devastating
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Επίθετο
[επεξεργασία]| παραθετικά | |
| θετικός | devastating |
| συγκριτικός | more devastating |
| υπερθετικός | most devastating |
devastating (en)
- καταστρεπτικός, ολέθριος, που καταστρέφει
a devastating war - καταστρεπτικός πόλεμος
The economic policy they followed was devastating for the country.
- Η οικονομική πολιτική που ακολούθησαν ήταν καταστρεπτική για τη χώρα.
Overprotective mothers have a devastating effect on their children.
- Οι υπερπροστατευτικές μητέρες ασκούν ολέθρια επίδραση στα παιδιά τους.
- ≈ συνώνυμα: → δείτε τη λέξη disastrous
- συγκλονιστικός, που συγκλονίζει πολύ
a devastating piece of news - συγκλονιστική είδηση
- συντριπτικός, πολύ ισχυρός ή πολύ μεγάλος
The evidence was devastating for the accused.
- Οι αποδείξεις ήταν συντριπτικές για τον κατηγορούμενο.
The superiority of our company’s products is devastating.
- Η υπεροχή των προϊόντων της εταιρείας μας είναι συντριπτική.
- ≈ συνώνυμα: overwhelming
Ρηματικός τύπος
[επεξεργασία]devastating (en)