*
του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ
~.~
Εμπρός στον γρίφο του ποδοσφαίρου, οι προοδευτικοί και οι φιλελεύθεροι, οι ανειρήνευτοι εχθροί των συνόρων, όλοι αυτοί που θεωρούν τον εαυτό τους προπάντων πολίτη του κόσμου, μένουν πάντα ενεοί.
Μα τι έχει αυτό το παράδοξο σπορ, τι κρύβει μέσα του τόσο ισχυρό που ωθεί με τρόπο τόσο αφύσικο τους προλετάριους και τους μεγιστάνες, τους κρατουμένους και τους δεσμοφύλακες, τους πάνω και τους κάτω να γιορτάζουν μαζί; Πώς γίνεται να τους χωρίζει απ’ τους πανόμοιούς τους στην άλλη πλευρά της μεθορίου; Δεν είμαστε όλοι γόνοι της ίδιας γης; Γιατί αναριγούμε, γιατί κλαίμε, γιατί ουρλιάζουμε από χαρά κι από πόνο εμπρός σε ένα κομμάτι χρωματιστό πανί, εμπρός σε μια φανέλα ή σημαία που μας θυμίζουν ακριβώς το αντίθετο: πως αυτό που ζυγίζει για μας πιο πολύ, δεν είναι ότι ανήκουμε στην αφηρημένη, νοερή ανθρωπότητα, αλλά σ’ ένα κλάσμα της συγκεκριμένο, χειροπιαστό. Έναν σύλλογο, μια πόλη, έναν λαό.
Κάποιοι άλλοι, κουτοπόνηρα, πασχίζουν να στρέψουν το πράγμα στον αισθητισμό. Ας κερδίσει ο καλύτερος, «a beleza do jogο», η ομορφιά του αθλήματος, διακηρύσσουν, μόνο τούτο βαραίνει! Λες και ο Βραζιλιάνος στη φαβέλα θα σχιζόταν λιγότερο στις κερκίδες αν η ομάδα του συναγωνιζόταν σε χάρη την Εθνική του Ρεχάγκελ…
«Όποιος δεν αντιστοιχίζει την ποίηση του Καβάφη με το ιταλικό ποδόσφαιρο, δεν καταλαβαίνει μήτε από ποδόσφαιρο μήτε από Καβάφη», έγραψε κάποτε θυμόσοφα ο Μίμης Σουλιώτης. Στα σπορ ο αισθητισμός γοητεύει συνήθως τους παρατυχόντες, αυτούς που δεν έχουν σχέση βαθύτερη, σπλαχνική, μ’ αυτό που παρακολουθούν και αρκούνται στην όψη του, στα επιφαινόμενά του. Ανήμποροι να το νιώσουν, οι άνθρωποι αυτοί δεν ψυχανεμίζονται πως όταν ο κόμπος φτάνει στο χτένι “η ωραία μπάλα”, τα “σημασία έχει η συμμετοχή”, τα “ήμουν κι εγώ παρών”, τα “μετράει πάνω απ’ όλα η προσπάθεια” και τα τοιαύτα, σκορπούν σαν πάχνη στον πρωινό ήλιο, ότι το μόνο που μετράει είναι η Νίκη και ότι αυτή η νίκη από μόνη της προσφέρει, ανάμεσα στ’ άλλα, και πλήρωση, μέθη αισθητική τέτοια που οι απ’ έξω ούτε στον ύπνο τους ποτέ δεν θα νιώσουν.
Άλλοι αψίθυμοι καταστρώνουν θεωρητικές αναλύσεις, υποδεικνύουν τις κρυφές συνάφειες του αθλητισμού με τον ρατσισμό και τη βία, προειδοποιούν, κραδαίνουν σαν δασκάλα Αρσακιώτισσα τον επίφοβο δείχτη. Κι όμως, τα ανομικά φαινόμενα στο ποδόσφαιρο δεν διαφέρουν δραματικά από τα παρατράγουδα στα σχολεία ή τα πανεπιστήμιά μας. Στην πράξη μάλιστα, η μπάλα λειτουργεί αντιστρόφως: ως εκτονωτής της νεανικής επιθετικότητας, ως αποφορτιστής της ανδρικής βίας που λιμνάζει αθέατη μέσα σε κάθε κοινωνία, και η οποία εδώ και γενιές πολλές έχει αποξενωθεί από τη φυσική της κοίτη: τον πόλεμο.
Η μπάλα είναι πολεμοπραξία κι αυτή, αλλά άλλης μορφής, συμβολικής, μια αρειμάνια τελετουργία που ανεμίζει λάβαρα κι εκείνη και περιφέρει τρόπαια θριάμβου, αλλά αναίμακτα. Αν δεν υπήρχε, η ειρηνοφόρα εποχή μας, για το δικό της το καλό, θα έπρεπε εξ αρχής να την επινοήσει.
Το ποδόσφαιρο βέβαια για τους εχθρούς του αυτούς αδιαφορεί. Όπως όλα τα σοβαρά πράγματα, δεν είναι κάτι στενό, πως να χωρέσει στα απλοϊκά τους κουτάκια; Δεν είναι άθλημα μόνο, ένα κοινό κλωτσοσκούφι, όπως λένε. Δεν είναι εμπόρευμα απλώς, κι ας πουλιέται. Δεν είναι τέχνη μονάχα, κι ας μας θαμπώνει συχνά. Δεν είναι στεγνή πολιτική προπαγάνδα, κι ας στοιχίζονται πίσω του μυριάδες στρατοί και συνθήματα. (περισσότερα…)












