Image
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα έθιμα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα έθιμα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 27 Ιουλίου 2024

Τα θαυματουργά μήλα της Αγίας Ειρήνης Χρυσοβαλάντου...

Η Αγία Ειρήνη η Χρυσοβαλάντου καταγόταν από την Καισάρεια της Καππαδοκίας κι από γονείς πλούσιους και ευσεβείς. Κι ενώ ξεκίνησε για την Κωνσταντινούπολη ως υποψήφια νύφη για τον υιό του αυτοκράτορα Θεοφίλου και της Θεοδώρας, Μιχαήλ Γ', κατέληξε, με τις ευχές του προφητικού Οσίου Ιωαννικίου,  μοναχή και τελικά ηγουμένη στην Ιερά Μονή Χρυσοβαλάντου, αφού μοίρασε όλα τα πλούτη της στους φτωχούς...

Image

Συνήθως εικονίζεται να βαστάει τρία μήλα, ενώ στέκεται δίπλα σε μια λυγισμένη κορφή κυπαρισσιού. Στο βίο της καταγράφεται πως, καθώς ολονυχτίς έβγαινε και προσευχόταν με τόση θέρμη, υψωνόταν κι έμενε μετέωρη και τότε τα δυο κυπαρίσσια στο προαύλιο της Μονής γέρναν προς το μέρος της σαν να την προσκυνούσαν... Όσο για τούτα τα τρία θαυματουργά μήλα, εις ανάμνηση των οποίων μέχρι και σήμερα ευλογούνται, τεμαχίζονται και διανέμονται στους πιστούς μήλα ως ευλογία, η παράδοση είναι η εξής:

Ἡ Ἁγία διανύουσα τόν μοναχικόν αὐτῆς δίαυλον ἐπί τῆς γῆς, ἕνεκα τῶν πνευματικῶν της ἀγώνων εὗρε μεγίστην πρός Θεόν παρρησίαν καί ἀξιώθηκε νά λάβη ἀπό τόν Θεόν ὡς ἀρραβῶνα τῆς μελλούσης ζωῆς, τήν ὁποίαν θά ἀπελάμβανε εἰς τούς οὐρανούς μετά θάνατον, τρία Παραδείσια μῆλα μέσα σ’ ἕνα χρυσοΰφαντον μανδήλιον.
Τά μῆλα αὐτά τά ἔφερεν εἰς αὐτήν κάποιος ναύτης ὁ ὁποῖος καί ἐδιηγήθη εἰς τήν Ὁσίαν ὅτι ἦτο ναύτης ἀπό τήν νῆσον Πάτμον καί ἐμβῆκε εἰς πλοῖον τό ὁποῖον ταξίδευε ἀπό τήν Πάτμον εἰς τήν Κωνσταντινούπολιν, εἰς τήν ὁποίαν ἤρχετο καί ἐκεῖνος διά κάποιαν ὑπηρεσίαν του. Καθώς δέ ἀπέπλευσε τό πλοῖον –εἶπε πρός τήν Ὁσίαν ὁ ναύτης– καί ἐπερνούσαμε ἀπό τό ἀκατοίκητον μέρος τῆς νήσου εἶδον ὡραῖον καί θεοειδῆ γέροντα, ὁ ὁποῖος μᾶς διέταξε νά τόν περιμένουμε. Ἐπειδή ὄμως ὁ τόπος ἦτο κρημνώδης καί ὁ ἄνεμος καλός δέν ἐσταματήσαμε· τότε ἐκεῖνος ἐφώναξε δυνατώτερα προστάζοντας τό πλοῖον νά σταματήση. Καί ἀμέσως –ὦ τοῦ θαύματος– ἐστάθη τό πλοῖον ἕως ὅτου ἦλθε πρός ἡμᾶς ὁ γηραιός ἐκεῖνος περιπατῶν ἐπάνω στά κύματα.
Ἐμείναμε τότε ὄλοι ἄφωνοι καί ἔμφοβοι πρό τοῦ ἐξαισίου τούτου θαύματος καί ἐπιστεύσαμε ὅτι πρόκειται περί ἁγίου ἀνδρός. Ὅταν δέ ἐπλησίασε τό πλοῖον ὁ θεοειδής ἐκεῖνος γέροντας ἔδωσε εἰς ἐμέ τά μῆλα αὐτά μέ τήν ἐντολήν νά φέρω αὐτά εἰς τήν ἁγιωσύνη σου καί μοῦ εἶπε: «Χάρισε αὐτά εἰς τήν Ἡγουμένην τοῦ Χρυσοβαλάντου Εἰρήνην καί εἰπέ εἰς αὐτήν: Φάγε ἀπό αὐτά πού ἐπεθύμησεν ἡ καλή σου ψυχή· ὅτι τώρα ὁ δοῦλος τοῦ Θεοῦ Ἰωάννης ἔρχομαι ἀπό τόν Παράδεισον φέρων αὐτά διά λόγου σου».
Αὐτά ἀφοῦ μᾶς εἶπε καί μᾶς ηὐχήθη ἀμέσως τό πλοῖον ξεκίνησε, ἐκεῖνος δέ ἔγινεν ἄφαντος. Ἡ Ὁσία Εἰρήνη ἀκούσασα ταῦτα ἀπό τήν χαράν της ἐδάκρυσε καί πολλάς εὐχαριστίας ἀπέδωσε πρός τόν ἠγαπημένον μαθητήν τοῦ Χριστοῦ καί Ἀπόστολον Ἰωάννην τόν Θεολόγον.
Ὁ μέν λοιπόν ναύτης λαβών ἀπό τήν Ἁγίαν εὐλογίαν ἀνεχώρησε, ἐκείνη δέ ἐνήστευσε μίαν ἑβδομάδα εὐχαριστοῦσα τόν Κύριον εἰς τήν δωρεάν αὐτήν ὅπου τῆς ἔστειλε διά μέσου τοῦ δούλου του Ἰωάννου.
Ἔπειτα εἰς δόξαν αὐτοῦ ἄρχισε νά τρώγη ἀπό τό ἕνα μῆλον καθ’ ἡμέραν ὁλίγον χωρίς νά γευθῆ ἄρτον ἤ λάχανα ἤ ἄλλο τι βρώσιμον οὔτε κἄν ὕδωρ ἔπινε καί ἐπέρασε νῆστις μέ τήν δύναμη τοῦ μήλου αὐτοῦ σαράντα ὁλοκλήρους ἡμέρας καί τόση εὐωδία ἔβγαινε ἀπό τό στόμα της πού γέμιζε τάς ὀσφρήσεις τῶν ἀδελφῶν καί ὅλο τό Μοναστήριον εὐωδίαζε τόσον πού ἦταν σάν νά ἐκατασκεύαζαν καθ’ ἡμέραν μύρα πολύτιμα καί ἀρώματα.
Τό δεύτερο μῆλο ἐτεμάχισε καί ἐμοίρασε εἰς τάς μοναχάς εὐλογίας ἕνεκεν καί τό τρίτον ἐφύλαξε ὠς φυλακτήριον ἔνθεον δι’ ἑαυτήν καί τό διετήρησε μέχρι τέλους τῆς ζωῆς της.
Προγνωρίσασα δέ τόν θάνατόν της, τάς τελευταίας ἡμέρας τῆς ζωῆς της εἶχεν ὡς τροφήν τόν παραδείσιον τοῦτον καρπόν. (πηγή:  Ιεράς Κοινοβιακής Μονής Αγίας Ειρήνης Χρυσοβαλάντου)
Image
(πηγή φωτογραφίας: Δόγμα)

Τα μήλα τούτα μοιράζονται ως ευλογία σε προβλήματα υγείας, ιδιαιτέρως όμως σε προβλήματα ατεκνίας ή σε δύσκολες εγκυμοσύνες -και μάλιστα με την προϋπόθεση πριν φαγωθούν να προηγηθεί μια τριήμερος νηστεία- για αυτό και η Αγία Ειρήνη η Χρυσοβαλάντου θεωρείται η κατεξοχήν προστάτιδα της εγκυμοσύνης και του τοκετού. Πλήθος παιδιών έχουν το όνομά της, καθώς ζευγάρια που δυσκολεύονταν να αποχτήσουν τέκνα τα είχαν τάξει στην αγία.
Στους περισσότερους ναούς της, που είναι διάσπαρτοι σε όλη την Ελλάδα, η μνήμη της εορτάζεται πανηγυρικά με λιτανείες, αρτοκλασίες, ευλογημένα μήλα, αλλά και πλούσια κεράσματα ή ακόμη και συμπόσια κοινά.


Image
(Καμάρι Σαντορίνης, πηγή φωτογραφίας: Αρμενιστής)


Image
(πηγή φωτογραφίας: Αρμενιστής)

 Βέβαια, το γεγονός ότι στην πλούσια λαογραφική βιβλιοθήκη μου δε βρίσκω αναφορές στην αγία (για αυτό και τόσα χρόνια παρέλειψα να κάνω κάποια ανάρτηση προς τιμήν της) με κάνει να συμπεραίνω ότι μάλλον τις τελευταίες δεκαετίες διαδόθηκε τόσο πολύ η φήμη της ως θαυματουργή ώστε να γίνει τόσο αγαπητή και γνωστή στο λαό μας. Όπως και νά'χει, καθώς τη θεωρώ κι εγώ προστάτιδα κι αγαπημένη, όφειλα κάποτε να κάνω εδώ, στο διαδικτυακό μου σπιτικό, έστω και μια μικρή λαογραφική αναφορά στη χάρη της.

Χρόνια πολλά κι ευλογημένα!

(*Υ.Γ. Όσο για το συμβολισμό των μήλων, και μάλιστα τριών, ο καθείς μπορεί να κάνει τους συνειρμούς του....)

Σάββατο 6 Απριλίου 2024

Κυριακή Σταυρολουλουδιά (λαογραφικά της Σταυροπροσκυνήσεως)

Στο μέσον της Αγίας Τεσσαρακοστής, η Εκκλησία μας προβάλλει την προσκύνηση του Τιμίου Σταυρού και, μάλιστα, ζωοποιώς ανθοστολισμένου, προς ενίσχυση του αγώνα, όλης τούτης της περιόδου που οδεύουμε προς το Μεγαλοβδόμαδο του Πάθους, των ορθοδόξων πιστών . Είναι η τρίτη Κυριακή των Νηστειών, η Κυριακή του Σταυρού και των λουλουδιών, η Κυριακή της Σταυροπροσκυνήσεως...
"Ὅστις θέλει ὀπίσω μου ἀκολουθεῖν,ἀπαρνησάσθω ἑαυτὸν καὶ ἀράτω τὸν σταυρὸν αὐτοῦ,καὶ ἀκολουθείτω μοι." (Ματθ. η34)

Image

 Καταγράφει ο Νίκος Ψιλάκης στο πολύτιμο έργο του για τα έθιμα στον κύκλο του χρόνου:

"... Ο σταυρός ευρίσκεται μέσα στο ιερό, σε δίσκο γεμάτο με τα πρώιμα λουλούδια της άνοιξης. Στην Κρήτη καθιερώθηκε να κυριαρχεί το αρισμαρί, το δενδρολίβανο, που συχνά διατηρεί την άνθισή του τούτη την εποχή. Μαζί με το δενδρολίβανο, το δίσκο κοσμούν ζουμπούλια και άνθη λεμονιάς, πολύχρωμα άνθη, κλωναράκια ελιάς και πράσινα κλωνάρια βοτάνων κομμένα σχεδόν πάντα απ'τις αυλές των ενοριτών. Στη Μεσαρά, και γενικά στις νότιες περιοχές της Κρήτης, βάζουν αποκλειστικά λουλούδια μυριστικά. Δε μπαίνει ποτέ λουλούδι ή φυτό που δε μυρίζει, όσο καλό κι αν θεωρείται. Η εξήγηση είναι πρόχειρη κι αυθόρμητη: Η  μυρωδιά εφανέρωσε το σταυρό

Στο τέλος της δοξολογίας οι πιστοί παίρνουν τα λάβαρα και τα εξαπτέρυγα, σταματούν μπροστά στην πόρτα του αριστερού κλίτους και περιμένουν το λειτουργό ιερέα να φέρει τον ανθοστόλιστο σταυρό πάνω απ'το κεφάλι του ή, αν είναι δύο ιερείς, να τον σηκώσουν ψηλά πάνω από τα κεφάλια των ανθρώπων. Έτσι αρχίζει η μικρή περιφορά, συνήθως μέσα στον ναό, ενώ δεν απολείπουν οι περιπτώσεις που προτιμάται η περιφορά έξω, γύρω από τον ναό. [...] ο ιερέας προσκυνά το σταυρό, παίρνει μικρά ματσάκια με τα άνθη της Σταυροπροσκυνήσεως και τα προσφέρει πρώτα στους ψάλτες και στη συνέχεια σε όλο το εκκλησίασμα...."

(Νίκου Ψιλάκη, "Λαϊκές τελετουργίες στην Κρήτη", εκδόσεις Καρμάνωρ)


Image

Αναφέρει κι ο έτερος λαογράφος μας Δημήτρης Λουκάτος:

"Ανοιξιάτικη γιορτή των λουλουδιών, που συγκεντρώνονται άφθονα στην εκκλησία, ν'ανθοστολίσουν προκαταβολικά το Σταυρό, που σε τρεις πάλι βδομάδες θα δεχτεί πάνω του το σταυρωμένο Χριστό. Την έχει επίτηδες καθιερώσει η Εκκλησία, στη μέση της Σαρακοστής, για να τονώσει την παλιότερη νηστεία και προσήλωση των πιστών στη χρονική προσδοκία του Πάθους.
"Καθάπερ οἱ τραχείαν καὶ μακράν ὁδόν διανύοντες, εἴ που δένδρον εὐσκιόφυλλον εὔρωσι, μικρόν καθήσαντες ἀναπαύονται... οὔτω καὶ νῦν, εἰς τὸν Νηστείας καιρόν ἐνεφυτεύθη μέσον ὁ ζωηφόρος Σταυρός, ἄνεσιν και ἀναψυχήν ἡμῖν χορηγῶν..."
Πραγματικά μοιάζει σαν ξαναφυτεμένο το ξύλο του σταυρού ανάμεσα στο σωρό τα λουλούδια (βιολέτες, ζουμπούλια, μενεξέδες, δεντρολίβανα), που φέρνουν κι αποθέτουν στα πόδια του οι πιστοί. Κι όλα στο τέλος μοιράζονται, ευλογημένα από τον παπά, στους πιστούς, που φεύγουν για τα σπίτια τους, "ανθοφόροι" σαν τους αρχαίους, όπως φεύγουν και στις δύο άλλες γιορτές της ανθοφορίας: του Σταυρού το Σεπτέμβρη με τους βασιλικούς και την Κυριακή των Βαϊων με τα βάγια.

Τούτην τη μέρα τη λένε "του Λουλουδιού", "του Σταυρολούλουδου", "του Γιοφυλλιού", ή "Κυριακή Σταυρολουλουδιά". Φυλάνε έπειτα τα λουλούδια πλάι στα εικονίσματα, στο σπίτι, και τά'χουν για λιβάνισμα, ξεμάτιασμα και ξόρκι, σε κάθε πιθανό κακό.

Λαογραφικά ονομάζουν "Μεσοσαράκοστο" την Κυριακή αυτή, κάτι σαν το καθολικό Mi-carem, όχι όμως με εκείνου την ελευθερία στα φαγώσιμα και στο γλέντι, αλλά αντίθετα, με πιο αυστηρή νηστεία, "σταυρώσιμη". (Οι νηστείες εβόλευαν πάντα τη φτωχή ανατολή πιο πολύ απ'τη δύση.)

Οπωσδήποτε, η Κυριακή της Σταυροπροσκυνήσεως είναι ένα πλησίασμα και μια προαγγελία στο Πάθος, όπως σε λίγο, το Σάββατο του Λαζάρου θα είναι μια προαγγελία της Ανάστασης. Παλιότερα γίνονταν την ημέρα τούτη (το απόγευμα), και αγερμοί των παιδιών, που γύριζαν στα σπίτια και ζητούσαν αυγά για το Πάσχα και ξύλα-παλιούρια, για τις φωτιές που θ'άναβαν αναγγελτικές, ή και για να κάψουν το ομοίωμα του Ιούδα. Έλεγαν τους στίχους:

Χαίρε, Τίμιε Σταυρέ,
η χαρά των Προφητών!
Να μου δώσεις εν'αυγό,
για να φύγω από δω!

Μεγάλη σημασία δίνουν στη Σταυροπροσκύνηση και οι ναυτικοί μας. Το "Μεσοσαράκοστο" τους θυμίζει (και από εκκλησιαστική επίδραση) το "εν μέσω πελάγει". Ιδιαίτερο προσκύνημα κάνουν στον Πανορμίτη της Σύμης οι οικογένειες των ναυτιλομένων (για να ανανεώσουν την εύνοια του Μεγαλόχαρου - Αρχάγγελου Μιχαήλ- στα ταξίδια τους), με καθιερωμένο φρούτο του νηστίσιμου γεύματος ένα φυλαγμένο επίτηδες καρπούζι."

(Δημήτρη Λουκάτου, "Πασχαλινά και της Άνοιξης", εκδόσεις Φιλιππότη)


Image


Και πάλι από την πένα του Νίκου Ψιλάκη, μέσα από τα τόσα πολύτιμα που καταγράφει για τη μέρα τούτη:

"Σε παλιότερες εποχές συγκεντρώνονταν κάμποσοι ενορίτες στο σπίτι του παπά όπου έφερναν μεγάλα μάτσα ή καλάθια ολόκληρα με άνθη. Εκεί, σε μια-δυο αποσπερίδες, έδεναν τα ματσάκια και τα μετέφεραν στην εκκλησία. [...]

Τη μέρα της Σταυροπροσκύνησης τα ταπεινά άνθη της κάθε αυλής και της κάθε γλάστρας μεταφέρονται στην εκκλησία. Οι ευεργετικές δυνάμεις που μεταφέρουν μετά τη λειτουργία είναι επίκτητες' αποκτήθηκαν λόγω της επαφής των με το σταυρό, το σεπτό σύμβολο της πίστης. Φενικά πιστεύεται ότι μεταφέρουν την ευλογία της εκκλησίας και ότι μπορούν να τη μεταδώσουν σε όποιον άνθρωπο, ζώο ή αντικείμενο έρθει μαζί τους. Για το λόγο αυτό χρησιμοποιούσαν παλιότερα τις "ροδαρές" σε πλήθος εθιμικών ενεργειών, στο σπίτι, στο ζυμωτό, στο στάβλο, στις μάντρες των αιγοπροβάτων, στο χωράφι και στον κήπο, που αρχίζουν αυτή την εποχή να τον φυτεύουν με τα καλοκαιρινά λαχανικά. Σήμερα απλώς τις μεταφέρουν στο σπίτι και τις εναποθέτουν στα εικονίσματα. [...]

Σε μερικές περιοχές του νησιού (χωριά Αστερουσίων) διατηρείται ακόμη μια παλιότερη συνήθεια. Κοπελιές ή και νέες γυναίκες παίρνουν μικρά ματσάκια, όσα χρειάζονται, και πηγαίνουν σε όλα τα ξωκλήσια. Το μήνυμα της Σταυροπροσκύνησης πρέπει να φτάσει παντού. [...]"

(Νίκου Ψιλάκη, "Λαϊκές τελετουργίες στην Κρήτη"εκδόσεις Καρμάνωρ)

 (*παλαιότερη εγγραφή: Κυριακή Σταυρολουλουδιά)

Σάββατο 23 Μαρτίου 2024

Άγια και πεθαμένα (τα κόλλυβα του Αγίου Θεοδώρου)

Ἀλεξάνδρου Παπαδιαμάντη, 

Ἅγια καὶ πεθαμένα  (1896)

"Ὡς ἀνασηκωμένη ποδιὰ ὡραίας χωριατοπούλας, ὁποὺ πλύνει τὰ ρουχάκια της, τὰ πουκαμισάκια της, σιμὰ εἰς τὸ πηγάδι, ἀνέρχεται καὶ ἀναρριχᾶται καὶ βαίνει πρὸς τὰ ἄνω ἡ λευκὴ ἐσχατιὰ τῆς πολίχνης, εἰς τὸν βράχον τὸν ἀνατολικόν, τὰ Κοτρώνια, τὸν πετρώδη τριπλοῦν λόφον μὲ τὰς τρεῖς κορυφάς, ὅπου τὸ βράδυ, ἐνῷ ἡ δύσις χρυσᾶ καὶ πορφυρᾶ βάφει τὰ σύννεφα ἀντικρύ, ἀναβαίνει παμμιγὴς ὁ βόμβος, καὶ ὁ ψίθυρος καὶ τὸ μινύρισμα μυρίων φωνῶν, φωνῶν γυναικείων, φωνῶν παιδικῶν, μὲ ἦχον μελῳδικόν, ρεμβώδη, μυστηριώδη. Καὶ αἱ γυναῖκες φορτωμέναι τὴν στάμναν των, ἀνὰ δύο ἢ τρεῖς, ἐπιστρέφουν φλυαροῦσαι ἀπὸ τὴν βρύσιν, καὶ τὰ παιδιὰ μὲ τὰ τόπια των κυνηγοῦνται γύρω εἰς τὰ Λιβάδια, ἢ τρέχουν καὶ παίζουν τὸ σκλαβάκι εἰς τὰ Ἁλώνια.

Σιμὰ εἰς τὴν τρίτην, τὴν χαμηλοτέραν κορυφήν, τὴν παραθαλάσσιον, ἀναρριχῶνται εἰς τὸν βραχώδη λόφον αἱ λευκαὶ οἰκίαι. Καὶ ἡ οἰκία τοῦ μακαρίτου τοῦ Μπονᾶ, ὁποὺ τὴν εἶχεν ἀγοράσει πρὸ χρόνων ὁ καπετὰν Γιωργὴς ὁ Παμφώτης, καὶ τὴν εἶχεν ἐπισκευάσει καὶ καλλωπίσει, ἦτο κτισμένη ἐπάνω εἰς πέτραν ριζιμιάν, σύρριζα εἰς τὸν βράχον, καὶ πρὸς τὰ κάτω ἐξετείνετο αὐλὴ μὲ σαράντα σκαλοπάτια, τὸ κάθε σκαλοπάτι πλατὺ ὅσον διὰ νὰ πατήσῃ τις δύο βήματα, καὶ ὑψηλὸν ὅσον διὰ νὰ χρειασθῇ τις ἅλμα νὰ τὸ ἀναβῇ. Δύο χαμηλὰ ἰσόγεια σπιτάκια, κάτω, δεξιόθεν καὶ ἀριστερόθεν τῆς αὐλείου θύρας. Τὸ ἓν ἦτο πατητήριον ἐλαιῶν, τὸ ἄλλο πλυσταρεῖον. Μία ἁπλωταριὰ καὶ ἡλιακωτὸν ἀπὸ τὸ ἓν μέρος τῆς ἀνωφεροῦς αὐλῆς, παμμεγέθης ἀμυγδαλιὰ ἀνθοῦσα ἤδη ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος, στέρνα καὶ πηγάδιον καὶ κηπάριον μὲ γάστρας ἀνθέων καὶ ροιὰς καὶ λεμονέας, μὲ κάγκελα φραγμένον. Καὶ ἄνω ὁ πάλλευκος ἄσπιλος οἰκίσκος, ἀρχαϊκὸν κτίριον, ἐμπνέον σέβας, ἐπέστεφε τὴν ἀνωφερῆ μαρμαίρουσαν αὐλήν.

Τὸ ἔβλεπες μακρὰν καὶ τὸ ἐχαίρεσο, κ᾽ ἐζήλευες, κ᾽ ἔπιπτες εἰς ρέμβην, κ᾽ ἔλεγες: Ἂς ἐκατοικοῦσα ἐκεῖ!

* * *

Χειμερινὸς θάλαμος μὲ τὴν ἑστίαν του, τὰ μεντέρια* του καὶ τὰ ράφια του, ἀρματωμένος μὲ παλαιὰ ὡραῖα πιᾶτα, δύο μικροὶ θαλαμίσκοι, ὅλοι γεμᾶτοι ὀθόνας καὶ ἔπιπλα, τὸ μαγειρεῖον, ὁ διάδρομος, ὅλα ἀστράπτοντα καὶ πλουσίως εὐτρεπισμένα. Ἡ «καλὴ κάμαρη» πρὸς τὸ μεσημβρινὸν μέρος μὲ ὡραῖα στιλβωμένα ἔπιπλα, μὲ ὀθόνια λειομέταξα καὶ τάπητας πολυχρόους. Βλέπουσα εἰς τὸν λιμένα, θεωροῦσα ὅλην τὴν λευκὴν πολίχνην κάτω καὶ ἀντικρύ, ἀγναντεύουσα τὴν θάλασσαν, μετροῦσα τὰ κατάρτια τῶν καραβιῶν, καὶ ἀριθμοῦσα τὰς λέμβους τῶν ἁλιέων, ἐκάθητο ἡ κόρη τοῦ σπιτιοῦ, ἡ Σειραϊνώ, λευκὴ καὶ ἀσθενὴς ὡς τὸ κρίνον, λεπτοφυής, πραεῖα καὶ ἄχολος ὡς ἡ περιστερά. Εἶχε τὸ κέντημά της ἐπὶ τῶν γονάτων. Εἰργάζετο ἀνενδότως, νυχθημερόν· ἐκέντα τὰ προικιά της.

Ἐταξίδευεν ὁ πατήρ της μὲ τὸ καράβι, ἔπλεεν εἰς μακρινά, βαθιά, μαῦρα πέλαγα. Πρώιμα ἀπέπλευσεν ἐφέτος, μόλις εἶχαν φωτισθῆ τὰ νερά. Ἅμα θὰ ἐπέστρεφε μὲ τὸ καλὸν «νὰ δέσῃ» (δηλαδὴ νὰ δέσῃ τὸ καράβι δι᾽ ὅλον τὸν χειμῶνα), θ᾽ ἀπεφάσιζε τέλος ν᾽ ἀρραβωνίσῃ τὴν κόρην του. Τοιαύτην ὑπόσχεσιν ἔδωκεν «ἐξωδίκως», καθὼς λέγουν οἱ δικολάβοι, πρὶν ἀναχωρήσῃ.

Γαμβροὶ ὑποψήφιοι ὑπῆρχον ὄχι δύο ἢ τρεῖς, ἀλλὰ δωδεκὰς ὁλόκληρος. Ἡ κόρη εἶχε καλὸν ὄνομα, ἦτον μεγαλοπροικοῦσα, ἦτον λευκὴ καὶ ἄχολος ὡς περιστερά, ἦτον προκομμένη καὶ «ὀμορφοδούλα»*. Ἐκέντα τὰ προικιά της μόνη της, χωρὶς καμμίαν ἀνάγκην, μόνον διὰ ν᾽ ἀκολουθήσῃ τὸ ἔθιμον τοῦ χωρίου. Ποῖον ἀπὸ τοὺς τόσους γαμβροὺς νὰ ἐκλέξῃ ὁ πατήρ της; Ἐν τῇ ἀμηχανίᾳ του ἀνέβαλλε. Τέλος ὑπεσχέθη ὅτι θ᾽ ἀπεφάσιζε νὰ ἐκλέξῃ ἕνα, ἅμα θὰ ἐγύριζε, σὺν Θεῷ, ἀπὸ τὸ ταξίδι. Δὲν ἦσαν πλέον οἱ μυθολογικοὶ χρόνοι. Ἀγῶνα καὶ ἆθλον δὲν ἠδύνατο νὰ προβάλῃ εἰς τοὺς μνήστορας, καὶ νὰ δώσῃ τὴν κόρην γέρας εἰς τὸν νικητήν. Ἀλλ᾽ ὑπῆρχον ἀγῶνες καὶ ἆθλοι βιοτικοί, καὶ ὁ πλέον προκομμένος, ὅστις θὰ ἐνίκα τοὺς ἄλλους εἰς τὸ στάδιον τοῦ βίου, ἐκεῖνος θὰ ἦτο ὁ ἐκλεκτὸς γαμβρός.

* * *

Ἐκάθητο ἡ κόρη καὶ ηὔχετο νὰ γυρίσῃ γρήγορα ὁ πατήρ της, καὶ εἶχε πίστιν καὶ ἐλπίδα εἰς τὴν καρδίαν της, καὶ ἐκοπίαζε καὶ ἐκέντα τὰ προικιά της. Ἀντικρύ, εἰς μίαν οἰκίαν, μακράν, εἰς ἀπόστασιν μιλίου ἴσως, ἦτον ἕνα μπαλκόνι. Ὑπῆρχον πολλὰ μπαλκόνια ἐδῶ κ᾽ ἐκεῖ, τριγύρω καὶ παντοῦ, ἀλλὰ τὸ μπαλκονάκι ἐκεῖνο ἐφείλκυε τῆς Σειραϊνῶς τὰ βλέμματα.

Προσήλου ἡ κόρη τὸ ὄμμα ἐκεῖ, ἐπιμόνως καὶ ἀποκλειστικῶς. Ἦτο περὶ τὰ τέλη Φεβρουαρίου, Παρασκευὴ ἡμέρα, τῆς Καθαρᾶς Ἑβδομάδος, παραμονὴ τοῦ Ἁγίου Θεοδώρου. Ἀρχαὶ τῆς ἀνοίξεως, ἥλιος, Θεοῦ χαρά. Ἔξω εἰς τὸ μπαλκονάκι ἐκεῖνο ἐκάθητο ἓν πρόσωπον, καὶ ἔκυπτεν ἐπὶ τῶν γονάτων του, καθὼς ἔκυπτεν ἡ Σειραϊνώ, καὶ κάτι εἶχεν ἐπὶ τῆς ποδιᾶς του, καθὼς αὐτὴ εἶχε τὸ κέντημά της.

Δὲν ἠδύνατο νὰ διακρίνῃ τίποτε. Ἦτο τόσον μακράν! Ἀλλ᾽ ἐφαίνετο νὰ ἔχῃ πολὺ ἐνδιαφέρον, μεγάλην ἐπιθυμίαν. Ἂς εἶχεν ὄμματα ἀετίνας, ἂς ἠμποροῦσε νὰ ἰδῇ καθαρὰ εἰς τόσην ἀπόστασιν!

Πλὴν δὲν ἦτο ἀετίνα. Ἦτο λευκὴ περιστερά, ἄχολος… καὶ ὅμως εἶχε καὶ αὐτὴ τοὺς πόθους, τὰς ἀδυναμίας καὶ τὴν περιέργειαν τῆς Εὔας.

Ἔβλεπεν, ἔβλεπεν. Ἀλλὰ δὲν διέκρινε τίποτε. Ἔτεινε τὰς κόρας τῶν ὀφθαλμῶν. Εἰς μάτην, δὲν ἠμποροῦσε νὰ ἴδῃ.

Μία, ὄχι πικρία ἀλλ᾽ ὀξινίλα, ἐφάνη εἰς τὰ χείλη της. Πῶς νὰ κάμῃ διὰ νὰ μπορέσῃ νὰ ἰδῇ!

Αἴφνης ἐσηκώθη, ἄφησε τὸ κέντημά της ἐπὶ τοῦ καναπέ. Ἔτρεξεν εἰς ἓν ἔπιπλον, τὸ ἤνοιξεν, ἔψαξεν εἰς τὸ βάθος, καὶ ἐξήγαγε πρᾶγμά τι μακρόν, κυλινδροειδές, ὀγκῶδες, τὸ ὁποῖον ἐφαίνετο ἐκ μαύρου χαρτονίου. Ἀφῄρεσε τὸ κάλυμμα, καὶ ἀνέσυρεν ἀπὸ μέσα δεύτερον κύλινδρον, μετάλλινον τοῦτον. Τὸν ἔλαβε, διευθέτησεν ὅλον τὸν σκελετόν, τὸν ἐξέσυρε καὶ ἐπλησίασε τὸ ἄκρον εἰς τὸ ὄμμα της, καὶ ἐγύρισε τὸ στόμιον, τὸ ἄλλο ἄκρον, κατὰ τὸ μπαλκονάκι, τὸ ἀντικρινὸν ἐκεῖνο.

Ἦτο τὸ παλαιὸν ὀκιάλι, τὸ ναυτικὸν τηλεσκόπιον τοῦ πατρός της. Τὸ εἶχεν ἀντικαταστήσει, φαίνεται, διὰ νεωτέρου ὁ καπετὰν Γιωργὴς καὶ διὰ τοῦτο τὸ παλαιὸν τὸ εἶχεν ἀφήσει εἰς τὸ σπίτι.

Ἡ νεᾶνις τὸ ἐκράτησε σιμὰ εἰς τὸ ὄμμα της ἐπὶ μακρὸν καὶ ἔβλεπεν, ἔβλεπεν ἀχόρταγα.

* * *

Δὲν ἦτο ἀνήρ, ὄχι, τὸ ὑποκείμενον τῆς τόσης μερίμνης της. Ἦτο γυνή, ἢ μᾶλλον κόρη, ὡς αὐτή. Ἦτο τὸ Μαλαμὼ τοῦ παπα-Γιαννάκη. Ἡ ἀντίζηλός της εἰς τὸ χωρίον.

Ἀντίζηλός της εἰς τὰ κεντήματα, εἰς τὰ προικιά, εἰς τὴν ἀρχοντιάν. Ἐφημίζετο ὡς πολὺ εὐφυὴς καὶ ἐφευρετικὴ εἰς τὰ κεντήματα. Ἐν ὥρᾳ γάμου κ᾽ ἐκείνη, καθὼς αὐτή, δὲν ἔπαυε καθημερινῶς νὰ ἑτοιμάζῃ τὰ προικιά της.

Ἕως τώρα, παραδεδεγμένα κεντήματα διὰ τὰς κόρας ὅλου τοῦ χωρίου ἦσαν οἱ κλάρες, τὰ λουλούδια, τὰ πουλάκια, τὰ ρόιδα, τ᾽ ἀστεράκια, τὸ φεγγάρι καὶ ὁ ἥλιος.

Ἀλλὰ πῶς νὰ φθάσῃ τις ν᾽ ἀνέλθῃ εἰς τὸ ἰδεῶδες τῶν παραμυθιῶν; Πῶς νὰ ζωγραφήσῃ κεντητὰ «τὸν οὐρανὸ μὲ τ᾽ ἄστρα, τὴ γῆς μὲ τὰ λούλουδα, τὴ θάλασσα μὲ τὰ καράβια»;

Ἐσχάτως εἶχε διαδοθῆ ὅτι τὸ Μαλαμὼ τοῦ παπα-Γιαννάκη ἔβαινε πρὸς τὸ ἰδεῶδες τοῦτο, καὶ ἂν δὲν ἠμποροῦσε νὰ κεντᾷ ὅλον τὸν οὐρανόν, τὴν γῆν καὶ τὴν θάλασσαν, μὲ ὅλα τὰ ἄστρα, τὰ λούλουδα καὶ τὰ καράβια, κατώρθωσε τοὐλάχιστον νὰ κεντήσῃ γωνίαν οὐρανοῦ μὲ ἄστρα, γωνίαν γῆς μὲ λούλουδα, καὶ γωνίαν θαλάσσης μὲ ὀλίγα καράβια.

Ἂς ἦτο καὶ τόση μόνον γωνία οὐρανοῦ, ὅσην ἀνατείνουσα αὐτὴ τὸ ὄμμα ἐθεώρει ἀπὸ τὸ μπαλκονάκι της, τόση γωνία γῆς, ὅση κατήρχετο εἰς τὸν κρημνὸν κάτω ἀπὸ τὸ σπιτάκι της, καὶ τόση γωνία θαλάσσης, ὅσην περιέκλειε τὸ μικρὸν λιμανάκι, μὲ τὰ δύο ἢ τρία καραβάκια του, μὲ τὰς τέσσαρας βρατσέρας, τὰ τρία κότερα καὶ τὴν εἰκοσάδα τῶν λέμβων τῶν ἁλιευτικῶν.

Τὸ κατόρθωμα ἦτο μέγα. Καὶ τὸ Σειραϊνώ, ἡ λευκὴ ἄσπιλος περιστερά, ἔτεινε τὸ ὄμμα, ἔτεινε τὸ ὀπτικὸν ὄργανον τοῦ θαλασσινοῦ πατρός της διὰ νὰ ἰδῇ, ὅπως ἐφαντάζετο, τί ἐκέντα ἡ Μαλαμώ, καὶ δὲν ἡσύχαζεν ἐὰν δὲν εὕρισκε τρόπον ν᾽ ἀντιγράψῃ ἢ νὰ κλέψῃ τὸ κέντημα τῆς ἀντιζήλου της.

* * *

Αἴφνης ἀφῆκε βραχεῖαν κραυγὴν χαρᾶς. Ἦτο καὶ αὐτὴ Εὔα.

Δὲν ἠμποροῦσε νὰ διακρίνῃ, μὲ ὅλον τὸ παλαιὸν ὀκιάλι τοῦ πατρός της, τίποτε εὐκρινὲς ἀπὸ τὸ κέντημα τὸ ὁποῖον ὑπέθετεν, ἢ μᾶλλον ἦτο βεβαία, ὅτι εἶχε τὸ Μαλαμὼ εἰς τὴν ποδιάν της, ἀλλ᾽ ἠμπόρεσε νὰ διακρίνῃ, καίτοι ἀμυδρῶς καὶ συγκεχυμένως, τὸ πρόσωπον καὶ τοὺς χαρακτῆρας τῆς Μαλαμῶς.

Δὲν τὴν εἶχεν ἰδεῖ ἀπὸ ὀκταετίας, ὅταν ἦσαν ἀκόμη μαθήτριαι, καὶ ἀντεφέροντο εἰς τὸ σχολεῖον. Κ᾽ ἐμάλωναν καθημερινῶς, ὡς ἦτο ἑπόμενον. Ἀντίζηλοι ἐξ ἀντιζήλων, ὄχι μόνον κατὰ τὰς ἀξιώσεις τῆς εὐγενείας καὶ ἀρχοντιᾶς, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ συνοικίας καὶ ἐνορίας ἀντιζήλους.

Ἦσαν τότε καὶ αἱ δύο ἀσχημοκόριτσα ἰσχνὰ καὶ ἀναιμικά, καὶ δὲν ἠδύνατο κοινὸν βλέμμα νὰ διακρίνῃ κατὰ πόσον ἔμελλε νὰ ξετρίψῃ ὕστερον τὸ Μαλαμώ, καὶ κατὰ πόσον ἔμελλε νὰ ξασπρίσῃ τὸ Σειραϊνώ.

Ἔκτοτε ἐμεγάλωσαν. Ἐκλείσθησαν. Ἐμανδαλώθησαν, κατὰ τὰ ἔθιμα τοῦ τόπου. Δὲν ἔβγαιναν πλέον ἀπὸ τὸ σπίτι, εἰμὴ πέντε φορὰς τὸν χρόνον: Τὴν Μεγάλην Παρασκευήν, ἅμα ἐνύχτωνε, διὰ νὰ ἀσπασθῶσι τὸν Ἐπιτάφιον κρυφὰ εἰς τὴν μοναξίαν τοῦ ναοῦ, καὶ εἰς τὸ λυκόφως τῶν κανδηλῶν καὶ κηρίων, ἓν Σάββατον τῆς Μεγάλης Σαρακοστῆς καὶ τρεῖς καθημερινὰς ἑκάστης τῶν ἄλλων Σαρακοστῶν, διὰ νὰ πάγουν νὰ μεταλάβουν κρυφὰ εἰς ἐξωκκλήσιον.

Καὶ τώρα, διὰ πρώτην φοράν, μετὰ ὀκτὼ χρόνους, τὴν ἔβλεπεν ἀμυδρῶς μὲ τὸ ὀκιάλι τοῦ πατρός της. Καὶ εἶδεν ὅτι δὲν ἦτο ὡραία. Καὶ ᾐσθάνθη ἀκουσίως χαράν.

Εἶτα εὐθύς, τὴν ἔτυψεν ἡ συνείδησις διατί νὰ χαίρῃ, καὶ μέσα της βαθιὰ ἐλυπήθη διὰ τὴν χαρὰν ὁποὺ ᾐσθάνθη. Καὶ πάλιν εὐθύς, μέσα, βαθύτερα εἰς τὴν συνείδησίν της, ἐχάρη διὰ τὴν λύπην ὁποὺ ᾐσθάνετο.

«Καὶ ἐκάλεσεν Ἀδὰμ τὸ ὄνομα τῆς γυναικὸς αὐτοῦ Ζωή, ὅτι αὐτὴ μήτηρ πάντων τῶν ζώντων». Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀληθὴς ζωή.

* * *

Ἐκράτει ἀκόμη τὸ ὀκιάλι εἰς τὴν χεῖρα τὸ Σειραϊνώ, ὅταν αἴφνης, σιγὰ-σιγὰ πατοῦσα ξυπόλυτη, ἀφήσασα τὰς ἐμβάδας της εἰς τὸ ἔμβα τῆς οἰκίας, εἰσῆλθεν εἰς τὴν κάμαρα τὴν καλὴ ἡ θεια-Ζήσαινα.

― Πῆγα πλιό, παιδάκι μ᾽… τί κόσμους, τί κουσμάκης, μαθές… Πῆρα δυὸ κόλλυβα… παπα-Νικόλας μ᾽ τά ᾽δωσε πλιό… Κείνους Δημητρός!… Τί καυγάς, τί πόλεμους, παιδάκι μ᾽! Δὲν ἀφήν᾽νε τοὺν κουσμάκη νὰ πάρ᾽ δυὸ κόλλυβα, παιδάκι μ᾽, πλιό. Τά, τί λογᾶτε*; Νά κὶ τοὐλόου σ᾽ δυό, Σειραϊνάκι μ᾽, πλιό. Τὰ πῆρα γιὰ τ᾽ Γιαννούλα μ᾽, γιὰ νὰ διῇ, πλιό, τοὺ σαστικό* τς στοὺν ὕπνου τς, πότε θὰ ᾽ρθῇ… Παπανικόλας μ᾽ τά ᾽δωσε. Τούνε βλέπ᾽νε στοὺν ὕπνου τς, ἀκοῦς, κὶ τοὺ Γηρακὼ τοὺ Μπαλάκι, κὶ τοὺ Μιλαχρὼ τοὺ Σακαράκι, τοὺν εἶδιαν, ἀκοῦς… οὑλουφάνερα, τ᾽ ἀκοῦς. Ἅις-Θόδωρας κάνει τοὺ θᾶμα… «Ἅι μ᾽ Θόδωρε καλέ, κὶ καλὲ κὶ ταπεινέ…»

Θὰ ἠμποροῦσε νὰ ἐξακολουθήσῃ οὕτω ἐπ᾽ ἄπειρον ἡ θεια-Ζήσαινα, χωρὶς νὰ ἠμπορῇ κάθε ἄλλος νὰ τὴν ἐννοήσῃ. Εὐτυχῶς ἡ Σειραϊνὼ ἐγνώριζε πολὺ καλὰ τὴν γλῶσσάν της καὶ ἐμάντευσεν ἀμέσως περὶ τίνος ἐπρόκειτο.

Image


Ἦτο Παρασκευὴ τῆς Α´ ἑβδομάδος τῶν Νηστειῶν, ἡ προτεραία τοῦ Ἁγίου Θεοδώρου. Τὴν πρωίαν ἐκείνην, εἰς τὴν λειτουργίαν τῶν Προηγιασμένων, προσεφέρετο ἀφθονία κολλύβων εἰς τοὺς ναούς.

Τὰ προσφερόμενα κόλλυβα ἦσαν ὄχι μόνον «πεθαμένα κόλλυβα», εἰς μνήμην τῶν νεκρῶν, ἀλλὰ καὶ ἑορτάσιμα κόλλυβα, πρὸς τιμὴν τοῦ Ἁγίου Θεοδώρου. Ψυχοσάββατον δὲν εἶναι ἡ ἡμέρα, ἀλλὰ μόνον Σάββατον σαρακοστιανόν, καθ᾽ ὅλα δὲ τὰ Σάββατα ἐν γένει γίνονται μνεῖαι τῶν νεκρῶν μετὰ κολλύβων. Προσέτι, δὲν εἶναι μνήμη «τῶν Ἁγίων Θεοδώρων», ἀλλὰ μόνον τοῦ Ἁγίου Θεοδώρου τοῦ Τήρωνος, καὶ ὄχι πάλιν ἡ μνήμη αὐτοῦ, ἥτις τελεῖται κατὰ τὴν 17 Φεβρουαρίου, ὅπως ἡ τοῦ Ἁγίου Θεοδώρου τοῦ Στρατηλάτου τῇ 8 τοῦ αὐτοῦ, ἀλλὰ μόνον «Ἀνάμνησις τοῦ διὰ κολλύβων γενομένου θαύματος παρὰ τοῦ Ἁγίου μεγαλομάρτυρος Θεοδώρου τοῦ Τήρωνος», ὅτε ὁ ἀσεβὴς τύραννος Ἰουλιανὸς ὁ Παραβάτης ἠθέλησε νὰ μολύνῃ τοὺς χριστιανούς, κατὰ τὴν πρώτην ἑβδομάδα τῶν Νηστειῶν, διὰ τῶν εἰδωλοθύτων, ἐμφανισθεὶς δὲ ὁ Ἅγιος εἰς τὸν ἐπίσκοπον παρήγγειλε νὰ δώσῃ κόλλυβα εἰς τοὺς πιστοὺς νὰ φάγουν, ἐξηγήσας ἅμα τί εἶναι τὰ κόλλυβα.

Εἰς τὰς μνήμας ὅλων τῶν Ἁγίων προσφέρονται κόλλυβα τιμητικά, ἑορτάσιμα, ἐξαιρέτως δὲ κατὰ τὴν ἑορτὴν ταύτην τοῦ Ἁγίου Θεοδώρου, εἰς ἀνάμνησιν τοῦ θαύματος. Τὰ κόλλυβα δὲ ταῦτα τοῦ Ἁγίου Θεοδώρου εἶχον καὶ θαυματουργὸν ἰδιότητα διὰ τὰς κόρας τοῦ λαοῦ.

Ἐὰν εἶχε πίστιν εἰς τὸν Θεόν, καὶ εὐλάβειαν εἰς τὸν Ἅγιον, ἤρκει πᾶσα κόρη νὰ λάβῃ μίαν δράκα ἐξ αὐτῶν τῶν ἁγίων κολλύβων, καὶ τὴν νύκτα τῆς Παρασκευῆς πρὸς τὸ Σάββατον, νὰ τὰ βάλῃ ὑποκάτω εἰς τὸ προσκέφαλόν της, διὰ νὰ ἴδῃ καθ᾽ ὕπνον ὁλοφάνερα τὸν μέλλοντα εὐτυχῆ σύζυγόν της.

Ἐβασίζετο ἡ δοξασία ἐπὶ τῆς παραδόσεως… Ὁ ἅγιος Μάρτυς Θεόδωρος ἐθεωρεῖτο ἀνέκαθεν ὡς ὁ εὑρετὴς τῶν ἀπολωλότων καὶ ὁ ἀποκαλυπτὴς τῶν κρυφίων. Διηγοῦνται τὰ συναξάρια πῶς εἷς ἄρχων εἶχε χάσει τὸν δοῦλόν του, πῶς προσῆλθεν ἱκετεύων εἰς τὸν ναὸν τοῦ Μάρτυρος, ὁ δὲ Ἅγιος συνέβη νὰ λείπῃ τὴν νύκτα ἐκείνην, διότι εἶχεν ὑπάγει, μεθ᾽ ὅλων τῶν ταγμάτων τῶν Ἀθλοφόρων, εἰς προϋπάντησιν τῆς ψυχῆς τοῦ ὁσίου Ἰωσὴφ τοῦ ὑμνογράφου (οὗτος εἶναι ὁ ποιητὴς τοῦ κατὰ τὰς ἡμέρας ταύτας ἠχοῦντος ἐν τοῖς ναοῖς «Χριστοῦ βίβλον ἔμψυχον»), ἐξ εὐγνωμοσύνης, διότι εἶχε τιμήσει δι᾽ ὕμνων καὶ ἐγκωμίων ὅλους τοὺς Μάρτυρας· πῶς τὴν ἄλλην ἡμέραν ἐπέστρεψεν ὁ Ἅγιος Θεόδωρος, καὶ ἀφοῦ ἐξήγησε τὸν λόγον τῆς ἀπουσίας του καὶ τῆς βραδύτητος, ἀπεκάλυψεν εἰς τὸν αἰτοῦντα ποῦ εὑρίσκετο ὁ ἐξαφανισθεὶς δοῦλος.

* * *

Ἡ θεια-Ζήσαινα εἶχεν ὑπάγει τὸ πρωὶ ἐκεῖνο, σύνταχα, εἰς τὸν ναὸν τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν. Μετὰ τὸν Ὄρθρον καὶ τὰς Ὥρας, ἤρχισεν ἡ θεία λειτουργία τῶν Προηγιασμένων. Εἰς τὴν ἀπόλυσιν ἐψάλη τὸ τροπάριον καὶ τὸ κοντάκιον τοῦ ἁγίου Θεοδώρου, καὶ τὸ «Τῇ πρεσβείᾳ Κύριε», ὁ δὲ ἱερεὺς ἐλθὼν εἰς τὸ προσκυνητάριον μετὰ θυμιατοῦ ἤρχισε νὰ ἀπαγγέλλῃ τὴν ὡραίαν καὶ μεγαλοπρεπῆ εὐχὴν τῶν ἑορτασίμων κολλύβων·

«Ὁ πάντα τελεσφορήσας τῷ λόγῳ σου, Κύριε, καὶ κελεύσας τῇ γῇ παντοδαποὺς ἐκφύειν καρποὺς εἰς ἀπόλαυσιν καὶ τροφὴν ἡμετέραν, ὁ τοῖς σπέρμασι τοὺς Τρεῖς Παῖδας καὶ Δανιὴλ τῶν ἐν Βαβυλῶνι ἁβροδιαίτων λαμπροτέρους ἀναδείξας, αὐτός, πανάγαθε Βασιλεῦ, καὶ τὰ σπέρματα ταῦτα σὺν τοῖς διαφόροις καρποῖς εὐλόγησον, καὶ τοὺς ἐξ αὐτῶν μεταλαμβάνοντας πιστοὺς δούλους σου ἁγίασον· ὅτι εἰς δόξαν σήν, Κύριε, καὶ εἰς τιμὴν καὶ μνήμην τοῦ ἁγίου καὶ ἐνδόξου μεγαλομάρτυρος Θεοδώρου τοῦ Τήρωνος, ταῦτα προετέθησαν παρὰ τῶν σῶν δούλων, καὶ εἰς μνημόσυνον τῶν ἐν εὐσεβείᾳ καὶ πίστει τελειωθέντων».

Ἀπήγγελλεν ἀκόμη ὁ παπα-Ζαχαρίας τὴν εὐχήν, καὶ δὲν εἶχεν ἀρχίσει ἀκόμη τὸ «Μετὰ πνευμάτων δικαίων», διὰ νὰ διαβασθοῦν καὶ τὰ ἄλλα κόλλυβα, τὰ νεκρώσιμα, τὰ ὁποῖα εὑρίσκοντο ὁλόγυρα, ὑπὸ τὴν εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ, δεξιά, ἐπὶ τῶν βαθμίδων τοῦ τέμπλου, καὶ τὰ ξυπόλυτα παιδιὰ τοῦ δρόμου, καὶ τὰ ἀχτένιστα καὶ ἄνιφτα φτωχοκόριτσα τῆς ἐνορίας εἶχον συσπειρωθῆ τριγύρω εἰς τὰς βαθμίδας, καὶ ἐθορύβουν, καὶ ᾐσθάνοντο ἀκάθεκτον ὁρμὴν ν᾽ ἁρπάσωσι κόλλυβα. Μίαν ζεμπίλαν ἀρκετὰ μεγάλην ἐκράτει εἰς τὴν χεῖρα ὁ κὺρ Προκόπης, ὁ ἐπίτροπος, καὶ ἄλλην τεραστίαν ζεμπίλαν ὁ μπαρμπα-Δημητρός, πρώην ἐπίτροπος, νῦν νεωκόρος, ὅστις ἐφώναζε κ᾽ ἐχειρονόμει, προσπαθῶν νὰ κατασιγάσῃ τὸ ἀπειθάρχητον καὶ ἀχαλίνωτον στῖφος τῶν παιδίων.

―Ἥσυχα, βρὲ παιδιά, ἐψιθύριζε μαλακὰ ὁ κὺρ Προκόπης. Ὅλοι θὰ πάρετε.

― Θὰ ἡσυχάσετε, βρὲ σεῖς, κλῆρες*; ἔκραζεν ὁ μπαρμπα-Δημητρός. Θὰ σπάσετε τὰ ξένα πιᾶτα, κακὸ χρονἄχετε! Μὴ χύνετε τὰ κόλλυβα κάτω, φωτιὰ νὰ σᾶς κάψῃ!… Ἥσυχα… σταθῆτε… δὲ θὰ πάρῃ κανένας ἐδῶ… Θὰ κάμετε τὶς πλάκες τῆς ἐκκλησιᾶς σὰν τὰ μοῦτρά σας… βρέ, πανοῦκλες! ὄξου! ὄξου!

―Ὄξου! ἔκραξε κι ὁ κὺρ Προκόπης ὁ ἐπίτροπος· ὄξου θὰ μοιρασθοῦν.

Ὁ μπαρμπα-Δημητρὸς ἔκυπτεν ἐν ἀγωνίᾳ, κ᾽ ἐπάσχιζε ν᾽ ἀδειάσῃ τὰ πιᾶτα δύο-δύο εἰς τὴν ζεμπίλαν, καὶ οἱ πανοῦκλες ἔπεφταν μὲ τὰ μοῦτρα κι ἅρπαζαν μὲ τὲς φοῦχτές των, κ᾽ ἐγέμιζαν τοὺς κόλπους τῶν ὑποκαμίσων των, προέχοντας ὡς πανιὰ τὰ ὁποῖα ὁ ἄνεμος φουσκώνει.

― Κακὸ μπουρίνι αὐτό, μπαρμπα-Δημητρό, εἶπεν ὁ Γιάννης ὁ Ντάτσος, κύψας καὶ αὐτὸς ν᾽ ἁρπάσῃ μίαν φούχταν κόλλυβα ἀπὸ τὴν μεγάλην ζεμπίλαν.

― Μπουρίνι, καλὰ λές, Γιάννη, εἶπεν ὁ γερο-Δημητρός, συλλαβὼν τὴν χεῖρα τοῦ Γιάννη, καὶ πιέζων αὐτὴν σφιχτὰ μέσα εἰς τὴν ζεμπίλαν, διὰ ν᾽ ἀφήσῃ τὰ κόλλυβα. Καλὰ τὸ παρωμοίασες. Σὰν τὴ βάρκα ποὺ θὰ πέσῃ μέσα ἀέρας δυνατός, καὶ σαστίζει κανείς, τὴ σκότα νὰ μαζέψῃ, τὸ τιμόνι νὰ μαντζαριστῇ* ἢ τὸ κουπὶ νὰ δουλέψῃ.

Κ᾽ ἐνῷ ἠγωνίζετο ν᾽ ἀποκρούσῃ τὴν ἔφοδον τοῦ Γιάννη, ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος τὰ παλιόπαιδα καὶ τὰ φτωχοκόριτσα ἅρπαζαν ὁλόκληρα πιᾶτα κ᾽ ἐγέμιζαν τοὺς κόλπους των ἢ τὰς ποδιάς των.

―Ὄξου! ὄξου! ἐφώναξε πάλιν ὁ κὺρ Προκόπης, συλλαβὼν δύο μάγκας ἀπὸ τὸ αὐτί.

Ὠφεληθεὶς ἀπὸ τὸν ἀντιπερισπασμόν, ὁ Ἀποστόλης ὁ Κακόμης, τοῦ ἥρπασεν ἀπὸ τὴν χεῖρα τὸ δεύτερον ζεμπίλι, τὸ μικρότερον, τάχα διὰ νὰ τὸν ξαλαφρώσῃ.

―Ἐγὼ τὰ μοιράζω, κὺρ Προκόπη, ἔκραξεν, ἐγώ· ἡσύχασε τουλόγου σου.

* * *

Τριγύρω εἰς τὸ προσκυνητάρι, ἀφοῦ ἐτελείωσεν ἡ εὐχὴ τῶν κολλύβων τῶν πρὸς τιμὴν τοῦ Ἁγίου, οἱ παπάδες ἔδωκαν ἀπὸ μίαν φούχταν κόλλυβα εἰς πολλὲς ἐνορίτισσες, ὁποὺ ἔκαμναν καρτέρι ἐκεῖ, θέλουσαι νὰ λάβωσι κόλλυβα κατ᾽ ἀπαίτησιν τῶν θυγατέρων των ἢ τῶν νεανίδων ἀδελφῶν των, ὅσαι ἐπεθύμουν νὰ ἴδωσι τὴν μοῖράν των διὰ τῆς θαυματουργοῦ δυνάμεως τῶν κολλύβων. Ἔτρεξαν ἐκεῖ καὶ μάγκες καὶ παλιοκόριτσα, ἀλλ᾽ ὁ παπα-Νικόλας, ἀφοῦ ἔδωκεν ἀνὰ ἓν ἁπλόχερον εἰς ὅσας ἐπρόφθασαν καὶ ἐκενώθη ἡ μία σουπιέρα, ἔλαβε τὴν ἄλλην σουπιέραν καὶ τὴν ἀπεκόμισεν εἰς τὸ ἱερὸν βῆμα, μὲ σκοπὸν νὰ στείλῃ κατ᾽ οἴκους καὶ εἰς ἄλλας ἐνορίτιδας.

Ἐν τῷ μεταξύ, ἡ τεραστία ζεμπίλα, διὰ χειρῶν τοῦ μπαρμπα-Δημητροῦ, μετὰ πολλοὺς ὠθισμοὺς καὶ ἑλκυσμούς, ἔφθασεν αἰσίως ἔξω εἰς τὴν ὑψηλὴν πεζούλαν τοῦ νάρθηκος, ὅπου ὁ ὁρμαθὸς τῶν παιδίων ἐκρεμάσθη τριγύρω εἰς τὴν βράκαν τοῦ μπαρμπα-Δημητροῦ, ἐνῷ ἡ ἄλλη, ἡ μικρὴ ζεμπίλα τοῦ Κακόμη, εἶχε ναυαγήσει εἰς τὸν μισὸν δρόμον καὶ διεσπάρησαν τὰ κόλλυβα ἐδῶ κ᾽ ἐκεῖ εἰς τὰ μάρμαρα καὶ εἰς τὸ ἔδαφος τῆς γῆς, κ᾽ ἔπεφταν μὲ τὰ μοῦτρα τὰ παιδιά, ἐν ἀλαλαγμῷ καὶ τὰ ἅρπαζαν. Μία πρώιμη κλῶσσα μὲ τὰ πουλάκια της καὶ ἄλλαι παχεῖαι ὄρνιθες, ἡμίσεια δωδεκάς (ὅλαι αἱ ὄρνιθες τῆς γειτονιᾶς ἦσαν παχεῖαι, χάρις εἰς τὰ κόλλυβα), ἔτρεξαν κ᾽ ἔπεσαν εἰς τὰ κόλλυβα, ἔψαχναν, ἔφευγαν, μὲ φόβον καὶ μὲ ἀποκοτιάν, κ᾽ ἐγύριζαν, κ᾽ ἔτρωγαν μὲ κλωγμοὺς καὶ κικκαβισμοὺς δυσπίστους.

Καὶ τὸ σμῆνος τῶν παιδίων γύρω εἰς τὴν βράκαν τοῦ Δημητροῦ ἐβόμβει κ᾽ ἔκαμνε φοβερὸν θόρυβον, καὶ δὲν ἔπαυε ν᾽ ἀκούεται ἡ κραυγή:

― Δῶ μ᾽ κ᾽ ἐμένα μπάρμπα!

― Κ᾽ ἐμένα μπάρμπα!

― Τώρα πῆρες ἐσύ!

―Ἐγὼ δὲν ἐπῆρα!

― Κ᾽ ἐγὼ δὲν ἐπῆρα!

Τὸ παιδίον ἐδείκνυεν ἀφελῶς τὰς χεῖράς του κενάς, πλὴν ὁ κόρφος ἐφούσκωνε· καὶ τὸ ἄλλο παιδίον, μὲ τὸ στόμα πλῆρες, ἔκαμνεν ὅρκον ὅτι δὲν ἐπῆρε.

Πολλοὶ ἄνδρες, ἐξελθόντες ἀπὸ τὰ μαγαζεῖα, πτωχαὶ γυναῖκες, βαστοῦσαι νήπια εἰς τὰς ὠλένας, ἦλθον, κ᾽ ἔτεινον τὰς χεῖρας διὰ τὰ κόλλυβα.

Κ᾽ ἔλεγον:

― Θεὸς σχωρέσ᾽! Θεὸς σχωρέσῃ!

― Δῶ μ᾽ κ᾽ ἐμένα, μπάρμπα.

―Ἐγὼ δὲν ἐπῆρα!

― Μά τὸ ναὶ καὶ μά τὸ ὄ;

― Μά τὸ ψέμα π᾽ σὲ γελῶ.

Τὸ νέφος τῶν παιδίων ἔβρεμεν ἀκόμη γύρω εἰς τὴν ζεμπίλαν τοῦ μπαρμπα-Δημητροῦ, ὅταν ἐξῆλθεν ἀπὸ τὸν ναὸν ἡ θεια-Ζήσαινα, διὰ νὰ ζητήσῃ καὶ αὐτὴ ὀλίγα κόλλυβα πεθαμένα, διὰ νὰ σχωρέσῃ. Ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα τῆς εἶχε δώσει, ἀπὸ τὰ κόλλυβα τὰ πανηγυρικά, ὁ παπα-Νικόλας, τὰ εἶχε δέσει καλὰ εἰς τὴν μίαν ἄκρην τῆς μεγάλης μανδήλας της. Εἶτα εἶχεν ὑπάγει πρὸς τὸ μέρος τοῦ τέμπλου, κ᾽ ἐκεῖ εὑρέθη μία φίλη της κρατοῦσα ἓν πιᾶτον μισογεμᾶτον κόλλυβα. Τῆς ἔδωκε κ᾽ ἐκείνη μίαν φούχταν.

Τὰ κόλλυβα ταῦτα ἡ θεια-Ζήσαινα τὰ ἐξέλαβεν ἐπίσης ὡς ἅγια, ὄχι ὡς νεκρώσιμα, καὶ ἠθέλησε νὰ τὰ δέσῃ εἰς τὴν ἰδίαν ἄκρην τῆς μανδήλας της, μαζὶ μὲ τὰ ἄλλα. Τότε ἡ γυνὴ τῆς λέγει ὅτι ἦσαν πεθαμένα τὰ κόλλυβα αὐτὰ καὶ δὲν ἔπρεπε νὰ βάλῃ μαζὶ ἅγια καὶ πεθαμένα, διότι τότε ἐκείνη ἡ κόρη, ὁποὺ θὰ τὰ ἔβαλλεν εἰς τὸ προσκέφαλόν της, διὰ νὰ ἰδῇ τὴν μοῖράν της, θὰ ἔβλεπεν εἰς τὸ ὄνειρόν της μόνον ἀποθαμένα πρόσωπα, ἀντὶ νὰ ἰδῇ τὸν πολυπόθητον μέλλοντα ἀρραβωνιαστικόν.

Ἡ θεια-Ζήσαινα τὰ εἶχεν ἐκλάβει ὡς ἅγια, διότι ἦσαν μὲ ἀρτυμὴν παρεσκευασμένα, δηλαδὴ μὲ μεῖγμα μέλιτος καὶ σεμιγδάλεως. Διότι μόνον τὰ ἑορτάσιμα κόλλυβα παρασκευάζονται κατὰ τὸν τρόπον τοῦτον. Τὰ νεκρώσιμα εἶναι καθαρὸν βρασμένον σιτάρι, στολισμένα μόνον μὲ ὀλίγους σταυροὺς ἀπὸ σταφίδας, μὲ κοφέτα ἢ μὲ λοβιὰ ἀπὸ ρόδι, εἰς τὴν ἐπιφάνειαν. Κάποια ὅμως ξένη, λιμενάρχαινα ἴσως ἢ εἰρηνοδίκαινα, μὴ γνωρίζουσα τὸ γνήσιον ἔθιμον τοῦ τόπου, εἶχε κατασκευάσει μὲ τοιοῦτον ἄρτυμα τὰ νεκρώσιμα κόλλυβα, τὰ ὁποῖα εἶχε στείλει εἰς τὴν ἐκκλησίαν. Καὶ ἐκ τῶν κολλύβων ἐκείνων τῆς ἔδωκεν τῆς θεια-Ζήσαινας ἡ πτωχὴ γυνή, ἥτις εἶχεν ἐπιφορτισθῆ ἀπὸ τὴν ξένην ἀρχόντισσαν τὸ κουβάλημα τῆς προσφορᾶς καὶ τῶν κολλύβων, καὶ τὴν ἐπιστροφὴν τοῦ πιάτου καὶ τοῦ προσοψίου εἰς τὴν οἰκίαν.

* * *

Λοιπὸν ἡ Ζήσαινα τὰ ἔδεσε χωριστά, τὰ κόλλυβα ταῦτα, εἰς ἄλλην ἄκρην τῆς μανδήλας της, λέγουσα ὅτι θὰ ἐφίλευε τὰ πτωχὰ ἐγγονάκια της, καὶ αὐτὴ ἐξῆλθεν εἰς τὸν πρόναον διὰ νὰ λάβῃ καὶ ὀλίγα ἄλλα ἁπλᾶ νεκρώσιμα κόλλυβα, διὰ νὰ φάγῃ καὶ νὰ εἴπῃ Θὲ-σχωρὲς καὶ αὐτή. Ὅταν ὅμως ἔφθασεν εἰς τὴν οἰκίαν της, καὶ ἠθέλησε νὰ δώσῃ τὰ ἅγια κόλλυβα εἰς τὴν ἀνύπανδρον κόρην της, διὰ νὰ ἰδῇ τὴν μοῖράν της αὕτη, εἶχε συγχύσει τοὺς δύο κόμβους, καὶ δὲν ἐγνώριζε πλέον ποῖον κομπόδεμα περιεῖχε τὰ ἅγια καὶ χαρμόσυνα κόλλυβα καὶ ποῖον τὰ πένθιμα καὶ πεθαμένα. Διότι καὶ τὰ δύο ἦσαν παρεσκευασμένα μὲ ἀρτυμήν.

Καὶ μισὴν ὥραν ὕστερον, ὅταν ἦλθε πρὸς τὴν Σειραϊνὼ (ἥτις ἦτο ὄχι ἁπλῶς γειτονοπούλα ἀλλ᾽ ἀρχοντοπούλα καὶ προστάτις δι᾽ αὐτήν), φέρουσα καὶ δι᾽ αὐτὴν ὀλίγους κόκκους, αὐθορμήτως, χωρὶς νὰ παρακληθῇ πρὸς τοῦτο, ἀλλ᾽ ἁπλῶς διὰ νὰ φανῇ ὑποχρεωτική, δὲν ἦτο πλέον βεβαία ἂν τὰ κόλλυβα τὰ ὁποῖα ἔδιδεν ἦσαν πράγματι ἅγια ἢ ἦσαν πεθαμένα.

Τὸ Σειραϊνὼ δὲν εἶχε φροντίσει διὰ κόλλυβα. Δὲν εἶχε τὴν τόλμην τῶν πολλῶν κορασίδων, διὰ νὰ περιεργάζεται καὶ νὰ πολυπραγμονῇ εἰς τὰ τοιαῦτα, πλήν, ἀφοῦ αὐθορμήτως τῆς ἔφεραν κόλλυβα, τὰ ἐδέχθη καὶ αὐτή.

Δὲν ἦτο ἱκανὴ νὰ κάμῃ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἤκουεν ὅτι ἔκαμναν ἄλλαι ὁμήλικές της, καὶ τὸ ὁποῖον πολὺ ὡμοίαζε μὲ μάγια, ἂς εἶχε καὶ εὐλαβείας ἐπίχρισμα. Νὰ ἐξέλθῃ διὰ νυκτὸς εἰς τὴν αὐλήν, κρατοῦσα μαυρομάνικον μαχαίριον, ν᾽ αὐλακώσῃ δι᾽ αὐτοῦ τὴν γῆν, νὰ σπείρῃ τὰ κόλλυβα, καὶ νὰ περιέλθῃ τρεῖς γύρες ψιθυρίζουσα:

Ἅι μ᾽ Θόδωρε καλέ,

κὶ καλὲ κὶ ταπεινέ,

ἀπ᾽ τὴν ἔρημο περνᾷς,

κὶ τὶς μοῖρες χαιρετᾷς.

Ἂν βρῇς κ᾽ ἐμὲ τὴ μοῖρά μου, νὰ μοῦ τὴν χαιρετίσῃς.

Ἀλλὰ θὰ ἐφήρμοζε τὴν ἁπλουστέραν μέθοδον. Θὰ ἔβαλλε τὰ κόλλυβα ὑποκάτω ἀπὸ τὸ προσκέφαλόν της, καὶ ἴσως ἔβλεπε κανὲν ὄνειρον.

Εἶδεν ὄνειρα.

* * *

Πρόσωπα, προσωπάκια πολλά, χλωμά, μικρούτσικα, μὲ σφαλιστὰ μάτια. Εἶδε κοράσια μικρά, ἀδελφάς της, ἐξαδέλφας της, θυγάτρια γειτονισσῶν, ὅλας ἀποθαμένας. Εἶδε στεφάνους ἀπὸ νεκρολούλουδα, στεφάνους παρθενικούς, μὲ θυμιάματα καὶ μὲ ἀκτῖνας. Καὶ ἕνα στεφάνι, τὸ στεφάνι τὸ ἰδικόν της, τῆς ἔφευγεν ἀπὸ τὴν κόμην τὴν καστανήν, καὶ ἀνέβαινε πρὸς τὸν οὐρανόν, ἐν μέσῳ αἴγλης καὶ μαρμαρυγῆς καὶ δόξης ἀφάτου.

Τὰ κόλλυβα, τὰ ὁποῖα τῆς εἶχε δώσει ἡ Ζήσαινα, μὴ ἦσαν πεθαμένα;

Τέλος, εἶδε καὶ ἓν πρόσωπον ζωντανόν· ἕνα νέον, περὶ τοῦ ὁποίου εἶχεν ἐκφρασθῆ ἄλλοτε ὅτι θὰ τὸν ἐπροτίμα ὡς γαμβρὸν ὁ πατήρ της.

Εἶδε τὸ πρόσωπον τοῦτο, ἀλλ᾽ ὡσὰν εἰς ταξίδι, καὶ ὡς νὰ ἦσαν ἕτοιμοι πρὸς χωρισμόν. Αὐτὴ τάχα ἦτον ἕτοιμη νὰ φύγῃ, κ᾽ ἐκεῖνος ἔμενεν· ἔλεγεν ὅτι ἤθελε μείνει δι᾽ ὀλίγον καιρόν. Καὶ τῆς ἔδιδε μαζί της ὡς ἐφόδιον ἓν μαραμμένον καὶ φυλλορροοῦν γαρόφαλον ἀπὸ τὴν ἰδίαν γάστραν της. Καὶ αὐτὴ ἔγινε περίεργη νὰ μετρήσῃ τὰ μαραμμένα φύλλα του, καὶ τὰ εὗρε σαράντα.

* * *

Τὸν Ἰούνιον τοῦ ἐπιόντος ἔτους, ἐτελεῖτο ὁ γάμος τῆς Σειραϊνῶς μετὰ τοῦ νέου, τὸν ὁποῖον εἶχεν ἰδεῖ εἰς τὸν ὕπνον της.

Τὸν ἑπόμενον Ἰούλιον, μετὰ σαράντα ἀκριβῶς ἡμέρας, ἡ Σειραϊνώ, ἡ λευκὴ καὶ ἄχολος περιστερά, ἔφευγεν ἀπὸ τὸν κόσμον τοῦτον, φθισικὴ καὶ μαραμμένη.

Τὰ κόλλυβα τοῦ Ἁγίου Θεοδώρου τῆς εἶχαν ἀποκαλύψει διπλῆν τὴν μοῖράν της. Εἴθε ὁ νυμφικὸς στέφανος, τὸν ὁποῖον δὲν ἐπρόφθασε νὰ χαρῇ, εἴθε ὁ στέφανος ὁ παρθενικός, τὸν ὁποῖον τῆς ἠρνήθησαν ἐπὶ τῆς νεκρικῆς κλίνης οἱ ἄνθρωποι, νὰ τὴν στέφῃ διπλοῦς καὶ ἀμάραντος εἰς τὸν ἄλλον κόσμον."

(Ἐκδόσεις Δόμος, Ν.Δ. Τριανταφυλλόπουλος, τόμος γ)


***Βλ. περισσότερα για το έθιμο τούτο και εδώ: Ο Άγιος Θόδωρος και το φανέρωμα του γαμπρού

Πέμπτη 23 Φεβρουαρίου 2023

Ήθη, έθιμα και μαγειρέματα της Τυρινής ή Τυροφάγου

"Πάει ου κριάτος πέθανι
ψουχουμαχάει κι ου τύρους
κι παίρνει τη μπερηφανιά
ου σκόρδος κι ου κρομμύδος!"

"Την τελευταία Κυριακή της Τυρινής σημαίνουν όλες οι καμπάνες για τον εσπερινό που τον ονομάζουνε "μακαρονά", επειδή τρώνε μόνο μακαρόνια, ρυζόγαλο και γενικά γαλακτερά. Μετά τον εσπερινό μαζευόταν όλο το σόι σε ένα σπίτι για το συγγενικό τραπέζι της Αποκριάς. Στο τέλος τέλος έπρεπε να φάνε ένα αυγό, "να βουλώσουν με αυτό το στόμα τους", λέγοντας: "Με αυγό σε κλείνω, με αυγό να σε ξανανοίξω". Έτσι το πρώτο πράγμα που θα έτρωγαν μετά το "Χριστός Ανέστη" ήταν ένα κόκκινο αυγό. Στο αποκριάτικο τραπέζι "τού'χαν σε κακό να φτερνιστείς. "Ήπρεπ' αμέσως να βγάλ'ς το πουκάμισό σ' ή κάποιο ρούχο σ' ". Δεν έπρεπε ακόμη να σηκώσουν το τραπέζι το βράδυ. Το άφηναν όλη νύχτα στρωμένο και το ξέστρωναν το πρωί.
Ακολουθούσαν χοροί. Οι κουκουγέροι γύριζαν μουντζωμένοι με καπνιά χορεύοντας στους δρόμους και στις πλατείες, πηγαίνοντας απ'το ένα σπίτι στο άλλο, πότε με ευχές και πότε με πειράγματα. Τους κερνούσαν ρυζόγαλο, γαλακτομπούρεκο και στροφλιά."
(Αλέκου Φλωράκη, "Κάποτε στην Τήνο"- παλίμψηστα λαογραφικά, εκδόσεις Ερίννη)

Image
το αυγό της "χάσκας"

Είναι τούτη η Κυριακή, η Κυριακή της Τυρινής, μέρα οικογενειακών μαζώξεων και γιορτής με πλήθος εθίμων ανά την Ελλάδα. Με το που ξημερώνει η Δευτέρα, αρχίζει κι η μεγάλη περίοδος της Τεσσαρακοστής που δεν ενδείκνυται για γλέντια και οινοποσίες. Ήδη, από την προηγούμενη Κυριακή, την Κυριακή της Απόκρεω, έχει σταματήσει η κατανάλωση κρέατος κι όλη τούτη τη βδομάδα, τη λεγόμενη "της Τυροφάγου" θα καταναλωθεί ό,τι γαλακτοκομικό έχει απομείνει στα νοικοκυριά ώστε από την Καθαρά Δευτέρα να ξεκινήσει η αυστηρή νηστεία.  Λέγεται, μάλιστα, ότι αυτή την εβδομάδα είναι μεγάλο κρίμα να φάει κανείς κρέας, καθώς μας δίνεται η δυνατότητα να γευτούμε οτιδήποτε άλλο εκτός από αυτό, γεγονός που παραλληλίζεται με την εντολή που έδωσε ο Θεός στον Παράδεισο στον Αδάμ και την Εύα να γευτούνε από οποιοδήποτε δένδρο πλην του δένδρου της γνώσεως του καλού και του κακού («ἀπὸ παντὸς ξύλου τοῦ ἐν τῷ παραδείσῳ βρώσει φαγῇ, ἀπὸ δὲ τοῦ ξύλου τοῦ γινώσκειν καλὸν καὶ πονηρόν, οὐ φάγεσθε ἀπ᾿ αὐτοῦ· ᾗ δ᾿ ἂν ἡμέρᾳ φάγητε ἀπ᾿ αὐτοῦ, θανάτῳ ἀποθανεῖσθε»,Γεν. 2,16-17). Οπότε, αν αγνοήσουμε την εντολή και φάμε κρέας, είναι σαν να επαναλαμβάνουμε την παρακοή που οδήγησε στην πτώση μας... Εξάλλου τούτη η Κυριακή, η τέταρτη του Τριωδίου (βλ. και: Καθώς μπαίνει το Τριώδιο... (λαογραφικά και άλλα..), είναι όντως αφιερωμένη στην εξορία (ή αυτοεξορία) των Πρωτοπλάστων από τον Παράδεισο, καθώς οι άγιοι Πατέρες θέσπισαν κατ'αυτήν την ημέρα να «ποιούμεθα τὴν ἀνάμνησιν τῆς ἀπὸ τοῦ Παραδείσου τῆς τρυφῆς ἐξορίας τοῦ Πρωτοπλάστου Ἀδάμ» (Συναξάρι από την Ακολουθία του Όρθρου της Κυριακής της Τυρινής).


Image

"Το βράδυ της Τυρινής, όταν στρωθεί το τραπέζι με τα πεντανόστιμα φαγητά, τις πίτες, τ'ανοιχτάρι κι όλα τ'άλλα, στρογγυλοκάθεται στην τάβλα ολάκερο το βλαχοσόι. Εύχονται οι γεροντότεροι "χρόνια πολλά και καλή Σαρακοστή" ή "καλή Λαμπρή να μας εύρει" κι αρχίζουν όλοι μαζί να τρώνε.
Αυτή, ακριβώς την ώρα π'ανταλλάσσονται οι ευχές και τα γλυκόλογα, οι λεύτερες κοπέλες κλέβουν την πρώτη τους μπουκιά, χωρίς να τις ιδεί κανένα μάτι, για να τη βάλουν τη νύχτα που θα κοιμηθούν κάτω απ'το προσκέφαλό τους. Αυτόν τον άνδρα που θα ιδούν στον ύπνο τους κείνο το βράδυ, πιστεύουν πως θα γίνει και το μελλοντικό τους ταίρι.
Άλλες πάλι, το ίδιο βράδυ τρώνε την αρμυροκουλούρα, που ζύμωσαν την ημέρα κρυφά απ'τους τσελιγκάδες, βάζοντας μέσα μπόλικο αλάτι για να φέρει δίψα τη νύχτα. Έτσι έφευγαν κι έπεφταν για ύπνο, περιμένοντας να ιδούν στ'όνειρό τους ποιός θα τους έδινε νερό. Αυτόν πίστευαν πως θα τον έπαιρναν κι άντρα τους.
Κι ακόμη, όποιος ή όποια φτερνιστεί κατά την ώρα του φαγητού τ'αποκριάτικο βράδυ, θα φορέσει άσπρα τη Λαμπρή. Τ'άσπρα εδώ για την κοπέλα σημαίνουν νυφιάτικο φόρεμα. Συνηθίζουν, επίσης, οι τσοπάνηδες, για το καλό των ζωντανών τους, αυτή τη μέρα να δίνουν φαγητά και κρασί σ'όλους τους περαστικούς και φτωχούς ξωμάχους που κατοικούν γύρω τους κι απόκοντα."
(Βασίλης Λαμνάτος, "Οι μήνες στην αγροτική και ποιμενική ζωή του λαού μας"

"Τα φαγητά που τοποθετούνται στο τραπέζι είναι μακαρόνια, αυγά, τυρόπιτες, γαλατόπιτες και ένα είδος ζωμού, το τυροζούμι. Αυτό ειδικά φτιάχνεται την ημέρα αυτή από άγρια λάχανα (μυρώνια, καυκαλήθρες, παπαρούνες, κλπ). Τα γιαχνίζουν και ρίχνουν και τυρί μυζήθρα, κομματάκια κομματάκια. Το φαγητό συνοδεύεται με ορισμένα έθιμα που ποικίλλουν από τόπο σε τόπο. Αναφέρω όσα γίνονται στην Αρκαδία. Εκεί,
το βράδυ που θ'αποκρέψουν της τυρινές απόκριες θα μαζευτούν οι συγγενείς οι στενότεροι στου γεροντότερου το σπίτι. Ως πρώτο φαϊ βάνουν στο τραπέζι το τυροζούμι. Κάνουν την προσευχή τους και κατόπιν "σηκώνουν" το τραπέζι' το κρατούν όλοι, μικροί και μεγάλοι, με τα μικρά τους δάκτυλα. Το σηκώνουν και το καθίζουν τρεις φορές. Κάθε φορά λένε:
Αγιοζούμι, τυροζούμι
όποιος πιει και δε γελάσει
ψύλλος δε θα τον δαγκάσει!
Από φτούνο πρέπει να πιει ο καθένας τρεις κουταλιές. Το πίνουμε γλήγορα γλήγορα, δίχως να γελάσουν, κι ύστερα βάνουν όλοι μαζί τα γέλια. Ύστερα τους βάνουν να φάνε μακαρονάδα. Τα ανύπαντρα παιδιά και κορίτσια κοιτάζουν, πώς να κλέψουν κανά μακαρόνι, χωρίς να τους αντιληφθεί κανείς. Όταν πέσουν να κοιμηθούν, το βάνουν στο μαξιλάρι τους και όποιον νέον ή νέαν ιδούν, θα είναι ο άντρας ή η γυναίκα τους. Στερνά τρώνε ό,τι άλλο φαϊ έχουν ετοιμάσει και κατόπιν ο μεγαλύτερος από όλους δίνει το σύνθημα σε όλους να σηκώσουν το τραπέζι με τα μικρά τους δάκτυλα, και τους ρωτάει: 
- Φάγατε;
- Φάγαμε.
- Ήπιατε;
- Ήπιαμε.
- Χορτάσατε; 
- Χορτάσαμε.
- Πάντα χορτασμένοι να είστε.
Και τους διατάζει ν'αφήσουν το τραπέζι στη θέση του."

 (Γεωργίου Μέγα, "Ελληνικές γιορτές και έθιμα της λαϊκής λατρείας"

 

Ανάλογες μαντείες σχετικές με την εύρεση συζύγου, καταγράφει κι ο Νικόλαος Πολίτης στα "Λαογραφικά Σύμμεικτα" (τόμος Γ'):

Image

Image


Αλλά οι μαντείες της ημέρας τούτης δεν περιορίζονται στην εύρεση γαμπρού ή νύφης. Ο Φίλιππος Βρετάκος στο πόνημά του "Οι δώδεκα μήνες του έτους και αι κυριώτεραι εορταί των" διασώζει το έθιμο της αυγομαντείας, που αφορά ζωή και θάνατο:

Image

Το αυγό, πάντως, είχε κυρίαρχη θέση στο τραπέζι της ημέρας τούτης, μιας και ήταν η τελευταία μέρα που μπορούσαν να το γευτούν μέχρι να χτυπήσουν οι καμπάνες της Αναστάσεως, όπου και πάλι πρόκειται για το πρώτο αρτύσιμο που θα βάλουν στο στόμα τους!

Image
έθιμο της "χάσκας"

Ένα έθιμο πολύ διαδεδομένο πανελλαδικά ήταν αυτό της "χάσκας" που μπορεί να μην αναφερόταν με αυτήν την ονομασία πάντα, αλλά σα διαδικασία λάβαινε χώρα σχεδόν παντού. Ο γεροντότερος κρεμούσε από ένα μακρύ ξύλο (συνήθως τον πλάστη) ένα σκοινί μ'ένα βρασμένο και ξεφλουδισμένο αυγό δεμένο σε αυτό. Τούτο το αυγό το περιέφερε πάνω από το οικογενειακό τραπέζι κι όλοι προσπαθούσαν να το αρπάξουν με το στόμα! Υπάρχουν και κάποιες παραλλαγές, όπου το αυγό κρεμόταν με σκοινί από το ταβάνι. Πάντως, σε κάθε εκδοχή, ήταν εθιμοτυπικό της μέρας να κλείσεις το στόμα σου με το αυγό.

Image

Image
έθιμο της χάσκας 


Μετά την συχώρεση και το βραδινό πλούσιο φαγοπότι της οικογένειας, ακολουθούσε ο "χάσκας". Από το "χάσκω", που σημαίνει ανοίγω πολύ το στόμα. Είναι και ένα διασκεδαστικό παιχνίδι!
Δένανε μια κλωστή στην άκρη του "κλωστή" - αυτό που ανοίγουν φύλλα πίττας - και στην άλλη άκρη της κλωστής, δένανε ένα ξεφλουδισμένο αυγό!
Ο "κλωστής" συμβολίζει, κατά το έθιμο, τον Πλάστη του ανθρώπου, τον Θεό και η κλωστή το νήμα της ζωής του ανθρώπου!
Όλοι της οικογένειας κάθονται έναν γύρω, με τα χέρια πίσω στις πλάτες για να μην ακουμπήσουν το αυγό και με ανοιχτό το στόμα, περιμέναν να "χάψουν" το αυγό!
Τον "κλωστή" κρατά ο αρχηγός του σπιτιού, ξεκινώντας από τον μικρότερο. Η προσπάθεια γίνεται τρεις φορές για τον καθένα. Αυτός που θα "χάψει" το αυγό, είναι ο τυχερός!
Από το αυγό τρώνε όλοι, για να σφραγίσουν το στόμα τους με αυγό κατά την περίοδο της νηστείας και να το ξανανοίξουν πάλι με το "κόκκινο αυγό" της Ανάστασης!
Την κερωμένη κλωστή του "χάσκα" την καίνε, μετρώντας κατά την διάρκεια του καψίματος πόσα χρόνια θα ζήσει ο νοικοκύρης του σπιτιού!
Καλός οιωνός θεωρούνταν όταν καιγόταν ολόκληρη η κλωστή και η χρονιά θα ήταν καλή!
Τα τσόφλια του αυγού της "χάσκας" τα πετούσαν κρυφά έξω στην γειτονιά, για να φύγει κάθε κακό από το σπίτι τους!
Μετά τον "χάσκα" ξεπόρτιζαν στους φανούς για γλέντι όσο αντέξουν!
(Κωνσταντίνου Σιαμπανόπουλου, "Ο νομός Κοζάνης στο χώρο και στο χρόνο")

Image
"Συγχώρεση"- φωτογραφία: Κωνσταντίνος Μάνος

Το έθιμο τούτο, σε πολλές περιοχές συνδεόταν με τη "συγχώρεση" που λάβαινε χώρα τόσο στα οικογενειακά τραπέζια, όσο και στον κατανυκτικό εσπερινό της συγχώρεσης στην εκκλησία. Προφανώς, την περίοδο της Σαρακοστής που ακολουθεί, δεν αρκεί η σωματική εγκράτεια και νηστεία που θα περιορίσει το σαρκικό μας θέλημα, αλλά είναι απαραίτητο να αποτοξινωθεί κι η ψυχή μας από κακούς λογισμούς, έχθρες και μνησίκακα συναισθήματα, να φιλιώσουμε μεταξύ μας, να δαμάσουμε τον εγωισμό μας, να διαλύσουμε τις όποιες παρεξηγήσεις με τους συνανθρώπους μας και να ξεκινήσουμε την πορεία προς τα Πάθη του Χριστού με όσο το δυνατόν καθαρότερη καρδιά και συνείδηση....
"Εἶπεν ὁ Κύριος· ἐὰν γὰρ ἀφῆτε τοῖς ἀνθρώποις τὰ παραπτώματα αὐτῶν, ἀφήσει καὶ ὑμῖν ὁ πατὴρ ὑμῶν ὁ οὐράνιος· ἐὰν δὲ μὴ ἀφῆτε τοῖς ἀνθρώποις τὰ παραπτώματα αὐτῶν, οὐδὲ ὁ πατὴρ ὑμῶν ἀφήσει τὰ παραπτώματα ὑμῶν." (Ματθαίος 6,14- Ευαγγέλιο της Τυρινής)

"Η καθαυτό Αποκριά με τα πολλά τα έθιμα είναι η τελευταία Κυριακή της Τυροφάγου, που λέγεται αλλιώς "Τρανή Αποκριά". Όταν φτάσει η Κυριακή αυτή, εκτείνονται στο έπακρο η ευθυμία, η αθυροστομίες των μεταμφιεσμένων, οι άσεμνες εμφανίσεις και οι χοροί. Η ημέρα όλη περνά με την κίνηση των μασκαράδων, με τις επισκέψεις και το φαγοπότι. Τον γενικό θόρυβο επιτείνουν οι εκπυρσοκροτήσεις των κροτίδων και ρουκετών, που σε πολλά μέρη, ιδιαίτερα της Β. Ελλάδας, από παλιά συνήθιζαν να πετούν στον αέρα. Αλλά όταν ο ήλιος πλησιάζει στη δύση του, όταν σημάνει η καμπάνα του εσπερινού, τότε γυναίκες και άνδρες ξεκινούν για την εκκλησία. Πρόκειται να διανύσουν το πέλαγος της νηστείας, της Μεγάλης Σαρακοστής, και θέλουν να μπουν σ'αυτό απαλλαγμένοι από ό,τι τους βαραίνει στις σχέσεις τους με τους άλλους χριστιανούς. Εκεί, στον εσπερινό, γίνεται η αμοιβαία συγχώρηση ιερέων και εκκλησιάσματος. Οι εκκλησιαζόμενοι παρατάσσονται κατά ηλικία' οι νεότεροι προχωρούν προς τους γεροντότερους και φιλούν το χέρι τους λέγοντας: 

Συγχώρα με!

Κι αυτοί απαντούν:

Συγχωρεμένος νά'σαι!

Σε πολλές περιοχές, μετά τον εσπερινό ακολουθεί χορός στην αυλή της εκκλησίας ή στο χοροστάσι, την κεντρική πλατεία του χωριού. Επικεφαλής του χορού είναι συνήθως ο ιερέας. 

Π.χ. στην Αρτονίνα,

Πρωτοχορεύουν οι παπάδες, μετά όλοι οι γερόντοι με την αράδα. Τραγουδούν: "Ου δέντρους ήταν ου Χριστός κι η Παναϊά η ρίζα" κ.λ.π.. 

Στο χωριό Αρτεμώνα της Σίφνου ο παπάς σέρνει τον χορό "Του κυρ Βοριά" στον αυλόγυρο της Παναγίας της Κόχης κι έπειτα τον συνεχίζουν στο σπίτι του παπά και άλλων, για να μαλακώσουν τον βοριά. Στην Αγχίαλο, αμέσως μετά τον Εσπερινό

ήθελα πάμε στη θάλασσα όλο το πλήθος κι όσες μάσκες υπήρχαν στην πολιτεία, πηγαίναμε όλοι εκεί, συνάζουντασ' τ' αλόγατα τα καλύτερα του χωριού κι ετρέχανε. Κι όποιο περνούσε - ήταν το μέρος αμμουδιαστό - δίνανε δώρα διάφορα από πανικά και μαντήλια' το στόλιζαν τ'άλογο και περνούσε 'πομέσ' από την αγορά.

Όταν πάλι αρχίζει να νυχτώνει, τότε ανάβονται στις πλατείες ή τους δρόμους των χωριών φωτιές (φανοί, κλαδαριές, μπουμπούνες, καψαλιές) και η ανταύγεια από τα ξερά φρύγανα ή τα κλαδιά, τις παλιοψάθες ή τα κοφίνια τ'αλειμμένα με κατράμι που καίγονται, φωτίζει τα πρόσωπα των ανθρώπων, που συγκεντρωμένοι γύρω στη φωτιά τραγουδούν και χορεύουν. Σε πολλά χωριά συγκεντρώνονται μετά το φαγητό και τότε το γλέντι κι ο χορός παρατείνεται εκεί ως το πρωί. Όταν η φλόγα χαμηλώσει, τότε μικροί και μεγάλοι πηδούν πάνω απ'τη φωτιά."

 (Γ.Α.Μέγα, "Ελληνικές γιορτές και έθιμα της λαϊκής λατρείας")

* Σημ. Περισσότερα για το έθιμο της χάσκας, αλλά και για τις φωτιές που συνηθίζουν ν'ανάβουν Πανελλαδικά (π.β. και την καύση του Καρνάβαλου), βλ. σε παλιότερη ανάρτησή μου, εδώ: Χάσκα και φωτιές! 
Image
Αποκριάτικο γλέντι στη Χώρα της Μυκόνου -μέσα της δεκαετίας του ’60  (από το βιβλίο «Ενθύμιον Μυκόνου» του Παναγιώτη Κουσαθανά)

Η Μαρία κι ο Νίκος Ψιλάκης στο κοινό τους έργο "Κρητική παραδοσιακή κουζίνα" (εκδόσεις Καρμάνωρ) σημειώνουν πως: "Από το αποκριάτικο τραπέζι δεν έλειπαν ποτέ οι πίτες. Σαρικόπιτες, αγνόπιτες, πίτες με γλυκιά ή ξινή μυζήθρα. Οι πίτες κυριαρχούσαν και κατά τις επόμενες ημέρες, αμέσως μετά την πρώτη Κυριακή της Αποκριάς. Και την Κυριακή της Τυρινής υπήρχαν πάντα τρεις και τέσσερις διαφορετικές ποικιλίες πίτας μαζί με τα υπόλοιπα φαγητά. Στα δυτικά του νησιού κυριαρχούσαν τα "μπουρέκια", εδέσματα ή επιδόρπια που παρά την τουρκική ονομασία τους έχουν καθαρά ελληνική καταγωγή. Δεν υπήρχε, όμως, κρέας στο τραπέζι εκείνων που τηρούσαν πιστά την παράδοση."

Στο έτερο σπουδαίο έργο τους "Το ψωμί των Ελλήνων και τα γλυκίσματα της λαϊκής μας παράδοσης" (εκδόσεις Καρμάνωρ), καταγράφουν με περισσότερες λεπτομέρειες:
" Απολύτως συμβολική είναι η αιτωλική τυρόπιτα με σαράντα φύλλα (συμβολίζει την περίοδο της σαρακοστής που ακολουθεί). Τη λένε πετρόπιτα (από τα πέτρα- πέτουρα = φύλλα): "Επιπάσσεται πολτός βουτύρου και αυγών μετά μικρών τεμαχίων τυρού κλπ. Φέρεται εις την εστίαν και καλύπτεται δια δευτέρου πέτρου, εφ' ου εξαπλούται και αύθις η αυτή ύλη...". Στη συνέχεια μπαίνουν με την ίδια λογική και τα υπόλοιπα φύλλα και ψήνεται στη γάστρα. 
Άλλα αποκριάτικα παρασκευάσματα: 
Κατιμέργια. Στις περισσότερες περιοχές είναι πιτάκια με χειροποίητο φύλλο ή έτοιμο φύλλο μπακλαβά και γέμιση από τυρί, μυζήθρα ή ακόμη και κρέμα με γάλα και ρύζι, όπως γινόταν σε πολλές περιοχές της Μικράς Ασίας. [...]
Γαλατόπιτα (Λευκάδα), τυρινόπιτα (Σαμοθράκη), γαλακτομπούρεκο (Τήνος), κασιάτα (Μέτσοβο), ρυζόπιτα (Λέσβος), ψιρκουτσ' ή ψιρκόγαλο (Λέσβος), γκλιαστρόπιτες (με γκλιάστρα = πρωτόγαλο, Ζαγόρια), βουτυρόψωμο (είδος τυρόπιτας, Λευκάδα), μυζηθρόπιτες (Κρήτη), αλατσατιανές τυρόπιτες (πρόσφυγες από τα Αλάτσατα), [...]"

Πέρα όμως από το αυγό και τις πίτες, εθιμικό έδεσμα της ημέρας αποτελούσαν, όπως ήδη αναφέρθηκε, και τα μακαρόνια, όπως και τα κάθε λογής ζυμαρικά. Πολύ ενδιαφέροντα και πάλι όσα αναφέρουν η Μαρία και ο Νίκος Ψιλάκης ("Το ψωμί των Ελλήνων και τα γλυκίσματα της λαϊκής μας παράδοσης"): 

"... οι μέρες της Αποκριάς διατήρησαν και το αρχαίο νεκρολατρικό τους υπόβαθρο (*π.β. Ψυχοσάββατα: Ψυχοσάββατα, Αποκριές και Χύτροι..), έτσι καθώς στην αρχαιότητα γιορτάζονταν την ίδια εποχή τα Ανθεστήρια, γιορτή με διπλή σημασία. Από τη μία ήταν γιορτή χαράς και ξεφάντωσης κι απ'την άλλη γιορτή ανάμνησης των νεκρών, οι οποίοι πιστευόταν ότι επανέρχονται στον απάνω κόσμο μαζί με τη βλάστηση. Ο Φ. Κουκουλές παρατήρησε πρώτος ότι το μακαρόνι, που αποτελεί εθνικό αποκριάτικο φαγητό σε ολόκληρο σχεδόν τον ελληνικό χώρο έχει τη ρίζα του στα ζυμαρικά που προσφέρονταν στα νεκρόδειπνα, προς τιμήν των νεκρών, δηλαδή των Μακάρων! Δημοσίευσε, μάλιστα και αποδείξεις: Τα μακαριστικά τροπάρια "εις την κοίμησιν της Θεοτόκου" που γράφτηκαν το 1343 από τον Αρχιεπίσκοπο Βουλγαρίας Ιάκωβο, ονομάζονταν "μακαρώνεια". 
Μακαρία ονομάζονται ακόμη και σήμερα στην Κρήτη τα προσφερόμενα εις μνήμην των νεκρών κόλλυβα, όπως και τα διάφορα κεράσματα (τσικουδιά, γλυκίσματα, αρτίδια). Ο Φ.Κουκουλές ετυμολογεί τη λέξη μακαρόνια από "μακαρία αιωνία", που στην πορεία έγινε "μακαρωνία". Επιστρατεύει, μάλιστα, τη λέξη "μακαρωνιά", που είναι το πιλάφι το οποίο προσφερόταν στα νεκρόδειπνα της Ανδριανούπολης. Με τον τρόπο αυτό υποστήριξε την ελληνική καταγωγή της λέξης "μακαρόνια". [...]
Τα μακαρόνια, λοιπόν, είναι το κατ'εξοχήν φαγητό της Αποκριάς. Τόσο πολύ έχουν ταυτιστεί με τις μέρες αυτές και δεν είναι καθόλου τυχαίο που η ίδια η Αποκριά ονομάζεται και "Μακαρονού"! [...] Στην Κρήτη η σύνδεση αυτή φαίνεται με την μαντινάδα αποχαιρετισμού της περιόδου ευωχίας:
Ο λαζανάς ψυχομαχεί κι ο μακαρούνης κλαίει
κι ο κρόμμυδος σουσουραδεί απάνω στο τραπέζι."

Βέβαια, σε άλλες περιοχές, κυρίως νησιωτικές ή παραθαλάσσιες, τούτες τις μέρες συνηθίζεται κι η ψαροφαγία, όπως, π.χ., στους Παξούς: "Της Τυρινής τρώμε μπακαλιάρο, στακοφίσι, σκορδαλιά, ψάρια και μακαρονάδα με λάδι, με σάλτσα και τυρί."  (Δημητρίου Λουκάτου, "Λαογραφικά Σύμμεικτα Παξών")

Image


Μέχρι κάποια χρόνια πριν (που οι καιροί δεν είχαν τόσο αγριέψει!) στα περισσότερα χωριά του τόπου μας (κι όχι μόνο!), πέρα από τα οικογενειακά γλέντια και τους χορούς συνηθιζόταν ομάδες μασκαρεμένων να γυρνούν από σπίτι σε σπίτι -συχνά κι αμίλητοι, για να μην αναγνωριστούν απ'τη φωνή- για να κεραστούν. Ακόμη και στην Κωνσταντινούπολη:
"Τις Απόκριες οι πολίτισσες νοικοκυρές συνήθιζαν να ετοιμάζουν σπιτικά κεράσματα από λικέρ, σιροπιαστά γλυκά, τρίγωνα, ρεβανί, μπακλαβά, κανταΐφια, γιασσί, εκμέκ με καϊμάκι και σιμιγδαλένιο πολίτικο χαλβά, καθώς επικρατούσε η συνήθεια να επισκέπτονται τα σπίτια γείτονες και φίλοι μεταμφιεσμένοι." (Σούλας Μπόζη, "Πολίτικη κουζίνα", εκδ. ελληνικά γράμματα)


Image
Κουκαράς- Σκίτσο του Χρήστου Γ. Δημάρχου από την έκδοση «Ο ελληνικός Πόντος – Μορφές και εικόνες ζωής», Αθήνα 1947

Ένα άλλο έθιμο και, μάλιστα, ποντιακό που λάμβανε χώρα το τελευταίο βράδυ της Αποκριάς, ήταν η ετοιμασία του "κουκαρά", πληροφορίες για τον οποίο μας διασώζει το λαογράφος Κώστας Καραπατάκης ("Ποντιακά ήθη και έθιμα", "Αρχείον Πόντου", τόμος 38ος):


Image

Image

Image
κουκαράς



Παρασκευή 16 Δεκεμβρίου 2022

Ο Άγιος Διονύσιος της συγχώρεσης, ο Άγιος της συγγνώμης...

"Της Κυριακής το ξύπνημα με λιώνει, με πεθαίνει,
ν'ακούω "γιούλια ολόμπλαβα!" κι ο Άγιος να σημαίνει!"
Ιωάννης Τσακασιάνος

Image
"Ὅπως φαίνεται ἀπὸ τὸ ἀρχειοφυλάκιον τῆς Βενετίας, ὑπῆρχε θανάσιμη ἔχθρα μεταξὺ τῶν οἰκογενειῶν Μονδίνων καὶ Σιγούρων. Ὁ Ἅγιος προσπάθησε νὰ τοὺς συμφιλιώσῃ, ἀλλὰ ματαίως. Ἀντιθέτως δημιουργήθηκαν φόνοι, διότι διηρέθησαν σὲ δύο παρατάξεις οἱ κάτοικοι. Σὲ μία ἀπ᾿ αὐτὲς τὶς συμπλοκὲς ἐφόνευσαν τὸν ἀδελφόν του Ἁγίου, Κωνσταντῖνον.
Ὁ φονιὰς τρέχει, διωκόμενος ἀπὸ τοὺς συγγενεῖς καὶ τὴν ἀστυνομία. Ζητεῖ καταφύγιο σὲ ἐρήμους τόπους. Καταλήγει στὸ Μοναστήρι τῆς Ἀναφωνήτριας, ζητώντας ἄσυλο. Βέβαια δὲν ἤξερε, ὅτι ὁ Ἡγούμενος ἦταν ἀδελφὸς τοῦ θύματος. Ἐδῶ ζήτησε καταφύγιο.
Ὁ Ἅγιος εἶδε τόσο φοβισμένο τὸν ἄνθρωπο καὶ τὸν ἐρώτησε τί ἔχει. Ἐκεῖνος ὠμολόγησε, ὅτι καταδιώκεται ἀπὸ τοὺς συγγενεῖς τοῦ Σιγούρου, τὸν ὁποῖον ἐφόνευσε. Ὁ Διονύσιος, σὰν ἄνθρωπος καὶ ἀδελφὸς λυπήθηκε πολύ. Πειράχθηκε ἀφάνταστα, διότι ἦταν ὁ μόνος ἀδελφὸς ποὺ εἶχε. Ἐλᾶτε στὴ θέσι του. Ἀλλὰ χωρὶς νὰ φανερώσει τὴν ταυτότητά του τὸν ἐρώτησε μὲ παράπονο:
-Ἄνθρωπε, σὲ τί σοῦ ἔφταιξε ἐκεῖνος ὁ καλὸς ἄρχοντας καὶ τὸν θανάτωσες ἄδικα;
Παρ᾿ ὅτι πληγώθηκε ἡ καρδιά του, τοῦ πρόσφερε φαγητό, νερὸ καὶ τὸν συμβούλεψε. Προσπάθησε νὰ τὸν κάμῃ νὰ μετανοήσῃ γιὰ νὰ γλυτώσῃ τὴν αἰώνια Κόλασι.
Σ᾿ ὅλη του δὲ τὴ μετέπειτα ζωὴ προσπάθησε ὁ φονιὰς διὰ τῆς μετανοίας νὰ ἐξιλεωθῇ. Ἀκολούθως τὸν ἔβγαλε στὸ γιαλό, κάτω ἀπὸ τὸ Μοναστήρι. Τοῦ ἔδωσε τὰ ἀπαραίτητα ἐφόδια, χρήματα καὶ τροφές, γιὰ τὸ ταξίδι, τὸν ἔβαλε μέσα σ᾿ ἕνα πλοῖο καὶ τὸν ἐφυγάδευσε πρὸς τὴν Πελοπόννησο.
Πόση μεγάλη ἀνεξικακία εἶχε, γιὰ νὰ φερθῇ ἔτσι στὸ φονιὰ τοῦ ἀγαπημένου καὶ μόνου ἀδελφοῦ του!"
Ἀρχιμανδρίτης Χαράλαμπος Βασιλόπουλος,
«Βίος καὶ Θαύματα Ἁγίου Διονυσίου του Νέου ἐκ Ζακύνθου Ἀρχιεπισκόπου Αἰγίνης»


"Εκεί μακριά στης Παναγιάς, το άγιο μοναστήρι
Λιμάνι, κάστρο της ψυχής Παράδεισου γεφύρι [...]

Image


[...] Φύγε, φύγε! καιρός πλιο δε μένει
τρέχα κάτου στην ακρογιαλιά,
μία βαρκούλα εκεί θαύρης δεμένη,
πάρτη, φύγε στα ξένα μακρυά!

Ώ, πες μου, πες μου, δύστυχε, δε θλίβετ' ή καρδιά σου,
Φαρμάκι μέσ' στα στήθια σου δεν αγροικάς πικρό,
Για το βαρύ δεν έκλαψες μεγάλο αμάρτημά σου,
Μετανοείς; Εζήτησες συχώριο απ’ το Θεό;

Τώρα ο φονιάς στο Γούμενο ομπρός γονατισμένος
γέρνει το υγρό του μέτωπο και το χτυπάει στη γη
και το Χριστό κοιτάζοντας, χλωμός και δακρυσμένος,
για το βαρύ το κρίμα του συγχώρεση ζητεί.

Προσεύχεται ... Το δάκρυ του ολόθερμο κυλάει
η άθλία ψυχή βαφτίζεται ... Χαμογελά ο ουρανός
το θείο μυστήριο ο Γούμενος, το βάφτισμα βλογάει-
ειν' ο Χριστός ανάδοχος, εκείνος λειτουργός,

- Δόξα σοι, Κύριε ... Εσώθηκε! - Ώ λόγο πού προφέρεις!
Εσώθης! ξαναπέσμου τη, τη λέξη τη γλυκειά!
Κλάψε ... Μ' αυτά τα δάκρυά σου, ταλαίπωρε, δεν ξέρεις,
πόση γαλήνη εσκόρπισες στη δόλια μου καρδιά! [...]

("Ο Γούμενος της Αναφωνήτρας" [απόσπασμα],  Ανδρέας Μαρτζώκης)



"Καμαρώνουν όλοι οι Ζακυνθινοί να βαφτίσουν ένα παιδί του Διονύσιο (και θηλυκό Διονυσία), και να το φωνάζουν Νιόνιο" σημειώνει ο λαογράφος Δημήτριος Λουκάτος ("Συμπληρωματικά του χειμώνα και της άνοιξης", εκδόσεις Φιλιππότη). Και συνεχίζει: "Είναι μια ωραία σφραγίδα "ταυτότητας" αυτή η συνήθεια βαφτιστικών από πολιούχους, που ξεχωρίζει εντυπωσιακά στην Επτάνησο και επεκτείνεται στις βάρκες, στα καράβια, στις βίλλες ή και σε τροχοφόρα.... Η λαϊκή λατρεία του αγίου στη Ζάκυνθο αποτελεί κάτι το συναισθηματικά αυθόρμητο και ψυχολογικά ενωτικό. Με το σεισμό και την καταστροφή του 1953, το νησί θα εσκόρπιζε, αν δεν ήταν εκεί ο άγιός του, με το Μοναστήρι και το γκρεμισμένο έστω καμπαναριό του, που έπρεπε να ξαναστηθεί. Μαζί του ξαναστήθηκε κι η πολιτεία της Ζάκυνθος...."

Image


"Στις 5 Απριλίου 1893, στις επτά το πρωί, έγινε μεγάλος σεισμός στο νησί της Ζακύνθου. Το καμπαναριό και η στέγη του ναού γκρεμίστηκαν. Το μόνο μέρος που δεν έπαθε καμία ζημιά ήταν το δωμάτιο που φυλάσσεται η ιερή λάρνακα του Αγίου. Την ώρα του σεισμού μέσα στην εκκλησία βρίσκονταν τρεις προσκυνητές: ο Παύλος Σέληνας, ο Ιωάννης Γιακουμέλος και ο Γεώργιος Βορρές. Οι δυο πρώτοι αγκάλιασαν την ιερή λάρνακα και σώθηκαν και ο τρίτος σώθηκε κάτω από το γυναικωνίτη." (Αλεξίου Ιωάννης,  Ο Άγιος της συγγνώμης Άγιοι, IMZ)

Κυκλοφορούν αμέτρητες καταγραφές των θαυμάτων του μεγαλόκαρδου Ζακυνθινού Αγίου της "Συγγνώμης", όπως αποκαλείται απ'το λαό μας - μιας και η καρδιά που μπορεί να συγχωρέσει κρύβει κάτι από το μεγαλείο και την ομορφιά του Θεού και αγγίζει κάθε καλοπροαίρετη ψυχή.... Άλλα παλιότερα, άλλα σύγχρονα. Άλλα όσο βρισκόταν εν ζωή, άλλα αφότου "κοιμήθηκε"...

Image

"Ο Άγιος Διονύσιος κάποτε πήγαινε με άλλους κληρικούς ως προσκεκλημένος στην Μονή Άγιου Γεωργίου στο νησάκι Βοϊδι. Οι ψαράδες όμως οι οποίοι τους μετέφεραν με το πλοίο τους ήταν προληπτικοί κατά των ρασοφόρων, και απέδωσαν στην παρουσία των κληρικών την αποτυχία τους στο ψάρεμα. Ο Άγιος, θέλοντας να τους συνετίσει τους υπέδειξε που να ρίξουν τα δίχτυα τους, και παρότι το μέρος εκείνο δεν είχε ποτέ ψάρια, οι ψαράδες έπιασαν τόσα πολλά, ώστε δεν μπορούσαν να σηκώσουν τα δίχτυα τους. Τότε προσκύνησαν τον Άγιο και του ζήτησαν συγχώρεση."

Αναφέρει, ακόμη, ο Δημήτριος Λουκάτος: 

"Το καλοκαιρινό πανηγύρι (24 Αυγούστου), τ' Αγίου στη Ζάκυνθο, αν και εντοπίζεται στην πρωτεύουσα, είναι από τα πιο "υπαίθρια" και τα πιο φωτεινά, στον ανοιχτό χώρο του, με απλωμένο το Ιόνιο μπροστά, στην εκκλησιά και σ'όλον το λιτανευτικό δρόμο του, με τους χαμηλούς καταπράσινους γύρω λόφους και με τον εύφορο κάμπο, λίγο πιο πίσω από τους λόφους αυτούς. Το μεσημέρι της παραμονής, όταν με πομπή, πατροπαράδοτα αρχοντική και καλαίσθητη, ξεκινάει ο κόσμος να παρακολουθήσει το στήσιμο της Λάρνακας μέσα στην εκκλησιά [...] Ακολουθεί ο ιδιόρρυθμα καλλίφωνος εσπερινός κι η ολονυχτία, με "εγκοιμήσεις" στους ανοιχτούς χώρους του όλου συγκροτήματος του Ναού -παλιότερα και μέσα- με διακριτικό προσκυνηματικό εμπόριο στους έξω χώρους [...] Η πρωινή κωδωνοκρουσία είναι χαρά και μάθημα ... για τη σημασία που μπορούν να έχουν οι καμπάνες στην καλλιτεχνική αγωγή ενός τόπου και σε ένα ευφραντικό ακρόαμα της κοινότητας. Η λειτουργία πάντα μεγαλοπρεπής και ύστερα η λιτανεία, ζωγραφισμένη ήδη από τον Κουτούζη το 1776....

Image

[...] Η γιορτή θα κλείσει το βράδυ με "φωτιές", τα καλλιτεχνικά πυροτεχνήματα... Και τον τελευταίο νυχτερινό λόγο θα τον πάρουν τα συγκινητικά υπολείμματα των παλιών κανταδόρων του νησιού..."

Ο Λουκάτος τονίζει, επίσης τα κοινά χαρακτηριστικά των τριών αγίων των Επτανήσων (Αγίου Διονύσιου, Αγίου Σπυρίδωνα και Αγίου Γεράσιμου) και παρατηρεί: "...η κοινή πίστη στα "ολόσωμα" λείψανα και στη σημασία της όρθιας λάρνακας [...] οδήγησε και στη δοξασία ότι ο κάθε άγιος επισκέπτεται το γείτονά του, όταν γιορτάζει, και για αυτό μπορεί να λείπει από τη λάρνακα! Απουσιάζουν και σ'άλλες αποστολές (δοξασία που την είχαν και στην αρχαιότητα) και κάποτε φθείρουν και τα "πασουμάκια" τους..." (Δ.Λουκάτου, "Τα καλοκαιρινά", εκδόσεις Φιλιππότη)

Και:

"Η λατρευτική λαογραφία του Αγίου Διονυσίου διαπιστώνεται και στις μικροεκφράσεις που τον αφορούν. Π.χ. Όρκοι:

Μα τον Άγιο! Μα το άγιο Κρυστάλλι (το τζάμι της Λάρνακας)

Μα το Σιγούρο! Μα το άγιο κορμάκι!

Και νοσταλγία των ξενιτεμένων:

Να δω από μακριά το Καμπαναριό τ' Αφεντός και να πεθάνω!

[...] Στο χειμωνιάτικο πανηγύρι (17 Δεκεμβρίου), οι Ζακυνθινοί είναι μόνοι τους. Δεν έχουν τον τουρισμό της μεγάλης Γιορτής και Λιτανείας του καλοκαιριού. Δεν είναι όμως τόσο "μόνοι" τους, αφού τους πλαισιώνουν οι τρεις αιώνες της λατρείας του αγίου και τους συμπαραστέκονται οι γενιές που, σε καμιά περίπτωση, δεν τον αρνήθηκαν. Ακούνε και οι σημερινοί πιστοί, στην ολονυχτία, την αφήγηση των θαυμάτων του Αγίου, που είναι τοπικά και ιστορικά, αναφερόμενα σε γνωστές τοποθεσίες του νησιού τους." (Δ.Λουκάτου, "Συμπληρωματικά του χειμώνα και της άνοιξης", εκδόσεις Φιλιππότη)

Image
Λιτανεία Αγίου Διονύσιου στη Ζάκυνθο, Νικολάου Κουτούζη

Τέλος, στην "Ιστορικοαγιολογική Μελέτη" του Αγίου (Θεολογική Σχολή Αριστοτελείου Πανεπιστημίου, καθηγητής: Σ. Πασχαλίδης, επιμέλεια: Μπενίσης Μάριος, πηγή: Ο Άγιος Διονύσιος ο εν Ζακύνθω) παρατίθενται, μεταξύ άλλων, κάποια ακόμη ενδιαφέροντα στοιχεία της λαϊκής λατρείας των Ζακυνθινών:

"Για τους Ζακυνθινούς όλη η θρησκευτική και πνευματική ζωή, η πίστη και η λατρεία έγκειται στο πρόσωπο του Αγίου τους. Γι’ αυτούς, Άγιος είναι μόνο ένας, ο Άγιος Διονύσιος. Η Μ. Μηλίγκου - Μαρκαντώνη χαρακτηρίζει την ζακυνθινή κοινωνία και τη βιωτή της με τον πρωτότυπο όρο “Αγιοδιονυσιοκεντρική βίωση”.

 Όταν κάποιος τυγχάνει άρρωστος στο νησί της Ζακύνθου, η πρώτη σκέψη πριν ακόμα έρθει ο γιατρός, είναι να μεταφερθεί ο ασθενής, ενώπιον του ιατρού “ψυχών τε και σωμάτων”, ενώπιον του λειψάνου του Αγίου Διονυσίου. Έντονα λαογραφικά στοιχεία ενέχει και η ευχή που δίνεται στα ταξίδια από τον κάθε Ζακυνθινό: «Νά 'χεις τον Άγιο βοήθεια σου». Παρών εξακολουθεί να είναι ο Άγιος σε όλο το φάσμα της ζωής των πιστών. Είναι γνωστή η παράδοση, ιδίως στους μεγαλύτερους σε ηλικία Ζακυνθινούς, που αναφέρει τη μεσιτεία του Άγιου στο Θεό προς τεκνογονία ατέκνων ζευγαριών. Έντονη επίσης είναι η παράδοση που θέλει τα νέα ζευγάρια να ανταλλάσσουν βέρες όχι στο σπίτι, αλλά στο ναό του Αγίου, μπροστά στο ιερό λείψανο, μετά από μικρή δέηση, “για να είναι ο Άγιος μάρτυρας”, όπως χαρακτηριστικά λέγεται. [...]

Προς τιμήν του Αγίου πολλοί ξεκινούν ακόμα και από τα πιο απομακρυσμένα χωριά με τα πόδια να επισκεφθούν το κέντρο του νησιού, τη Χώρα, απόσταση που ξεπερνά τα 30 χιλιόμετρα. Έτσι, οι πιστοί ξεκινούν αργά το βράδυ για να φτάσουν νωρίς το πρωί και να παρακολουθήσουν την εορταστική Θεία Λειτουργία. Το έθιμο τηρείται από κάθε ηλικίας ανθρώπους, από νέα παιδιά μέχρι και υπερήλικους γέροντες.[...]

Επίσης, ίδια λαϊκή αντίληψη υπάρχει και για την αλλαγή των “χρυσωμένων εμβάδων”, των αναθηματικών παντόφλων του Αγίου. Οι αναθηματικές παντόφλες αποτελούν το μεγαλύτερο δώρο που μπορεί κάποιος να αφιερώσει στον Άγιο.[...]"