sich
Εμφάνιση
Γερμανικά (de)
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]
Κλιτικός τύπος αντωνυμίας
[επεξεργασία]sich
- (αυτοπαθής αντωνυμία) γ' πρόσωπο: τον εαυτό του/της/τους
- με δοτική ενικού του er
Er genehmigte sich ein weiteres Bier.
→ λείπει η μετάφραση στον εαυτό του άλλη μια μπύρα.
- αιτιατική ενικού του er
Er legte sich ins Bett.
Πήγε ο ίδιος στο κρεβάτι.
- δοτική ενικού του sie
Mit einem Stock half sie sich aus dem Wasser.
Με ένα μπαστούνι βοήθησε τον εαυτό της να βγει από το νερό.
- με αιτιατική ενικού του sie
Sie zog sich aus.
Έβγαλε τοv εαυτό της. → λείπει η μετάφραση
- με δοτική ενικού του es
Das Kind brach sich den Finger.
Το παιδί έσπασε το δάχτυλό του.
- με αιτιατική ενικού του es
Das Auto bewegte sich von alleine.
Το αυτοκίνητο κινήθηκε από μόνο του. → λείπει η μετάφραση τι εννοεί?
- με δοτική πληθυντικού του sie
Sie verschafften sich einen Zugang zur Bank.
Εξασφάλισαν στον εαυτό τους πρόσβαση στην τράπεζα.
- με αιτιατική πληθυντικού του sie
Sie bereiten sich auf die Meisterschaft vor.
Προετοιμάζονται για το πρωτάθλημα.
- με δοτική πληθυντικού του Sie
Herr Maier, Sie könnten sich ein Sofa kaufen.
Κύριε Μάιερ, θα μπορούσατε να αγοράσετε έναν καναπέ για τον εαυτό του.
- με αιτιατική πληθυντικού του Sie
Frau Fischer, Sie dürfen sich setzen.
Κυρία Φίσερ, μπορείτε να καθίσετε τον εαυτό του. → λείπει η μετάφραση
- με δοτική ενικού του er
- (αλληλοπαθής αντωνυμία) γ΄πρόσωπο πληθυντικού: μεταξύ τους
Sie geben sich die Hände.
Δίνουν τα χέρια.
Κλίση
[επεξεργασία]| Προσωπικές αντωνυμίες και αυτοπαθής αντωνυμία | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| α' πρόσωπο | β' πρόσωπο | γ' πρόσωπο | ||||
| ενικός | ||||||
| αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | αυτοπαθής | |||
| ονομαστική | ich | du | er | sie | es | |
| γενική | meiner | deiner | seiner | ihrer | seiner | |
| δοτική | mir | dir | ihm | ihr | ihm | sich |
| αιτιατική | mich | dich | ihn | sie | es | sich |
| πληθυντικός | ||||||
| αρσενικό, θηλυκό, ουδέτερο | ένδειξη ευγένειας | αυτοπαθής | ||||
| ονομαστική | wir | ihr | sie | Sie | ||
| γενική | unser | euer | ihrer | Ihrer | ||
| δοτική | uns | euch | ihnen | Ihnen | sich | |
| αιτιατική | uns | euch | sie | Sie | sich | |