Μετάβαση στο περιεχόμενο

ihr

Από Βικιλεξικό

Γερμανικά (de)

[επεξεργασία]

Image Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /iːɐ̯/
 
 
τυπογραφικός συλλαβισμός: ihr

Image Αντωνυμία

[επεξεργασία]

ihr (de)

  1. εσείς - προσωπική
  2. της - κτητική (ο ιδιοκτήτης είναι γραμματικά θηλυκού γένους)
    1. το αντικείμενο της κατοχής είναι γραμματικά αρσενικό, ονομαστική
      παράδειγμα Eine Kuh steht auf der Wiese. Ihr Schwanz pendelt hin und her.
           Μια αγελάδα στέκεται στο λιβάδι. Η ουρά της κουνιέται μπρος-πίσω.
    2. το αντικείμενο της κατοχής είναι γραμματικά ουδέτερο, ονομαστική
      παράδειγμα In einem gelben Auto sitzt eine Frau. Ihr Kleid ist blau.
           Μια γυναίκα κάθεται σε ένα κίτρινο αυτοκίνητο. Το φόρεμά της είναι μπλε.
    3. το αντικείμενο της κατοχής είναι γραμματικά ουδέτερο, αιτιατική
      παράδειγμα Da die Katze eine Maus gefangen hatte, ließ sie ihr Futter stehen.
           Επειδή η γάτα είχε πιάσει ένα ποντίκι, άφησε το φαγητό της.

Image Κλιτικός τύπος αντωνυμίας

[επεξεργασία]

ihr (de)

Προσωπικές αντωνυμίες και αυτοπαθής αντωνυμία
α' πρόσωποβ' πρόσωπογ' πρόσωπο
ενικός
αρσενικόθηλυκόουδέτεροαυτοπαθής
ονομαστικήichduersiees
γενικήmeinerdeinerseinerihrerseiner
δοτικήmirdirihmihrihmsich
αιτιατικήmichdichihnsieessich
πληθυντικός
αρσενικό, θηλυκό, ουδέτεροένδειξη ευγένειαςαυτοπαθής
ονομαστικήwirihrsieSie
γενικήunsereuerihrerIhrer
δοτικήunseuchihnenIhnensich
αιτιατικήunseuchsieSiesich