ihr
Εμφάνιση
Γερμανικά (de)
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /iːɐ̯/
- ⓘ
- ⓘ
- τυπογραφικός συλλαβισμός : ihr
Αντωνυμία
[επεξεργασία]ihr (de)
- εσείς - προσωπική
- της - κτητική (ο ιδιοκτήτης είναι γραμματικά θηλυκού γένους)
- το αντικείμενο της κατοχής είναι γραμματικά αρσενικό, ονομαστική
Eine Kuh steht auf der Wiese. Ihr Schwanz pendelt hin und her.
Μια αγελάδα στέκεται στο λιβάδι. Η ουρά της κουνιέται μπρος-πίσω.
- το αντικείμενο της κατοχής είναι γραμματικά ουδέτερο, ονομαστική
In einem gelben Auto sitzt eine Frau. Ihr Kleid ist blau.
Μια γυναίκα κάθεται σε ένα κίτρινο αυτοκίνητο. Το φόρεμά της είναι μπλε.
- το αντικείμενο της κατοχής είναι γραμματικά ουδέτερο, αιτιατική
Da die Katze eine Maus gefangen hatte, ließ sie ihr Futter stehen.
Επειδή η γάτα είχε πιάσει ένα ποντίκι, άφησε το φαγητό της.
- το αντικείμενο της κατοχής είναι γραμματικά αρσενικό, ονομαστική
Κλιτικός τύπος αντωνυμίας
[επεξεργασία]ihr (de)
- της - προσωπική αντωνυμία, γ' πρόσωπο: δοτική ενικού του sie του θηλυκού γένους
Ich habe ihr die Flasche gegeben.
Της έδωσα το μπουκάλι.
Κλίση
[επεξεργασία]| Προσωπικές αντωνυμίες και αυτοπαθής αντωνυμία | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| α' πρόσωπο | β' πρόσωπο | γ' πρόσωπο | ||||
| ενικός | ||||||
| αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | αυτοπαθής | |||
| ονομαστική | ich | du | er | sie | es | |
| γενική | meiner | deiner | seiner | ihrer | seiner | |
| δοτική | mir | dir | ihm | ihr | ihm | sich |
| αιτιατική | mich | dich | ihn | sie | es | sich |
| πληθυντικός | ||||||
| αρσενικό, θηλυκό, ουδέτερο | ένδειξη ευγένειας | αυτοπαθής | ||||
| ονομαστική | wir | ihr | sie | Sie | ||
| γενική | unser | euer | ihrer | Ihrer | ||
| δοτική | uns | euch | ihnen | Ihnen | sich | |
| αιτιατική | uns | euch | sie | Sie | sich | |