Μετάβαση στο περιεχόμενο

keep on

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
ενεστώτας keep on
γ΄ ενικό ενεστώτα keeps on
αόριστος kept on
παθητική μετοχή kept on
ενεργητική μετοχή keeping on

Image Ετυμολογία

[επεξεργασία]
keep on <  δείτε τις λέξεις keep και on

keep on (en)