ΝΠ | Βιογραφήματα

Ἴων Δραγούμης, Ὁ δροσερός κόσμος

Image

*

Μεταγραφή-Σχολιασμός-Επιμέλεια
ΝΩΝΤΑΣ ΤΣΙΓΚΑΣ

~.~

Το παρακάτω κείμενο δημοσιεύεται για πρώτη φορά και έχει τιτλοδοτηθεί με την ευκαιρία  της δημοσίευσης αυτής. Αποτελεί απόσπασμα/ημερολογιακή εγγραφή της 12ης Απριλίου του 1905. Ο 25ετής Ίων Δραγούμης υπηρετεί  ως υποπρόξενος στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου ήδη από τον Φεβρουάριο της ίδιας χρονιάς και σύντομα πρόκειται να συναντηθεί με την Πηνελόπη Δέλτα. Θα μείνει στην Αλεξάνδρεια λιγότερο από έξη μήνες. Κατά την σύντομη παραμονή του εκεί θα συνδεθεί φιλικά με τον Κ. Π. Καβάφη.

Η μεταγραφή έγινε από το χειρόγραφο που φυλάσσεται στην ΑΣΚΣΑ στο Τμήμα αρχείων/Αρχείο Ίωνος Δραγούμη/Τετράδιο με αρ. 11, σελ. 58a-59a. Περιλαμβάνεται στο υπό έκδοση τελευταίο αδημοσίευτο μέρος των Τετραδίων του Ίωνος Δραγούμη [«Η αγάπη έθρεψε τη ζωή μου» – Τα αδημοσίευτα Τετράδια 1905-1908, Επιμέλεια – Εισαγωγή – Επίμετρο – Σχόλια Νώντας Τσίγκας].

~.~

Τώρα, ἐγώ ἤ σύ ἤ ὁ ἄλλος, εἴμαστε ποιητές ἴσως, καί μᾶς ἀρέσει νά ζοῦμε ἀνάμεσα στόν δροσερό κόσμο[1] ὅπου δέν ὑπάρχουν δουλειές, ἐμπορικές ἐπιχειρήσεις, πολιτικά καμώματα καί μπερδέµατα πεζά τοῦ τωρινοῦ ἤ καί ἄλλου πολιτισμοῦ. Ἀλλά δέν εἶναι ποιηταί ὅλος ὁ κόσμος. Ἦταν ἀλλιώτικος ὅμως ὁ καιρός τῶν πρώτων Ἑλλήνων· προτοῦ ἀρχίσουν τά μηδικά, προτοῦ γεννηθεῖ καί ὁ Αἰσχύλος ἀκόμη, ἦταν ἕνας καιρός πού ἄλλος κόσμος ἀπό τόν δροσερό ἐκεῖνον κόσμο –πού τώρα τόν λέµε καί μᾶς φαίνεται «ποιητικός»– δέν ὑπῆρχε καί οἱ ἄνθρωποι ζοῦσαν μέσα στό δροσερότατο, πυκνό, καταπράσινο, παρθενικό δάσος µαζί μέ τήν Φοίβη καί τόν Φοῖβο καί μέ τόν Νάρκισσο καί τίς Νύμφες, καί μέ τίς Ὧρες καί τούς Ἥρωες. Τότε ὅλοι ἦταν ποιηταί, δημιουργοῦσαν μύθους, γιατί ἦταν ζωηρό τό μυαλό τους καί ἄδολο καί παρθενικό, ἀλέκιαστο καί ἀκούραστο. Δέν εἶχε γνωρίσει ἀκόμη τίς δυσκολίες, τίς δυστυχίες, τά μπερδέματα τῆς ζωῆς ὅλης, τοῦ πολιτισμοῦ. Λέν πώς ἦταν παιδιά[2] τότε οἱ ἄνθρωποι. Ὅλη τήν ἡμέρα καί ὅλη τή νύχτα ἦταν περιτριγυρισμένοι ἀπό ἄγνωστα, ἀνεξήγητα πράγματα, τό φῶς καί τό σκοτάδι, τόν ἴσκιο καί τίς ἀχτίδες, τό νερό πού ἄφριζε καί ἔτρεχε καί κελάρυζε, τά φύλλα πού ἔτρεμαν καί μουρμούριζαν, τόν ἄνεμο πού βογκοῦσε ἤ τραγουδοῦσε ἤ σφύριζε περνώντας ἀπό τά φύλλα τῶν δένδρων, ἀπό τούς βράχους τῶν βουνῶν καί τά λαγκάδια, ἀπό τούς καλαμιῶνες. Ὁ ἀχός τῆς θάλασσας καί τῶν πεύκων ὁ ἀχός, ἡ σιγαλιά τῆς νύχτας, οἱ μυστικές ἀχτίδες τοῦ φεγγαριοῦ, οἱ ἁπαλές, πού χύνουνταν καί διαλύνουνταν ὑγρότατες καί ἕσταζαν ἀπό τά πράγματα, ὁ ἥλιος πού ἔπινε τό νερό καί ξέραινε τήν ὑγρασία καί τήν πρασινάδα, τά κρυφομιλητά τῶν φύλλων, τό καθρέφτισμα τῶν νερῶν, οἱ μυρωδιές τοῦ χώματος καί τῆς σαπίλας τῶν φύλλων, οἱ εὐωδίες τῶν ἀνθῶν, καί τά χρώματά τους καί τά σχήματα, καί ἡ φυλλορροή, καί ἡ ἀνθορροή, καί τό φθινόπωρο, καί ἡ κρύα βροχή, καί τό χιόνι, καί τό βογκητό τοῦ βορριᾶ, καί οἱ παγωνιές καί ἡ ἄσπρη πάχνη τοῦ χειμώνα, καί τό λυώσιμο τοῦ χιονιοῦ, καί τό φανέρωμα τῆς γῆς μέ τό χορτάρι καί τό γρασίδι, καί τό φύτρωμα τῶν κλαριῶν καί δέντρων, καί οἱ εὐωδίες τῆς ἄνοιξης, καί τό λιοπύρι τοῦ καλοκαιριοῦ, καί τό κιτρίνισμα τῶν χόρτων, καί ἡ πνοή τῆς θάλασσας, ὅλα, τί ἄγνωστα καί τί πολλά καί ἀνεξήγητα φαινόμενα, μυστήρια, μύθοι, ὅλα τά παρατηρῶ γιατί εἶναι καινούρια καί δροσερά (δηλαδή εἶμαι ἀκούραστος). (περισσότερα…)

Μια ματιά στην εποχή μας

Image

*

του ΓΙΩΡΓΗ ΜΑΝΟΥΣΑΚΗ

Επιμέλεια: Αγγελική Καραθανάση-Μανουσάκη

~.~

Όσοι γεννηθήκαμε το α΄ μισό του 20ού αιώνα αισθανόμαστε πολλές φορές σα να ’χομε μετοικήσει ακούσια σ’ έναν κόσμο που ελάχιστα μοιάζει μ’ εκείνον των παιδικών και των εφηβικών μας χρόνων. Σα να βρισκόμαστε όχι απλώς δεκαετίες μακριά απ’ αυτόν αλλά αιώνες.

Πολλοί μιλούνε για πρόοδο της ανθρωπότητας. Σίγουρα υπάρχει πρόοδος και μεγάλη στις θετικές επιστήμες: στη Φυσική και στην Αστροφυσική, στη Χημεία, στη Βιολογία, στην Ιατρική, στις τεχνικές κατασκευές. Αν κοιτάξομε όμως τη βιοθεωρία μας, τις κοινωνικές σχέσεις, την ηθική, την αισθητική, θα δούμε ότι όχι μόνο η κατάσταση παραμένει στάσιμη σ’ αυτές, αλλά ότι συχνά έχομε μιαν οπισθοδρόμηση.

Παλιότερα η βάση της κοινωνίας ήταν αυτό που λέγαμε «λαό». Τώρα τον λαό τον έχει αντικαταστήσει η μάζα: πλαδαρή κι ομοιόμορφη, όπου ο ένας μιμείται τον άλλο κι υπακούει τυφλά σ’ ό,τι προστάζει η μόδα των ενδυμάτων και της συμπεριφοράς.

Ο άνθρωπος του λαού έκανε την προσευχή του μπροστά στα εικονίσματα κι έπιανε το τουφέκι για να υπερασπιστεί τη λευτεριά του, αν εκινδύνευε· για να την ανακτήσει, αν κάποιος του την είχε στερήσει. Εκοίταζε να ’χει καλές σχέσεις με τον κάθε γείτονα, γιατί αυτόν αντίκρυζε πριν δει τον ήλιο. Μετείχε σ’ όλες τις εκδηλώσεις των χωριανών και των κοντοχωριανών, των γειτόνων του, αν κατοικούσε σε πόλη, χαρωπές ή πένθιμες, γιατί η χαρά κι η θλίψη των άλλων τον άγγιζε βαθιά κι ήξερε πως αυτά είναι δανεικά και μια μέρα θα πάντρευε κι εκείνος τα παιδιά του, θα βάφτιζε τα εγγόνια του και ποιος ξέρει ίσως χτυπούσε και την πόρτα του ο Χάρος. Κι είχε ανάγκη τη συμπαράσταση των γειτόνων και των χωριανών του για να κοινωνήσουν τη χαρά του και να τον στηρίξουν στη λύπη του.

Εκείνος που ’φευγε για τον Κάτω Κόσμο εξακολουθούσε να ’ναι παρών στη μνήμη και στη ζωή των δικών του. Έπρεπε να τόνε τιμήσουν πενθώντας τον. Το μαύρο που ντύνουνταν οι συγγενείς φανέρωνε τη θλίψη και το πένθος για την απώλεια του ανθρώπου τους και πόσο λίγο λογαριάζανε, μπροστά σ’ αυτήν, την ομορφιά και την κομψότητά τους.

«Όποιος δεν έχει γέρο, ν’ αγοράζει» ήτανε μια συνηθισμένη παροιμία στην Κρήτη. Γιατί ο παππούς κι η γιαγιά δεν εφροντίζανε μόνο τα παιδιά, τα δίδασκαν από το απόθεμα της πείρας τους, καλλιεργούσανε τις ψυχές τους με παραμύθια κι ιστορίες της ζωής και με κάθε λογής στιχουργήματα. Έτσι μεταβιβάζονταν στην καινούργια γενιά οι γνώσεις, οι καλοί τρόποι κι οι παραδόσεις της παλιότερης και συνεχίζουνταν η ανθρωπιά κι η ευγένεια και στα νεώτερα χρόνια.

Σήμερα δεν υπάρχουνε πια γιαγιάδες και παππούδες σαν τους παλιούς. Τους απασχολεί πιο πολύ ο εαυτός τους, ώσπου να ’ναι σε θέση να τόνε φροντίζουν. Τη διαπαιδαγώγηση των εγγονών την έχει αναλάβει η τηλεόραση και τα ηλεκτρονικά παιχνίδια, μ’ εκείνους τους γίγαντες με τους τερατώδεις μυώνες που σπέρνουν γύρω τους το θάνατο γρυζίλοντας σα γορίλες, με τα υπερσύγχρονα όπλα τους. Και τα παιδιά-θεατές θαυμάζουνε κι αγριεύουνται και πολύ θα θέλανε να ’χανε κι εκείνα ένα αληθινό πολύ-πολυβόλο και να μπορούσανε να μιμηθούνε τους σούπερ ήρωες του σύγχρονου κόσμου. Στην Αμερική μάλιστα και σε κάποιες χώρες της Ευρώπης δεν είναι σπάνιο να πιθηκίζουν αιματηρά τους σούπερ ήρωες μπαίνοντας στο σκολειό τους και σκοτώνοντας έτσι για γούστο συμμαθητές και δασκάλους τους. (περισσότερα…)

Ο ράπτης στον ουρανό

Image

4 Ιουνίου 1875: 150+1 χρόνια από τον θάνατο του Έντουαρντ Μαίρικε

*

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΤΟΣΚΑ

~.~

Διαχρονική ενδυματολογία

Δεκαετία του ’70, μας επισκέφθηκε η πρώτη εξαδέρφη της μητέρας από τη Νέα Υόρκη, η θεία Αντιγόνη. Ήταν η εποχή που υπήρχαν ακόμα ράφτες και μοδίστρες. Οι άντρες ράβανε υφασμάτινα κοστούμια, παντελόνια, πουκάμισα και οι γυναίκες ταγιέρ και φούστες πλισέ. Ακόμα και οι φοιτητές στις διαδηλώσεις για το άρθρο 114, φορούσαν κοστούμι και γραβάτα.

Μ’ έστελναν κι εμένα να συνοδεύσω τη θεία Αντιγόνη σε διάφορες δουλειές, ψώνια ή επισκέψεις, περνώντας μέσα από την πλατεία Χαλανδρίου. Μόνο που εγώ κρατούσα τουλάχιστον δυό μέτρα απόσταση από την καθ’ όλα συμπαθή θεία. Ο λόγος ήταν όχι τόσο το ώς τον αστράγαλο φόρεμά της από ροζ ποπλίνα, όσο το μακρύ, ως της Νεφερτίτης, τουρμπάνι της. Φανταστείτε μια όμορφη κυρία στα ροζ να μπαίνει στο πλάνο μιας μαυρόασπρης ταινίας. Γύριζαν τότε όλοι και μας κοίταζαν! Βάδιζα λοιπόν κι εγώ, μπροστά ή πίσω της, ντρεπόμενος γαρ.

Είχε κάνει ένα καιρό, η θεία στην Ινδία. Όπως και η πριγκήπισσά μας, που μυήθηκε στον ινδουϊσμό και στα ΑΤΙΑ (Αγνώστου Ταυτότητας Ιπτάμενα Αντικείμενα, αλλιώς UFO), καταφέρνοντας να περάσει από την Ευρώπη στην Ινδία με μεταγωγικό αεροπλάνο, ικανό αριθμό τρελών αγελάδων, χωρίς να γίνει αντιληπτή από αυτά. Κι αν η πριγκήπισσά μας ετελεύτησε τη ζωή της σε παλάτι –ποιο καλύτερο γηροκομείο;– έχοντας εξασφαλίσει θέση τάφου και θέση Παραδείσου, το επίγειο τέλος της θείας Αντιγόνης αγνοείται. Ή μάλλον το ακούσαμε από την ανηψιά της και εξαδέρφη μας. Πέρασε κι αυτό στα «ψιλά» της μνημονικής μας εφημερίδας.

Διάβηκαν τα χρόνια και τι κι αν ήμασταν προς θεραπείαν στον γύψο, η μόδα ταξίδευε γρηγορότερα από εμάς. Στα μέσα του Γυμνασίου φορούσαμε παντελόνια βαμβακερά (twill για τους ειδήμονες) καμπάνα,  χρώματος «σάπιο μήλο», ενώ οι μεγαλύτεροι είχαν μείνει στα τουίντ. Παπούτσια ψωνίζαμε σεβρό (από κατσικάκι δηλαδή) από του «Σταμούλη», κάποιες φορές ακόμα και χρώματος μπορντώ. Κι όταν στο τέλος του εξατάξιου Γυμνασίου, ήρθε ο φιλόλογός μας από την Αγγλία με κοτλέ λαδί παντελόνι, τότε συνειδητοποιήσαμε ότι επέκειντο αλλαγές νοοτροπίας – και όχι μόνο.

Αργότερα στο Παρίσι, η πολιτισμική βροχή ήρθε κατακλυσμιαία πάνω στον μικρό μας επαρχιωτισμό. Γύρισες κάποτε μ’ έναν αέρα ελευθερίας πρωτόγνωρο, στο Αθηναϊκό άστυ. Περιδιάβαινες αμέριμνος στη Σόλωνος με τις λαδιές σου μπότες μάρκας «Κιβωτός», όταν κάποιος σου έκανε την τιμή να σε φιλοφρονήσει με την ανάλογη χειρονομία, κοιτώντας τες: «Άχ καλέ, τι γλυκός που είσαι;». Του απαντάς εσύ ξαφνιασμένος με τσαμπουκά: «Μήπως σε έχω γ…σει και δεν το θυμάμαι;». Το επεισόδιο έληξε κάπου εκεί, σχετικά ήρεμα, με μια παρόμοιου επιπέδου ανταπάντηση… (Νεότητα που τίποτα δεν άφηνε να πέσει κάτω· εξάλλου ποιος είπε ότι τα «γράμματα» μας κάνουν ευγενέστερους ανθρώπους;).

Πρώτα μεταδικτατορικά χρόνια, δεν είχε ακόμα διαβεί όλα τα σύνορα ο «πολιτισμός» και κάνει την υπέρβαση η «παγκοσμιοποίηση».

Τα θυμήθηκα όλα αυτά όταν γνώρισα με χαρά στη γιορτή των δωδεκάχρονων της στέγης, κάτω από την οποία –με τιμή– γράφω, τον συμπαθέστατο πρώτο εκδότη της και Ποιητή. Και τον είδα να φορά κόκκινο του κρασιού παντελόνι. Κι ας είναι δέκα χρόνια μεγαλύτερός μου – έ και λοιπόν;! Το πρόσεξα γιατί έχω κι εγώ ένα ολόϊδιο που εκείνη την ημέρα ευτυχώς… δεν το φορούσα. Ήμουν με το πρώτο χρώμα της γερμανικής σημαίας, το μαύρο. (περισσότερα…)

Ἡ Μάχη τῆς Κρήτης μέ τά μάτια ἑνός ὀχτάχρονου ἀγοριοῦ

Image

*

τοῦ ΓΙΩΡΓΗ ΜΑΝΟΥΣΑΚΗ                  

Ἐπιλογή καί ἐπιμέλεια: Ἀγγελική Καραθανάση

~.~

Πρωί. Μέ ξυπνᾶ μιά ἀδιάκοπη βοή, πού τήνε διακόπτουνε βαθιοί, ὑπόκωφοι βρόντοι. Μοιάζει νά βγαίνει ἀπό παντοῦ: ἀπό τόν οὐρανό, ἀπό τούς τοίχους τοῦ σπιτιοῦ, ἀπό τό χῶμα. Κατεβαίνω γρήγορα στό κατώι. Ἡ πόρτα ἔχει μπουκώσει ἀπό τά κορμιά τῶν μεγάλων, πού τεντώνουνται γιά νά δοῦνε. Κάτι λένε ἀνάμεσα σ’ ἐπιφωνήματα και κραυγές φόβου τῶν γυναικῶν. Καταφέρνω νά χωθῶ ἀνάμεσα στά πόδια τους καί νά βγῶ ὄξω ἀπό τήν πόρτα. Βλέπω.

Στόν οὐρανό, ἀπάνω ἀπό τόν κάμπο, πετοῦν ἀεροπλάνα. Τά πιό μικρά γλιστροῦνε γρήγορα, χαμηλά, τ’ ἄλλα, τά βαριά, πηγαίνουνε μέ τό πάσο τους. Κάτω  ἀπό τ’ ἀεροπλάνα κρέμουνται πλῆθος ὀμπρέλες, ἄσπρες οἱ πιό πολλές ἀλλά καί κόκκινες καί πράσινες καί πορτοκαλιές, πού λικνίζουνται κατεβαίνοντας ἀργά πρός τή γῆ. Κι ὥσπου νά χαθοῦν οἱ πρῶτες πίσω ἀπό τίς ἐλιές, ἔχουν ἀνοίξει ἄλλες, ἔτσι πού ὁ οὐρανός εἶναι συνέχεια γεμάτος, σάν ἕν’ ἀέρινο λιβάδι ὅπου ξάφνου φυτρώσανε πλῆθος μεγάλα πολύχρωμα λουλούδια.

Τό ξέρω τοῦτο τό θέαμα ἀπό τίς φωτογραφίες τοῦ Νέου Κόσμου:[1] Ὁλλανδία, Ἐμπέν Ἐμαέλ.[2] Ἀπίστευτο! Οἱ φωτογραφίες ἐξεκόλλησαν ἀπό τό χαρτί κι ἤρθανε κι ἐσταθήκανε μπρός μου, ζωντανέψανε καί κινιούνται. Νιώθω ἕνα κύμα θαυμασμοῦ νά μέ συνεπαίρνει, νά μ’  ἀνεβάζει πάνω ἀπό τό χῶμα τῆς αὐλῆς. Κάτι ἀνάμεσα σ’  ἴλιγγο κι ἔκσταση. Κι ἀμέσως, τήν ἄλλη κιόλας στιγμή, πατῶ πάλι τό χῶμα, και τό χῶμα σαλεύει κάτω ἀπό τά πόδια μου.

Καταλαβαίνω πώς αὐτό πού βλέπω εἶναι πόλεμος –ἀληθινός πόλεμος, πού ’ρθε ἀπροειδοποίητα κι ἐχώθηκε στήν εἰκόνα πού ἀντίκριζα κάθε μέρα. Ἡ ζωή ξάφνου χωρίστηκε στά δυό. Ἐκεῖνο πού ζούσαμε  ὥς τώρα δέν ἔχει καμιά σχέση μ’  αὐτό πού ζοῦμε τούτη τή στιγμή. Κάτι μεγάλο καί φοβερό γίνεται μπρός στά μάτια μας. Κάτι πού κανείς δέν μπορεῖ νά τό σταματήσει ἤ νά τ’  ἀλλάξει.

Τό χέρι τῆς μάνας μου μ’ ἁρπάζει ἀπό τό γιακά.

—Τρελάθηκες; Ἔμπα μέσα!

Ἐπικρατεῖ μιά σύγχυχη. Κανείς δέν ξέρει τί πρέπει νά κάμει.

—Πᾶμε στό καταφύγιο, λέει ὁ πατέρας μου. Ὄχι ὅλοι μαζί, δυό-δυό, τρεῖς- τρεῖς, καί προσοχή στ’ ἀεροπλάνα. Ξεκίνα, Μιχάλη μέ τήν Ἰφιγένεια. Ὕστερα τά παιδιά. Κατόπιν ἡ Στέλλα μέ τή μικρή. (περισσότερα…)

Ημέρες αναλογικές

Image

*

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΤΟΣΚΑ

~.~

Ήταν πρωί της Παρασκευής όταν ακούστηκε απ’ τη μεριά της λεωφόρου Κηφισίας ένας συνεχής βόμβος μεταλλικός, όπως τεράστια ρουλεμάν που περιστρέφονταν στην άσφαλτο, σαν συναρμολογημένος σκελετός εξωγήινων ρομπότ. Μέρες του 1967.

«Αχ, λέει η μάνα, πάλι οι ερπύστριες, πάλι τεθωρακισμένα κατεβαίνουν προς την Αθήνα». Επανήλθαν οι μνήμες της Κατοχής και των υστερότερων εφιαλτών. Τριάντα ένα χρόνια μετά από τη Δικτατορία του Μεταξά.

Σ’ έστειλε αργότερα προς το μεσημέρι ο πατέρας, να πάρεις εφημερίδα. Στο ψιλικατζίδικο του Χαλδαιόπουλου ήταν ο γιος. Καρίκωνε δίπλα η αδερφή του, γυναικεία καλσόν.

«Μια Μεσημβρινή» του λες.

«Δεν έχει» απαντά.

«Μια Μεσημβρινή» του ξαναλές, αφού γνωρίζεις καλά ότι αυτή πάντοτε παίρνετε. Αυτή και Μπριγιόλ για τα μαλλιά του πατέρα.

«Δεν βγήκε η Μεσημβρινή».

«Μα τι σημαίνει δεν βγήκε; Δεν καταλαβαίνω».

«Δεν υπάρχει σήμερα» απαντάει πάλι και φαίνεται κομπιασμένος να δώσει περισσότερες εξηγήσεις. «Θέλεις την Απογευματινή, την Ακρόπολη;» αντιπροτείνει.

Εσύ, μικρός ακόμα, δεν ξέρεις αν πρέπει ν’ αλλάξεις εφημερίδα αλλά την παίρνεις και γυρνάς διστακτικός στο σπίτι.

Είναι Παρασκευή αλλά σήμερα δεν πήγες σχολείο. Ούτε και το Σάββατο. Έγινε πραξικόπημα, λένε. Πάντως δεν είναι άσχημα χωρίς σχολείο.

«Πήρανε τον θείο Πέτρο στην Aσφάλεια».

«Μαμά, τι είναι η Aσφάλεια;». Κατάλαβες όμως· το ίδιο με το αστυνομικό τμήμα.

«Και τον Τζώρτζη της Μαρίας, τον κυρ Γιάννη, τον κυρ Βασίλη, τους μαζέψανε. Μα και τον Ματζανά, τον μπακάλη μας, τέτοιο ευγενικό άνθρωπο, δεν το περίμενα».

Πολλούς απ’ τους δικούς μας, τους αφήσανε το άλλο πρωί, άκουσες.

///

Radio days. Πώς περνά ο χρόνος όταν είσαι παιδί; Πώς θα περάσει το απόγευμα, όταν τελειώσεις τα μαθήματα;

«Πού θα πάμε σήμερα μαμά; Στην κυρία Θεοδώρα, στη θεία Κατερίνα, στην κυρία Σοφία;». Μαζεύονταν οι γυναίκες, παίρναν τις βελόνες και το μαλλί για πλέξιμο και συνομιλούσαν στη σειρά ή όλες μαζί· και το κουτσομπολιό ήταν σαν τοπικές ειδήσεις άλλοτε καλόβολες, κάποτε αιχμηρές. Ξέραν αυτές. Σ’ έναν τέτοιο κύκλο καλοκαιρινό, είχε κάποια το μωρό της αγκαλιά. Ρωτά τη μάνα μου, πόσο χρονών είμαι. Λέει η μάνα, τόσων. Με θεώρησε μικρό κι απονήρευτο, βγάζει το λευκό της μαστάρι και θηλάζει εν μέσω ενός κύκλου γυναικών κι ενός μικρού αγοριού.

Κάποτε ο κύκλος έσπαγε. «Μαμά, γιατί δεν ξαναπάμε στην κυρία Σοφία;». Απάντησε εκείνη μ’ έναν αναστεναγμό. Παρεξήγηση; Μικροί ή μεγαλύτεροι θάνατοι. (περισσότερα…)

Ίων Δραγούμης, «κρατῶντας σφιχτά στὰ δόντια τους δεμένη τὴ γλῶσσα»…

Image

Φωτογραφία: Αρχείο Νώντα Τσίγκα

~.~

Ένα απόσπασμα από Το μονοπάτι, 1925

Επιλογή κειμένου-Σχολιασμός
ΝΩΝΤΑΣ ΤΣΙΓΚΑΣ

~.~

Ο Ίων Δραγούμης (1878-1920) έγραψε Το μονοπάτι μεταξύ 1899-1902. Το έργο αυτό, που το θεωρούσε πρωτόλειο και γι’ αυτό το κατέλειπε ως αδημοσίευτο, πρωτοεκδόθηκε μετά τον θάνατό του, στα 1925, με επιμέλεια του αδελφού του Φιλίππου Στ. Δραγούμη. Αξίζει να σημειώσουμε πως οι απόψεις που διατυπώνονται στο κεφάλαιο «Γλώσσα», που παραθέτουμε εδώ ολόκληρο,  αφορούν έναν νέο εικοσιενός χρόνων που μόλις έχει αποφοιτήσει από τη νομική σχολή και έχει λάβει το διδακτορικό του, έχει δώσει εξετάσεις στο διπλωματικό σώμα και έχει επιτύχει. Η μνήμη του «κοντού», «φωνακλά» και «αρρωστιάρη»  δασκάλου, στο γυμνάσιο της Πλάκας όπου αυτός φοίτησε, δείχνει και το επίπεδο της εκπαίδευσης που λάβαιναν τότε οι μαθητές του Άστεως, στην ελεύθερη, για δυο γενιές ήδη τοτε,  Ελλάδα. Ο Δραγούμης μισεί την Αττική διάλεκτο και εχθρεύεται την καθαρεύουσα του «λογιοτατισμού». Είναι έτοιμος να υποστηρίξει από τους πρώτους, ως εμπροσθοφυλακή, το επαναστατικό κίνημα του δημοτικισμού (ιδρυτής της Εταιρείας «Εθνική Γλώσσα» στα 1904, πρωταγωνιστής  του κινήματος των «δημοτικιστών της Πόλης» στα 1907-1910, Ιδρυτικό μέλος και ψυχή του  «Εκπαιδευτικού Ομίλου» από τα 1910, προτού ο όμιλος αλωθεί από τους Γληνό, Τριανταφυλλίδη κ.α. με τις συγγνωστές συνέπειες). Την ώρα αυτή στο σπίτι των Δραγούμηδων υποστηρίζεται η ακραιφνής καθαρεύουσα ενώ η γλώσσα που μιλιέται, ως μητρική σχεδόν, είναι τα… γαλλικά.

///

Β΄.  Γλῶσσα.[1]

Ἕνας δάσκαλος κοντός, φωνακλᾶς καὶ ἀρρωστιάρης στὴν τελευταία τάξη τοῦ σκολειοῦ, ὅταν κουράζονταν ἀπὸ τὴ γλωσσολογία καὶ τὴ μετάφραση τοῦ Σοφοκλῆ καὶ τοῦ Ὁμήρου, ἔβριζε τοὺς Βουλγάρους, κ’ ἐπειδὴ ἦταν γρινιάρης δὲν εὐχαριστοῦνταν ἀπὸ τοὺς φετεινοὺς μαθητές του, μόνο πάντα θυμοῦνταν μὲ ἐπαίνους τοὺς περσινούς.

Τότε ἔλεγε «Δὲν ἔχομε πιὰ φιλοπατρία. Δὲν ἔχομε φωτιά. Οἱ πολιτικοὶ μᾶς χάλασαν. Θά ’ρθουν οἱ Βούλγαροι καμμιὰ μέρα, ἀκοῦτε, μέσα στὴν Ἀθήνα καὶ τότε θὰ καταλάβωμε ὥς ποῦ ἔχομε φτάσει.[2] Ἂν ἡ γενιά σας δὲ δουλέψη, δὲν πάσκιση νὰ διορθωθῆ, πάει, χαθήκαμε».

Κι αὐτὸς ὁ δάσκαλος, ὅταν δὲ γρίνιαζε φωνάζοντας τέτοιες ἀλήθειες, μιλοῦσε ἥσυχα γιὰ τὴ γλῶσσα κ’ ἔλεγε συχνά, ἐπειδὴ ἤτανε γλωσσολόγος· «Μὴν προσκυνᾶτε σὰ θεὰ τὴν ἀττικὴ γλῶσσα». (περισσότερα…)

Ανατρέχοντας στον ποιητή και την ποίηση του Χρίστου Ρουμελιωτάκη

Image

*

του ΗΛΙΑ ΚΕΦΑΛΑ

~.~

Στο γραφείο του ποιητή Δημήτρη Δούκαρη της οδού Πανεπιστημίου, εκεί όπου ήταν και το καθημερινό εντευκτήριο του περιοδικού Τομές, γνώρισα το 1978 για πρώτη φορά τον ποιητή Χρίστο Ρουμελιωτάκη, που μου ήταν ήδη γνωστός από την αφιέρωση σ’ αυτόν του περίφημου ποιήματος του Μιχάλη Κατσαρού «Μπαλάντα στους ποιητές που πέθαναν νέοι» στο περιοδικό Αθηναϊκά Γράμματα (1958), όταν ήταν 18χρονος τότε και μόλις είχε δημοσιεύσει τα πρώτα του ποιήματα. Έμελλε να γίνουμε γρήγορα πολύ στενοί φίλοι, να περνάμε πολλά απογεύματα και βράδια μαζί με επισκέψεις στο σπίτι μου στα Άνω Πατήσια ή στο δικό του στο Νέο Ηράκλειο. «Σπίτι μου, σπίτι μου να ρθείς, έχω και κήπο» ήταν η χιουμοριστική επωδός του για κάθε προγραμματισμό που κάναμε για την επόμενη συνάντησή μας. Ζούσε από τη δικηγορία του, αλλά όμως από το μυαλό του δεν έβγαινε ποτέ η ποίηση. Επειδή το γραφείο του ήταν δίπλα από το γραφείο του Δούκαρη, όπου ως φίλος αρχικά και συνεργάτης αργότερα πήγαινα κι εγώ πολύ συχνά και τον ενοχλούσα με την γεμάτη απορίες παρουσία μου, τον συναντούσα εκεί κι έκτιζα μαζί του μια πολύ εκλεκτική σχέση φιλίας.

Γεννημένος στην Αργυρούπολη Ρεθύμνου το 1938 και μεγαλωμένος στην Νέα Ιωνία της Αθήνας, συνοικία με την οποία είχε ταυτιστεί ο βίος του και η πολιτική του συγκρότηση, ο Χρίστος ήξερε να κάνει μόνο φίλους και μάλιστα φανατικούς. Βλαστός της αριστεράς και αγωνιστής της προοδευτικής ιδεολογίας με διώξεις και εξορίες παρέμεινε πιστός στις επάλξεις της ακόμα και όταν το τελευταίο μεγάλο κοινωνικό αυτό όραμα συνέθλιψε ή απλώς έθλιψε τους οπαδούς και τους συνειδητοποιημένους πιστούς του. Ατέλειωτες συζητήσεις πάνω στα λάθη και τις τακτικές της αριστεράς, πάνω στις εκτιμήσεις των πραγμάτων από τους κομματικούς διαχειριστές και θλίψη απροσμέτρητη, καθώς η μία ήττα διαδεχόταν την άλλη. Όλοι είμαστε ηττημένοι, αριστεροί και δεξιοί και ο καθένας για τους δικούς του λόγους, επειδή όλοι ξεχνάνε τον παράγοντα άνθρωπο, μονολογούσε ο Χρίστος. Όλοι ξεχνάνε το απρόβλεπτο που έχει να κάνει με τα βαθύτερα αίτια της ανθρώπινης ύπαρξης.

Ο Χρίστος Ρουμελιωτάκης ανδρώθηκε ποιητικά μέσα στις απηχήσεις  των γεγονότων του εμφυλίου πολέμου. Με το να είναι σάρκα από τη σάρκα της δεύτερης μεταπολεμικής γενιάς, ακολούθησε και ο ίδιος πιστά τις συνιστώσες της γενιάς αυτής, αποσιωπώντας συνειδητά τις δυνατότητες του εαυτού του υπέρ του εν όλω σκοπού. Πρόκειται για μια σημαδιακή και ιδιόμορφη στον χαρακτήρα της γενιά, η οποία, φορτωμένη το άγχος του μετεμφυλιακού κλίματος και την πίκρα μιας παρατεταμένης ήττας, δεν θέλησε ποτέ στη συνέχεια να σηκώσει κεφάλι, δεν θέλησε ποτέ να φωνάξει και να δείξει την ταυτότητά της, δεν επιθύμησε ποτέ να ηγηθεί. Οι ενέργειες της γενιάς αυτής, ύστερα από το καταλάγιασμα  των πολιτικών πραγμάτων, χαρακτηρίζονται από μια διστακτικότητα και μια διαρκή αίσθηση του ματαίου. Η ποίησή της συμπυκνώνεται στη γενική στάση της συγκατάβασης και της αποχής από πρωτοβουλίες κάθε είδους. Η ποίησή της γίνεται το μελαγχολικό τραγούδι μιας βαθιά τραυματισμένης μνήμης. (περισσότερα…)

Ο Αλκιβιάδης του καιρού μας

Image

*

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

~.~

Δέκα χρόνια τώρα ο Ντόναλντ Τραμπ υπήρξε ένας αρτίστας της επιβίωσης. Επέζησε κάθε συνωμοσίας, κάθε πλεκτάνης εναντίον του. Χάρη στην εξωπραγματική αφοβία του αλλά και σ’ ένα εντελώς παράδοξο επικοινωνιακό χάρισμα δοκιμασμένο επί δεκαετίες στις φυλλάδες του κίτρινου τύπου και στους δέκτες της trash TV, συνάθροισε ένα γιγαντιαίο κίνημα γύρω του, αν και βέβαια χωρίς ποτέ να πείσει ολότελα ότι και ο ίδιος έπαιρνε τα αιτήματά του τοις μετρητοίς.

Ο λόγος της ανάδειξής του ήταν προφανής, στοχαστές όπως ο Ρίτσαρντ Ρόρτυ είχαν προβλέψει την έλευση κάποιου σαν αυτόν ήδη από τη δεκαετία του 1990, και μόνο κάτι απονενοημένοι liberals καμώνονται μέχρι σήμερα ότι τον λόγο αυτόν τον αγνοούν. Πρόκειται βέβαια για την παταγώδη αποτυχία της μεταψυχροπολεμικής τάξης πραγμάτων, αυτής που επονομάστηκε ψευδώς παγκοσμιοποίηση ενώ στην πράξη ήταν η ακύρωση του κοινωνικού συμβολαίου της Δύσης προς όφελος μιας δράκας όψιμων ολιγαρχών και η επαναποικιοποίηση του πλανήτη από ένα δίκτυο χρηματοπιστωτικών και τεχνολογικών κογκλομεράτων.

Ο Τραμπ ήταν γέννημα και θρέμμα αυτής της ολιγαρχίας, αλλά η ρητορική του ερχόταν απ’ αλλού, έθιγε τις ευαίσθητες χορδές πλατιών εργατικών στρωμάτων, πρεκάριων και απόβλητων του συστήματος, μιλούσε σ’ αυτούς σε ένα ιδίωμα μεικτό, με όρους ταυτόχρονα χριστιανοσυντηρητικούς, νεοπατριωτικούς, ακόμη και κεϋνσιανίζοντες-κοινωνιστικούς. «Trump Is Making Socialism Great Again», ανέκραζε τον Ιούλιο που μας πέρασε το συστημικότατο The Atlantic. Από κοντά, το Fortune αγωνιούσε έναν μήνα αργότερα: «Is MAGA going Marxist and Maoist?» Και το The Hill διαπίστωνε με φρίκη τον Σεπτέμβριο: «‘Marxism-Trumpism?’ Trump’s try at a planned economy is still socialism».

Και δεν ήταν μόνο η ρητορική του. Ο Τραμπ κατείχε την απίστευτη ικανότητα να αψηφά επιδεικτικά τους εχθρούς του, να τους κάνει να γελοιοποιούνται από τον εκνευρισμό τους, να υστεριάζουν, να διασύρονται. Πρόσφερε έτσι στους οπαδούς του μια ανεκτίμηση ηθική ικανοποίηση: την ευκαιρία να σπάσουν πλάκα με τα φαρμακωμένα μούτρα της Χίλλαρυ, με τα φαιδρά παθήματα των τηλεαστέρων του CNN ή του MSNBC, με τις ψηλομύτικες φάτσες των εστέτ διανοουμένων και των μη μου άπτου κουλτουριάρηδων. Την ώρα που η λεγόμενη αριστερά μήδιζε ανεμίζοντας κούφια λόγια και παρδαλά σημαιάκια, εκείνος κερνούσε τους losers της παγκοσμιοποίησης, τους deplorables και τους ταπεινωμένους τη μια ταξική νίκη μετά την άλλη. Συμβολικές νίκες, θα πει κανείς, άυλες νίκες. Νίκες όμως. Πώς να μην τον λατρέψουν; (περισσότερα…)

Μια ιδιαίτερη «αυθαιρεσία»

Image

*

του ΜΑΝΩΛΗ ΜΠΟΥΖΑΚΗ

~.~

Τον Ιούλιο του 1974, μπαρουτοκαπνισμένος Υποπλοίαρχος, έχοντας ήδη επιστρέψει στο Πολεμικό Ναυτικό, τοποθετήθηκα στη Σχολή Ναυτικών Δοκίμων. Τέτοια εποχή κάθε χρόνο πραγματοποιείται ο, συνήθως δίμηνος, ετήσιος εκπαιδευτικός πλους των Ναυτικών Δοκίμων σε διάφορες χώρες της Ευρώπης και της Νότιας Αμερικής. Ειδικά το 1974 και με πρόσφατα τα γεγονότα της πτώσης της Χούντας, την απόβαση των Τούρκων στην Κύπρο και την αλλαγή της Ελληνικής Κυβέρνησης, το Αρχηγείο Ναυτικού αποφάσισε ο περί ου ο λόγος εκπαιδευτικός πλους να πραγματοποιηθεί εντός των ελληνικών χωρικών υδάτων. Επί πλέον στο ταξίδι αυτό δεν θα συμμετείχαν οι τελειόφοιτοι της Σχολής λόγω της κρίσης που είχε ήδη δημιουργηθεί με την Τουρκία και του πιθανού ενδεχόμενου συμπληρωματικής στελέχωσης των μεγάλων μας αντιτορπιλικών. Εγώ είχα την ευθύνη παρακολούθησης της εκπαίδευσης των Δοκίμων οι οποίοι έχουν επιβιβαστεί σε δύο από τα φημισμένα αντιτορπιλικά «θηρία» του Πολεμικού Ναυτικού, τον «Ιέρακα» και τον «Αετό».

Είχαμε καταπλεύσει στην Καλαμάτα και κάπου εκεί μου προέκυψε η έμπνευση! Ζήτησα από τους δευτεροετείς Δοκίμους Υπηρεσίας να ενημερώσουν όλους τους Δοκίμους να παραταχθούν με στολές εξόδου στα πρυμναία καταστρώματα των πλοίων και στη συνέχεια όσοι απ’ αυτούς ήθελαν να αφαιρέσουν από τα πηλήκιά τους το απεχθές χουντικό εθνόσημο – το περίφημο «πουλί» με τον αναδυόμενο από τον καιγόμενο φοίνικα φαντάρο – και να το πετάξουν στη θάλασσα! Το έπραξαν όλοι, μηδενός εξαιρουμένου… Ο εκπαιδευτικός πλους συνεχίστηκε κανονικά επισκεπτόμενοι διάφορα ελληνικά λιμάνια μέχρι τον κατάπλου μας στην Κέρκυρα.

Εκεί ο εμπνεόμενος από εθνικά συναισθήματα Στρατιωτικός Διοικητής μη μπορώντας να δικαιολογήσει την απαράδεκτη και αντεθνική συμπεριφορά των έτσι κι αλλιώς άτακτων ναυταίων, με κατεπείγον σήμα του, ενημέρωσε το ΓΕΕΘΑ και τα Επιτελεία των Ενόπλων μας Δυνάμεων για την ανήκουστη πρωτοβουλία μας, ότι δηλαδή οι Ναυτικοί μας Δόκιμοι κυκλοφορούν στην πόλη του χωρίς το εθνικό μας «πουλί». Εμείς οι άτακτοι και ο κύριος υπαίτιος της αδιανόητης αταξίας, ουδέν αντελήφθημεν και συνεχίσαμε αμέριμνοι και ευτυχείς τον εκπαιδευτικόν μας πλουν καταπλέοντες αισίως, περί τα τέλη Αυγούστου, στον Πειραιά. Αποβιβαστήκαμε όλοι από τα πλοία μας και οδηγηθήκαμε με ασφάλεια στη Σχολή μας.

Δεν είχα προφτάσει να τακτοποιήσω τα πράγματά μου όταν ένας Υπαξιωματικός με ενημέρωσε ότι ο κύριος Διοικητής με αναμένει στο γραφείο του. Πήγα αμέσως. Εισέρχομαι, χαιρετώ στρατιωτικά και… «Διατάξτε, κύριε Διοικητά»! (περισσότερα…)

Θα μπορούσε να ’χε φορέσει τις πυτζάμες του…

Image

Νίκος Λεβέντης (1947-2024)

~.~

Μια πραγματική εκ των προτέρων βίωση
του θανάτου ενός συγγραφέα

της ΗΡΩΣ Τ.

~.~

Αλλά και τι θα άλλαζε, αφού πήγαινε κατευθείαν κατά Εκεί!

Ρούχο (σλαβ. ruho), ένδυμα, φόρεμα, ιμάτιο… Ήξερε, είχε έρθει η ώρα να απεκδυθεί κάθε κάλυμμα του σώματός του. Τώρα πια δεν χρειαζόταν τίποτε από αυτά. Ήταν γραφτό να πάρει πάλι τη μορφή με την οποία μπήκε από την πόρτα της μάνας του στον κόσμο, νυμνός[i].

Όταν είχε τηλεφωνήσει στη Χλόη να έρθει να του κάνει παρέα, δεδομένης της σε πλήρη εξέλιξη μετακόμισής του σε νέα γειτονιά, δεν ήταν και πολύ στα καλά του. Μετά από παρακλήσεις της φίλης του υποσχέθηκε ότι την επομένη θα πήγαινε στο Νοσοκομείο να κάνει τις απαραίτητες εξετάσεις, μια που ανάσαινε με μεγάλη δυσκολία. Την είχε ωστόσο παρακαλέσει να του φέρει πυτζάμες για να έχει να φορέσει εκεί που θα πήγαινε.

Εκεί που πήγε τελικά, μα και σε Νοσοκομείο να είχε προλάβει να πάει, η Νοσοκόμα θα του έλεγε ή θα έλεγε στη συνοδό του, ότι τα ρούχα ήταν πια περιττά. Και όπως συνήθιζε, μετά από τα θέσφατα της λειτουργού του Νοσοκομείου, θα έφερνε στο μυαλό του τις συγκεκριμένες σχετικές γραμμές της επιστολής του Ρομπέρ Ντεσνός από το στρατόπεδο συγκέντρωσης de Flöha en Saxe στην αγαπημένη του Youki:

«Στείλε μου πακέτα πολλά πακέτα… γέμισέ τα με τρόφιμα, κάλτσες, σαπούνι, καπνό… Όχι ρούχα…»

και στα τελευταία του (1945), τότε που πήγαν να τον βρουν καλλιτέχνες, ποιητές, ανάμεσά τους ο Ελυάρ, συνεχίζοντας να της γράφει:

«Μόνο τροφές, ταμπάκο, σαπούνι… Όχι ενδύματα πολιτικά… Το μόνο καταφύγιο που μου μένει είναι η ποίηση».

Τον Γάλλο ποιητή τον βασάνιζαν οι ναζί, ετούτον εδώ, τα βάσανα της καθημερινότητάς του που τον έκαναν να μετακομίζει μια ζωή από σπίτι σε σπίτι και να μην βρίσκει παρηγοριά. Η μόνη του ανάσα ήταν και σ’ αυτόν τα βιβλία και η ποίηση, που συνοδευόταν πάντα και από την αγάπη της ζωγραφικής κυρίως, αλλά και της μουσικής.

Οι τελευταίες δοξαριές της ζωής του ήταν η αγκαλιά με αυτά τα σπάνια βιβλία που συντρόφευαν τα τελευταία του χρόνια, τους τελευταίους μήνες, τις τελευταίες στιγμές. Ίσως και οι γυναίκες. Αλλά δεν είχε άλλο κουράγιο, ίσως και να ήθελε να μείνει στη μία, αλλά και αυτή είχε απομακρυνθεί. (περισσότερα…)

Ἰούλιος 1973: Ἕνα ὄνειρο στὸ ΕΑΤ/ΕΣΑ

Image

*

Στον αντιδικτατορικό αγώνα έλαβε μέρος στο περίφημο Κίνημα του Ναυτικού, όντας ο νεότερος από τους αξιωματικούς του στόλου που συνελήφθησαν και βασανίστηκαν για τη δράση τους. Μερικά χρόνια αργότερα, ίδρυσε και διηύθυνε έναν από τους σημαντικότερους εκδοτικούς οίκους της Μεταπολίτευσης, την ιστορική «γνώση». Οι αναγνώστες του Νέου Πλανόδιου είχαν την ευκαιρία τα προηγούμενα χρόνια να διαβάσουν εκτενή απόσπάσματα από την αυτοβιογραφία του Μανώλη Μπουζάκη «Ο δρόμος του Ποσειδώνη. Αναμνήσεις ενός πλάνητα οδοιπόρου». Σήμερα έχουμε τη χαρά να προδημοσιεύουμε ένα ακόμη κεφάλαιο του έτοιμου πλέον βιβλίου που θα κυκλοφορήσει τις αμέσως επόμενες ημέρες από τις Εκδόσεις Κίχλη.

~.~

Ἡ περίοδος τῶν ἀνακρίσεων ἔχει τελειώσει. Ἔξω ἀκούγονται ρυθμικὰ βήματα καὶ χορωδιακὲς ἀπαγγελίες: «Ζήτω, ζήτω ὁ Πα-πα-δό-που-λος! Ζήτω, ζήτω ἡ Ἐ-πα-νά-στα-σις!».

Νέα παιδιά, φαντάροι ἀπὸ διάφορα μέρη τῆς Ἑλλάδας, τὰ πιὸ πολλὰ ἀμόρφωτα, ἐκβιαζόμενα, παρασυρμένα ἀπὸ ἄγνοια ἢ κι ἀπὸ φόβο, εἶχαν μεταμορφωθεῖ σὲ σκληροὺς ἐκτελεστὲς βάρβαρων ἐντολῶν, ἀπάνθρωπων. Πόσα χρόνια ἄραγε θὰ περάσουν γιὰ νὰ ἀπαλλαγεῖ, νὰ καθαρίσει τὸ κορμὶ τῆς πατρίδας μας ἀπὸ τὶς μολύνσεις καὶ τὴ βρόμα ποὺ ἄφησαν πάνω καὶ μέσα του οἱ βιαστές της. Ὧρες ἀτέλειωτες πηγαινοέρχομαι στὸ κελί, τρία βήματα στὴν εὐθεία, τεσσεράμισι διαγωνίως. Ὀχτακόσιες εἴκοσι ἑφτὰ φορὲς πηγαινέλα. Ἕνα βασανιστικὰ ἐπαναλαμβανόμενο γιατί, γιατί, γιατί τρυπᾶ τ’ αὐτιά, τὸ νοῦ καὶ τὴ σκέψη μου. Δὲν παίρνω καμιὰ ἀπάντηση καὶ τρελαίνομαι. γιατί εἶμαι ἐδῶ; Ποιοί μοῦ στέρησαν τὸν ἀέρα καὶ τὸ φῶς μου; Ποιοί εἶναι αὐτοὶ ποὺ ρυπαίνουν τὸν τόπο μου; Ἡ ἀνθρώπινη φύση μου ἀκρωτηριάζεται, στενεύει, ἀλλοιώνεται. καταρρέω. Σωριάζομαι μὲ λυγμοὺς στὸ τσιμεντένιο δάπεδο.

Ζοφερὲς φαντασιώσεις ἢ ὄνειρα… δὲν ξέρω. Κλείνω τὰ μάτια καὶ χάνομαι. Ὁ ἴδιος βασανιστικὸς καὶ ἀπελευθερωτικὸς ταυτόχρονα ἐφιάλτης ἐπανέρχεται καὶ σκεπάζει τὰ πάντα: Εἶμαι πεσμένος κάτω, δεμένος χειροπόδαρα. Δὲν θυμοῦμαι πότε μὲ ἔγδυσαν καὶ μὲ ἔδεσαν. Εἶμαι τυφλός.

Ἔτσι γεννήθηκα. χρώματα, φῶς καὶ σκοτάδι δὲν ὑπάρχουν γιὰ μένα. Κάποιος δήμιος, δεσμοφύλακας, φαντάρος ἢ χωροφύλακας βρίσκεται ἀπὸ πάνω μου. Οὐρλιάζει καὶ μὲ ἀπειλεῖ:

«Ἕνα ἕνα, ρὲ τσογλάνι, θὰ σοῦ βγάλουμε τὰ νύχια καὶ τὰ δόντια καὶ θὰ τὰ στείλουμε πεσκέσι στὴ μάνα σου!»

Πονῶ, ὀργίζομαι, ἀγωνιῶ, φοβοῦμαι. Οὐρλιάζω κι ἐγὼ χωρὶς νὰ ξέρω τί λέω, τινάζοντας τὸ δεμένο κορμί μου δεξιά, ἀριστερά, πάνω, κάτω. βρόμικα χνότα ἔρχονται στὴ μύτη μου καὶ μιὰ βροντερὴ φωνὴ προστάζει: (περισσότερα…)

Παναγιώτης Κονδύλης, Βιογραφικά στοιχεία και πνευματικοί προσανατολισμοί

Image

*

Το εργοβιογραφικό «Υπόμνημα» που ακολουθεί υποβλήθηκε από τον Παναγιώτη Κονδύλη στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών τον Μάιο του 1980. Ως γνωστόν, η υποψηφιότητά του για καθηγητική έδρα απερρίφθη από τη Σχολή και ο Κονδύλης έκτοτε, παρά τις επανειλημμένες προτάσεις που δέχτηκε κατά καιρούς από Πανεπιστήμια της Ελλάδας και της Γερμανίας, απέρριψε διαρρήδην κάθε ιδέα να ακολουθήσει πανεπιστημιακή σταδιοδρομία. Το «Υπόμνημα» αναδημοσιεύεται εδώ με την ευκαιρία της πρόσφατης συμπλήρωσης 82 ετών από τη γέννηση του μεγάλου Έλληνα στοχαστή (Αρχ. Ολυμπία, 17 Αυγούστου 1943 – Αθήνα, 11 Ιουλίου 1998).

///

Βιογραφικά στοιχεία και πνευματικοί προσανατολισμοί

Γεννήθηκα στις 17 Αυγούστου 1943 στην Αρχαία Ολυμπία Ηλείας. Η οικογένειά μου μετοίκησε το 1949 στη Νέα Ερυθραία Αττικής, όπου άρχισα και ετελείωσα το Δημοτικό Σχολείο. Από το 1955 έως το 1961 μαθήτευσα στο Γυμνάσιο Κηφισιάς. Από τα πρώτα γυμνασιακά μου χρόνια προσπάθησα να συνδυάσω τις υποχρεωτικές μου μαθητικές ένασχολήσεις με την συστηματική εκμάθηση ξένων γλωσσών καθώς και με ελεύθερη μελέτη, που περιλάμβανε όχι μόνο κείμενα της νεοελληνικής και ευρωπαϊκής λογοτεχνίας, αλλά και έργα ιστορικού και φιλοσοφικού περιεχομένου. Η ιδιαίτερη κλίση μου προς τα αρχαία ελληνικά με οδήγησε, μέσα από την ίδια την μελέτη της γλώσσας, σε μια πρώτη ανακάλυψη του πνευματικού κόσμου των προσωκρατικών, του Πλάτωνα και του Θουκυδίδη, η οποία άφησε ίχνη αρκετά ισχυρά, ώστε να διαγράψουν την πορεία μελλοντικών προβληματισμών μου.

Μετά την αποφοίτησή μου από το Γυμνάσιο έδωσα εξετάσεις στη Νομική Σχολή Αθηνών, επιτυγχάνοντας μεταξύ των πρώτων. Σύντομα διαπίστωσα, ότι οι νομικές σπουδές δεν ικανοποιούσαν τα βαθύτερα ενδιαφέροντά μου, και έτσι τις διέκοψα μετά ένα, μόλις, χρόνο, για να δώσω –το 1963– εισαγωγικές εξετάσεις στην Φιλοσοφική Σχολή Αθηνών. Πέτυχα πρώτος μεταξύ τεσσάρων χιλιάδων υποψηφίων και παρέμεινα υπότροφος του ΙΚΥ κατά την διάρκεια των σπουδών μου. Υπήρξα τακτικός ακροατής των παραδόσεων των καθηγητών κ.κ. (κατ’ αλφαβητική σειρά) Βουρβέρη, Ζακυθηνού, Ζώρα, Θεοδωρακοπούλου, Κορρέ, Κουρμούλη, Λουϊζίδη, Μαρινάτου, Σπετσιέρη. Ο τότε καθηγητής της Βυζαντινής Φιλολογίας κ. Τωμαδάκης μου έκαμε την τιμή να με προσλάβη ως (άμισθο) βοηθό του, και η σχετικά ολιγόχρονη, αλλά έντονη επίδοσή μου στην μελέτη μεσαιωνικών κειμένων μου προσεπόρισε ένα μόνιμο πνευματικό κέρδος, και μάλιστα υπό διπλή έννοια: με βοήθησε να δω την γέφυρα, που συνδέει τον Όμηρο και τον Αισχύλο με τον Παλαμά και τον Ελύτη, και να συλλάβω, έτσι, την θεμελιώδη ενότητα της ελληνικής γλώσσας καθώς και τον έντονο δυναμισμό, ο οποίος απορρέει από την ενότητα αυτή, γεννώντας αδιάκοπα λογοτεχνία υψηλής στάθμης· και οι διαπιστώσεις αυτές μου έδειξαν, με την σειρά τους, την πνευματική στειρότητα κάθε μορφής γλωσσικής μισαλλοδοξίας. (περισσότερα…)