Μετάβαση στο περιεχόμενο

devastating

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Image Επίθετο

[επεξεργασία]
παραθετικά
θετικός devastating
συγκριτικός more devastating
υπερθετικός most devastating

devastating (en)

  1. καταστρεπτικός, ολέθριος, που καταστρέφει
    παράδειγμα  a devastating war - καταστρεπτικός πόλεμος
    παράδειγμα  The economic policy they followed was devastating for the country.
    Η οικονομική πολιτική που ακολούθησαν ήταν καταστρεπτική για τη χώρα.
    παράδειγμα  Overprotective mothers have a devastating effect on their children.
    Οι υπερπροστατευτικές μητέρες ασκούν ολέθρια επίδραση στα παιδιά τους.
     συνώνυμα:  δείτε τη λέξη disastrous
  2. συγκλονιστικός, που συγκλονίζει πολύ
    παράδειγμα  a devastating piece of news - συγκλονιστική είδηση
  3. συντριπτικός, πολύ ισχυρός ή πολύ μεγάλος
    παράδειγμα  The evidence was devastating for the accused.
    Οι αποδείξεις ήταν συντριπτικές για τον κατηγορούμενο.
    παράδειγμα  The superiority of our company’s products is devastating.
    Η υπεροχή των προϊόντων της εταιρείας μας είναι συντριπτική.
     συνώνυμα: overwhelming

Image Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

devastating (en)