Μετάβαση στο περιεχόμενο

iris

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Image Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

iris (en)



Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Image Ετυμολογία

[επεξεργασία]
iris < λατινική iris, iridis < ίρις, ίριδος

Image Προφορά

[επεξεργασία]
 

Image Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
ενικός πληθυντικός
iris iris

iris (fr) θηλυκό

Συγγενικά

[επεξεργασία]



Εσπεράντο (eo)

[επεξεργασία]

Image Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

iris (eo)

  • αόριστος του ρήματος iri



Ιταλικά (it)

[επεξεργασία]

Image Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

iris (it)