κοινή θέα

******

6.ΜΕΤΑΦΕΡΘΗΚΑΜΕ ΠΑΡΑΠΛΕΥΡΩΣ

Μετά την απόφαση

-τίνος;-

να μεταφερθεί παραπλεύρως

στην ισόγεια μνήμη του θανάτου

το όνομά σου

.

σείστηκε το διατηρητέο νόημα

του παλιού σπιτιού

σα χαλασμένο δόντι έτοιμο να πέσει

κουνιόντουσαν οι τοίχοι

.

άδειαζαν τα κάδρα

ένας πανικός μαδούσε

τα ανοιξιάτικα τοπία

ψυχραιμία παρακαλώ ψυχραιμία

συμβούλευε η νεκρή τους φύση

.

εκκενώστε το ταβάνι, βυθίζεται

ειδοποιούσα τις απλανείς μας εκεί πάνω

αναχωρήσεις

..

και μεταφερθήκαμε παραπλεύρως

ακριβώς

δύο τρία σπίτια παρά κεί

πολύ κοντά

πιο μακριά ο άνθρωπος

από αυτό που φτιάχτηκε

δεν πάει

.

κι έτσι δεν απομακρύνθηκα

κάθε πρωί να βλέπω

της βυσσινί ρόμπας σου

το λιωμένο χέρι

ν’ ανοίγει της συνήθειας το παλιό παράθυρο

.

κι όλο κάθε πρωί να λέω: έλιωσε πάει

να θυμηθώ αύριο εξάπαντος

κάθε πρωί το ίδιο λιωμένο χέρι

της ρόμπας σου

.

κι όλο αρνούμαι, αναβάλλω

να αντικαταστήσω

αυτή την παλιά εφθαρμένη οδύνη

με μία καινούργια

.

βλέπεις τόσο μόνο, έως παραπλεύρως

λίγο πριν την αλήθεια.

Πιο πέρα

δειλιάζει ο άνθρωπος δε μεταφέρεται.

ΚΙΚΗ ΔΗΜΟΥΛΑ

Μετακόμιση- Σοφία Βόσσου

7. ΜΕΤΑΚΟΜΙΣΗ

Με ένα τρίκυκλο παλιό και την καρδιά για οδηγό θα σας

πληροφορήσω

πως έχω βάλει για σκοπό τα πράγματα που τα μισώ να τα

εξαφανίσω,

κι είμαι πολύ χαρούμενη μπορώ να πω, μα κι απορώ που δεν

μπορώ να εξηγήσω

τέρμα σε τούτο το χώρο το βρίσκω λίγο ανιαρό, το παρελθόν

θα σβήσω…..

.

Μια μετακόμιση θα κάνω απ’ το σπίτι το παλιό….

μια μετακόμιση για πλάκα ή με σοβαρό σκοπό….

μια μετακόμιση που θα βοηθήσουν φίλοι και γνωστοί….

μια μετακόμιση που θα ’χει τρελαθεί……..

.

Κι έτσι, που λέτε, προ καιρού δια μέσου δρόμου πονηρού

ξεκίνησα να κάνω

ο, τι τρελό είχα φανταστεί, μικρή είναι λέω η ζωή, το τρένο

δεν το χάνω,

και όλους σας διαβεβαιώ πως ούτε το παραμικρό δε μ’ έκανε

να αλλάξω,

άντρα να βρω προσωρινό και τις βαλίτσες στο σταθμό μια

νύχτα να πετάξω….

ΣΟΦΙΑ ΒΟΣΣΟΥ

******

8. ΜΕΤΑΚΟΜΙΖΩ

Μετακομίζω την ύπαρξή μου

στο ιερό άβατο της αιδούς,

ξεμπλέκω την αλήθεια από το ψέμα

όπως την ήρα από το στάρι

για να την κάμω ψωμί

για τους ανήμπορους και τους αδικημένους.

.

Ξορκίζω τους δαιμόνους του κακού

σαν ιεροφάντης στα μυστήρια της Ελευσίνας

με το θυμίαμα του δενδρολίβανου

και τα δαφνόφυλλα του δίκιου.

Κι ύστερα στεφάνι πλέκω από ελιά

και το χαρίζω απλόχερα

στο νικητή της αγάπης.

.

Όχι, δε συμμετέχω σε τηλεπαιχνίδια

σαν κι αυτά που παράγουν νικητές

με τις μηχανές των νομισμάτων.

Δε θέλω γω τα κίβδηλα βραβεία τους

ούτε το χειροκρότημα ενός κοινού

που το χορτάσαν οι εικόνες.

.

Εγώ τ’ αληθινό γυρεύω

να το κάμω κοσμοχαλαστή.

Γι’ αυτό μετακομίζω.

ΠΟΛΑ ΒΑΚΙΡΤΖΗ

******

9. ΤΑ ΧΑΡΤΟΚΟΥΤΑ

Μετακομίζω απόψε, μαμά

Παίρνω τη ζωή στα χέρια μου μέσα σε μια νύχτα

Μόνη

Με τις δυο μου φτερούγες τις Ικάριες

θα πετάξω

για στιγμές ελεύθερες, Μακάριες

..

Πόση ζωή χωράνε τα χαρτόκουτα

Πόσα χαρτόκουτα χωράνε τα χέρια

Δυο παιδικά ρούχα βάζω στον πάτο

Σ’ ανήλικη βάση να στοιβάξω τα εύθραυστα τα ενήλικα

Για ν’ αντέξουν στον χρόνο

Για ν’ αντέξω τον πόνο

.

Μια ζακέτα ρίχνω

Δώρο δικό σου, μαμά

Σκεπάζω τα περασμένα μην κρυώσουν

Η πλέξη της αγάπης σου να τα ζεσταίνει

.

Πετώ στις κούτες κορνίζες σκαλιστές

Φωτογραφίες σε θρανία, πάρτυ κι ακρογιαλιές

Θυμάμαι τρέλες κι όνειρα

Όλα τα «αν», όλα τα «θα»

που ανεκπλήρωτα θα μείνουν αιώνια

Με πτυχία κι επαίνους

σε πάπυρους και σε βελούδο

γεμίζω τα κενά

.

Σε κούτα ξεχωριστή βάζω τις αποτυχίες,

σκισμένες και τσαλακωμένες

Χαρτομπαλάκια που «ξόφλησα»

Για να θυμάμαι το ατελές μου,

για να κοιτώ ευθεία στα «μάτια» το εκκρεμές μου

.

Πέρασε η ώρα, πρέπει να φύγω

εγώ και τα κουτιά μου

Περιήλθα στην κυριότητά τους

με έκτακτη χρησικτησία

στην εικοσαετία μου

.

Κολλητικές ταινίες δεν βάζω στις σχισμές

Για ν’ αναπνέω απ’ το αύριο

το άγριο

Να ημερεύω τα ανέγγιχτα,

τα τρυφερά

Έξω απ’ τις κούτες,

πέρα απ’ τις γραμμές των οριζόντων

.

Ξαπλώνω ανάμεσα σε χάρτινους τετράγωνους κόσμους,

για δύο λεπτά μόνο να ξαποστάσω

Είμαι δική τους,

αλλά δεν χωράω ολότελα μέσα τους

–Όσο κι αν κουλουριαστώ,

περισσεύω–

Στο μεταίχμιο εγώ πιότερο ανήκω.

ΑΝΤΖΕΛΙΝΑ ΑΒΡΑΜΟΓΛΟΥ

******

10. ΜΕΤΑΚΟΜΙΣΗ

I

Χθες μετακόμισα δυο δρόμους παραπέρα.

Αέρισα καλά το ξένο σπίτι

αλλά μυρίζει ακόμα φαγητά

τσιγάρα

αναπνοές.

Χθες μετακόμισα

μια μοναξιά

πιο πέρα.

ΙΙ

Σ' αυτό το σπίτι θα 'ρθούν

λιγότεροι συγγενείς

θα 'ρθούν λιγότεροι φίλοι.

Δε θα το μάθουν καν πως μετακόμισα

δε θα χτυπήσουν το κουδούνι.

Τακτοποιώ τα πράγματα. Άλλο ένα άδειο σπίτι.

Βιβλία, δίσκοι – άχρηστοι πλέον,

μικροπράγματα,

από μετακόμιση σε μετακόμιση

έφτασαν σώα ως εδώ.

Από σπίτι σε σπίτι αναλογίζομαι, μετρώ,

έχασα ανεπαίσθητα

ανθρώπους που αγαπούσα.

ΙΙΙ

Η ανάμνηση από τη μυρωδιά τους,

η κουβέντα τους, έφτασε αλώβητη ως εδώ.

Λίγες φωτογραφίες

ανάμεσά τους ξετυλίγουν τη ζωή μου.

Και ας μη μάθουν καν πως μετακόμισα.

Κι ας μη χτυπήσουν το κουδούνι.

Πρώτη μου μέρα στο καινούργιο σπίτι

το κατέκλυσαν

άνθρωποι που αγάπησα,

που έχασα,

και έφτασα ανεπαίσθητα

μια μοναξιά πιο πέρα.

ΓΙΩΤΑ ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΥ, Ποιητών και Αγίων Πάντων, Μεταίχμιο

Πες το με ποίηση (501ο): «Δικός – κή – κό (μου, σου, του, κλπ.)»…

Μ. Πλέσσας – Γ. Πουλόπουλος

Λευτέρης Παπαδόπουλος, «Όλα δικά σου μάτια μου»

Νύσταξες άστρο μου φεγγάρι μου
στην αγκαλιά μου αποκοιμήσου
ξύπνησες ήλιε αποβροχάρη μου
πάρε το γέλιο μου και πλύσου

Όλα δικά σου μάτια μου
κι ο πόνος σου δικός μου
είδαν πολλά τα μάτια μου
στις γειτονιές του κόσμου

Δίψασες λεύκα μου κουράστηκες
ρίξε τις ρίζες σου σε μένα
ήρθε βοριάς και ξεμαλλιάστηκες
πάρ’ την καρδούλα μου για χτένα

Όλα δικά σου μάτια μου
κι ο πόνος σου δικός μου
είδαν πολλά τα μάτια μου
στις γειτονιές του κόσμου

 

****************

 

 

Γ. Σεφέρης, «Ο δικός μας ήλιος»

Ο ήλιος αυτός ήταν δικός μου και δικός σου: τον μοιραστήκαμε ποιός υποφέρει πίσω από το χρυσαφί μεταξωτό ποιός πεθαίνει; Μια γυναίκα φώναζε χτυπώντας το στεγνό στήθος της: «Δειλοί μου πήραν τα παιδιά μου και τα κομμάτιασαν, σεις τα σκοτώσατε κοιτάζοντας με παράξενες εκφράσεις το βράδυ τις πυγολαμπίδες αφηρημένοι μέσα σε μια τυφλή συλλογή». Το αίμα στέγνωνε πάνω στο χέρι που το πρασίνιζε ένα δέντρο ένας πολεμιστής κοιμότανε σφίγγοντας τη λόγχη που του φώτιζε το πλευρό. Ήταν δικός μας ο ήλιος, δε βλέπαμε τίποτε πίσω από τα χρυσά κεντίδια αργότερα ήρθαν οι μαντατοφόροι λαχανιασμένοι βρόμικοι τραυλίζοντας συλλαβές ακατανόητες είκοσι μερόνυχτα πάνω στη στέρφα γης και μόνο αγκάθια είκοσι μερόνυχτα νιώθοντας ματωμένες τις κοιλιές των αλόγων κι ούτε στιγμή να σταματήσουν για να πιουν το νερό της βροχής. Είπες να ξεκουραστούν πρώτα κι έπειτα να μιλήσουν, σε είχε θαμπώσει το φως. Ξεψύχησαν λέγοντας: «Δεν έχουμε καιρό» γγίζοντας κάτι αχτίδες· ξεχνούσες πως κανείς δεν ξεκουράζεται. Ούρλιαζε μια γυναίκα: «Δειλοί» σαν το σκυλί τη νύχτα θα ήταν ωραία κάποτε σαν εσένα με στόμα υγρό, τις φλέβες ζωντανές κάτω απ’ το δέρμα με την αγάπη. Ο ήλιος αυτός ήταν δικός μας· τον κράτησες ολόκληρο δε θέλησες να μ’ ακολουθήσεις κι έμαθα τότε αυτά τα πράγματα πίσω από το χρυσάφι και το μετάξι· δεν έχουμε καιρό. Σωστά μιλήσαν οι μαντατοφόροι.

*********************

“Ο δικός μου Αύγουστος”, Της Τίνας Σερβετά

Να ’ναι Αύγουστος, κάτω από ένα πλατάνι.

Και τα τζιτζίκια να κουτσομπολεύουν εμάς,

τους μικρούς και μεγάλους ανθρώπους.

Να μυρίζεις το θέρος και να το φοράς άρωμα στο λαιμό σου.

Να μυρίζεις τις σκέψεις και τις θύμησες.

Να καίγονται τα ρουθούνια από ένα πλανεμένο παρελθόν,

αλλά το μόνο που έχεις να είναι ένα παρών. Το όλον.

Αύγουστος είναι αυτός που σου καίει το δέρμα.

Αύγουστος να λούζεται σε ένα ρωμαϊκό λουτρό,

φτιαγμένο από μάρμαρο παρατημένο στη Νικόπολη.

Και όπως το τραγούδισμα της νυχτιάς

μπλέκει χέρια σφιχτά με το άρωμα του γιασεμιού,

ένα μαύρο μαγιό σε μαύρη θάλασσα χωρίς φεγγάρι έχει ενοχές.

Επτά χρόνια που δεν ακούς το κουτσομπολιό.

Τα τζιτζίκια είναι πάντα εκεί στους κορμούς από τα ευκάλυπτα.

Επτά χρόνια έμειναν κάτω από τη Γη.

Επτά χρόνια για να εκκολαφθεί ένα νέο μέλλον.

Και στοχάζεσαι πως είσαι ο ίδιος άνθρωπος με άλλη αμφίεση.

Με το ίδιο μαύρο μαγιό να ονειρεύεσαι βραδινό μπάνιο

σε παραλία με βότσαλα παρέα με μια πετσέτα που μυρίζει ευκάλυπτο.

Οι καλαμιές να έχουν πάρει φωτιά. Ένα θρόισμα προδίδει τη σκέψη.

Πόσους Αύγουστους προλαβαίνεις; Πόσα φεγγάρια

να ξεπροβάλουν πίσω από τη Νικόπολη; Κόκκινα να φλέγονται.

Τα τζιτζίκια έχουν φρενίτιδα, τα πιάνει ντελίριο πριν πεθάνουν.

Λιποθυμούν επάνω σε έναν ζεστό κορμό σαν τις αγάπες, μοναχικά.

Βαδίζεις στα σκοτάδια, ψάχνοντας την άκρη του νερού που στραφταλίζει.

Τα κοχύλια σπάνε από το βάρος σου,

το βάρος του χρόνου και της συνείδησης. Λυπάσαι γι’ αυτό,

αλλά συνεχίζεις μια πορεία άστοχη, ψάχνοντας κάτι που δεν θα βρεις ποτέ ξανά.

Το ξέρεις, μα συνεχίζεις τα βήματα επάνω στην υγρή άμμο.

Βυθίζεσαι στο βαρκό, αλλά νιώθεις ανακούφιση από το γνώριμο μέρος.

Κάποτε, είπες, είχες πάει στη Λατινική Αμερική.

Μου έφερες ένα εξωτικό κοχύλι, έβγαζε διαφορετικούς ψίθυρους.

Πώς να είναι ο Αύγουστος στο Κανκούν;

Πολύ θα ήθελες να ξέρεις, αλλά δε σε πολυνοιάζει κιόλας.

Είσαι κάτω από ένα πλατάνι και αποζητάς τα ευκάλυπτα.

Ακούς τους ψίθυρους να αγγίζουν τη δική σου ύπαρξη,

να σε κρίνουν χωρίς ενδοιασμούς, μα η γαλήνη των δέντρων μειώνει τις εντάσεις.

Άραγε ο Αύγουστος θα σε περιμένει μέχρι του χρόνου

ή θα πρέπει να φτάσεις μέχρι το Κανκούν για να τον ξαναβρείς;

Ψυχανεμίζεσαι πως θα έρθει η νυχτιά που μαζί θα μπλεχτείτε

στο μαρμάρινο λουτρό στη Νικόπολη, σε κοινή θέα,

όταν πια εσύ θα έχεις ξεγυμνωθεί από τις μελαγχολίες σου

και ο Αύγουστος από τον τρόμο του παρόντος, του παρελθόντος και του μέλλοντος.

Ανθρωπάκι τον είπαν τα τζιτζίκια, το άκουσες καθαρά.

Θα τον αποδεχτείς πια όταν ίσως είναι αργά.

Μέχρι τότε θα φοράς το θέρος στο λαιμό σου και θα μεθάς.

************************

“Το δικό μου ποίημα”

Του Γιώργου Ιατρού

Άκουσα τα μεσάνυχτα στο διαδίκτυο

ένα νεαρό ηθοποιό να διαβάζει αισθαντικά ένα ποίημα

Το άκουσα πάλι, το διάβασα, ύστερα το αντίγραψα

Νομίζω ότι το ποίημα αυτό ήταν για εμένα και για εσένα

Αργότερα ενώ δεν μου έφευγε από το μυαλό

βρήκα ότι ήταν για εμένα, για εσένα και για το παιδί.

όχι, όχι είπα λίγο μετά και σκίρτησα,

για την ακρίβεια ήταν για εμένα, για εσένα, το παιδί και τον άγγελο μας

Έψαξα για τον ποιητή, βρήκα το βιογραφικό του

υποκλίθηκα στην φωτογραφία του, ευχαριστώ του είπα

μέσα στην προχωρημένη νύχτα και του μίλησα

Πως έγραψες ένα τέτοιο ποίημα;

Που μας ήξερες!..

Κατόπιν αποκοιμήθηκα

Και ήρθε το ποίημα στο όνειρο μου

δηλ. εσύ, το παιδί και ο άγγελος μας

Το δικό μου ποίημα

*********************

“Τίποτα δικό σου”, Του Γιώργου Παπαδήμα

Το πρώτο βλέμμα.

Αποδοχής μα και συνάμα και απόγνωσης.

Το θυμάσαι;

Σα να ήμασταν χαμένοι,

αλλά στο ίδιο μέρος

Αχ

Θα ‘δινα

Τα πάντα για ένα τίποτα

Αρκεί να ήτανε δικό σου

*****************

«Ήμουν δικός σου», Δημήτρης Ψαριανός

Πάμπλο Νερούντα, « Ήμουν δικός σου»

Ποτέ δε θα συναντηθούν
ξανά τα βλέμματά μας
κι ούτε ποτέ θα γλυκαθούν
οι πόνοι μου από σένα.

Μα όπου πάω κι όπου σταθώ
θα ʼχω στα μάτια τη ματιά σου.
Μα όπου πας κι όπου σταθείς
θα ʼχεις τον πόνο μου μαζί σου.

Ήμουν δικός σου, ήσουν δική μου,
μα τώρα άλλος σʼ αγαπά
και κόβει απʼ τον κήπο σου
ό, τι εγώ έχω σπείρει.

Απʼ την καρδιά σου ένα παιδί
μου λέει στερνό αντίο.
Στερνό αντίο λέω κι εγώ
και φεύγω πικραμένος.

Έρχομαι απʼ τα μπράτσα σου,
δεν ξέρω προς τα πού να πάω.
Κι απʼ τα βαθιά σου ένα παιδί
γονατισμένο μας κοιτάζει.

*********************

“Δική σου”

Της Μπέττυς Κούτσιου

Εάν μια μέρα σε ρωτήσουνε..

Τι ήμουνα..

Πες τους ότι ήμουνα ελάφι..

Που πληγώθηκα..

και γι’ αυτό έτρεχα τόσο πολύ..

Πες τους ότι ήμουνα χελιδόνι..

Που με ρίξανε από τη φωλιά για να χωρέσουνε τα υπόλοιπα..

Πες τους ότι ήμουνα θρήνος ,

σε ένα δάσος, ένα βράδυ..

και δεν ξανακούστηκα ποτέ.

Ότι ήμουνα ένα ψάρι πες τους..

Που κορόιδεψε τον εαυτό του..

πως γεννήθηκε πουλί..

Και τσακίστηκε στα βράχια.

Όμως πέταξε για λίγο..

Όσο κρατάει εκείνη η στιγμή..

Που η μέρα συναντάει την νύχτα ..

Για λίγο ελάχιστα..για μια μόνο στιγμή.

Μόνο μην τους πεις ποτέ

Ποια ήμουνα..

Ήμουνα εκείνη που εσύ όρισες να είμαι..

Ήμουνα δική σου.

********************

Μάριος Τόκας – Γ. Νταλάρας, «Η δική μου πατρίδα»

Νεσιέ Γιασίν, «Η δική μου πατρίδα»

Λένε πως ο άνθρωπος πρέπει την πατρίδα ν’ αγαπά
λένε πως ο άνθρωπος πρέπει την πατρίδα ν’ αγαπά
έτσι λέει κι ο πατέρας μου συχνά
έτσι λέει κι ο πατέρας μου συχνά

Η δική μου η πατρίδα έχει μοιραστεί στα δυο
η δική μου η πατρίδα έχει μοιραστεί στα δυο
ποιο από τα δυο κομμάτια πρέπει ν’ αγαπώ;
ποιο από τα δυο κομμάτια πρέπει ν’ αγαπώ;

*****************

Μαρία Δασκαλάκη, Η ΔΙΚΗ ΜΟΥ ΠΟΙΗΣΗ

Ποίηση που γίνεται συνήθεια
Έμπνευση που μοιάζει δανεική
Παραμύθια που μυρίζουν σαν αλήθεια
Ψάχνω για μια λέξη μαγική

Ποίηση που γίνεται φενάκη
Λέξεις που σκορπίζουν στον αγέρα
Δίνω άλλη γεύση στο φαρμάκι
Παίρνει άλλο φως η κάθε μέρα

Ποίηση που καίγεται σα στάχτη
Τα χαρτιά μου που δεν έχουν λογική
Θαύματα που μοιάζουν με απάτη
Έρωτες με λήξη τραγική

Ποίηση που χάνεται στο πάθος
Ρίμες ποτισμένες με ιδρώτα
Στίχοι που προκύπτουν κατά λάθος
Όλες οι στροφές σβησμένα νώτα

Ποίηση με δέος και με ρίγος
Θέληση που χάνεται στη μοίρα
Άνθρωπος που είναι τόσο λίγος
Αίσθημα που μοιάζει με πλημμύρα

Με πλημμύρα στο χαρτί μου
Μοιάζουν όλες μου οι σκέψεις
Αραδιάζω τα «γιατί» μου
Τα στριμώχνω μες στις λέξεις

Μια πλημμύρα δίχως άκρη
Μέσα απʼ το μυαλό μου βγαίνει
«τόσα χρόνια ούτε ένα δάκρυ»,
λέει κι ύστερα ξεμακραίνει…

Πες το με ποίηση (500ο): «ΜΙΣΟΣ-ΜΙΣΗ-ΜΙΣΟ»…

ΜΑΡΙΑ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗ-AN Η ΜΙΣΗ ΜΟΥ ΚΑΡΔΙΑ

1.AN Η ΜΙΣΗ ΜΟΥ ΚΑΡΔΙΑ

Αν η μισή μου καρδιά βρίσκεται, γιατρέ, εδώ πέρα

η άλλη μισή στην Κίνα βρίσκεται

με τη στρατιά που κατεβαίνει προς το κίτρινο ποτάμι

η άλλη μισή στην Κίνα βρίσκεται.

.

Κι ύστερα, γιατρέ, την κάθε αυγή

την κάθε αυγή, γιατρέ, με τα χαράματα

πάντα η καρδιά μου στην Ελλάδα τουφεκίζεται.

.

Κι ύστερα, δέκα χρόνια, γιατρέ,

που τίποτα δεν έχω μες στα χέρια μου

να δώσω στο φτωχό λαό μου,

τίποτα πάρεξ ένα μήλο

Ένα κόκκινο μήλο

Την καρδιά μου.

ΝΑΖΙΜ ΧΙΚΜΕΤ, μετ: Γιάννης Ρίτσος

******

2. ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΩΝ 9-10 μ.μ.

27 ΟΧΤΩΒΡΗ 1945

Το μισό μήλο εμείς

τ’ άλλο μισό αυτός ο θεόρατος κόσμος.

Το μισό μήλο εμείς

τ’ άλλο μισό οι άνθρωποι.

Το μισό μήλο εσύ

τ’ άλλο μισό εγώ

οι δυο μας.

ΝΑΖΙΜ ΧΙΚΜΕΤ, μτφρ. Πέτρος Μάρκαρης

******

3. ΗΜΙΟΛΟΚΛΗΡΟΝ

Να είσαι απλός

και περιττός,

αυτό ’ναι κάτι.

Να μη ’σαι τίποτα

(ούτε απαραίτητος)

επίσης είναι. 

.

Να κλεις με νόημα

(βλακείας ένεκεν)

το ’να σου μάτι. 

.

Κάνε το κι έσο

ημιβέβαιος

και μείνε. 

.

Μείνε ημιόχις

ημιναινές

– κράτα ημιπόζα. 

.

Έσο ημίβλεπτος

ημιαν-φάς

και -τότε- τέλεια 

.

η φήμη θάρτει σου

σαν μια Κυρία

ημιμιμόζα 

λίγον τι κρύα

και λίγον μπλαβή

από τα γέλια… 

ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΚΑΡΙΜΠΑΣ – Βοϊδάγγελοι (1968)

Μισό και Μισό – Λ.Μαχαιρίτσας – Ε.Ζουγανέλη

4. ΜΙΣΟ ΚΑΙ ΜΙΣΟ

Χωρίς εσένα ξεκινάω απ' το μηδέν

και τα σκαλιά τα ανεβαίνω ένα ένα

ώσπου να φτάσω στα χείλη σου που καιν'

τα αναμμένα

.

Χωρίς εσένα ξεκινάω απ' το εγώ

κι ύστερα σπάω τον εαυτό μου λίγο λίγο

η αγκαλιά σου τα πιο ελεύθερα δεσμά

κι εδώ θα μείνω

.

Είμαι εσύ και εσύ εγώ

το μισό της αγάπης και το άλλο μισό

είμαι εσύ και εσύ εγώ

50 -50 και μαζί 100

.

Χωρίς εσένα ξεκινάω απ' το κενό

και εκεί που λέω πως θα χαθώ μιαν άκρη πιάνω

κοίτα πως σώζομαι το τελευταίο λεπτό

σε σένα επάνω

.

Έχει απόψε μισοφέγγαρο η βραδιά

όμως μου φαίνεται πανσέληνος μαζί σου

δες πως ενώνονται του κόσμου τα μισά

μες τοι κορμί σου

.

Είμαι εσύ και εσύ εγώ

το μισό της αγάπης και το άλλο μισό

είναι εσύ και εσύ εγώ

50 -50 και μαζί 100.

ΝΙΚΟΣ ΜΩΡΑΙΤΗΣ

******

6.

1/2

Μισός αιώνας

όλα μισά

μισή κραυγή

–την άλλη την κρατώ

για κάθε ενδεχόμενο–

.

μισό το ήμισυ

το έτερον

–σκάρτα στο 1/4–

μισό φωνήεν

και βραχύ

και σύμφωνα

πολλά

Φοινικικά

.

μισά κι αυτά

ν’ ανοίγονται

αλλόγλωσσα

στη θάλασσα.

ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΠΕΧΛΙΒΑΝΗ

******

7. ΜΙΣΟ ΦΕΓΓΑΡΙ

Βλέπω ένα γούβωμα βαθύ.

Ποιο χέρι αρπακτικό

μπήκε πήρε πολύ έφυγε

και δεν πρόφτασα;

.

Άραγε σε ποιο όνειρο

ανέθεσα του όλου τη φύλαξη

και το πήρε ο ύπνος;

.

Ακούω το νυχτολούλουδο

σαν κούκος ρολογιού

πετάγεται έξω απ’ το άρωμά του

φωνάζοντας

νύχτωσε βγες να δεις

και είδα να χαράζεται ψηλά

ένα μισό και ούτε φεγγάρι

σα μαχαιριά σε υπερφυσικό

θεού σαγόνι ή μάλλον

σαν φιλιού το κάτω χείλος

και το επάνω να φιλάει το σκοτάδι

–ποιος και σε ποιον μισοείπε:

αν είναι αργά

κοιμήσου στο κρεβάτι μου εσύ

κι εγώ στον καναπέ.

.

Αχ, υπομνηστικό φεγγάρι

στέκεις εκεί πάνω

σα μισή ωραιότητα

και σαν ολόκληρη ευκαιρία

κοιτάζοντάς σε να μετρώ

πόσα μισά δεν πρόλαβα

ν’ αφήσω.

ΚΙΚΗ ΔΗΜΟΥΛΑ, «Μεταφερθήκαμε παραπλεύρως»

******

8. ΜΙΣΟ ΦΕΓΓΑΡΙ ΑΠΟΨΕ

Μισό φεγγάρι απόψε σαν νυστέρι

κόβει τον ύπνο μου στα δύο – τό 'να

μισό πέφτει άδειο ρούχο στον αιώνα

που πέρασε, και τ' άλλο σαν αστέρι

.

παίρνει τους ουρανούς και πάει να φέρει

εδώ στον κατασκότεινο κοιτώνα

τα χρώματα του ανεύρετου ροδώνα,

τριαντάφυλλα στου καθενός το χέρι.

.

Πόσο θα ζήσω ακόμα; Θα προφτάσει

η καρδιά μου μαζί σου να γιορτάσει

κι η σάρκα μου μαζί; Όταν το τάσι

.

της πληρωμής θ' απλώσουμε, μαχαίρι

θα γίνει το σκοτάδι να μοιράσει

τον ένα εδώ, τον άλλο – ποιος το ξέρει.

 ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΚΑΨΑΛΗΣ, ΕΔΩ

******

9. ΜΙΣΟ ΦΕΓΓΑΡΙ ΦΩΣ

Μισό φεγγάρι φως η νύχτα

σε προσμονή γέμισης

Φως σε διαδικασία διαστολής…

ίσαμε το ολόκληρο…

Το όλον…

.

Κι ύστερα πάλι φως σε χάση…

Το όλον σε διαδικασία συστολής

Ως την ανυπαρξία…

Το τίποτα…

Κύκλος ζωής…

.

Από το τίποτα στο όλον

Κι από το όλον στο τίποτα…

Και πάλι στην αρχή…

Όλα αρχή…είναι τελικά. ..

Ακόμα και το τέλος…

ΔΕΣΠΟΙΝΑ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΑΚΗ

Ηλίας Κλωναρίδης – Όλα Μισά

10. ΔΕΝ ΘΕΛΩ ΤΙΠΟΤΑ ΜΙΣΟ

Δεν θέλω τίποτα μισό!

Δώσε μου όλο τον ουρανό! Τη γη ολόκληρη μπροστά μου!

Θάλασσες και ποτάμια, βουνίσιες χιονοστιβάδες

Δικά μου- δεν θα τα μοιραστώ !

Όχι, ζωή, με κομμάτια δεν θα με μπαλώσεις.

Όλα ολόκληρα! Στους ώμους μου!

Δεν θέλω ούτε  το μισό της ευτυχίας,

Ούτε μισό καημό δεν θέλω!

 .

Θέλω μονάχα το μισό από το προσκεφάλι

Που ακουμπάει απαλά στο μάγουλο σου,

 Όταν  αδύναμο αστέρι, πεφταστέρι,

Την βέρα αχνοφωτίζει στο δικό σου χέρι…

ΕΒΓΚΕΝΙ ΓΙΕΦΤΟΥΣΕΝΚΟ, Απόδοση: Λίζα Διονυσιάδου  

******

11. ΜΙΣΟΣ

Τα στεγνά μου χείλη

καταδυναστεύουν τα σφάλματα.

Οι έρωτες χάθηκαν

στα ψηλά χορτάρια του θανάτου,

εκρηκτική η κραυγή τους.

.

Ανταλλάσσουμε ματιές,

εισπνέω την ηχώ τους.

Τα μάτια ξεσκίζουν

το πέπλο του χρόνου,

θωπεύουν τα ανέγγιχτα,

η ζωή ανθίζει

στα κρυφά κοιλώματα της σάρκας.

.

Καταγράφονται οι δονήσεις της καρδιάς,

αναλαμπή ελπίδας

μέσα στην καταχνιά των καιρών.

Κάθε βράδυ γνωριζόμαστε,

βγαίνουμε από τις παρενθέσεις,

ντυνόμαστε με τα στολίδια του πόθου,

χορεύουμε προς την έξοδο κινδύνου.

.

Ένα ρομαντισμός εφηβικός

εξαγνίζει τα λάθη.

Υπήρξα μισός,

βουλιάζοντας στη διαρκή απουσία σου.

ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΚΑΡΠΈΤΗΣ

******

12. ΑΚΡΙΒΩΣ ΣΤΑ ΜΙΣΑ

Ακριβώς στα μισά

και ο δρόμος αδρός

τα ήσυχα δέντρα

τα πετούμενα και μη

ανεπηρέαστη ροή ζωής

Στον στόχο

εμείς της πέτρας

του άγονου ίσκιου

του θυμού με τ’ όνομα

με νύχια και με δόντια

να γέρνουμε αργά

ΜΥΡΤΩ ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΥ, Λίβελοι πουλιών (2023)

******

13. ΤΟ ΔΙΠΛΟ ΜΙΣΟ

ακόμα θυμάμαι

τη μικρή γωνιά της “αγάπης”

το κουρασμένο κρεβάτι

ένας κόσμος -απόκοσμος-

σαν έλειπες

στρίμωχνα ένα κορμί και μία σκέψη

στο μισό -μισώ-

.

θυμάμαι να με ρίχνεις κάτω

απ’ τον κόσμο σου

να με ιδρώνεις

σ’ εφιάλτες και σιωπές

να μου τραβάς απότομα το σεντόνι

γιατί ποτέ δεν κρύωνα

γιατί από παιδί μου άρεσε ο χειμώνας

ακόμα στο μισό κοιμάμαι

στο δικό σου μισό

για να το βρεις ζεστό

.. 

όταν κοιτούσα τα μισόκλειστα σου μάτια

απ’ τα δυο μισά, γεννιόταν ένα ολόκληρο

μισό φιλί

μισό χάδι

μισό δειλινό

μισό σκοτάδι

μισό χαμόγελο

μισό δάκρυ

μισό εαυτό

μισό λεπτό

μισό κενό

τώρα

πολύ μισώ

αυτό το ατέλειωτο μισό

και το πλέον οξύμωρο;

τόσοι έρωτες

τόσα κορμιά

τόσες λαγόνες

τόσα τέλματα

πώς να χωρέσουν σε μισό κρεβάτι;

ποτέ δε ξανάγινε τ’ όνειρο διπλό

κάτι έσπασε

μου έμεινε μόνο να γράφω

για τα δικά σας κρεβάτια

τα μισά

τα ολόκληρα

τ’ αληθινά

τα υποκριτικά

τα αιώνια

 ΘΕΟΦΑΝΗΣ ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ

******

14. ΜΙΣΗ ΓΗ, ΜΙΣΗ ΟΥΡΑΝΟΣ

Για τη Μαρία Κάλας

.

Ποτέ πια δεν θα σας ανήκω ολότελα!

Οι µάγισσες

που επισκέφτηκαν τη βρεφική µου κλίνη

έδωσαν εντολή

ανάµεσα στη Γη και τον Ουρανό

να στέκοµαι µετέωρη,

γεφυρώνοντας τον πόνο µε τη γαλήνη.

Να µε τυλίγει το σκοτάδι,

την ίδια στιγµή

που θα µε καταυγάζει το φως!

.

Εκεί, που η γη

σκεπάζεται µε νερά απροσµέτρητα,

εκεί, που ο βυθός χτίζει τις δικές του σπηλιές,

εκεί που κάποιο Πέλαγος

ψιθυρίζει παθιασµένο τα µυστικά του

σε όλα τα χρώµατα του γαλάζιου,

εκεί θα κατοικήσει

ένα κοµµάτι από µένα…

.

Θα ’ναι ένα σύµβολο χωρίς σάρκα,

µια σκιά ονείρου,

µια αέρινη οκτάβα,

µια τρίλια από στεφάνι µυρωµένο

του Μαγιού…

.

Θα ’ναι το νεραϊδοπέταγµα µιας µούσας

που κάποτε τόλµησε

να ακουµπήσει τη γη και ρίζωσε».

ΑΝΝΑ ΦΙΛΙΩΤΟΥ

Πες το με ποίηση (499ο): «Τούτος –η –ο»

-Χ. Λεοντής – Ν. Ξυλούρης, «Τούτες τις μέρες»

-Γ. Ρίτσος, «Τούτες τις μέρες»

Τούτες τις μέρες ο άνεμος μας κυνηγάει, μας κυνηγάει
Γύρω σε κάθε βλέμμα το συρματόπλεγμα
γύρω στην καρδιά μας το συρματόπλεγμα
γύρω στην ελπίδα το συρματόπλεγμα
Πολύ κρύο, πολύ κρύο, πολύ κρύο εφέτος

Πιο κοντά, πιο κοντά
μουσκεμένα χιλιόμετρα μαζεύονται γύρω τους

Μέσα στις τσέπες του παλιού πανωφοριού τους
έχουν μικρά τζάκια να ζεσταίνουν τα παιδιά
Κάθονται στον πάγκο κι αχνίζουν
απ’ τη βροχή και την από στάση
Η ανάσα τους είν’ ο καπνός ενός τραίνου
που πάει μακριά, πολύ μακριά
Κουβεντιάζουν
και τότε η ξεβαμμένη πόρτα της κάμαρας
γίνεται σαν μητέρα που σταυρώνει τα χέρια της
κι ακούει

Πιο κοντά, πιο κοντά
Τούτες τις μέρες…
Πιο κοντά, πιο κοντά

(από το «Καπνισμένο τσουκάλι»)

****************

-«…Τούτος ο κόσμος μοιάζει με σκάλα.
Κάθε σκαλί της
όταν τ’ ανεβείς
χαλιέται
πέφτει

Στο τελευταίο το σκαλί η σκάλα δεν υπάρχει.…»

(Ν. Καρούζος)

************



Είναι μεγάλος τούτος ο άνεμος

είναι πελώριος τούτος ο άνεμος

είναι χαρούμενος, χαρούμενος, χαρούμενος,

ρίχνει τα τείχη που ύψωσαν ανάμεσα στους λαούς

ρίχνει τα τείχη του θανάτου

ρίχνει τα τείχη ανάμεσα στο νου και στην καρδιά

τα τείχη ανάμεσα σε σένα και σε μένα

κι ανοίγει διάπλατα, πάνου απ τον κόσμο, του ήλιου παράθυρο.

Ακούστε πώς σφυρίζει τούτος ο άνεμος

μέσα στις ματωμένες γειτονιές του κόσμου.

(Γ. Ρίτσος, Οι γειτονιές του κόσμου)

***************

Χρίστου Παλαιοπάνου, Αχ τούτα τα χέρια να ήταν ποίημα

Αχ
το αχ του ποιήματος απάτη
και τούτος ο κριτής πανούργος
τούτος που γράφει
ασύμφωνος με τις ορμές του
ορμά
για το ποίημα
προς (ε)κείθε(ν)
αχ
το ποίημα
μακριά –
τα χέρια του γράφουν
αντί βυζί και ήβη να ’ναι
αντί του ποιήματος γεννήτωρ ποίημα.

*************

Γιώργος Νταλάρας – Τούτος Ο Ντουνιάς

Τούτος ο ντουνιάς (Βασίλης Δημητρίου)

Εμάς ο χάρος το ‘κανε
το σπίτι μας σεργιάνι
όταν δεν έρθει μια χρονιά
τότε θα ‘ρθει την άλλη

Τούτος ο ντουνιάς
τούτος ο ντουνιάς
τούτος ο ντουνιάς
δεν ήτανε για μας

Πού πας, διαμάντι, να κρυφτείς
μάλαμα, να σκουριάσεις
και κόκκινο γαρίφαλο
να κιτρινοφυλλιάσεις

Τούτος ο ντουνιάς
τούτος ο ντουνιάς
τούτος ο ντουνιάς
δεν ήτανε για μας

Ξύπνα, διαμάντι, και ρουμπί
κι αφρέ του μαλαμάτου
που ‘χω δυο λόγια να σου πω
του παραπονεμάτου

Τούτος ο ντουνιάς
τούτος ο ντουνιάς
τούτος ο ντουνιάς
δεν ήτανε για μας

*************

-Κρίτων Αθανασούλης, «Όλος τούτος ο λαός»

Όλος τούτος ο λαός
που περιμένει στο λιμάνι τα πλοία
έπαιξε τη ζωή του στα ζάρια με τους ανέμους
και τώρα ξυπόλυτος και γυμνός
νοσταλγεί μιαν επιστροφή
απ’ την αιχμαλωσία του.
Εδώ κάτω από τάστρα ξαγρυπνάει
τόσες νύχτες
κι’ ονειρεύεται την επιστροφή.

Πλοία κατάφωτα και ταχύπλοα
διασχίζουν τα σπλάχνα σου
νύχτα και μέρα,
όμως όπως περνούνε μακρυά από τη λαχτάρα σου
τόσα όνειρα χάνονται,
γιατί ένα φως μέσα στη θάλασσα
που όλο σβήνει και απομακρένεται,
ανάβει τη φωτιά της αγωνίας
σε κείνους που περιμένουν.
Δίχως τροφή, νερό και δύναμη
ποιος τόλεγε πως θ’ απομείνουμε,
ποιος τόλεγε πως θα περάσουμε
δίχως το καθημερινό μας γέλιο,
χωρίς μιάν εξοχή στο άγχος μας,
χωρίς τίποτε θάλασσα, θάλασσα.
Τώρα
κλείσε τους ανέμους τους τυραννικούς
μέσα στ’ αμπάρια των πλοίων
έτσι ανενόχλητα να σκίζουν τον κόρφο σου
και μεις στέλνουμε γλάρους τις ικεσίες μας
να τα οδηγήσουν στο βράχο μας
εκεί που με σφιχτά χέρια η ελπίδα μας
θα κρατήσει το παλαμάρι.

**************

Γιώργος Αλεξανδρής: Τούτος ο τόπος

Τούτος ο τόπος είναι μεγάλος,
έτσι όπως από παλιά φημολογείται.
Δεν τον ορίζεις με σύνορα και χάρτες
ούτε τον προλαβαίνεις με ταξίδια και περιγραφές
κι ακόμη δυσκολότερο να τον διαβάσεις
σε σημαδεμένες εποχές ιστορίας,
γιατί η κλειστή απεραντοσύνη του
είναι αγέρι του νότου από γόνιμες θάλασσες,
γέννα του βορρά από θυμωμένους ουρανούς
κι έρχεται μπροστά από το χρόνο
κι απ’ όλες τις γενιές που ακολουθούν.

Τούτος ο τόπος είναι όμορφος

έτσι όπως από παλιά ιστορείται.
Τον κατανοούν απείθαρχα πνεύματα,
τον νιώθουν αβόλευτες ψυχές
κι ακόμη περισσότερο στ’ ανθρώπινο μεγαλείο,
ανοχύρωτος σε παραλογισμούς και υστερίες
έκθετος σε ανήκουστα δεινά και κρίσεις,
προσπερνά με αξιοπρέπεια και αντοχές
τις ευθύνες και τη μεμψιμοιρία
και δεν ξιφομαχεί με είδωλα  και σκιές
ούτε και λύτρωση στο γδικιωμό γυρεύει.

Τούτος ο τόπος είναι ανθρώπινος
έτσι όπως από παλιά αναγνωρίζεται.
Δυο δρασκελιές ασυμμάζευτη γειτονιά
και μια οργιά αφύλαχτο καταφύγι,
να φτάνει η ανατολή γερόντισσα στους καημούς της
κι η δύση ξιπασμένη νια στον αυτισμό της,
κι ακόμη δικαιότερο του αληθινού,
πόρτα ανοιχτή στο άναρχο και το συνειδητό,
με την ανθρωπιά  διάφορη από τη βία της τάξης
και την  απείθεια στα μικρά και τα φτωχά,
φιλότιμο χωρίς ύστερα και προβολές στο μέλλον.

********************

-Δ. Ποταμίτης, «Τούτος ο κόσμος»

α΄

Ήχο και φως -είπε- η λάμψη αθώρητη

σαλπιγγική της φωτιάς μοίρα του ήλιου το πρόσωπο

ά β α τ η  σάρκα τον ίσχαιμο νου με τη ρομφαία

και το αίμα πορφυρό στους αιώνες έτρεξε!

ΤΟΥΤΟΣ  Ο  ΚΟΣΜΟΣ

γενιά των από πάντα άστρων και του άφαντου βυθού

μελλούμενος του θανάτου και μάταιος

ο καιρός της προσμονής -που ήρθε- έστρεψε

κατ΄ αλλού την αγάπη και κατ΄ αλλού το μίσος.

Αυτή η γη κι αυτή η θάλασσα -πάντα- να μέλλει!

Κρωγμοί σείοντας σχήματα των ουρανών

κι η κόρη δίσεκτος του μέλλοντος

τη δυσγενεσία μου αποκάλυψαν και

τη μύχια φωνή της ντροπής του ανθρώπου αυτού

που μου έμελλε και δεν τον απαρνήθηκα.

ΤΟΥΤΟΣ  Ο  ΚΟΣΜΟΣ

ο προπάντων της ψευτιάς και του πένθους

αρνούμενος τη ζωή και χλευαστικός

κι ο καιρός της προσμονής πέρασε

άλλος την αγάπη λατρεύοντας κι άλλος το μίσος.

Αυτή η   α λ ή θ ε ι α  πάντα πικρή έμελλε!

Φωνή κραδαίνοντας στην έσχατη πλάνη

και το νου το σκοτεινό

γοερά το βρέφος -κλαίω- που αναζήτησα

και το φως αίμα πορφυρό στους αιώνες!

Αυτή τη  ζ ω ή  και το  θ ά ν α τ ο !

β΄

Με τετράκοπο άνεμο πλεύρισε την καρδιά μου  φ ω ς

που σκόρπισε στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα

Πηγή της ανατολής με το στόμα ακόμα γλυφό

του βορρά ύστερα συντροφικό Άστρο

Νησί του νοτιά που με γέννησε

και Μάτι από πάντα δακρυσμένο της δύσης.

Κοιτάζω το άγνωστο και πλανάται η ψυχή μου

απ΄ το Ιόνιο με το αεράκι και το απαλό το κύμα

ταξιδεύοντας τα πέρατα.

Αγγίζω την ηλιαχτίδα κι ημερεύω τα ζώα που υπηρετώ

μέσα μου της φωτιάς το πρόσωπο σίδερο και μπαρούτι

μοιρασμένο στην όρθια φωνή που δρασκελίζει τον κόσμο.

Αστράφτει ο ουρανός τα φτερά των αγγέλων

στο μαύρο σύννεφο κι η καταιγίδα

πλημμυρίζει το στόμα μου.

ΚΑΝΕΙΣ λέω δε θέρισε το θάνατο και σαπίζει στο χώμα!

γ΄

Αναλήφθηκα στους ουρανούς απ΄ τη χρυσή βροχή

και το δάκρυ μου έσταξε των φύλλων το χρώμα

δροσιά ήρθε στο καμίνι της ερήμου

κι οι κόκκοι της άμμου κιτρίνισαν.

ΑΥΤΗ τη γη λέω έσπειραν με ρόδα

και θερίζουν τον άνεμο!

Αναγγέλλομαι μέσα απ΄ το θειάφι

κι έπειτα στεριώνω το σανίδι στο παράθυρο

και την πόρτα κλειδώνω.

Απ΄ το καρφί κρεμάω τη φωνή μου τα φωνήεντα χωριστά

και τα σύμφωνα στον κήπο μου θάβω.

Τώρα σκαρίζει το χώμα κι ένα φύλλο μ΄ απειλεί

απ΄ το λουλούδι που μαραίνονται τα μάτια μου.

ΠΟΣΟ μας έλειψε άραγε η ευδαιμονία των κήπων;

Αναγεννιέμαι απ΄ τη φωτιά και στο χείλι μου στάζει

το όπιο της γνώσης όμως δε μου φτάνει ο χρόνος

στην αρχή να γυρίσω της σιωπής.

Σηκώνω τον αθώο μου λόγο: ότι μ΄ αγάπησε

αν το χέρι δε του άπλωσα -πάντα-

μοναδικό μου χρέος να με κυριεύει!

δ΄

Κατακλύστηκα απ΄ τους ουρανούς κι η βροχή μεστή έπεσε

το χνώτο της φίλησε την πηγή δροσερό

και στο χώμα έλαμψε η πληγή

που μ΄ οδηγεί στη θάλασσα.

Γαλάζιο το αίμα μου χύθηκε

η γοργόνα κολύμπησε μες στον αφρό του

και τα πανάρχαια μαλλιά της άγγιξαν τον ήλιο.

Στη μεγάλη τη θάλασσα χάθηκα ψάχνοντας

το βυθό και τους ύφαλους -τη μόνη άκρη που βρήκα-

τραβώ απ΄ τα βάθη της αβύσσου.

Έσφαλα και πληρώνω γι΄ αυτό. Ότι αγάπησα

τώρα με πληγώνει

τα τρία άστρα νεκρά μες στα χέρια μου

η ζωή, ο θάνατος κι η ανταμοιβή

σβήνουν τον ήλιο κι οδηγούν στα σκοτεινά το τραγούδι μου.

Ανασηκώθηκα ταπεινά απ΄ το χώμα, μύριες φορές,

με το απαλό το χάδι της ελπίδας

το σχήμα της που μέσα μου κρατούσε.

Ότι έδωσα κανείς δε το γύρισε

ορφανό το βήμα που με φέρνει εδώ

κι αυτό -ίσως- το οφείλω από πάντα.

Σηκώνω τον αθώο μου λόγο:

Όλα τ΄ αγάπησα!

ΜΟΝΗ ΜΟΥ ΟΦΕΙΛΗ Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΠΑΝΤΑ ΘΑ ΜΕ ΔΙΩΚΕΙ !

******************

Τούτοι οι μπάτσοι που `ρθαν τώρα, Γιώργος Κουτουλάκης

Ρεμπέτικο, Τούτοι οι μπάτσοι που `ρθαν τώρα


Τούτ’ οι μπάτσοι που `ρθαν τώρα, βρε
τούτ’ οι μπάτσοι που `ρθαν τώρα, βρε
τούτ’ οι μπάτσοι που `ρθαν τώρα, ουά
τι γυρεύουν τέτοιαν ώρα;

Ήρθανε να μας ρεστάρουν, βρε
ήρθανε να μας ρεστάρουν, βρε
ήρθανε να μας ρεστάρουν
και τα ζάρια να μας πάρουν.

Και μας ψάξανε για ζάρια ρε,
και μας ψάξανε για ζάρια, ρε
και μας ψάξανε για ζάρια,
και μας βρίσκουν οχτώ ζευγάρια.

Παίζω ζάρια και κερδίζω, ρε,
παίζω ζάρια και κερδίζω, ρε
παίζω ζάρια και κερδίζω,
και στην πόκα τα τοκίζω.

Έρχομαι το φράχτη, φράχτη, βρε,
έρχομαι το φράχτη, φράχτη, ρε
έρχομαι το φράχτη, φράχτη,
και σε βρίσκω μ’ ένα ναύτη.

Πες το με ποίηση (498): «Υπόσχεση»….

Η ανάρτηση είναι της καλής φίλης και συνεργάτιδας του μπλογκ, Αγγελικής.

Υπόσχεση – Μαρία Κηλαηδόνη

1.ΥΠΟΣΧΕΣΗ

Μέσα από την καταχνιά

όπου βυθίστηκε ο κόσμος

και δεν ήξερες πια αν θα τελειώσει

η αγάπη φωτίζει πάλι τον ουρανό

.

Κύματα της θάλασσας

φέρνουν στην ακτή το άρωμά της

μυριάδες στίγματα χρωμάτων

κατακλύζουν τον ορίζοντα

.

Σε βρίσκω ξανά

να έρχεσαι με τον αέρα

της τελευταίας ώρας της μέρας

να πλημμυρίζεις τη στεγνή μου κοίτη

να μου υπόσχεσαι

νύχτες με πλήθος γαλαξίες

ΧΑΡΑ ΧΡΗΣΤΑΡΑ, Μυστική δίοδος (1998)

******

2. Η ΥΠΟΣΧΕΣΗ ΤΗΣ ΟΜΟΡΦΙΑΣ

Ακυρώνει τα χρόνια η στιγμή στο ξαφνικό

τηλεγράφημα: «Ασθενεί βαρέως φθάσε».

.

Πέφτει η βελόνα απ’ το χέρι που ράβει το στρίφωμα.

Πέφτουν οι βελόνες απ’ τα χέρια που πλέκουν δαντέλες.

Τα χέρια που στύβουν λεμόνια.

Όταν ανάβουν τη λάμπα και γυαλίζουν μπακίρια.

Όταν απλώνουν σεντόνια στο σκοινάκι

που θα σε πνίξει χρόνια μετά.

Όταν πλένουν με φύλλο συκιάς τα ποτήρια.

Να σιδερώνουν πουκάμισα. Να καθαρίζουν λεκέδες

με το βρασμένο δεντρολίβανο.

Η σταγόνα το αίμα απ’ το δάχτυλο που χτύπησε

σ’ ένα αόρατο καρφάκι.

.

Τα χέρια που χειροκροτούν πλανόδιους θιάσους

καθώς γυαλίζουν οι πούλιες και σκοτεινιάζουν τα φτερά

κι αστράφτουν τα πόδια τα θεϊκά μιας χορεύτριας

μες στα ερείπια μιας ζωής που θα συρθεί ως τον σταυρό.

.

Αχ πόσο πόσο η ομορφιά είναι υπόσχεση θανάτου.

ΜΑΝΟΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΥ, Η πόρτα της Πηνελόπης (2004)

******

3. ΥΠΟΣΧΕΣΕΙΣ

Μιλάς στο όνομα

Ενός ανύπαρκτου λαού

Μιλάς στο όνομα

Ενός ανύπαρκτου θεού

Εμείς ακούγαμε

Γεμάτοι απορία

.

Στο τέλος ο πρώτος

Μας υποσχέθηκε ένα

Καλύτερο αύριο

Ενώ ο άλλος

Ένα αιώνιο αύριο

Για το τώρα κανείς

Δεν έκανε κουβέντα

ΑΡΓΥΡΗΣ ΜΑΡΝΕΡΟΣ, Αίθουσα αναμονής (2003)

******

4. ΥΠΟΣΧΕΣΗ ΜΙΑΣ ΑΣΤΡΑΠΗΣ

Άσε με μόνο να σε κοιτώ να μου μιλάς

κι ας μην ακούω τα φωνήεντα και σύμφωνά σου

Μου αρκεί που ο κυματισμός της φωνής

αγγίζει και σπάει τον μέσα μου βράχο

με ρωγμές και σπηλιές

κατοικημένες από απώλειες

σμιλευμένες με σιωπές γρανίτη.

.

Λέξη τη λέξη το βλέμμα σου ,

λίκνισμα χορταριού,

περιφέρεται στο γύρω σου

-μέθη από φούλι αιγυπτιακό-

συναντά κι αγγίζει ανεπαίσθητα

το οπάλινο μέσα μου

.

Ροδαλό φως το βλέμμα σου

Ανατολή

μετά από -πόσες;-

νύχτες ασέληνες.

Οι λέξεις σου

βλέφαρα εφήβων

ισορροπούν

στο ξεφτισμένο σχοινί του εγώ μου

.

Και πιάνομαι από τον μίτο

ενός αστεροειδούς που επιχειρεί

βουτιά σε άγνωστο γαλαξία

με την ταχύτητα και την

υπόσχεση μιας αστραπής.

ΤΑΣΟΥΛΑ ΤΣΙΛΙΜΕΝΗ

******

5. ΥΠΟΣΧΕΣΗ ΕΠΙΣΤΡΟΦΗΣ

κι ο θάνατος δεν είναι

παρά μια υπόσχεση επιστροφής

σ’ αυτό που κάποτε υπήρξαμε

.

γι’ αυτό σας λέω

μη με ψάξετε εδώ

υπήρξα πάντοτε εραστής μιας άλλης διάστασης

τις νύχτες μπέρδευα τους προορισμούς

κι έπρεπε να ψάχνω μια κουκκίδα

στους φανταστικούς μου χάρτες

για να μου δείχνει τον δρόμο

.

η μητέρα τα βράδια άναβε ένα φως

στο παιδικό δωμάτιο

ήταν γιατί στο βάθος ήξερε

πως έμελλε ν’ αγαπήσω το σκοτάδι

.

κι είναι ίσως γι’ αυτό που ονειρεύομαι

μέσα σε ένα σκοτάδι εκτυφλωτικό

το πέρασμα στην άλλη όχθη

ΓΕΩΡΓΙΑ ΚΟΛΟΒΕΛΩΝΗ, Μελάνι στον ουρανίσκο, Μελάνι, 2015

******

6. ΥΠΟΣΧΕΣΗ

(γραμμένη στὴν ἀπομόνωση στὸ Μπογιάτι,

τὸν Φλεβάρη τοῦ 1972. «Γράφτηκε

-σημειώνει ὁ ποιητὴς Ἀλέκος Παναγούλης-

ὄχι γιὰ νὰ δικαιολογήσει τὰ δάκρυα

ποὺ ὁ πόνος καὶ ἡ ὀργὴ ἀνέβαζαν στὰ μάτια,

μὰ γιὰ νὰ ἐπιβεβαιώσει μιὰ ἀπόφαση.

Ἁπλοϊκὰ γραμμένο ἴσως, μὰ εἶναι ἕνας ὅρκος»

Τὰ ποιήματα – ἐκδόσεις Παπαζήση).

.

Τὰ δάκρυα ποὺ στὰ μάτια μας

θὰ δεῖτε ν᾿ ἀναβρύζουν

ποτὲ μὴν τὰ πιστέψετε

ἀπελπισιᾶς σημάδια.

.

Ὑπόσχεση εἶναι μοναχὰ

γι᾿ Ἀγώνα ὑπόσχεση».

ΑΛΕΚΟΣ ΠΑΝΑΓΟΥΛΗΣ

******

7. ΥΠΟΣΧΕΣΗ

Θέλω να γίνω εδώ και τώρα

ο μυστικός σου φανοστάτης.

Τον δρόμο για το σπίτι να φωτίζω

όταν το σκότος και η ταραχή παραμονεύουν.

.

Όταν ανάμεσα σε αγάλματα νιώθεις μικρός

και η συλλογή από μανικετόκουμπα

απορροφά μονάχα είδη σπάνιας μούχλας.

Είσαι λουσμένο από αστέρια, να θυμάσαι

μικρό μου τζιέρι.

Σταμάτησα πια ν’αναζητώ τον κηπουρό

αφήνω ελεύθερο το χόρτο.

Κι αυτό όλο παφλάζει

ορμάει, αναδιπλώνεται και αγκαλιάζει τοίχους.

Τυλίγει, ξετυλίγει αναμνήσεις

και εν τέλει καταπίνει κάθε λογής σου ζαβολιά.

Φοβάμαι, άκουσα θα έχουμε δεύτερο

παροδικό φεγγάρι-αστεροειδή

μόνο όμως για δύο μήνες.

Ίσως γι’αυτό τα υγρά τρελαίνονται

και καταπίνουν πόλεις.

Οι σφαίρες παρεκτρέπονται

μοιράζουν χειραψίες.

Και κάποιοι φτιάχνουν για αντιπερισπασμό

μήλα χρώματος μωβ.

Εσύ θα δοκιμάσεις ;

Κρύψου καλύτερα στα χόρτα τα ψηλά

μόνο για σένα τα άφηνα ασουλούπωτα, με τόση τέχνη.

Είναι μια αποπλάνηση

η παρέλαση ολόφρεσκων χαρακωμάτων.

.

Καλύτερα μείνε μακριά από αυτά

– μη γίνεις η Χιονάτη –

μήπως αλλιώς ευδοκιμήσεις.

Είσαι φτιαγμένο από σπάνιο πηλό, μην το ξεχνάς

μικρό μου τζιέρι.

 .

Ο κήπος που μαζί κουρεύαμε

ίσως να μπούχτισε από τις αταξίες

συχνά πυκνά τώρα ξεραίνεται.

Φεγγάρια ξένα τον φωτίζουν.

Φεγγάρια ολόγιομα ή μη, κι αυτά

στην ώρα τους μαραίνονται.

Γι’ αυτό άσε με, σε παρακαλώ

να γίνω τώρα και παντοτινά

ο μυστικός, προσωπικός σου

φανοστάτης.

ΑΘΗΝΑ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ

******

8. ΥΠΟΣΧΕΣΗ

Ψάχνω στις μεταβλητές του ποιήματος

την αμετάβλητη ποίηση

και βρίσκω την υπόσχεση

της απόδρασης απ’ τις λέξεις

να γίνει άνεμος, δέντρο, πουλί

.

που αν εκπληρώσει

δεν θα είναι πια ποίημα

αλλά ένα χαρτί

που χορεύει στον άνεμο

στο δέντρο σκαλώνει

τη φωλιά κουκουλώνει

και κρύβει το πέταγμα

απ’ το πουλί

ΒΑΣΙΛΗΣ ΝΤΌΚΟΣ

******

9. ΥΠΟΣΧΕΣΗ

Κρίμα, για εκείνα που ξεκινούν απ’ τα δάχτυλά σου

μα που ποτέ δε τελείωσαν με τα χείλη σου.

Κρυφή η υπόσχεση σου για το δικό μου κορμί .

Μικρό παράπονο.

Μα η υπόσχεση που κραδαίνει μια καρδιά θολή,

βάσανος μέχρι τη επομένη.

Τα λέμε…

Αθήνα 2017, ΝΙΚΟΣ ΡΟΎΠΑΣ

******

10. Η ΥΠΟΣΧΕΣΗ ΕΝΟΣ ΑΓΩΝΑ

Στον κόσμο που βρεθήκαμε

κάποια στιγμή μοιραία

σαφώς δεν τον διαλέξαμε

μας δόθηκε τυχαία

Χωρίς να το θελήσουμε

μας έριξαν στη μάχη

μιας επιβίωσης σκληρής

βιώνοντας τα πάθη

Μόνοι κι απροστάτευτοι

στης πάλης τα γρανάζια

στ’ αφεντικά μας όμηροι

στου μόχθου τα πλοκάμια

Μ’ ελπίδα, τόλμη οδηγό

ν’ ανατραπεί το χάος

σε έναν κόσμο νοσηρό

που επικρατεί το λάθος

Αντίστασης συνείδηση εδώ

ώρα ν αφυπνιστούμε

να σταματήσει το κακό

που οι κύκλοι προκαλούνε

Η φύση ο τόπος της ζωής

να επανέλθει πάλι

σε πρότερη κατάσταση

ισορροπίας άλλη

Μια ευκαιρία έχουμε τώρα ν’ αντισταθούμε

σ’ αυτού του κόσμου τα στραβά να εναντιωθούμε

επιλογές να κάνουμε αυτές που μας ταιριάζουν

την ύπαρξη μας  την τιμούν, ψηλά την ανεβάζουν

ΕΛΕΝΗ ΛΟΥΚΑ

Πες το με ποίηση (496ο): «Σωτηρία»…

«Σωτηρία θα πει να λυτρωθείς απ‘ όλους τους σωτήρες. Αυτή ‘ναι η ανώτατη λευτεριά, η πιο αψηλή, όπου με δυσκολία αναπνέει ο άνθρωπος. Αντέχεις;»

(Ν. Καζαντζάκης)

*******************

Άλκηστις Πρωτοψάλτη, «Η σωτηρία της ψυχής»

Λίνα Νικολακοπούλου, «Η σωτηρία της ψυχής»

Της εξοχής τα πρωινά
θα τα βρούμε ξανά
αγκαλιά στο κρεβάτι
και δεν πειράζει που τόσο νωρίς
θα κοιτάμε χωρίς
να γυρεύουμε κάτι.

Της σιγουριάς τα υλικά
είναι λόγια γλυκά
σε κασέτες γραμμένα
γι’ αυτά που ήρθανε τόσο αργά
μα τα πήρε η καρδιά
με τα χέρια ανοιγμένα.

Η Σωτηρία της ψυχής
είναι πολύ μεγάλο πράγμα
σαν ταξιδάκι αναψυχής
μ’ ένα κρυμμένο τραύμα.

Μια παραλία ερημική
και ν’ απλώναμε εκεί
της ζωής μας το βήμα
και δεν πειράζει που τόσα φιλιά
πριν να γίνουν παλιά
θα τα πάρει το κύμα.

Κι εκεί στην άκρη της γραμμής
θα χαρίζουμε εμείς
τα παλιά μας κομμάτια
σ’ αυτά που ήτανε τόσο μικρά
μα που ρίχναν σκια
για να μοιάζουν παλάτια.

********************

Γ. Σαραντάρης, «Σωτηρία υπάρχει πάντοτε»

Όταν μετανοιώσουν οι άνθρωποι

θα είναι αργά;

όχι δεν θα

είναι αργά για να φορέσουμε

την αλήθεια και να ζήσουμε

ξανά αρχίζοντας από την παιδική

μας ηλικία. Αρκεί να μην έχουμε

ξεχάσει που την κρύψαμε. Αν

συμβεί κάτι τέτοιο, τότε δεν

θα χωράει ντροπή. Θα παρακαλέσουμε

τα παιδιά να μας

οδηγήσουν απ΄ το χέρι. Σωτηρία

υπάρχει πάντοτε.

https://www.o-klooun.com/anadimosiefseis/sotiria-yparxei-pantote

********************

“Σωτηρία”, Της Δάφνης Τσέλιου 

Αραχνοΰφαντες ανεμώνες,

θαλάσσια κοιτάσματα,

φλέβες ελιάς,

ονειροπόλε ιβίσκε,

πλεούμενες φυλλωσιές,

κίτρινες άμαξες·

εισχωρήστε στα κελάρια μου!

Ξυπνήστε τον τυφλωμένο νου μου,

που αραδιάζει το σώμα μου

σε πόλεμο χωρίς συναίσθηση.

Διατυμπανίστε το εμβατήριο της προστασίας

για να σωθούν οι Καρυάτιδες της ψυχής μου.

Υμνήστε τη μακροσκελή έκθεση της πνοής

κι ας είναι γραμμένη σε ετοιμόρροπο κρίκο.

Παραγκωνίστε τους υπηκόους της φαντασίας μου

που αγρόν ηγόραζαν στη μάχη της πυρκαγιάς.

Εναποθέτω τη σωτηρία μου, σε σας.

. Ποίημα από τη συλλογή «Χρυσόσκονη» (εκδόσεις Ιωλκός, 2023)

******************

Μίλτος Σαχτούρης, «Ο σωτήρας»

Μετρώ στα δάχτυλα των κομμένων χεριών μου

τις ώρες που πλανιέμαι στα δώματα αυτά τ’ ανέμου

δεν έχω άλλα χέρια αγάπη μου κι οι πόρτες

δε θέλουνε να κλείσουν κι οι σκύλοι είναι ανένδοτοι

Με τα γυμνά μου πόδια βουτηγμένα στα βρόμικα αυτά νερά

με τη γυμνή καρδιά μου αναζητώ (όχι για μένα)ένα γαλανό παράθυρο

πώς χτίσανε τόσα δωμάτια τόσα βιβλία τραγικά

δίχως μια χαραμάδα φως

δίχως μια αναπνοή οξυγόνου για τον άρρωστο αναγνώστη

Αφού κάθε δωμάτιο είναι και μια ανοιχτή πληγή

πώς να κατέβω πάλι σκάλες που θρυμματίζονται

ανάμεσα απ’ το βούρκο πάλι και τ’ άγρια σκυλιά

να φέρω φάρμακα και ρόδινες γάζες

κι αν βρω το φαρμακείο κλειστό

κι αν βρω πεθαμένο το φαρμακοποιό

κι αν βρω τη γυμνή καρδιά μου στη βιτρίνα του φαρμακείου

Όχι όχι τέλειωσε δεν υπάρχει σωτηρία

Θα μείνουν τα δωμάτια όπως είναι

με τον άνεμο και τα καλάμια του

με τα συντρίμμια των γυάλινων προσώπων που βογκάνε

με την άχρωμη αιμορραγία τους

με χέρια πορσελάνης που απλώνονται σε μένα

με την ασυχώρετη λησμονιά

Ξέχασαν τα δικά μου σάρκινα χέρια που κοπήκαν

την ώρα που μετρούσα την αγωνία τους

****************

Ναϊάδα Αίγλη, «Ποίηση – Η σωτηρία μου»

Η σχεδία των ονείρων μου ναυάγησε
μετέωρη μπροστά στο αόρατο,
το ανυπεράσπιστο κορμί μου βουλιάζει.
Αδυνατώ να σηκώσω το βλέμμα, ακάλεστη πηγαίνω στο βυθό.
Μια κουρτίνα διάφανη στα μάτια μου η θάλασσα
πίσω της διακρίνω τη μορφή σου,
ξεχασμένος στην όχθη, περιμένεις το δώρο σου.
Ατάραχο,
μοναχικό το νερό
Φορτωμένο
ένα καράβι φόβους στις πλάτες
παρακλητικά ικετεύει για τη σωτηρία μου.

*********************

Μαρία Πολυδούρη, «Σωτηρία»

Ας περάσει πια η μέρα με το φως της.
Η νύχτα γιατί τόσο αργοπορεί;
Στων πεύκων τις σκιές μια πολυθρόνα
με καρτερεί.

Των θαλάμων θα σβήσουνε τα φώτα
κι’ ο ύπνος θάρθη σα λιγοθυμιά.
Ένα αδειανό κρεββάτι, εδώ δίνει
εντύπωση καμμιά.

Θα με διπλώση το σκοτάδι κι’ όπως
μέσ’ στις βαθιές σκέψεις θα μπερδεφτώ,
πως είμαι θα πιστέψω πάλι κάτι
από τον κόσμο αυτό.

Μέσα στο φόβο θα βαθαίνη η νύχτα
όταν ο άνεμος θάρθη ξαφνικά.
Ο ευκάλυπτος τα μαλλιά του θα τινάξη
και των ονείρων μαζί τα μυστικά.

Το μυστικόν αγώνα θα γροικάω
του φθινοπώρου, ανίκητος εχθρός.
Θα με λικνίζη χαρωπό τραγούδι
ο απελπισμένος θρος.

Κι’ αν δεν την καρτερώ, ξέρω πως θάρθη
η γάτα αυτή που νυχτοπερπατεί,
μια γάτα που δεν ξέρει τι είνε χάδι
και δεν το δίνει και δεν το ζητεί.

Στα πόδια μου κοντά κάθεται μόνο,
αδιάφορη στο κρύο το παγερό,
διακριτικά το βλέμμα μου αποφεύγει
κ’ είνε σα να με ξέρη από καιρό.

********************

“Αφορισμοί σωτηρίας”, Του Χριστοφόρου Τριάντη

Σώζεται ο άνθρωπος,

όταν δίνει νόημα πραγματικότητας

(κι όχι ματαιότητας)

στη θέλησή του.

Την μπολιάζει με το αρχέγονο σκοτάδι,

για να ‘χουν οι στοχασμοί του

μνήμες της προπατορικής αρχής.

Σώζεται ο άνθρωπος ,

όταν αναζητά τον Προμηθέα

στη γη

κι ύστερα σηκώνει

τα μάτια του -ψηλά – στον ουρανό.

Σώζεται ο άνθρωπος,

όταν στον πόνο του βυθίζεται

όχι σαν μάθημα βασανισμού,

αλλά σαν νίκη

κατά της αιώνιας ακινησίας.

Σώζεται ο άνθρωπος,

όταν νιώθει πως μέσα του

έχει όλους τους ανθρώπους ,

σαν αλυσίδα που φτάνει στον Θεό.

Σώζεται ο άνθρωπος,

όταν αποδέχεται

τον ατελεύτητο εαυτό του

και με ποίηση τον στιλβώνει,

για να μην έχει ο θάνατος

την πρωτοκαθεδρία.

Σώζεται ο άνθρωπος ,

όταν σταματά ( με φόβο )

το χάος να κοιτάζει

και χαράζει το “εγώ” του

με μουσική ( του σύμπαντος),

για να γίνει “εγώ”

όλου του κόσμου.

Σώζεται ο άνθρωπος,

όταν περπατά σε νέους δρόμους,

που γεννούν στοχαστικές διαδρομές

και το τέλος τους γίνεται η αρχή.

Σώζεται ο άνθρωπος,

όταν δεν τελειώνει το έργο του,

μα αφήνει ένα κομμάτι σαν μαγιά,

να ‘ρθουν κι άλλοι ,

να συνεχίσουν τη δημιουργία.

Σώζεται ο άνθρωπος,

όταν προσπερνά τα μονοπάτια,

όπου οι χυδαίοι παλεύουν

με τους κυκλοφιλους

ποιοι θα ‘ναι οι αρχηγοί (του μίσους).

Σώζεται ο άνθρωπος ,

όταν κρατά τον πύργο του

ελεύθερο,

μακριά από βαρβάρους και κίβδηλες

υποχρεώσεις.

Σώζεται ο άνθρωπος ,

όταν ακούει τη δική του φωνή

και βαθιά αδιαφορεί

για τα κύμβαλα τα αλαλάζοντα

*****************

«Σώζομαι» – Θωμάς Γκόρπας

Σώζομαι, αν σώζομαι τελικά, 

χάρη σε κάποιες τέχνες ταπεινές που ξέρω:

του τσιγάρου, του ξενυχτιού,

της νοσταλγίας και της αθανασίας

τόσων ωραίων πραγμάτων που περνάνε απαρατήρητα… 

Ψάχνω για νέες αγάπες πυρετωδώς και όταν δεν
τις βρίσκω, τις φαντάζομαι ώσπου να τις βρω… 

Γράφω που και που ποιήματα μερικά

απ’ τα πολλά που ονειρεύομαι και βάζω

μέσα σ’ αυτά δικά μου και δικά σας όνειρα

για τα οποία εσείς και ντρέπεστε και υποφέρετε. 

Φοβάστε και σιγά σιγά πεθαίνετε…

Πες το με ποίηση (495ο): «Υπόγειο»…

Χάρης & Πάνος Κατσιμίχας: Υπόγειο

1.ΥΠΟΓΕΙΟ

Τους ήλιους δεν εμέτρησες

που σε ζητήσαν τόσα χρόνια.

Πού 'σαι γυναίκα

με τα γαλάζια τσίνορα;

.

Σ' έκρυψε στο φουστάνι της

η μαραμένη κοπέλα

πέντε χειμώνες σ' έθαψαν

σε χιόνι λασπερό.

.

Μεγάλη νυχτερίδα τρέφεται

απ' τη νιότη σου

γι' αυτό νωρίς βραδιάζει

πριν χορτάσεις.

.

Το μεσημέρι καίει

στα ψηλά τα δώματα,

το κύμα του ξανθό

λούζει τους δρόμους.

.

Πεθαίνεις με τους ποιητές

κάθε ηλιοβασίλεμα.

Τα χέρια σου μυρίζουν

απ' τα μαλλιά τους.

.

Χτυπάει η καμπάνα

που δεν πιστεύεις πια.

Σε ξένη αυλή συνομιλείς

με το φεγγάρι.

.

Σου 'φερε ο Μυλόζ

φέτος την άνοιξη.

Την πείνα σου ποιος άλλος

μπορούσε να νοιαστεί;

.

Φουρτούνιασε τη γειτονιά

το φιλντισένιο αμάξι του.

Γίνου όμορφη, γίνου όμορφη,

στα περιβόλια θα σε δείξει.

.

Έχεις ένα χαμόγελο

από μαργαριτάρια,

ψαράδες Σικελοί

στο ταίριαξαν να το φοράς.

.

Ψάξε και βρες το

πριν σε κλείσει η νύχτα

σ' ένα υπόγειο βαθύτερο

από τούτο.

ΡΙΤΑ ΜΠΟΥΜΗ- ΠΑΠΠΑ

******

2. ΣΤΟ ΥΠΟΓΕΙΟ

Υπάρχουνε υπόγειες λίμνες, υπόγειοι ποταμοί

που τίποτε δεν αντικαθρεφτίζουν (αστέρια ή φεγγάρια)

ούτε και κατοικούνται ή διαπλέονται από τίποτε

(ψάρια ή σκάφη). Υπάρχουνε, απλώς, κάτω

απ' τα πόδια μας. Κάποτε κάποτε, τροφοδοτούν

κάποιο πηγάδι, κάποια πηγή, δροσίζουνε τα σπλάχνα

και το μέτωπό μας. Τόσο ταπεινά, τόσο αθόρυβα

βγαίνουν στην επιφάνεια αυτές οι υπόγειες δυνάμεις.

ΑΡΓΥΡΗΣ ΧΙΟΝΗΣ, "Στο Υπόγειο", εκδ. Νεφέλη 2004

******

3. ΥΠΟΓΕΙΟ ΦΡΕΑΡ

«Ένας χαμένος ελέφαντας αξίζει πάντοτε πιο πολύ από δυο

στήθια κοριτσιού που σαλεύουν».

ΝΙΚΟΣ ΓΚΑΤΣΟΣ, ΑΜΟΡΓΟΣ

.

Ένα υπόγειο φρέαρ

αξίζει πάντοτε πιο πολύ

από ένα ρυάκι ή από ένα ποτάμι,

ιδίως όταν οι ελιγμοί του ανασαίνουν κρυφά

κάτω από πετρώδη εδάφη,

μέσα από χαραμάδες βράχων,

πάνω σε υγρές ρίζες εκπλήξεων

και σε κοιτάσματα αρμονίας

.

Όπως ένα υπόγειο φρέαρ

έτσι και οι απολαβές φιλιών

αξίζουν πιο πολύ

απ’ τον ίδιο τον έρωτα,

μέσα σε δωμάτια σκεπασμένα

απ’ τη σκιά μιας κουρτίνας,

ιδίως όταν ο άνεμος που μόλις

βγαίνει από τη θάλασσα τη σαλεύει νευρικά

.

Όπως ένα υπόγειο φρέαρ

έτσι και τα γυμνά τελάρα των ζωγράφων

ή τ’ άδεια τετράδια των ποιητών

αξίζουν πιο πολύ

απ’ τους ίδιους τους πίνακες,

απ’ τα ίδια τα ποιήματα:

.

εκτάσεις από πατημασιές άμμου

γιατί πάνω τους θα χαραχτεί το μέλλον

και το απόγευμα, λεκιασμένο από το δειλινό,

θα δώσει τους τελευταίους ασπασμούς του

στα προφητικά υγρά της νύχτας,

ακριβώς όπως και το υπόγειο φρέαρ

τροφοδοτεί το ποτάμι στον βαθύ του ύπνο

Τήνος, 2 Σεπτεμβρίου 1995

ΝΤΙΝΟΣ ΣΙΩΤΗΣ, Μουσείο αέρος, Καστανιώτης, 1999.

******

4. ΥΠΟΓΕΙΟ

Aν άρχιζε ο Θεός μια μέρα να μετράει όσα έφτιαξε,

άστρα, πουλιά, σπόρους, βροχές, μητέρες, λόφους,

θα τέλειωνε ίσως κάποτε. Eγώ κάθομαι εδώ, ολομόναχος,

μέσα σε τούτο το υγρό υπόγειο, έξω βρέχει,

και μετράω τα σφάλματα που έκανα, τις μάχες που έδωσα,

τις δίψες, τις παραχωρήσεις,

μετράω τις κακίες μου, κάποτε θαυμαστές, τις καλωσύνες μου

συχνά επηρμένες, μετράω, μετράω, δίχως ποτέ μου

να τελειώνω ― α, εσείς,

εσείς ταπεινώσεις, αλτήρες της ψυχής μου,

βαθύ, θρεπτικό ψωμί, αιώνιε πόνε μου,

όλη η δροσιά του μέλλοντος τραγουδάει μες στις κλειδώσεις

μου

την ίδια ώρα που μου στρίβει το λαρύγγι η πείνα χιλιάδων

φτωχών προγόνων,

κι ω ήττες, συντρόφισσές μου, που μέσα σε μια στιγμή

με λυτρώσατε απ’ τους αιώνιους φόβους της ήττας.

.

Είμαι κι εγώ ένας Θεός μες στο δικό του σύμπαν, σε τούτο

το υγρό υπόγειο, έξω βρέχει,

ένα σύμπαν ανεξιχνίαστο κι ανεξάντλητο κι απρόβλεπτο,

ένας Θεός καθόλου αθάνατος,

γι’ αυτό και τρέμοντας από έρωτα για κάθε συγκλονιστική

κι ανεπανάληπτη στιγμή του.

ΤΑΣΟΣ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ

******

5. ΤΟ ΥΠΟΓΕΙΟ

Ξεκινήσαμε όπως συμβούλεψε ο μηχανικός

απ’ το υπόγειο

για τη στατικότητα πάνω απ’ όλα και

για αποθηκευτικό χώρο

Πάνω του οικοδομήσαμε με ζήλο τον όροφο της ψυχής μας

.

 Έμεινε το υπόγειο  έκτοτε ημιτελές

με σκόνη και σοβάδες

Στις γωνιές του ενίοτε μαύροι σκορπιοί καραδοκούν

μικρές αόρατες αράχνες πλέκουν ιστούς μεθοδικά

 Ό,τι δεν ταίριαζε στον όροφο στο υπόγειο το στριμώξαμε

.

Αποκριάτικες στολές κουρασμένα έπιπλα κούτες ολόκληρες

με νυχτερινά ξενύχτια κι όνειρα πρωινά

χαρταετούς λαβωμένους

μια μάσκα με αναπνευστήρα

για τις ασφυξίες

κι άλλα πολλά που δεν μπορούν

δεν πρέπει εδώ να αναφερθούν.

Την ώρα του βομβαρδισμού εκεί θα καταφύγουμε το ξέρουμε

όταν στα εξ ων συνετέθησαν όλα θα διαλυθούν

μέσα του σωτηρία θα γυρέψουμε

με κείνο τον φόβο να μας τυραννάει

τον αρχέγονο

μην ξεσκεπάσει ο βομβαρδισμός

ό,τι ως τώρα κρύβαμε καλά

μέσα στις κόχες του

ΝΙΚΟΣ ΠΡΟΣΚΕΦΑΛΆΣ 

Βίκυ Μοσχολιού – Το υπόγειο

6. ΤΟ ΥΠΟΓΕΙΟ

Δέκα σκαλοπάτια κάτω από τη γη

στην Πλατεία Βάθης μια πληγή

ήταν το υπόγειο που μέναμε

Δέκα σκαλοπάτια κάτ' απ' τη ζωή

ίσα-ίσα μια αναπνοή

όλος ο αέρας που ανασαίναμε

 .

Μα είχαμε μι' αγάπη στο υπόγειο

που ζέσταινε ολόκληρη υδρόγειο

κι αστράφταμ' από αγάπη μέσα εκεί

σαν δυο φεγγάρια πάνω απ' τη Μεσόγειο

κι ας ήμαστε σ' ένα υπόγειο

Δέκα σκαλοπάτια κάτω από τη γη

στην Πλατεία Βάθης ναυαγοί

κι ούτε μια βοήθεια δεν φωνάζαμε

Δέκα σκαλοπάτια κάτ' απ' τη ζωή

πάντα νύχτα και ποτέ πρωί

μες στη φυλακή μας που νοικιάζαμε

Μα είχαμε μι' αγάπη στο υπόγειο…

ΝΙΚΟΣ ΒΡΕΤΤΌΣ

******

7. ΤΟ ΥΠΟΓΕΙΟ

Ευτυχώς, μου είπε, δεν τραγουδούν μονάχα τη χαρά οι στίχοι

σου, γιατί τι θα έκαναν της

γης οι πεινασμένοι; Έστρεψα το βλέμμα, του είπα, όσο

μπορούσα πιο κοντά για να γευτώ

αυτό που δεν γνώρισα ποτέ και μόνον να το φανταστώ

μπορούσα.

.

Βλέπεις, με το βλέμμα

συνεχώς στους ουρανούς ξεχάστηκα υψιπετώντας.

Τα τραγούδια σου δεν έχουν λόγο ύπαρξης πια, αντείπε, μιας

κι η παρηγοριά δεν γέμισε

ποτέ άδεια στομάχια.

.

Κι έπειτα, ήρθαν αυτά τα απλωμένα επίκλησης χέρια, τρίαινα

λες, να με καρφώνουν στην

καρδιά. Γιατί κατάλαβα πως δεν είχα ίχνος δικαιολογίας πια

να κρατώ ακόμα εκείνο το

υστέρημα στα σκονισμένα σεντούκια του υπόγειου.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΔΟΥΑΤΖΗΣ

******

8. ΣΤΟΝ ΥΠΟΓΕΙΟ ΣΙΔΗΡΟΔΡΟΜΟ

Τα σκαλοπάτια ένα-ένα κυλούσαν

θυμίζοντας τις κρυμμένες γωνιές της ύπαρξής του.

Στάθηκε μετέωρος στην αέναη διαδρομή.

.

Ο υπόγειος συρμός αστράφτει φυσικό φως.

Εικόνες ζουμερές στην θέα διαλαλούν,

την καταγραφή της αγαπητικής σύντηξης

εκείνης και εκείνου. Η λάμψη στο χαμόγελο

υπαρξιακή αντανάκλαση τους είναι.

Το φως διαχέεται φωτίζοντας το αίνιγμα.

.

Η αγκαλιά ως αγκάλιασμα, σαν πανοπλία αόρατη

πολλαπλασιάζει την δύναμη του φωτός

της αγάπης και καθώς οι κλίμακες όλο φτεροκοπούν,

ζωογονούν την έκπληξη του θαύματος.

 ΑΝΔΡΕΑΣ Γ. ΛΊΤΟΣ

******

9. ΥΠΟΓΕΙΩΣ

Τρίζουνε τα κόκκαλα μες τον κίνδυνο

ο στεναγμός αντηχεί απ’ τη σπηλιά

εκεί θα βρεις μια πόλη σκοτεινή,

μια πόλη αλγεινή εκεί άνθρωποι ζουν στη σκιά

.

Ζωντανοί, ξυπνητοί

χωρίς να τους πάρουμε γραμμή

σε στοές ορυχείων θα βρεις το μυστικό

ζει κόσμος στις σήραγγες του μετρό

.

Όλες οι ρίζες κρέμονται, πηγαίνουν από πόλη

σε πόλη χορεύουν κάτω απ’ τις μπότες σου

όλα τα φορτηγά πηγαίνουν σιγά

μη φοβίσουν τα τρωκτικά

υπάρχει ζωή που περπατά στα σκοτεινά

.

 Τom Waits, “Underground” (Υπογείως) Μετάφραση: Γιώργος

Κωνσταντίνος Μιχαηλίδης

Πασχάλης Τερζής – Στα υπόγεια είναι η θέα

10. ΣΤΑ ΥΠΟΓΕΙΑ ΕΙΝΑΙ Η ΘΕΑ

Σε μια γωνιά κρυμμένα με μάτια τρομαγμένα

τα "θέλω" μου κοιτάνε σαν παιδιά.

Κι ας ξέρουν τι έχουν κάνει, εμένα δε μου φτάνει,

γι' αυτό τα τιμωρώ κάθε φορά.

.

Τα πιο ωραία πράγματα έρχονται εκεί που δεν τα περιμένεις

και γίνονται τα θαύματα όταν πάψεις να επιμένεις.

Τα πράγματα τα όμορφα, όσο τα θέλεις χάνονται τυχαία,

κι ας ψάχνεις σε πολυόροφα, στα υπόγεια είναι η θέα.

.

Τα όνειρά μου μοιάζουν φεγγάρια που αλλάζουν,

τα φτάνω κι όλο πάνε πιο μακρυά.

Και όσο τα γυρεύω, τους φόβους μου παλέυω

και πάω γι' άλλα απ' την αρχή ξανά.

.

Τα πιο ωραία πράγματα έρχονται εκεί που δεν τα περιμένεις

και γίνονται τα θαύματα όταν πάψεις να επιμένεις.

Τα πράγματα τα όμορφα, όσο τα θέλεις χάνονται τυχαία,

κι ας ψάχνεις σε πολυόροφα, στα υπόγεια είναι η θέα.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΘΕΟΦΑΝΟΥΣ

******

11. ΤΑ ΥΠΟΓΕΙΑ

Σε μυστικές στοές με κρεμασμένους και υδρόβια, και μια βουή

σαν να περνάει νερό. Πολύ νερό.

.

Πίσω απ’ τους τοίχους σέρνεται κάτι πελώριο και βαρύ, που

έχει βράσει σε φριχτές φωτιές, μπορεί πηγάδι, ένα υπόγειο

πέρασμα, κι ανατινάζεται, κι όλο στενεύει και ρουφιέται.

Χωρίς ήχο.

.

Εκεί θα περιμένουν άντρες τρυφεροί με κλάματα. Και τα

μακριά

μαλλιά τους όρθια στο σκοτάδι, όπως των πνιγμένων.

ΤΖΕΝΗ ΜΑΣΤΟΡΑΚΗ, Ιστορίες για τα βαθιά, Κέδρος, 1983

******

12. ΤΟ ΥΠΟΓΕΙΟ

Ένα βράδυ, ψάχνοντας κάτι,

κατέβηκε τη σκοτεινή σκάλα.

Άνοιξε δύσκολα. Το κλειδί είχε σκουριάσει.

Σιγά-σιγά συνήθισε το σκοτάδι

και άρχισε να βλέπει τα βουβά πράγματα:

μισοθαμμένα στο χώμα τα όστρακα

με τα ονόματα των ανεπιθύμητων.

.

Ήξερε ότι ήταν πολλοί αυτοί,

οι ερμοκοπίδες, οι μηδίσαντες,

οι φραγκοφορεμένοι,

με τα αργύρια στην τσέπη

και το μαχαίρι κρυμμένο.

.

Είδε ένα πίσω μονοπάτι, μια πόρτα ξεχασμένη,

σβησμένα ονόματα, παλιές εφημερίδες,

κάποιος με τα ονόματα στο χέρι,

κάποιος που έκανε μόνο τη δουλειά του.

.

Στη γωνία, κουκούλες και παράσημα,

σταυροί, για ανεκτίμητες υπηρεσίες προς το Έθνος,

προτομές, για αναγνώριση μετά θάνατον

επιταγές, για αναγνώριση εν ζωή.

.

Κλείδωσε και ανέβηκε τη σκάλα.

Πολλή δουλειά για έναν μόνο υπάλληλο,

θα έγραφε στην αναφορά του.

ΣΥΛΒΑ ΓΑΛΒΑ

Πες το με ποίηση (494ο): «Αφέντης (άρχοντας) – Δούλος (σκλάβος)»

  1. Αφέντης

Μαρίζα Κωχ, «Πού πας αφέντη μέρμηγκα»

Παραδοσιακό, «Πού πας αφέντη μέρμηγκα»

Πού πας αφέ , πού πας αφέντη μέρμηγκα
και είσ’ αρματωμένος, και είσ’ αρματωμένος
Λέλεμ του, λέλεμ του, λέλεμ του και βόι βόι βόι
Λέλεμ του, λέλεμ του, λέλεμ του και ταμ τουμ του

Έχω `να αμπέ , έχω `να αμπέλι στο γιαλό
και πάω να το τρυγήσω, και πάω να το τρυγήσω
Λέλεμ του, λέλεμ του…

Έχω έν’ αμπέ , έχω έν’ αμπέλι στο γιαλό
πού κάνει πέντε ρώγες, που κάνει πέντε ρώγες
Λέλεμ του, λέλεμ του …

Μα πρώτα πά , μα πρώτα πάω απ’ το χωριό
να πάρω ένα γαϊδούρι, να πάρω ένα γαϊδούρι
Λέλεμ του, λέλεμ του …

Στο δρόμο τα, στο δρόμο τα ποδάρια του
θα του τα κάνω ρόδες, θα του τα κάνω ρόδες
Λέλεμ του, λέλεμ του …

Να τρέχει να, να τρέχει να ζαλίζομαι
να `μαι σαν μεθυσμένος, να `μαι σαν μεθυσμένος
Λέλεμ του, λέλεμ του …

Να με κοιτά , να με κοιτάζουν τα πουλιά
να κόβετ’ η λαλιά τους, να κόβετ’ η λαλιά τους
Λέλεμ του, λέλεμ του …

Κι όποιου δεν κό , κι όποιου δεν κόβετ’ η λαλιά
να φεύγει από τ’ αμπέλι, να φεύγει από τ’ αμπέλι
Λέλεμ του, λέλεμ του …

****************

 «…-Απαιτητικός αφέντης η Ομορφιά!
-Να μιλάς
σαν καλοκαιρινή βροχή
όπως
η χειμωνιάτικη
λιακάδα.»

(Αναστάσιος Σκεντερίδης)

***************

“Σαν είν’ οι αφέντες σου δικοί (δίκαιοι)

θα ‘ναι κι η ζήση σου γλυκή

κι ανέγνοιο το κεφάλι σου”

(Κ. Βάρναλης)

***************

 Ο αφέντης Λαός. Μητροπάνος Δημήτρης & Γαλιάτσου Χριστιάνα & Χορωδία 

Σώτια Τσώτου, «Ο αφέντης λαός»


Εμείς παλεύουμε χρόνια και χρόνια
για μια αυλή, για μια γωνιά στην Κοκκινιά.
Εμείς γιατρεύουμε τα χελιδόνια
και τα σπουργίτια που παγώνουν στο χιονιά.

Εμείς είμαστε ο αφέντης λαός
εμείς είμαστε του κόσμου το φως
εμείς είμαστε τα λάθη της Γης,
όπως είπε και ο Χριστός.

Ας αστράφτει κι ας βροντά ο κεραυνός,
ας αφρίζει κι ας λυσσά ο ωκεανός,
εμείς είμαστε ο χρυσός ποταμός
που κυλάει, που κυλάει πάντα μπρος.

Εμείς κρατήσαμε σταυρό στους ώμους,
εμείς ποτίσαμε το χώμα που πατάς,
εμείς ανοίξαμε καινούριους δρόμους
για να μπορείς ελεύθερος να περπατάς.

***************

Νίκος Εγγονόπουλος, «Ο ΑΦΕΝΤΗΣ ΤΗΣ ΚΑΡΥΤΑΙΝΑΣ»

Ποιός ειν’ αυτός που σήκωσε πολεμικό χαζράνι,
κι όλη τη νύχτα περπατεί, σε βαλτονέρια οδεύει,
το μέτωπό του στόλισε με σέληνα και σμύρτα,
και σκέπασε τη γδύμνια του με λυρικά παλτά;

Ποιός ειν’ αυτός που στα θαμπά της θλίψης μεσημέρια
μ’ όλο τον κόσμο τα ’βαλε και βγήκε νικητής,
που μες στον κάμπο έσυρε ολόξανθες πλεξούδες,
γέμισε τάφρους και γκρεμούς με μάτια λαμπερά;

Αυτός που μες στη στήθια του ξανάζησε το μύθο
του όνειρου και της ζωής, του νου και του κορμιού,
που ήταν καράβι κι έφυγε να μην ξαναγυρίσει,
που ήταν σαν άγαλμα στητός σ’ έρημους αιγιαλούς;

Που όταν ο ήλιος έδυε πίσω απ’ τα κορφοβούνια
εφάνταξε ολόλαμπρος ωσάν το σταυραητό,
που είναι της μέρας καύχημα και της αυγής σκουτάρι,
της νύχτας άξιος εραστής σε μυστικούς σηκούς;

Αν ειν’ αυτός που αγάπησαν οι δεκατρείς νεράιδες,
προτού πλησιάσει ας πάει να πιει τ’ αθάνατο νερό,
κι αν ειν’ αυτός ο λυτρωτής, ο εικονισματάρης,
προτού μιλήσει, ο ίσκιος του ας σβύση, ας χαθή.

Χρόνια τον περιμένανε στα ερειπωμένα σπίτια
και σε καθρέφτες σκοτεινούς στα τζάμια τα κλειστά,
καρδιές που ώργωσε βαθιά ο πόνος της αγάπης,
μάτια που ώργισε φριχτά των πόθων ο καϋμός.

Κι ως έρθει το πελέκι του ψηλά θαν το σηκώσει,
θα θρέψει μ’ αίμα ποταμούς ηρωική φωτιά,
τα σπλάχνα που ξερίζωσε στους άνεμους θα σπείρη,
και θα σταθή εκδικητής στο κάστρο της Σιωπής.


*****************


Νίκος Ξυδάκης – Αφέντης Της Μοθώνης

Βιντσέντζος Κορνάρος, Αφέντης Μεθώνης

Πάλι ξοπίσω του αυτουνού επρόβαλε κοντάρι,
κι άλογο κόκκινο, ψηλό, μ’ όμορφο Καβαλάρη.
Τ’ όνομά του ελέγασι Φιλάρετον οι άλλοι,
είχεν αντρειά και δύναμι, και πλουμισμένα κάλλη.

Τούτ’ ήταν τ’ Αρχοντόπουλο που όριζε τη Μοθώνη,
πάντά `χει λογισμούς τιμής, πάντα ψηλά ξαμώνει.
Ήτονε χρυσοκόκκινη η φορεσά οπού εφόρει,
χάρισμα του την ήκαμε μια πλουμισμένη κόρη.

Στην κεφαλή του η σγουραφιά, που ηθέλησε να βάλει,
ήδειχνε πως μαραίνεται για μιας νεράιδας κάλλη.

****************

Δημήτρης Γαβαλάς: Ο ΑΦΕΝΤΗΣ ΤΩΝ ΚΥΚΛΑΔΩΝ 

Ο άνθρωπος μοναδικός είναι

 ύπαρξη ανεπανάληπτη.

 Χίλια χρόνια ψάχνω το πρόσωπό μου

στων Κυκλάδων τον κύκλο

χίλια χρόνια γυρεύω

 τον ερμαφρόδιτο μάντη

τη ρίζα μου.

Πνοές με σαρώνουνε

 πνεύματος και ατσαλιού

 γυναίκες με συντροφεύουνε.

Στέκονται στις γωνιές της γης

 κρατούν τους ανέμους

μη φυσάνε πάνω μου.

Το πέλαγό μου πέτρωμα γαλανό

φλέβες αστραφτερές

φωνές φωτός.

Όπως τα παλιά ακροκέραμα

κρατάω κάποια μνήμη από το παρελθόν

 φωνάζω τ’ όνομά μου μέσ’ από την πέτρα

καλώ τον εαυτό μου απελπισμένα

 μέσ’ από πράσινα περιβόλια.

Και αν με ορίζει το φως

περνάω τη ζωή μου σχοινοβάτης

 ανάμεσα επιθυμία και φόβο.

 Θέλω να κρατηθώ

 στο μοναδικό σημείο.

Πηγαίνω βαθιά στην Άλλη Όχθη

μηλιές με φύλλωμα φλογισμένο.

 Πύρινα φιλιά στην ψυχή μου

ανθίζουνε γαλάζια πουλιά.

 Πηγαίνω βαθιά στο νησιώτικο πύργο

 λησμονώ τις πληγές των ανθρώπων.

Λύπη συνοδεύει τα βήματά μου

ανεβαίνουνε με ήχο κούφιο στον καιρό

τη διπλή γυριστή σκάλα.

Ο ρυθμός τους

παλμός της καρδιάς μου

 και του Κόσμου.

Πρωτοσέβαστος κι επαναστάτης

από τυράννους θανατωμένος πάντα

 ζωντανός στην πίσω διάσταση του χρόνου.

Εγώ ο παμπαλαιός

 Αφέντης των Κυκλάδων.

********************

Νίκος Ξυδάκης – Αφέντης Της Μακεδονίας

Αφέντης της Μακεδονίας

Με σπούδα και με βιά πολλή επρόβαλε ως λιοντάρι
ο Αφέντης της Μακεδονιάς, τ’ όμορφο παλικάρι.
Και τ’ όνομά του το γλυκύ το λέγαν Νικοστράτη,
η φορεσιά του ήταν χρυσή, όλο καρδιές γεμάτη.

Με σπούδα και με βιά πολλή επρόβαλε ως λιοντάρι
ο Αφέντης της Μακεδονιάς, τ’ όμορφο παλικάρι.
Ήτονε εικοσιενούς χρονού, όμορφος κοπελιάρης
πολλά μεγάλης δύναμης, πολλά μεγάλης χάρης.

Τραγουδιστής, ξεφαντωτής, και νυχτογυρισμένος,
στου Πόθου τα στρατέματα πολλά βασανισμένος.

Στίχοι για το τραγούδι Αφέντης της Μακεδονίας Ιωαννίδης Αλκίνοος του έτους 2000 σε στίχους Κορνάρος Βιτσέντζος και σύνθεση Ξυδάκης Νίκος

*********************

“Το αφεντικό”, Γράφει η Μαρία Σκαμπαρδώνη

Άλλη μία μέρα στο γραφείο,

η ίδια ρουτίνα, η ίδια ανία.

Αλλά το αφεντικό μπορεί να είναι καφενείο,

με πόδια ψηλά αραχτός λες και είναι αργία.

Το άγχος μου να είμαι συνεπής,

μέσα στη χαρτούρα επιβιώνω κάθε μέρα.

Μόνο πέντε λεπτά μέσα στην ατελείωτη την τρέλα,

βγαίνω από το γραφείο να αναπνεύσω αέρα.

Η εξουσία με κάνει να φοβάμαι,

σωπαίνω και τα ψέλνω από πίσω.

Κουράστηκα να προσπαθώ και να πλουτίζουν άλλοι,

μου έρχεται να τα μαζέψω, στην επαρχία να γυρίσω.

Το αφεντικό στο γραφείο του καπνίζει,

τρώει τυρόπιτα και πίνει χωρίς άγχος τον καφέ του.

Την αγωνία την έχουμε όλοι εμείς,

που τρέχουμε για ψίχουλα, ενώ ανεβαίνει το κασέ του.

Και εγώ ονειρευόμουν όπως ο ναυτικός

του Καββαδία ο ξακουστός.

Να πέθαινα σε ένα μέρος εξωτικό και μακρινό,

αλλά κατάντησα υπάλληλος να είμαι μισθωτός.

Και κουράζομαι μέσα στην τρέλα αυτής της πόλης

για δεκάρες να τρελαίνομαι.

Δεν είναι μόνο η ζέστη και ο ήλιος που κουράζει,

αλλά το αφεντικό για το οποίο εγώ αγχώνομαι.

Και το άγχος μου από το μέτωπό μου στάζει,

ακόμα και αν κάθομαι ακαθισία με έχει πιάσει.

Μέσα στη χαρτούρα να γράφω και να λογαριάζω,

διότι το αφεντικό αν τσαντιστεί, θα με καταχεριάσει.

Δώσε βρε άνθρωπε μία φορά,

ένα από τα κρουασάν που μασουλάς.

Τόσα αγοράζεις στο γραφείο που μου κάθεσαι,

σε θαυμάζουν όλοι αλλά ούτε τη μισή δουλειά μου δεν πατάς.

Μου έρχεται να ρίξω μαύρη πέτρα,

να παρατήσω τα πάντα και να φύγω.

Τι δε θα ‘δινα από αφεντικά, χαρτιά και υπογραφές

για πάντα να ξεφύγω!

*********************

  • Άρχοντας

“Ο άρχοντας του Φάρου”, Γράφει ο Παναγιώτης Καμπάνης 

Φτάνοντας στη χώρα των Σιφνίων

περπάτησα το ασημένιο μονοπάτι

για να ‘ρθω να σε βρω.

Στεκόσουν αγέρωχος

στην άκρη ενός βράχου

ατενίζοντας το εκκλησάκι

της Παναγιάς της Χρυσοπηγής

που στον κόρφο σου χρόνια τώρα

την μορφή της κρύβεις

φυλαχτό πολύτιμο

σύντροφο ολάκερης ζωής.

Στάθηκα δίπλα σου σιωπηλά

δεν ήθελα να ταράξω την γαλήνη της στιγμής.

Χαμένος μέσα σε σκέψεις

δικές σου μοναχά

έμοιαζες με την θάλασσα να συνομιλείς.

Το μουρμουρητό της, που μόνο εσύ καταλάβαινες

φαινόταν σαν να σου εξομολογούταν

μυστικά προγονικά αλλοτινών καιρών.

Το πρωί που τα όνειρα συναντούν την πραγματικότητα

σε είδα να πετάς σαν γλάρος

και να χάνεσαι στο απέραντο θαλασσινό γαλάζιο.

Μπήκα κρυφά στο μυστικό σου κελί

στον κάτω κοιτώνα του σπιτιού

εκεί όπου μόνο η σκέψη σου κατοικεί.

Άνοιξα το μικρό παράθυρο

και μαγεύτηκα από τα λευκά σπιτάκια του Φάρου

σκαρφαλωμένα στον βράχο τον σκληρό

ανάμεσα στη γη, τη θάλασσα και τον ουρανό.

Ξάφνου, σαν να άκουσα να μου μιλάς:

αφέσου, ανάπνευσε και ζήσε τη στιγμή!!!

Μέσα στην απέραντη σιωπή

απέναντι στον Χρόνο στάθηκα

κι αναρωτήθηκα ενεών

ποιανού Τιτάνα άραγε τα χέρια,

στην μεγάλη μάχη των Θεών

τον βράχο της Σίφνου πέταξαν στο Αιγαίο

και παραμένει στους αιώνες στολίδι ακριβό;

Το πρωινό, κατάπληκτο από τον Ήλιο

νωχελικό, πρωτογραμμένο κι ασυλλόγιστο

τα μονοπάτια του νησιού διαβήκαμε παρέα

ανάμεσα σε πεζούλες και ξερολιθιές

σχοίνους, φίδες, θυμάρι, μέντα, ρίγανη,

φασκόμηλο, αμπέλια και ελιές.

Ξωκλήσια γαλαζότρουλα

ξεπρόβαλαν μπροστά μας

αμέτρητες αετοφωλιές

που μέσα στο μισοσκόταδο

μας περιμέναν καρτερικά

άγιοι ηρωικοί και Παναγιές θαυματουργές.

Απολλωνία, Αρτεμώνας, Εξάμπελα και Καταβατή,

Καμάρες, Φάρος, Κάστρο και Βαθύ,

της ξεχασμένης Μεροπίας, πόλεις και χωριά,

με πλακόστρωτα σοκάκια

και σπίτια απλά αγκαλιασμένα σφιχτά

πλάι στα μεγάλα επιβλητικά αρχοντικά.

Μοσχοβολούσαν οι γειτονιές

βασιλικό κι ασβέστη

κι εσύ με άκρατο ενθουσιασμό

μου διηγούσουν ιστορίες μοναδικές

από τις μνήμες σου τις παιδικές.

Με πόση περηφάνια μου ‘δειξες

το σπίτι σου στο Κάστρο,

αυτό, που μες τα σπλάχνα του

ενοικούν ακόμη

τα ερείπια μιας αρχαίας ζωής

κι άρχισες να ξεδιπλώνεις μνήμες

ενός παράδεισου χαμένου

στο βαθύτερο εγώ.

Μιλούσες με ζήλο για τα περασμένα,

τα τωρινά αλλά και τα μελλούμενα.

Ξάφνου όμως σκοτείνιασες

όταν τη σκέψη σου κατέλαβε το σήμερα

«μνησιπήμων πόνος» φίλε μου

που στάζει στην ψυχή σου κάθε βράδυ.

Στον Αρτεμώνα, κοντά

στην εκκλησιά του Αφέντη

της όμορφης με το αρχαίο όνομα κυράς

με καλοδέχτηκες στο σπίτι το άλλο

τα πατρικό, που μοσχοβολούσε

από τις μνήμες του χθες.

Ανεξίτηλα αποτυπώματα

η πιατοθήκη με τις πορσελάνες,

το μαντεμένιο κρεβάτι, ο κομός,

ο καθρέπτης, το παλιό φωτιστικό

και φωτογραφίες ανθρώπων μιας άλλη εποχής

που μας κοιτούσαν επίμονα

από τους τοίχους τους παλιούς

όλα τοποθετημένα ευλαβικά

στη θέση που τ’ αφήσαν

στέφανος δόξας και κατάθεση ψυχής.

Ζήλεψα τ’ ομολογώ

γιατί οι δικές μου ρίζες χάθηκαν στην Μικρασία

και δεν έχω κάτι να σου διηγηθώ.

Μέγα βάρος στις πλάτες σου

ακάματε σκαπανέα της ιστορικής μνήμης.

Μην προσπαθείσεις αυτά που έγιναν

ποτέ σου να ξεχάσεις

αλλά να τα θυμάσαι με περίσσια ζέση

κι ανάμεσα στους θησαυρούς της καρδιάς σου

να ‘χουν πάντα περίοπτη θέση.

Πλάι στο κύμα, στα αιωνόβια αρμυρίκια

και τα κρινάκια τα λευκά,

που μόνο στους αμμόλοφους ανθίζουν

γεύτηκα τις νοστιμιές της Σίφνου.

Εδέσματα περίφημα και γεύσεις εκλεκτές

σκληρό τυρί μανούρα

να τ’ αγκαλιάζει απ’ έξω

του μούστου η γύλη τρυφερά,

και μαστέλο, αρνάκι μεθυσμένο

ψημένο μέσα σε πολύ κρασί

και οι ξακουστοί ερέβινθοι

που σιγοβράζουν στον ξυλόφουρνο

μέσα στην σκεπαστερί.

Αρώματα αμύγδαλου και ανθόνερου παντού

και της κολοκύθας της λωλής

μιας άγνωστης νοικοκυράς

ατυχούς παρασκευής.

Στον Πλατύ Γιαλό, τον φημισμένο και ξακουστό,

έμαθα για τον χαμένο «λίθο το σιφναϊκό».

Εκεί πρωτοείδα τον τροχό

που ασταμάτητα με μόχθο θαυμαστό

αιώνες τώρα γυρνάει στο νησί,

δουλεύοντας την πλούσια σε άργιλο σιφναϊκή γη,

φτιάχνοντας  τεχνήματα με απερίγραπτη αισθητική.

Φεύγοντας, δεν γύρισα να κοιτάξω πίσω.

Άφησα για πάντα τα χνάρια

από τα βήματα όπου περπάτησα

και τη βαριά σκιά μου

ανυπόμονα να περιμένουν

κάποια στιγμή να επιστρέψω.

Το μόνο που πήρα ως ανάμνηση παντοτινή

ήταν μια πέτρα από σχιστόλιθο

απ’ το μονοπάτι του σπιτιού

βαμμένη με το χρυσαφί του ήλιου

και του φεγγαριού το ασημένιο γκρι.

Έτσι θέλω να θυμάμαι την Σίφνο,

χάρη σε σένα, γοητευτική και όμορφη,

απλή και σεμνή,

μα πάνω απ’ όλα φιλόξενη και λαμπερή!!!!!

**************************

Μίλτος Σαχτούρης, «Ο άρχοντας»

Τ’ ἄγριο σκοτεινὸ παλάτι θὰ φωτίσω 
                                  ἐκτυφλωτικὰ

θὰ ρίξω χρώματα παντοῦ
σὲ μία γωνιὰ
ὁ  δ ρ ά κ ο ς
θὰ εἶναι
ἕνα κλωνάρι
ἀνθισμένη


ἀμυγδαλιὰ

γιατί ἐφέτος στ΄ἀλήθεια ἐφοβήθηκα
τὴν παγωνιὰ τὴ μοναξιὰ τὸ κρύο
κι αὐτὰ τὰ ἐλάφια ποῦ περνοῦσαν ὕπουλα
τὴ νύχτα
κάτω ἀπ’ τὴν ψυχή μου.

________

Μίλτος Σαχτούρης, Ο Περίπατος, 1960.

**************

Γ. Νταλάρας – Στ. Βαμβακάρης, «Ξεκινάει τ’ αρχοντολόι»

Λ. Παπαδόπουλος, «Ξεκινάει τ’ αρχοντολόι»

Ξεκινάει τ’ αρχοντολόι στη λιακάδα γυρολόι
κι οι λακέδες σκυλολόι τεμενά και μοιρολόι
ξεκινάει τ’ αρχοντολόι του κλεφτοφονιά το σόι

Με τα ρούχα τους τα σκούρα σβέρκοι και κοιλιές αράδα
αχ ν’ αρπάξω τη μαγκούρα και να δέρνω μια βδομάδα

Στο σοφά τ’ αρχοντολόι τρώει πίνει ξανατρώει
καφεδάκι κομπολόι κι ας ψοφάει το φτωχολόι
στο σοφά τ’ αρχοντολόι του κλεφτοφονιά το σόι

Με τα ρούχα τους τα σκούρα σβέρκοι και κοιλιές αράδα
αχ ν’ αρπάξω τη μαγκούρα και να δέρνω μια βδομάδα

3. Δούλος – Σκλάβος

Κ. Βάρναλης, «Το μοιρολόγι των δούλων»

ΠΡΩΤΟΣ ΔΟΥΛΟΣ


Προσωπάκι απαλό σαν το μετάξι,
ματάκια αστραφτερά σαν κρύα πηγή,
χρονώ δεκατεσσάρω με δεκάξι,
πού να `ναι τώρα; Στα βαθιά σου Γη!

Ο ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΔΟΥΛΟΣ


Τα ρόδα χάμου θάλασσα, στο φράχτη
τ’ αγιόκλημα ποτάμι κρεμαστό.
Πού να `ναι τώρα; Κουρνιαχτός και στάχτη!
Και το φεγγάρι απάνωθε σβηστό.

Ο ΤΡΙΤΟΣ ΔΟΥΛΟΣ


Δίχως αρχή και δίχως άκρα ή μέση
απέραντα: Γη, θάλασσα, ουρανός!
Τα `ζωσε τώρα σιδερένια δέση.
Έξω και μέσα κόσμος αδειανός.

ΟΛΟΙ ΜΑΖΙ


Όλα βουβά μες στο βουβόν αέρα.
Ήλιος τυφλός κοιτάει και δεν κουνά.

Η νύχτα δε χωρίζει απ’ την ημέρα,
τέλος του κόσμου η προφητεία μηνά!
Ποιος θα μας σώσει; Ανατολή για Δύση;
Ποιος Έλληνας ή βάρβαρος θεός;
Μπροστά καινούριος κόσμος θα βαδίσει

ή πίσω θα γυρίζει ο παλαιός;

******************

Κ. Βάρναλης, ΔΟΥΛΟΣ ΤΡΙΔΟΥΛΟΣ

Λαφρί στομάχι, ξάπλα στο σανό
(δυο φαγιά την ημέρα είναι πολύ!)
Ξυπνούσε τα χαράματα πουλί
με τα φτερά των είκοσι χρονώ.

Η πλάση θάμ’, ανθρώποι και στοιχεία
τα πάντ’ αγάπη, λεφτεριά, ησυχία.
Κελαηδάνε πουλιά, νερά κι αγέρας
και στα ψηλά Πανάγαθος Πατέρας.

Δούλεβε δωδεκάωρο με χαρά του
για να γίνει κι αυτός με τη σειρά του
συνάρχοντας, μεγάλη κεφαλή
και γι’ αφτόν να δουλέβουνε πολλοί.

Μα γέρασε και σώμα και ψυχή
κ’ έμεινε δούλος, όπως στην αρχή.
Δεν κελαηδάει πουλί, νερό κι αγέρας
κι απάνου σ’ όλα Θάνατος Πατέρας.

Πώς γίνεται ο ραγιάς αφεντικό,
δεν το μαθε. Κι αν του το λέγαν άλλοι
θα μπορούσε να κάνει φονικό
για μιαν Ελλάδα θρήσκα και Μεγάλη!

Χαροπαλεύει τώρα στο σανό του
κ’ ένα μονάχα το παράπονό του:
Δεν πρόλαβε να δει την οικουμένη
μια κι όξω Χιροσίμα κανωμένη.

******************

Κ. Βάρναλης, «Δούλος υγιών φρονημάτων»

Ή ξαφνικά στο χάντακα σωριάσου,

να μάσουν αύριο την κακομοιριά σου,

ή στην ψάθα σου χρόνια ανακυλίσου

και να μην ξεκολλά η αμαρτωλή σου.

5Έσκαβες λίγες μέρες κάθε μήνα

για την πανεθνική σου φασουλάδα.

«Τ’ αφεντικά μου ας έχουν την Ελλάδα,

έχω εγώ Μαραθώνα, Σαλαμίνα…»

Τη σκλαβιά σου την έζησες, σκαφτιά,

σκοτωμένος, χωρίς να πολεμάς.

Δεν έβαλες στην Κόλαση φωτιά,

όπως θα ’λεγε τώρα ο Παλαμάς.

Νοέμβρης 1969

*********************

Μιχάλης Κατσαρός, “Ο Δούλος”

Ὁ Δοῦλος ποὺ δραπέτευσε
ἔλεγε προσευχὲς στοὺς φιλήσυχους πολίτες
γονατίζοντας σὲ λιγδωμένα προσκέφαλα.
Ἐγὼ δὲν ἤλπιζα πὼς μπορεῖ νὰ σωθεῖ.
Οἱ χωροφύλακες ἔχουν γερὴ ὅραση –
δὲ διαλύονται μὲ αὐταπάτες καὶ ψυχοσάββατα.
Τώρα αὐτὸς ποὺ ἐπέμενε νὰ ρωτάει
φαίνεται θἆταν ἀποφασισμένος γιὰ θάνατο
ἢ θἆταν κατάσκοπος ποὺ δὲ φοβᾶται.
Ἐγὼ πάντως
ἐξακολουθῶ νὰ βλέπω τὸν ἐπερχόμενο
μεσαίωνα
μὲ φάλαγγες πιστῶν
μὲ ἀργυρᾶ δισκοπότηρα ἀφρίζοντα αἷμα
μὲ σημαιοστολισμοὺς καὶ παρελάσεις
μὲ ραβδούχους καλοθρεμμένους καλόγερους
εἰκόνες ἀπὸ παλιὲς ἐκστρατεῖες
καὶ τυφεκισμοὺς
ἥρωες μὲ αὐστηρὰ βλέμματα
Ἁμὲς δὲ γ᾿ ἐσόμεθα
πληρωμένη ἐκπαίδευση
θεὸς ἀγέρας τὰ στοιχεῖα τῆς φύσεως
κλειδωμένα στὴν ἐποχὴ σὲ χάλκινα θησαυροφυλάκια.
Ἂν ἄξαφνα σᾶς γεννηθεῖ τὸ ἐρώτημα
πὼς τὰ κατάφερε αὐτὸς ὁ θνητὸς
μέσα σ᾿ αὐτὸ τὸ βαρύγδουπο διαπασῶν τῶν ὕμνων
νὰ δραπετεύσει μὲ ἀληθινὸ λαμπερὸν ἥλιο
μὲ ἀληθινὲς ἐξαρτήσεις τοῦ βίου –
ἂν δὲ μπορεῖτε νὰ καταλάβετε
τί τὸν ὁδήγησε σ᾿ αὐτὸ τὸ τελευταῖο διάβημα
ποὺ βρῆκε τὴν ἔξοδο ἀφοῦ γύρω ἦταν μπετὸν
ἀφοῦ γύρω τραγουδοῦσε ἡ φοιτήτρια
ἕνα τραγούδι ἱστορικὸ παλιῶν ἡρώων
τότε
δὲ θά ῾χετε δεῖ κάτι κρυφὲς μικρὲς πόρτες
ὅμως ὁλοφάνερες στὰ μάτια τῶν εἰδικῶν
δὲν θἄχετε δεῖ τὸ ραγισμένο τοῖχο
ὅπου βλασταίνουν κάτι φυτὰ
πάνω σ᾿ ἀσβέστη κίτρινο ἀπ᾿ τὴν πολυκαιρία.
Τὸ ζήτημα πιὰ ἔχει τεθεῖ:
Ἢ θὰ ἐξακολουθοῦμε νὰ γονατίζουμε
ὅπως αὐτὸς ὁ δραπέτης
ἢ θὰ σηκώσουμε ἄλλον πύργο ἀτίθασο
ἀπέναντί τους.

****************

Μ. Σαχτούρης, «Ο Σκλάβος»

Ο Σκλάβος ήθελε να γίνει αεροπόρος κάθε γλυπτό του είναι κι ένα χρυσό αεροπλάνο στο τέλος ντυμένος στα χρυσά κι αυτός πέταξε5στον ουρανό.

********************

Γ. Μαρκόπουλος – Γιώργος Νταλάρας, Βασιλική Λαβίνα, «Σκλάβος»

Μελέτης Κυριακού, «Σκλάβος»

Ήταν κάποτε παλιά ένας αφέντης με φλουριά
που ’χε σκλάβο με μυαλό,
μα δεν του βγήκε σε καλό.
Είχε ξεσηκώσει κι άλλους,
αχ τι μπελάς για τους μεγάλους.
Ο αφέντης απειλούσε και ο σκλάβος τ’ απαντούσε.

Κι αν δεμένο και δαρμένο διατάξεις να με φέρουν
κι απ’ τα βάσανα πεθάνω, τι θα χάσεις σκέψου.
Πρώτα-πρώτα μια για πάντα,
ένας άνθρωπος θα λείψει
κι όσα τώρα μου φορτώνεις, όλα εσύ θα φορτωθείς,
τι θα χάσεις σκέψου.
Κι όχι κέρδος πως θα βγάλεις με την πράξη σου αυτή
μια και μυστικό κανένα, από μένα δεν θα μάθεις,
τι θα χάσεις σκέψου.

Καλοσκέφτηκε ο αφέντης
κάτσε του λέει να τα πούμε.
Τι να πούμε λέει ο σκλάβος,
τίποτα τώρα δεν ακούμε.

Τη σκλαβιά μου λύνοντας καλόπιασέ με
το κοινό συμφέρον δες
το χρυσάφι σου χαρίζω, προτιμώ τη λεφτεριά.
Στο κάτω-κάτω της γραφής γιατί να είμαι σκλάβος.
Τα παιχνίδια των θεών να τα πληρώνω εγώ.
Στο κάτω-κάτω της γραφής γιατί να είμαι σκλάβος.

Πλοήγηση Άρθρων

Σχεδίασε έναν Ιστότοπο όπως αυτός με το WordPress.com
Ξεκινήστε