*
της ΔΗΜΗΤΡΑΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ
~.~
Μέρος Α΄
Στην αρχή νομίζαμε πως ήμασταν ένα μικρό νησί στην άκρη της Μεσογείου. Πολύ σύντομα ανακαλύψαμε πως ήμασταν η Ελβετία της Ανατολής, ο Παναμάς της Ευρώπης και η Σιγκαπούρη της Καρπασίας ταυτόχρονα. Στην πραγματικότητα, δεν υπήρχε τροπικό νησί στον πλανήτη χωρίς τουλάχιστον μία εταιρεία, δύο δικηγορικά γραφεία και τρεις συμπατριώτες μας που να το αποκαλούν στρατηγική βάση.
Οι λέξεις «οφσόρ», «μαρίνες», «ακίνητα» και «καταπιστεύματα» μπήκαν στη ζωή μας με φόρα, εμπλουτίζοντας το φτωχοποιημένο με τα χρόνια λεξιλόγιό μας.
Ολιγάρχες, μεγιστάνες και καταζητούμενοι έβρισκαν στο νησί μας όχι μόνο ζεστό καιρό, αλλά και μια φιλόξενη θεσμική αγκαλιά. Τους διέκρινε μάλιστα μια αξιοσημείωτη προθυμία να θεωρηθούν δικοί μας άνθρωποι.
Τέτοια λοιπόν η έλξη του τόπου μας.
Με το πέρασμα των χρόνων, κατέληξαν να θεωρούνται όντα περίπου μυθικά, που είχαν συμφάγει με τους θεούς μας.
Κανείς μας δεν τους είχε δει πραγματικά. Πίσω απ’ τους πύργους και τ’ αδειανά διαμερίσματα αφήναμε τη φαντασία μας να τους πλάθει ελευθέρα, όπως συμβαίνει με τους λαϊκούς θρύλους ή με τους ήρωες ενός μυθιστορήματος.
Ένας εργολάβος ορκιζόταν πως συνάντησε κάποιον από αυτούς σε ιδιωτικό σαλόνι αεροδρομίου. Ένας μεσίτης πως είχε δει τη σκιά του να διασχίζει το λόμπι ενός ξενοδοχείου. Ένας δικηγόρος ισχυριζόταν πως του είχε σφίξει, μάλιστα, το χέρι.
Άλλοι εξήγαν χαλκό, άλλοι κρασί, άλλοι εσπεριδοειδή. Μαζί με τους επιφανέστερους λογοτέχνες της χώρας μας, οι επενδυτές έγιναν έτσι οι σημαντικότεροι εξαγωγείς κυπριακότητας σε συσκευασία πολυτελείας.
Η χλίδα αυτή θύμιζε πράγματι την εποχή που Δημοκρατία πραγματικά έλαμπε κι ήταν σαν να πέφταν τότε τα λεφτά από τους ουρανούς. Άπλωναν όλοι τα χέρια για να τα μαζέψουν, αρπάζοντας με τις χούφτες τον αέρα. Βλέποντας τον συνάδελφο ή τον γείτονα να παίρνει καινούριο αυτοκίνητο ή μεγαλύτερη τηλεόραση, έστιλβαν τα ματάκια τους:
Το ’δες, το ’παιξες;
Σιγά σιγά πείθονταν μ’ αυτά και οι πιο απαιτητικοί οικονόμοι. Σε περίπτερα, καφενεία και πρακτορεία ταξί άκουγες μόνο για συγχωνεύσεις και εξαγορές, στους δε βρεφονηπιακούς σταθμούς ιστορίες για μετοχικά σπλιτ και αυξήσεις κεφαλαίου. Αισθητικοί, διανομείς και οικοκυρές αποτελούσαν πλέον το μεγαλύτερο επενδυτικό κοινό της χώρας. Μπετατζήδες, υδραυλικοί και κομμώτριες αποκτούσαν κωδικούς πρίμιουμ πρόσβασης στο Χρηματιστήριο. Ορισμένοι επένδυαν με τα χέρια, άλλοι εξ ακοής και κάποιοι ακόμα με τα μάτια κλειστά.
Οι ιδιοκτήτες των οικονομικών εφημερίδων δεν απευθύνονταν πια στις επενδυτικές ελίτ, πετυχαίνοντας χρυσές πωλήσεις. Οι τραπεζίτες έτριβαν κι αυτοί τα χεράκια τους. Τη Χρυσή Εποχή τους διήνυαν επίσης οι μασέζ και τα παραλιακά θέρετρα. Η φούσκα, βέβαια, δεν άργησε να σπάσει, γκρεμίζοντας τις προσδοκίες τους. Οι μετοχές της εταιρείας «ΔΗΜΗΤΡΑ», η τιμή των οποίων πράγματι είχε υπερδιογκωθεί, λέγεται ότι υπήρξαν ανάμεσα σε αυτές που έπαθαν τη μεγαλύτερη πανωλεθρία.
Από τότε όλοι το έριξαν στο ΚΙΝΟ και στο Πάμε Στοίχημα. Οι σκόρερ, οι κάρτες και τα κόρνερ στο αφρικανικό πρωτάθλημα είχαν, όπως φαίνεται, τις μεγαλύτερες αποδόσεις. Στις Απόκριες, οι Δημοκράτες ντύνονταν πλέον ξεφτιλισμένοι επενδυτές. Όταν στη Δημοκρατία ανακαλύφθηκε φυσικό αέριο, επιτυχία είχε και η στολή Σαουδάραβα με καρφιτσωμένα στο πέτο πετροδόλαρα.
Μετά από τη διάνοιξη των οδοφραγμάτων, τους μικροεπενδυτές απορρόφησαν επίσης τα καζίνο, που έκαναν κι αυτά χρυσές δουλειές, όπως και η εμπορία της ντομάτας, αϊρανιού, βενζίνης, σαλοτραπεζαρίας, τούβλων, μαρμάρων, καπνού για ναργιλέ και προσώπων.
Απ’ όταν επετράπη στο ελεύθερο τμήμα της Δημοκρατίας η ίδρυση και λειτουργία καζίνο, οι μικρομεσαίοι δεν χρειαζόταν πια να μεταβαίνουν στα κατεχόμενα για τις επενδυτικές τους δραστηριότητες, γεγονός που απεδείχθη επωφελές και για το εθνικό μας πρόβλημα. Στήθηκαν πια παντού τραπέζια και φρουτάκια. Το δε εντυπωσιακό καζίνο-θέρετρο, που ξεπέρασε σε επισκεψιμότητα όλες μαζί τις αρχαιολογικές μας τοποθεσίες, περιέχει πεντάστερο ξενοδοχείο πεντακοσίων δωματίων, σουίτες και επαύλεις, χώρο παιγνίου έκτασης 7.500 τ.μ., παγκοσμίου κλάσης εστιατόρια, μπαρ-καφέ, σπα-φίτνες, 1.200 τ.μ. εμπορικούς δρόμους και άλλα πολλά. Έτριβαν κι οι δολιοψαράδες τα ματάκια τους. Ελκύοντας περί τους 300.000 τουρίστες ετησίως, λύθηκε και το σοβαρό πρόβλημα της εποχικότητας, που μάστιζε τα παράλια. (περισσότερα…)












