Ρετσεβούτα από τον Κοσμά του Πάρνωνα.

Image

Κανείς δεν γνωρίζει πότε και πώς ήρθε. Ούτε από που πήρε το όνομά της. Η προφορική ιστορία έχει να παρουσιάσει μία δική της αφήγηση για την γενεαλογία αυτής της τέχνης, που διόλου δεν απασχολεί πόσο κοντά ή μακρυά είναι από την πραγματικότητα. Έχει μία γεωγραφική αναφορά: την Ανατολή. Έναν πρωταγωνιστή: επίμονο και πονηρό, ο οποίος έπιασε ένα μαγαζί στην Ισταμπούλ, δίπλα από το εργαστήρι ενός ντόπιου χτενά, και κρυφοκοιτούσε από μία τρύπα που άνοιξε στην ξύλινη μεσοτοιχία για να μάθει την τέχνη που εκείνος αρνιόταν να του δείξει. Και ένα όνομα: Γεωργατζάς. Ή κάπως έτσι. Ή και εντελώς αλλιώς. Αλλά από κάπου εκεί πρέπει να προέρχεται και η ονομασία της γλώσσας, γεωργατζαΐικα. Η τέχνη του χτενά ταξίδεψε πίσω σε ένα χωριό του νοτιοανατολικού Πάρνωνα, στον Κοσμά. Φτωχοί γεωργοί και κτηνοτρόφοι μέχρι τότε, αποτέλεσε διέξοδο βιοπορισμού για τους κατοίκους του. Μέρες σαν αυτές, μετά τις αποκριές, οι περισσότεροι την καθαρή βδομάδα, ξεκινούσαν και για οκτώ μήνες τριγυρνούσαν σε συντροφιές σε ολόκληρη την βαλκανική χερσόνησο, ίσαμε και την Ρωσία, φτιάχνοντας ξύλινα χτένια από καλάμι για τους αργαλειούς.

Μέσα στην καθημερινότητα του μεροκαματιάρη γυρολόγου, οι χτενάδες εφηύραν την δική τους ταξική γλώσσα για να συνεννοούνται χώρια από τα αφεντικά τους, τα γεωργατζαΐικα. Δεν ήταν ούτε οι πρώτοι, ούτε οι τελευταίοι. Οι συνθηματικές γλώσσες με, κατά κανόνα, λίγες εκατοντάδες λέξεις, υποδηλώνουν άπειρες κοινές αγωνίες και ανάγκες, από την διαπραγμάτευση του μεροκάματου μέχρι την κοινωνικοποίηση στο περιθώριό του. Τις αγωνίες και τις ανάγκες της τάξης, σα να λέμε. Τα μπουκουρέικα των ραφτάδων των Τζουμέρκων, τα κουδαρίτικα των μπουλουκιών μαστόρων της Κόνιτσας, των Χουλιαράδων και της Δρακότρυπας, τα κρεκόνικα των χτιστών των Λαγκαδινών, τα μεστιτσιώτικα των τεχνιτών της Στεμνίτσας, τα μπαραμπάτικα των μαστόρων των Καλαβρύτων, αποτελούν πολλές και διαφορετικές εκδοχές μίας βασικής γλώσσας: της εργατικής. Και των συμφερόντων της.

Οι ρίζες των γεωργατζαΐικων ήταν άμεσα συνδεδεμένες με την ορεσίβια ζωή και εμπειρία των ανθρώπων του Κοσμά. Οι λέξεις τους προέρχονταν από παραφράσεις των επωνύμων των συγχωριανών τους, από τοπωνύμια, από εμπορικές δοσοληψίες, από ονόματα διπλανών χωριών, δέντρων και χόρτων. Στα μέρη όπου τους ξέβραζε το μεροκάματο, όταν άνοιγε ο καιρός εργάζονταν στον πλάτανο, για να είναι και η βρύση κοντά, όπως έλεγαν, δηλαδή στην ύπαιθρο. Την περίοδο του αντάρτικου τα γεωργατζαΐικα αποτελέσαν γλώσσα συνωμοτική και κρυπτογραφημένη για την οργάνωση των ανταρτών και για την επικοινωνία τους με τους αμάχους κατοίκους της περιοχής για ανεφοδιασμό.

Σήμερα δεν ανταμώνεις εύκολα κάποιον που να ασκεί την τέχνη του χτενά, ούτε και να μιλά τη γλώσσα τους. Σώθηκαν από την επιμονή της προφορικής παράδοσης. Ότι μπορεί να υπήρχε από γραπτό λένε ότι χάθηκε τον χειμώνα του 1944 όταν οι ναζί έκαψαν ολοκληρωτικά το χωριό, μαζί και το αρχείο της κοινότητας του Κοσμά. Η ιστορική μνήμη εκείνου του γεγονότος είναι μπολιασμένη με περίσσια αρχιτεκτονική φροντίδα στις μαυρόπετρες που συναντάς στα αναστηλωμένα σπίτια του χωριού, δημιουργήματα των πετροπελεκητάδων που αξιοποίησαν την ντόπια οικοδομήσιμη ύλη της πέτρας.

Μπορεί τα γεωργατζαΐικα να έχουν χαθεί αλλά οι άνθρωποι στον Κοσμά σήμερα έχουν εφεύρει μία άλλη γλώσσα, αυτήν που αναλογεί στην εποχή της, ίσως. Το πρωινό του Δεκέμβρη που μας πέρασε, όταν εμφανίστηκαν άξαφνα τα μηχανήματα της πράσινης ανάπτυξης για να ισοπεδώσουν το θαυμαστό ελατόδασος πάνω από το χωριό και να κατασκευάσουν δύο εργοστάσια παραγωγής ενέργειας στην καρδιά του, το θυμικό των κατοίκων δεν άφηνε πολλές επιλογές. Το Μαζαράκι, η κορυφή του Πάρνωνα που την είχαν ενσωματώσει στην συνθηματική τους γλώσσα και οι χτενάδες, σήμερα ισοπεδώνεται και μετατρέπεται σε μία αλάνα για την εγκατάσταση ανεμογεννητριών. Το δάσος, το βουνό, ήταν και είναι μέρος της ζωής του χωριού, της μνήμης του, του παρόντος και του μέλλοντος. Το σχεδόν καθημερινό μπλόκο που έχει στηθεί στην αρχή του δασικού δρόμου που οδηγεί στην καρδιά του βουνού, καιροφυλακτεί και προσπαθεί να αποτρέψει την καταστροφή. Στην λαμπύρω που ανάβει εκεί με τα κομμένα ελάτια, πριν ακόμα χαράξει, για να ζεσταθεί το κόκκαλο, πλάθεται η γλώσσα της αντίστασης. Στα φράγματα με πέτρες και κορμούς δέντρων, στις μικρές ανυποψίαστες καθημερινές χειρονομίες τους καθενός και της καθεμιάς από τους κατοίκους, ανάλογα με τις δυνατότητές και την ηλικία τους, πλάθεται η γλώσσα της αλληλεγγύης. Και το δάσος είναι πάντα εκεί, να αγκαλιάσει και να καλύψει την διαφυγή των υπερασπιστών του κάθε φορά που οι λιβανέοι εμφανίζονται να ανοίξουν δρόμο στον εργολάβο και να κάνουν συλλήψεις. Ξέρει να ξεχωρίζει τους φίλους από τους εχθρούς. Και να κατανοεί την γλώσσα τους.

Η ρετσεβούτα – το γράμμα – από τον Κοσμά, παραμένει ανοιχτό προς όλους και όλες. Μία πρόσκληση σε έναν αγώνα επίμονο, οργανωμένο από τη βάση, με τον πιο ευγενικό από τους σκοπούς: την υπεράσπιση του φυσικού κόσμου. Σάνταλα μάραθα, λέει η ξύλινη πινακίδα λίγα μέτρα παραδίπλα από το μπλόκο. Καλωσορίζει στον τόπο. Και κατ’ επέκταση στον αγώνα των κατοίκων του.

Τα ηβδουμήντα δυό νηρά.

Image

Κίν΄σαν από άνθρουπ’ να τα πάν να μητρήσνι τα νηρά τα΄ Βαρδουσιού. Απ’ αφού πήγαν ούλ μέρα μέτραγαν μέτρησαν, μέτρησαν, του βράδ’ έγειραν, χάθ’καν. Τ’ς έφαη του στοιχειό του Βαρδουσιού! Μάτα πήγαν άλλ’ τ’ν άλλ’ την μέρα, του ίδιου έπαθαν κι αυτάν! Μάτα πααίν’νι κι άλλοι, του ίδιου κι αυτόν. Δεύτερα πήγαν άλλ’ δυό τη έγειραν σταυροντά. Έβαλαν τα πουδάρια αντάμ’ αντάμα κι τα κηφάλια τ’ς χώρια τη φαίνουνταν σαν άνθρουπους μι δυό κηφάλια πήι του στοιχειό τα’Βαρδουσιού να τ’ς φάη τι τούρθι θαύμασμα κι τότι μαρτύρ’σι τα νηρά κι είπη.

– Μα τα ηβδουμήντα δυό νηρά τα’ Βαρδουσιού, άνθρουπου μη δυο κηφάλια, δε ματά είδα.

– Κι τότι έμαθ’ ου κόσμους του πως του Βαρδούσ’ έχει ηβδουμήντα δυο νηρά, σα να λέμι τάχα βρύσις.

Το 1927, κάπου στην Αιτωλία, ο Δημήτρης Λουκόπουλος κατέγραφε στα χειρόγραφά του μία ντόπια λαϊκή αφήγηση για τα πολυπληθή νερά των Βαρδουσίων. Και όχι μόνο. Στο δυτικό άγριο κομμάτι του βουνού, εκεί όπου ο αέρας ανεμίζει το λιωμένο χιόνι από το Πάνω και Κάτω Ψηλό στην λάκα της Κουφόλακας, δημιουργείται μία “τεχνητή” βροχή η οποία έδωσε στην τοποθεσία – αλλά κάποτε και σε ολόκληρο το βουνό – το όνομα Ανεμιστός.

Βαρδούσια. Ποζάρουν στον δυτικό καιρό και σμιλεύονται από τον πουνέντη, τα μπουρίνια και τα χιόνια του. Φυλάσσουν στον κόρφο τους, καλά κρυμμένα, πλούσια κτηνοτροφικά λιβάδια, το καθένα ξεχωριστό. Τσομπάνηδες που ακόμα να συμφωνήσουν στις ονοματιές των κορφών. Και στα νότια τεντώνονται με μία κορυφογραμμή μέχρι πάνω από την τεχνητή λίμνη του Μόρνου, συνεισφέροντας σε νερά με τον Κόκκινο ποταμό. Όπως είπε και ένας πάνκης φίλος που προσπαθούσε μάταια να συνδεθεί με την συνήθεια να στραγγίζεις τα σαββατοκύριακα σε κάποιο χειμερινό βουνό, κατουράς στο Πιτιμάλικο και το πίνεις στα Πετράλωνα.

Γράφουμε την ιστορία μας;

Image

Δύο φοίνικες στην πρόσοψη της βίλας του Ιόλα στην Αγ. Παρασκευή. Τα τελευταία τέσσερα μέτρα μίας σκουριασμένης περίφραξης παρατημένης στον περιφερειακό του Φιλοπάππου, ακατάδεκτης ακόμα και για σκραπ. Άγαρμπα νταμάρια που άφησε πίσω του ο αυτοκινητόδρομος στον Υμηττό. Τσαμπουκαλεμένοι τοίχοι στα δυτικά. Καζανισμένα τσίπουρα σε αυλές στα ανατολικά. Παγκάκια στην πλατεία της Ν. Σμύρνης, κατουρημένα από λόκαλ χουλιγκάνια. Μία κεραία ασυρμάτου να χασκογελάει στα εγχειρήματα που στήνονται τριγύρω της. Ανεπαίσθητοι κόκκοι χαλικιών στην αυλή του πέτρινου σπιτιού στα Άνω Πετράλωνα. Ημιυπόγεια της πόλης, φθηνά και ποτισμένα από ξενυχτισμένα τσιγάρα. Καταλήψεις, σαν σπόροι κάτω από το χιόνι. Χάλκινες κατσαρόλες, καβουρδισμένες από τις συλλογικές κουζίνες που έχουν βγάλει σε πέρας. Μία οδοντιατρική καρέκλα αποκαμωμένη από τα σώματα που κύρτωσαν απάνω της. Μία μωβ ομπρέλα και ένα παθιασμένο ραντεβού έναν Φλεβάρη στην Σταδίου, κάπου το 2012.

Άμα καθίσεις και πιάσεις κουβέντα μαζί τους, ίδια είναι η ερώτηση που θα σου κάνουν. Γράφουμε την ιστορία μας; Το βιβλίο “Από τα κάτω”, μία κινηματική προφορική ιστορία των συνελεύσεων γειτονιάς στην Αθήνα την περίοδο 2008-2015, είναι μια είδους απάντηση στο παραπάνω ερώτημα. Ότι κατάφερε να χωρέσει δηλαδή στις 535 σελίδες του, μέσα από τις 37 συνεντεύξεις ανθρώπων που συμμετείχαν σε 18 συνελεύσεις γειτονιάς. Υπάρχουν ωστόσο και πολλές ακόμα απαντήσεις, χιλιάδες ίσως προσωπικές εξιστορήσεις, όσες και οι άνθρωποι που συμμετείχαν σε αυτό το ψηφιδωτό των κοινοτήτων αγώνα που είχαν μετατρέψει τότε την Αθήνα και τα προάστιά της σε ένα σύνολο από πολλά μικρά χωριά, σε ένα αντιεξουσιαστικο φυτώριο που δοκίμαζε στην πράξη σχέσεις και δυνατότητες.

Απολογισμός δεν θα μπορούσες να πεις ότι είναι αυτό το βιβλίο. Μάλλον μία μεταφορά συλλογικών εμπειριών που μπορούν να εμπνεύσουν ή να φανούν χρήσιμοι όταν έρθει η κρίσιμη στιγμή της γνωστής υπόθεσης, με το ύψιλον κεφαλαίο. Η ιστορία εκείνη συνεχίζεται μέχρι και σήμερα σε κάποιες γειτονιές. Ας είμαστε ειλικρινείς ωστόσο, συζητώντας το, γράφοντάς το και διαβάζοντάς το ξανά και ξανά, ασυναίσθητα ψάχνεις μία συμπυκνωμένη προσωπική κατακλείδα, και αυτό δεν το λες και εύκολο. Ευτυχώς βρεθηκε προχθές το βράδυ εκείνος ο καταληψίας της Βίλλας Βαρβάρα στην Θεσσαλονίκη, στον επίλογο του ντοκιμαντέρ “Βαρβαρική κληρονομιά”, που βρήκε τις λέξεις για τον δικό του μεστό και κυνικό απολογισμό εκείνου του εγχειρήματος: όλα τα αγόρια και όλα τα κορίτσια που ήμασταν τότε στην Βαρβάρα, ήμασταν όμορφοι άνθρωποι. Ε, αυτό ακριβώς ήταν και όσοι και όσες συμμετείχαν στις κοινότητες αγώνα που είχαν στηθεί εκείνη την εποχή στις γειτονιές και τα προάστια της Αθήνας. Όμορφοι άνθρωποι.

* Το βιβλίο κυκλοφορεί με ελεύθερη οικονομική συνεισφορά σε αυτοδιαχειριζόμενους χώρους. Για επικοινωνία με την ομάδα συγγραφής, spectre@espiv.net

Η μυστηριακότητα της παραγωγής πολιτικής στην επαρχία [μέσα από τέσσερις ιστορίες των βουνών και των ριζών των Αγράφων].

Image

1.

Λυσσομανάει, και για να διαβείς το διάσελο του Αη Νικόλα, στα 1.800 μέτρα, η μόνη επιλογή διαπραγμάτευσης με τον άγιο είναι να πεις τρεις φορές “Βραγγιανίτες είμαστε”. Έτσι εκείνος θα σε κατεβάσει με ασφάλεια ίσα με το χωριό. Πολλοί ξεκίνησαν αισιόδοξοι ότι μπορούν να φτάσουν μέχρι τον Καρβασαρά και πιο σακάτω, αλλά έμειναν κολλημένοι στην πηχτή υγρασία της κοιλάδας του Αγραφιώτη και άραξαν στον άμστελ για να πιουν μία μπύρα, που όπως μαρτυρά και το όνομά του είναι ότι πιο εγκάρδιο μπορεί να ενυδατώσει τον διαβάτη. Αυτό το χωριό, χτισμένο στον σβέρκο των βοσκοτόπων της Νιάλας, από μόνο του χρειάζεται μία ξεχωριστή έκδοση χάρτη για να αποτυπωθούν μαχαλάδες, τοπωνύμια, πηγές και στράτες, σαν αυτόν τον χειρόγραφο που στέκει καβατζωτά πίσω από την πόρτα στο καφενείο του Φίλιππα και που απευθύνεται όχι σε γοργούς περαστικούς αλλά σε ανθρώπους που στέκονται. Ο διαβάτης εδώ θα συναντήσει δύο καφενεία. Εάν σταθείς λίγο παραπάνω στον τόπο και γίνεις ένα με τους ανθρώπους του θα πιεις ένα τσίπουρο και σε άλλα δύο. Απ΄έξω δεν μοιάζουν καθόλου με τέτοια, μέσα όμως έχουν τη ζεστασιά, το φίλεμα και την κοινωνικότητα των ανθρώπων που κρατούν αυτόν εδώ τον τόπο στην καρδιά των Αγράφων. Και εάν το 1889 καταγράφονταν για πρώτη φορά στον ημερήσιο τύπο της Πενσυλβάνια με τον όρο “speak easy” ο μυστικός χώρος παράνομης πώλησης αλκοόλ την εποχή της ποτοαπαγόρευσης, στα βραγγιανιώτικα speakeasy καφενεία το επίδικο δεν είναι ούτε το αλκοόλ, ούτε η χαμηλόφωνη ομιλία για να μην γίνεις αντιληπτός. Αλλά η ίδια η ομιλία, η κυκλοφορία των εμπειριών των αγώνων, η πολιτική καταγωγή, η μοιρασιά, η γνωριμία. Μέσα σε ένα τέτοιο περιβάλλον σμιλεύονται οι πιο βαθείς εξομολογήσεις, όπως αυτή που αποτέλεσε την κατακλείδα σε ένα αυγουστιάτικο σούρουπο: για έναν συνταξιούχο αστυνόμο που υπηρετούσε στην τροχαία της εθνικής οδού και συνόδευε τα βράδια τα τριαξονικά που μετέφεραν εξαρτήματα ανεμογεννητριών σε διάφορους τόπους μέχρι που, στο όριο του πανικού, κατάλαβε ότι στη σειρά αυτών των τόπων προστέθηκαν η Νιάλα και το Βοϊδολίβαδο, το χωριό του. Και κάπως έτσι το βίωμα και η συναισθηματική και μνημονική σύνδεση με τον τόπο οδήγησαν σε θέση πολιτική. Και άφησαν να κυλήσει ένα δάκρυ στο μάγουλο για όλα εκείνα τα χρόνια της αδράνειας και της αδιαφορίας, που “απλά” συνόδευε τις μεταμεσονύχτιες ώρες τριαξονικά στην εθνική.

2.

Μία ξαφνική ανοιξιάτικη νεροποντή είχε ξεσηκώσει κάθε μυρωδιά της γης και έκανε το Τσαρδάκι απέναντι να φαίνεται καθάριο, σα να μετακόμισε στην από εδώ μεριά της λίμνης. Το παράθυρο ήταν ανοιχτό και ένα ανεπαίσθητο αεράκι έφερε κάποιες ξώφαλτσες σταγόνες στο εσωτερικό του σπιτιού. Η στοίβα με τα φύλλα του Ριζοσπάστη, τοποθετημένα με ψυχαναγκαστική φροντίδα στο τραπεζάκι του σαλονιού συμπληρώνονταν με καθυστέρηση μίας ημέρας καθώς η διακίνηση των εφημερίδων εδώ πάνω δεν μπορούσες να πεις ότι ήταν στις προτεραιότητες του μπακάλη. Αλλά χατίρι δεν του χαλούσε, άνθρωπος της εκκλησίας αυτός, ήξερε από τελετουργίες και την ιερότητα αυτών για τη ψυχή. Σε ένα σκονισμένο ράφι ξεπρόβαλε η Φυσιολογική Ζωή του Βασίλη Παλαιοκώστα. Πρώτη φορά τον είχε δει καταμεσής ενός χειμώνα της δεκαετίας του ‘90, τοιχοκολλημένο σε αφίσες στο χωριό που τον καταζητούσαν. Σίγουρα τώρα είναι πιο ζεστά εκεί, στο ράφι όπου στέκει. Ο Στέφανος είναι μία περίεργη φουρνιά κομμουνιστή, σαν να μην έχει ψηθεί ομοιόμορφα, από αυτούς που φυτρώνουν στην επαρχία και τα κουτάκια των αγκιτατόρων της πρωτεύουσας δυσκολεύονται να κατατάξουν. Κολλητός με αναρχικούς, υποψήφιος μία φορά με το Κόμμα, τώρα καθόμαστε εδώ και μου εξηγεί γιατί η αλλαγή του εκλογικού νόμου που δεν σου επιτρέπει να κατέβεις ως ανεξάρτητος υποψήφιος για το χωριό σου αποτελεί ένα ακόμη σφιχταγκάλιασμα της τοπικής αυτοδιοίκησης με το κομματικό προσοδικό κράτος. Έχει περάσει από τον πολιτιστικό του χωριού, χρυσή η εθελοντική προσφορά για τα γούστα του αλλά κατάλαβε ότι η πρόσβαση στα γραφεία της εξουσίας είναι αναπόφευκτη εάν θέλεις να γίνουν δύο ουσιαστικά και χρηστικά πράγματα στον τόπο: θα σου ζητήσουν θεσμική κατοχύρωση, θα αναζητήσεις τις τεχνικές υπηρεσίες και τη χρηματοδότηση που ξεπερνά τις δυνατότητες των συγχωριανών και της ετήσιας συνδρομής τους σε έναν σύλλογο, πρέπει να είσαι στα “μέσα” για να μαθαίνεις πρότερα αυτά που σε διαφορετική περίπτωση σε φέρνουν προ τετελεσμένων. Όπως τις άδειες που δίνονται ασυστόλως και εν κρυπτώ στην βιομηχανία της πράσινης ανάπτυξης. Ο “Καποδίστριας” και ο “Καλλικράτης” άφησαν την τοπική αυτοδιοίκηση χωρίς σώμα. Μόνο στο κεφάλι μοίρασαν περισσότερη εξουσία. Από “τοπική” έγινε συγκεντρωτική με έδρα μία μεγάλη πόλη. Και ως “αυτοδιοίκηση” κατέληξε απλά να έχει έναν συμβουλευτικό λόγο σε κρίσιμα, για τους κατοίκους των χωριών, θέματα. Κατέβηκε υποψήφιος κοινοτάρχης με έναν συνδυασμό με τον οποίο δεν μοιραζόταν ούτε την μισή καρδιά του, όχι γιατί μιλούσε ωραία και πειθήνια αλλά γιατί αντιλαμβανόταν με καθαρότητα την υλική πραγματικότητα της ορεινής επαρχίας και τον δρόμο κάλυψης κάποιων αναγκών της. Η πρακτική θεωρία συνδιαλέγεται και παράγει πολιτική. Και ας ήξερε ότι κάποια στιγμή θα έπρεπε να παλέψει και για τον εαυτό του, να μην βγει από εκεί μέσα αμετροεπής και κανίβαλος.

3.

Μόλις είχαν τελειώσει το μάθημα παραδοσιακών χωρών στο δημοτικό σχολείο και είχαν στήσει μία ομήγυρη χαχανίζοντας και ξαναβρίσκοντας τις ανάσες που τους είχε κλέψει για μία ώρα τώρα ο Κλοζέ με εκείνο το όργανο που παρουσίασε το 1839, το κλαρίνο. Η συζήτηση ήταν γυμνή από αρχή, συνεχιζόταν κάποιες μέρες τώρα, υποψιαζόσουν ότι βρισκόταν κάπου στη μέση της και σίγουρα αναζητούσε απαντήσεις και ένα τέλος. Στο οροπέδιο του Καραμανώλη, λίγα χιλιόμετρα παραπάνω, είχε στηθεί ένα αυτοοργανωμένο camp όπου εκατοντάδες κόσμου συζητούσαν και έπρατταν γύρω από την ανάγκη υπεράσπισης των βουνών των Αγράφων από την αιολική βιομηχανία. Κάθε μέρα καμπόσοι από αυτούς τριγυρνούσαν στα χωριά της περιοχής. Οι εστιάτορες γυάλιζαν τα μαχαιροπίρουνα και τακτοποιούσαν τις καρέκλες περιμένοντας πελατεία, αλλά αυτοί είχαν στήσει τη δική τους συλλογική κουζίνα εκεί ψηλά. Στα χωριά κατέβαιναν για έναν άλλον πολύ σημαντικό λόγο. Να ενημερώσουν, να γνωριστούν, να κινητοποιήσουν πριν να είναι πολύ αργά. Ένα καινούργιο χωριό είχε στηθεί παραδίπλα και οι κλειστές παραιτημένες επαρχιώτικες κοινωνίες του επιφύλασσαν αυτό στο οποίο ήταν χρόνια εκπαιδευμένες, αδιαφορία ή καχυποψία. Και λίγο κουτσομπολιό για τους ντόπιους που έκαναν παρέα μαζί τους. Η συζήτηση της ομήγυρης του σχολείου έχει σοβαρέψει και καταλαβαίνεις ότι τίθενται θέματα αναθεώρησης της ιστορίας. Οι πληροφορίες που μοιράζονται θέλουν τους γνωστούς και ντόπιους που συμμετέχουν σε αυτήν την μάζωξη να είναι εκπληκτικά περισσότεροι απ’ όσους αντιστοιχούν στους συνήθεις δακτυλοδεικτούμενους των μικρών τους κοινωνιών. Και ότι εάν έστω και τα μισά απ’ όσα λένε έχουν πραγματική βάση τότε οι βουνοκορφές τριγύρω θα γίνουν εργοστάσια παραγωγής ενέργειας και δεν θα πατάει ψυχή στα χωριά. Μα το χειρότερο, το βράδυ που καθόντουσαν στο σπίτι και άνοιγαν την τηλεόραση, έβλεπαν στις ειδήσεις να μιλάνε για τον τόπο τους και τον ξεσηκωμό από κάθε μεριά της Ελλάδας για να σωθούν τα Άγραφα. Ε, κάπου εδώ ένιωσαν ότι έπρεπε να μπει ένα όριο. Μα κάτσε, δεν μπορεί να έρχονται εδώ από όλη την Ελλάδα να μιλάνε για τον τόπο μας, να συμβαίνει κάτι τόσο σημαντικό και εμείς να καθόμαστε σπίτι μας και να μην έχουμε ξεσηκωθεί επίσης. Ένας πρωτόλειος εγωκεντρικός τοπικισμός που παράγει πολιτική. Πρώιμος τότε, αλλά από κάπου δεν πρέπει να ξεκινήσεις για να συναντήσεις το όλον, να σκεφτείς συνολικά και όχι μερικά; Την επόμενη μέρα δεν περίμεναν το camp να κατέβει στο χωριό τους, ανέβηκαν αυτές, είχε μία συζήτηση για τα μικρά υδροηλεκτρικά στα ποτάμια.

4.

Ένα ξηρό χειμωνιάτικο πρωινό έχει ξυπνήσει και το καφέ Κιέριον στο κέντρο της Καρδίτσας είναι γεμάτο. Στη γωνιά όπου συναντιούνται τα ονόματα δύο αποδημήσαντων δημάρχων της πόλης, του Μπλατσούκα και του Τζέλλα, η θέση του είναι κομβική, όπως και της παλιάς πόλης Κιέριον στον σοφαδίτικο κάμπο, που έλεγχε όλα τα περάσματα της περιοχής. Στην άκρη του κεντρικού πεζόδρομου της πόλης, απέναντι από τα κεντρικά τραπεζικά υποκαταστήματα και τον τοπικό ειδησεογραφικό οργανισμό, με μία αισθητική που έχει ξεμείνει στην δεκαετία του ‘90, σε μία μυθιστορηματική απεικόνιση της πόλης θα μπορούσε να κουβαλάει την εσάνς των λογοτεχνικών καφενείων της Αθήνας του μεσοπολέμου. Εάν ξεκαβαλικέψουμε όμως από τους μύθους θα συναντήσουμε ανθρώπους καμπίσιους, μάλλον συνταξιούχους, μισοκρυμμένους πίσω από την τοπική εφημερίδα που τυπώνεται σε φορμάτ Ρηνανίας, φλυαρούντες επί παντός επιστητού. Αυτό δεν είναι μοναδικό προνόμιο των θαμώνων αυτού του καφέ, σε κάθε τέτοιον χώρο στην πόλη το πρωινό περιλαμβάνει τούρκικους, πρέφα, εφημερίδα και πληροφορίες της πιάτσας. Στα καφενεία της πόλης δύο πράγματα παραμένουν θολά: η ταξική κατηγοριοποίηση με ενδυματολογικούς ή φυσιογνωμικούς κανόνες. Και πόση από την εφημερίδα διαβάζουν όσοι την κρατούν ανοιγμένη μπροστά στο πρόσωπό τους. Η παρουσία της ωστόσο σε αυτούς τους χώρους είναι μία απαραίτητη τελετουργία. Να την πάρεις στα χέρια σου και έστω να την ξεφυλλίσεις ένας εξαγνισμός. Το να γραφτεί κάτι εκεί μέσα είναι μία άτυπη επικύρωση ότι όντως κάτι έχει συμβεί ή συμβαίνει. Γράφομαι εκεί, άρα υπάρχω. Είναι οι κώδικες μίας άλλης εποχής μέσα από τους οποίους εξακολουθούν να αντιλαμβάνονται τα πράγματα οι άνθρωποι εκείνης της εποχής. Και σημαίνει κάτι συγκεκριμένο κοινωνικά όταν έχεις καταφέρει να βρίσκεσαι μέσα στις σελίδες της όχι σαν μία ατομική υπογραφή ενός κειμένου αλλά σαν αποτύπωση μίας συλλογικής άποψης και ενός συλλογικού αγώνα που διηγείται την υπεράσπιση των βουνών και των νερών. Στην εφημερίδα της πόλης καταγράφονται η διεισδυτικότητα των αγώνων, οι συνακόλουθες διαπραγματεύσεις και οι μετατοπίσεις των τοπικών μικροεξουσιών. Διαμορφώνεται μία ατζέντα με έναν ανορθόδοξο τρόπο, όχι από-τα-πάνω, αλλά από την βάση, μέσα από το βίωμα, την μαζικότητα και την ουσιαστική ανάγκη αυτών που κινητοποιούνται. Είναι εκείνες οι μαγικές στιγμές που διαπιστώνεις ότι η εξουσία προσπαθεί να συμβαδίσει μαζί σου για να πάρει ανάσες και να επιβιώσει, αλλά εσύ χαμογελαστός και κορδωμένος της κάνεις τον δύσκολο, γυρίζεις την πλάτη, συνεχίζεις. Είναι τότε που επιτρέπεις στον εαυτό σου την υπερβολή, να θυμηθείς εκείνο που είχαν γράψει κάποτε οι Ιταλοί αυτόνομοι, για το “τυπικό” και το “πραγματικό” σύνταγμα. Και εσύ να παράγεις πολιτική με όρους “πραγματικού”.

Είναι μυστήριο και μυστηριακό συνάμα να παράγεις πολιτική στην ελληνική επαρχία. Συναντάς μία στόφα ανθρώπων οι οποίοι σου μοιάζουν να μην έχουν βγει από τα βιβλία μίας συνεκτικής θεωρίας αλλά μέσα από τις πράξεις τους είναι κάτι παραπάνω από ικανοί να γράψουν τα δικά τους βιβλία. Οι αγώνες υπεράσπισης του περιβάλλοντος παράγουν πολιτική όχι μόνο μέσα από αναλύσεις και θέσεις πάνω στην “πράσινη ανάπτυξη”, αλλά επαναφέροντας ζητήματα μνήμης, βιώματος και πολιτισμού των ανθρώπων και των τόπων. Και αυτά δεν μπορούν να ταξινομηθούν και να ιεραρχηθούν μέσα από μία κάθετη δομή, αλλά να τοποθετηθούν οριζοντίως, να εμπλουτίσουν και να εμπνεύσουν πολιτικές θέσεις. Η δυνατότητα συμπερίληψης και κατανόησης των διαφορετικών κοινωνικών εμπειριών μπορεί να αφήσει μία πλούσια παρακαταθήκη για ατομική και συλλογική επεξεργασία, και το πιο σημαντικό, καμπόσες βουνοκορφές να στέκουν περήφανες και καμπόσα ποτάμια να συνεχίσουν να ρέουν με τα γάργαρα νερά τους.

Φωτό | @roza.judy28

Φιλοξενήθηκε στο 24ο τεύχος του περιοδικού Yusra

Λύκοι, σας παρακαλώ μην κλαίτε.

Image

Την έβδομη μέρα του Γενάρη του 1386, στην πλατεία της πόλης Falaise στην Νορμανδία, είχε μαζευτεί μία περίεργη ομήγυρη. Ευγενείς μέσα στις πανοπλίες τους ανάκατα με κυρίες ντυμένες με βελούδινα πανωφόρια και φτερά στα κεφάλια. Ρασοφόροι. Κυνηγοί. Ηλικιωμένοι άνδρες και μικρά παιδιά. Το ξύλινο ικρίωμα στην άκρη της πλατείας. Ο δήμιος, τα φορεμένα του γάντια, ένα καινούργιο σχοινί που κρεμόταν, όλα μαρτυρούσαν τον λόγο αυτής της συγκέντρωσης. Σε λίγο, η εμφάνιση του κρατούμενου, ντυμένου με ένα αντρικό κοστούμι και συνοδευόμενου από ένοπλους άνδρες πάνω σε άλογα, θα πείσει και τον τυχόν τελευταίο ανυποψίαστο που μπορεί να υπήρχε ανάμεσα στις πέντε εκατοντάδες κόσμου. Εξάλλου τις προηγούμενες ημέρες η είδηση είχε ταξιδέψει σε όλη την πόλη, ότι ο κρατούμενος είχε προκαλέσει τον θάνατο ενός παιδιού ακρωτηριάζοντας το πρόσωπο και τα χέρια του. Ο νομικός κώδικας της εποχής, έχοντας διανύσει ήδη μία μεγάλη διαδρομή μέσα στους αιώνες – από τον κώδικα του Χαμουράμπι στο βαβυλωνιακό δίκαιο, μέχρι τον lex talionis και το οφθαλμός αντί οφθαλμού της εβραϊκής Βίβλου – έπρεπε να εφαρμοστεί. Πριν τον απαγχονισμό, το κεφάλι και τα πόδια του κρατουμένου έπρεπε να ακρωτηριαστούν. Ύστερα από διαταγή του δούκα της εποχής αυτή η ιστορική σκηνή αποτυπώθηκε σε μία τοιχογραφία στον δυτικό τοίχο της εκκλησίας της Αγίας Τριάδας της πόλης, μέχρις ότου το 1820 κάποιοι μπογιατζήδες ασβεστώσουν ολόκληρο το ναό, μαζί και αυτήν. Έτσι, λοιπόν, η καταδίκη σε θάνατο δια απαγχονισμού ενός γουρουνιού-εγκληματία – γιατί περί αυτού πρόκειται – χάθηκε σαν υλική ιστορική αποτύπωση αλλά έδωσε προοπτικές στην λαϊκή μυθιστορηματική αποτύπωση του γεγονότος.

Δεν ήταν ούτε η πρώτη ούτε η τελευταία φορά που ο άνθρωπος (κατα)δίκαζε ζώα. Ένας κόκορας κάηκε στην πυρά γιατί γέννησε ένα αυγό. Τα μυρμήγκια που έκλεβαν το σιτάρι από την αποθήκη ενός φραγκισκανικού μοναστηριού οδηγήθηκαν ενώπιον δικαστηρίου και την γλίτωσαν με έναν συμβιβασμό με τους μοναχούς. Μία κοινότητα τυφλοπόντικων εξορίστηκε από ένα χωριό των Άλπεων λόγω των προβλημάτων που τους καταλόγιζαν ότι προκαλούσαν. Ένας σκύλος που δάγκωσε το πόδι ενός δημοτικού συμβούλου καταδικάστηκε σε φυλάκιση για ένα χρόνο σε ένα κλουβί που βρίσκονταν σε δημόσια θέα στην κεντρική πλατεία μίας αυστριακής πόλης. Και εάν τα κοσμικά δικαστήρια ασχολούνταν με τέτοιου είδους υποθέσεις, τα εκκλησιαστικά αναλάμβαναν τις επιδρομές από ακρίδες και άλλα έντομα τα οποία κατέστρεφαν τις αγροτικές καλλιέργειες (στις περίφημες “δίκες των παρασίτων”). Εγνωσμένοι δικηγόροι του Παρισιού έχτισαν καριέρες πάνω σε αυτές τις δίκες, αναπτύσσοντας σταδιακά ένα νομικό οπλοστάσιο υπεράσπισης των ζώων που θα τους επιφύλασσε δικαστικές νίκες και μία ιδιόμορφη υστεροφημία.

Γελοιοποιούμε τα μεσαιωνικά δικαστήρια ζώων και εντόμων αλλά για τις εξουσίες της εποχής όλα αυτά είχαν πολύ συγκεκριμένες χρησιμότητες, με τις αντιστοιχίες τους να φτάνουν μέχρι και στο σήμερα. Από τη μία, η εκκλησία με τις τιμωρίες τις οποίες επέβαλλε επικύρωνε την πνευματική της εξουσία και τη Δυνατότητα των υπερφυσικών της κυρώσεων. Ο εξαγνισμός των ανθρώπων από την αμαρτία – η οποία είχε την μορφή όλων αυτών των παρασίτων που κατέτρωγαν τις καλλιέργειες – επιτυγχάνονταν με την περαιτέρω έκφραση της πίστης σε αυτήν, που συνεπαγόταν την εκ νέου αύξηση των εσόδων από τους φόρους που επέβαλλε ανά περιόδους αλλά η συλλογή τους παρέμενε στα τάρταρα. Και από την άλλη, οι κρατικές αρχές κατοχυρώνονταν στο συλλογικό υποσυνείδητο ως ένα πετυχημένο μονοπώλιο επιβολής του νόμου και διατήρησης της τάξης με αποφασιστικό τρόπο, ακόμα και όταν οι παραβάτες ήταν μή ανθρώπινα όντα.

Οι δίκες και καταδίκες των ζώων μπορεί να μην αποτελούν σήμερα μέρος του ποινικού συστήματος, ωστόσο ο άγραφος εθιμικός κώδικας της επαρχίας, με διαφορετική ένταση και έκταση ανά χρονικές στιγμές και ανά γεωγραφίες, επιφυλάσσει ανάλογες μεταχειρίσεις για τα “απείθαρχα” ζώα, στα οποία είτε καταλογίζεται αορίστως ένα “παράπτωμα” είτε κρίνεται προληπτικά ότι έχουν ροπή προς το να γίνουν “επικίνδυνα”. Και έτσι παγώνουν τα γέλια που υποδηλώνουν την ηθική και πολιτιστική ανωτερότητα του σήμερα.

Η πρόσφατη εισαγγελική διάταξη για την αιχμαλωσία λύκων από την Πάρνηθα και την μεταφορά τους σε άλλο σημείο στην βόρεια Ελλάδα, αποτελεί την κρατική αντανάκλαση μίας, διάχυτης κοινωνικά, δίκης και καταδίκης ενός μοναδικού άγριου ζώου, στο οποίο έχουν φορτωθεί όλα τα κακά του κόσμου: από τα παραμύθια μέχρι τις διάφορες μυθολογίες για τους οικολόγους, την καταστροφή της κτηνοτροφίας και τώρα τον κίνδυνο αφανισμού των ελαφιών. Έχει όμως και κάποιους ισχυρούς συμβολισμούς, πέρα από τις όποιες αντιρρήσεις μπορούν να κατατεθούν στη βάση της διαχείρισης του πληθυσμού ενός προστατευόμενου ζώου.

Η αμετροέπεια της εξουσίας αντανακλάται μέσα από έναν εισαγγελέα και θεωρεί ότι είναι σε θέση να ορίσει ποια άγρια ζώα θα υπάρχουν σε ένα βουνό. Αφού οι πειθαρχικές εντολές έχουν αποικίσει όλο και περισσότερα κομμάτια της κοινωνικής αναπαραγωγής μας, μέσα από μία άθλια ανθρωποκεντρική λογική η εξουσία τώρα επιχειρεί το ίδιο και στον φυσικό κόσμο.

Πατάει όμως και στην αβάντα που της έχει δώσει η βιομηχανοποίηση όλο και περισσότερων κομματιών της φύσης. Ο βιομηχανικός ανθρώπινος πολιτισμός επελαύνει μέσα σε ελατοδάση, σε κοίτες ποταμών και σε αλπικά πεδία. Και μαζί του κουβαλάει και τους ηθικούς του κανόνες, τις νομολογίες του, ανατριχιαστικά ικανός να τους επιβάλλει με τους όρους του πιο δυνατού. Και στο τέλος ευελπιστεί ότι θα απομαγεύσει την αγριότητα και την αυταξία ενός κόσμου που δεν θέλησε να αντιληφθεί ποτέ.

Αν ζούσε σήμερα ο Φάρλεϋ Μόατ αυτοί ήταν ικανοί να τον καλέσουν και να τον εξοπλίσουν με δύο ντουφέκια, ένα ρεβόλβερ σε πέτσινη θήκη για τη ζώνη, δύο κυνηγετικά όπλα, μία αρμαθιά δακρυγόνες βόμβες, δύο τεράστια πάκα καπνογόνα και μία μεγάλη κάσα με κάτι διαβολεμένα σκευάσματα που εκτόξευαν υδροκυάνιο στο στόμα οποιουδήποτε ζώου πλησίαζε να τα περιεργαστεί. Η δουλειά να γίνεται. Αυτός, στο βιβλίο που έγραψε το 1963 για να μεταφέρει την εμπειρία μιας αποστολής που έμεινε ημιτελής, αναφωνούσε το στοργικό “λύκοι, σας παρακαλώ μην κλαίτε”. Σήμερα, αν είναι κάποιος να κλάψει, ας είναι ο ανθρώπινος πολιτισμός για την κατάντια του.

Σκέψεις που χωρούν συμπληρώσεις για την νησιωτικοποίηση των βουνών.

Image

1.

O Αντόλφ Λοράν Ζοάν το 1896 κυκλοφόρησε έναν τουριστικό οδηγό για την Ελλάδα και την Αθήνα τον οποίο λακωνικά θα μπορούσαμε να περιγράψουμε ως μία σεβάσμια ταξιδιωτική χαρτογράφηση και αποτύπωση της εποχής. Προλογίζοντας την έκδοση γράφει ότι το βιβλίο εξερευνά όλα τα θέματα που μπορούν να βοηθήσουν στην κατανόηση της λεπτότητας του ελληνικού πολιτισμού δίνοντας την επιλογή στους αναγνώστες να γνωρίσουν τα ζητήματα και τις δυσκολίες που μπορεί να συναντήσουν, να ερμηνεύσουν τις αντιλήψεις που επικρατούν και να μπορέσουν να συνεννοηθούν στοιχειωδώς με τους γηγενείς. Γνωρίζω, ερμηνεύω, συνεννοούμαι. Τρία ρήματα που απουσιάζουν από τους τουριστικούς οδηγούς του σήμερα, από την κοσμοαντίληψη των περιστασιακών αναγνωστών τους, από την κουλτούρα των επισκεπτών ενός τόπου.

Λίγο η χρονική συγκυρία της επανέναρξης τότε των ολυμπιακών αγώνων, λίγο το brand name του συγγραφέα – ο οποίος έχοντας ένα βαρύ βιογραφικό από πίσω του αλλά και εισάγοντας στα βιβλία του τη σχολαστική αποτύπωση λεπτομερειών από τα ταξίδια του, που τον καθιστούν ικανό ανταγωνιστή προγενέστερων μεγάλων ονομάτων των ταξιδιωτικών κύκλων – εκείνος ο οδηγός του Ζοάν, πρόδρομος των μετέπειτα γνωστών Guide Bleu (“Μπλε Οδηγός”), τα επόμενα 15 χρόνια θα κάνει δύο επανεκδόσεις. Τα ορεινά και αστικά τοπία, οι διατροφικές συνήθειες των ανθρώπων τους, οι δυνατότητες διαμονής, ο πολιτισμός, τα ήθη και τα έθιμα καταγράφονται με τέτοιον τρόπο που σήμερα αποτελούν έγκυρη πρώτη ύλη των ιστορικών για την αναπαράσταση της τότε πρωτεύουσας, της ελληνικής υπαίθρου, των ανθρώπων τους και των χουγιών που κουβαλούσανε.

2.

Ο απολογισμός του φετινού καλοκαιριού αφήνει πίσω του αιγαιοπελαγίτικα νησιά αφυδατωμένα από νερά. Κάπου ανάμεσα στον κουρνιαχτό που σηκώθηκε από χωμάτινους, άδειους πάτους φραγμάτων και λιμνοδεξαμενών και τις σαχλές πρωινές τηλεοπτικές συνδέσεις με το λιμάνι του Πειραιά, τα νησιά δεν έπαψαν να αποτελούν πεδίο ταξικών αποκλεισμών. Αυτοί δεν εκφράζονται μόνο μέσα από την αυστηρή οριοθέτηση του είδους του τουρισμού που θα “χωράει” πια σε αρκετά από αυτά, αλλά ξεκινάει από πολύ πιο πριν, από τη (μη) δυνατότητα να πληρώσεις τα χρήματα για να μπεις μέσα σε ένα πλοίο και να ταξιδέψεις σε αυτά. Αναπόφευκτα, ένα κομμάτι ανθρώπων θα επιλέξουν τόπους της ηπειρωτικής ελλάδας, πιο εύκολα προσβάσιμους, τόσο γεωγραφικά όσο και οικονομικά (συγκριτικά και όχι a priori).

3.

Τα βουνά και τα ποτάμια τα τελευταία χρόνια έχουν μετατραπεί σε ένα πεδίο κοινωνικού ανταγωνισμού καθώς ένα ετερόκλητο πλήθος ανθρώπων συζητούν, οργανώνονται και αγωνίζονται ενάντια στην μετατροπή τους σε ένα απέραντο βιομηχανικό εργοστάσιο για την παραγωγή ενέργειας. Τα τελευταία χρόνια τα βουνά έχουν αποκτήσει μία διαφορετική ορατότητα στον δημόσιο λόγο, μέσα από την ανάγκη των ανθρώπων να εφεύρουν γλωσσικά σχήματα για να περιγράψουν και να επικοινωνήσουν ένα μικρό μέρος από την απέραντη ομορφιά τους, την κουλτούρα και τον πολιτισμό που παράγουν, με λίγα λόγια να μας διηγηθούν την ιστορία τους. Τα βουνά έχουν αποκτήσει προσβασιμότητα για τους ανθρώπους της πόλης. Κάποιοι θα βρεθούν σε αυτά για να στηρίξουν και να συμμετάσχουν σε κινητοποιήσεις. Και θα ξαναεπιστρέψουν σε αυτά. Κάποιες θα επανασυνδεθούν με τους τόπους καταγωγής τους πυροδοτώντας εκρήξεις μικρών τοπικισμών. Άλλοι θα βρεθούν σε αυτά για να γεμίσουν το καρνέ των φωτογραφιών τους στο instagram. Όλες και όλοι μιλάνε γι’ αυτά, κάποιες φορές μπορεί και για έναν θολό λόγο, αλλά δεν παύουν να είναι τόποι που σηματοδοτούν κάτι. Αυτό μπορεί να είναι μία συλλογική φαντασίωση, μπορεί να είναι και αυστηρά προσωπικό. Όταν αυτό το κάτι βρεθεί σε θέση να παράξει πολιτιστικά προϊόντα σύντομα θα βρει και τον τρόπο να πουλήσει και να πουληθεί.

4.

Το μακρινό 2002 κάποιοι όχι τυχαίοι τύποι συναντήθηκαν στο Τυρόλο της κεντρικής Ευρώπης και χωρίστηκαν σε διάφορες ομάδες εργασίας. Πάνω από τα κεφάλια τους ο ήλιος αντανακλούσε στους μπηγμένους, στις εμβληματικές κορυφές των Άλπεων, σταυρούς, σύμβολα ψυχικής επιβράβευσης των ορειβατών που έφταναν εκεί. Όταν κάποια στιγμή εκείνοι οι τύποι βγήκαν από το εσωτερικό μίας κλασσικής τυρολέζικης κατασκευής, φτιαγμένης από ξύλο, με σοβατισμένο τον πρώτο όροφο και με την χαρακτηριστική δίρριχτη στέγη από πάνω – αυτού που σχηματικά περιγράφεται και ως “σπίτι της Χάιντι” – είχαν καταλήξει στην περίφημη Διακήρυξη του Τυρόλο, με την οποία ρύθμιζαν μία σειρά βασικών αρχών των αθλημάτων του βουνού – και δη του αλπινισμού που τότε άρχισε να εμφανίζεται. Οι αξίες πάνω στις οποίες βασίστηκε εκείνη η Διακήρυξη ήταν αυτές της αλληλεγγύης και της ομαδικότητας, της προστασίας της φύσης, της ευθύνης των ομαδικών αθλημάτων απέναντι στους αυτόχθονες πληθυσμούς των ορεινών περιοχών και των δικαιωμάτων τους, την περιπέτεια και την αυτοπραγματοποίηση. Στις ημέρες μας, στα οροπέδια των οροσειρών της Πίνδου και στα σαλέ των καταφυγίων του Ολύμπου τα μίνιμουμ εκείνης της Διακήρυξης υπόκεινται σε μία βίαιη αναθεώρηση από ένα πλήθος περιπατητών που απλά αναζητούν “τη φάση”. Όταν το γνωρίζω κάτι αντικαθίσταται από το απαιτώ κάτι, αστικές και εναλλακτικές κουλτούρες μετατρέπονται σε κουλτούρες επιβολής. Στη φύση και στις κοινότητες των ανθρώπων που αναπτύσσονται γύρω και σε σχέση με αυτήν.

5.

Τα καταφύγια αποτελούν τόπους όπου το βουνό μπορεί να γίνει μοιρασιά μέσα από συλλογικές εμπειρίες, αλλά μπορεί να μετατραπεί και σε προϊόν, να πουλήσει και να πουληθεί. Η γεωμετρική αύξηση των μαζικών μουσικών φεστιβάλ που διοργανώθηκαν φέτος το καλοκαίρι σε αρκετά από αυτά, ακόμα και όταν κουβαλούν ή προβάλουν ένα φιλοπεριβαλλοντικό hype, δεν παύουν να αποτελούν μία στιγμή κυριαρχίας επάνω στη φύση και στα πλάσματά της. Οι άνθρωποι των καταφυγίων είναι οι δάσκαλοι και οι δασκάλες που συναντάμε ετεροχρονισμένα σε μία φάση της ζωής μας, μπορεί να ξεκινάει από την παρατεταμένη εφηβεία και να φτάνει καμπόσα χρόνια μακρυά από αυτήν. Από ποιον άραγε να περιμένεις να πει δυο πρώτες κουβέντες για την ορεσίβια κουλτούρα στους άρτι αφιχθέντες φίλους-των-νησιών που η ανάγκη τους έφτασε σ’ απάν στα βουνά, αν όχι από δαύτους; Πώς να εξηγήσεις στις φιλενάδες και στους φίλους, όταν παίζει μουσική μέχρι στις 3 το πρωί, ότι τα φώτα σβήνουν στα καταφύγια στις 9 και στις 10 το βράδυ, γιατί αυτά βρίσκονται εκεί για να καταφύγουν και να ξεκουραστούν οι περιπατητές της προηγούμενης και της επόμενης ημέρας και όχι γιατί είναι σκηνικό της Billie Kark; Δύο Αύγουστους πίσω, σε ένα αυτοδιαχειριζόμενο καταφύγιο των Αγράφων, μία παρέα πιτσιρικάδων από ένα κοντινό χωριό που μόλις είχε τελειώσει την δεύτερη τάξη του λυκείου και γιόρταζαν, ήταν σε θέση να καταλάβουν την ανάγκη δύο περιπατητών που βρέθηκαν εκεί, στη μέση μίας πενταήμερης πεζοπορικής διάσχισης, για λίγη ησυχία καθώς την επομένη θα έπρεπε να συνεχίσουν το περπάτημά τους πριν ακόμη ο ήλιος εμφανιστεί μισός στην ανατολή. Και ας τους σχολιάσανε γέρους, αναμεταξύ τους.

6.

Ένας μακρινός θείος, με συγγένεια που ίσα αγγίζει το σόι, και ίσως γι΄ αυτό περιγράφει τον εαυτό του ως αριστερό, πάντα δυσκολευόταν να καταλάβει πώς τα τελευταία χρόνια οι νέοι εκστασιάζονται με το κλαρίνο. Στα δικά του τα χρόνια, εκείνα που ξεπροβόδισαν το ‘60 και καλωσόρισαν το ‘70, όταν αυτό βαρούσε σήμαινε ότι κάπου εκεί τριγύρω έπεφτε πολύ ξύλο. Και βασανιστήρια. Εντάξει, η αλήθεια είναι ότι γύρω από το δημοτικό τραγούδι η χούντα παρήγαγε εν τέλει περισσότερο κιτς και λιγότερη πολιτική. Η εκκλησία σταμάτησε να αφορίζει τα δημοτικά ως διαβόλου ήχους και τα πανηγύρια συνοδεύουν σχεδόν κάθε θρησκευτική γιορτή ιδίως τους θερινούς μήνες. Τα μουσικά σχολεία παρήγαγαν μία γενιά ανθρώπων οι οποίοι σμιλεύτηκαν πάνω σε νέα αλλά και παλιά όργανα, δεν φοβήθηκαν τις παντρειές και τους πειραματισμούς, ήπιαν δύο τσίπουρα παραπάνω με αυτούς που διέσωσαν μουσικές και προφορικές ιστορίες των τόπων τους χωρίς παρτιτούρες και μαγνητοφωνάκια και φτάσαμε σήμερα να παράγονται τόσα συγκροτήματα παραδοσιακής μουσικής όσα μπορεί να καταναλώσει η φάση της εποχής. Εάν στο νησί το γρατσούνισμα του βιολιού σηματοδοτεί την τελετή έναρξης ενός φασέικου παγανιστικού βραδιού, στην ηπειρωτική ελλάδα αρκεί ένα κλαρίνο που βαράει. Κατά προτίμηση το ηπειρώτικο και όχι το θεσσαλικό, με την ηχώ, το γύφτικο. Που χωρίς τους γύφτους, αυτούς που έπαιζαν τον ζουρνά, το κλαρίνο, την πίπιζα και την τσαμπούνα, δηλαδή τα όργανα που θέλουν γερά πνευμόνια, πανηγύρι δεν στήνονταν στα πρότερα χρόνια.

7.

Τα όργανα βαράνε. Ο κύκλος στήνεται. Ο χορός ξεκινάει. Οι διαχωρισμοί παραμονεύουν. Τα κριτήρια είναι αυστηρά για το πού μπορείς να μπεις και να πιαστείς στον κύκλο. Δεν γίνεται να σπάσει η αλυσίδα της παρέας, είναι και τα stories στα social media. Τις προάλλες, πρότεινα στη μάνα μου να πάει σε ένα live των Γκιντίκι που έγινε κοντά στον τόπο της, θα της άρεσε. Για να γίνει αποδεκτό να χορέψει στον κύκλο των εκστασιασμένων ηλιοκαμένων νεολαίων χρειάστηκε να περιμένει να σηκωθούν και κάποιες ακόμα χωριανές της ηλικίας της, οπότε όλες μαζί, σαν μία συμπαγή μάζα, διακριτικά διεκδίκησαν και κέρδισαν τον χώρο τους. Πιθανόν μια τύπισσα με την φάτσα χωριάτισσας, αγρότισσας, που έχει λιώσει τα πόδια της και τα γόνατά της πάνω από τριάντα χρόνια σε αμπέλια και καραγκούνικα χορευτικά, να ήταν λίγο ξέμπαρκη για το hype της στιγμής. Είναι να μην σου τύχει. Όπως τότε που κουμάντο κάνει ο ντόπιος που έχει πληρώσει, έχει κάνει την παραγγελιά, θα χορέψει πρώτος και οι υπόλοιποι θα ακολουθούν. Κάποτε τα πανηγύρια ήταν μία πράξη συμφιλίωσης και ξεπεράσματος των εντάσεων μεταξύ συγχωριανών ή οικογενειών. Ο ένας θα σηκωνόταν να σύρει τον χορό και θα καλούσε και τον “εχθρό”, για να λάβει χώρα το τελετουργικό. Πώς να το μάθεις αυτό αν δεν έχεις πατήσει σε έναν τόπο με την κουλτούρα να γνωρίσεις τους ανθρώπους του και τις νοοτροπίες τους; Πιο φιλόξενους ανθρώπους από αυτούς την Πίνδου δεν θα ματασυναντήσεις.

8.

Θα μπορούσε να χαρακτηριστεί κατάμουτρη κοροϊδία των εαυτών μας εάν ισχυριζόμασταν ότι ο οποιοσδήποτε και η οποιαδήποτε από εμάς βρισκόμαστε εκτός “της φάσης”, του hype της εποχής. “Η φάση” είναι εκεί έξω και κουβαλά ρευστά πολιτιστικά και πολιτικά χαρακτηριστικά στα οποία μπορούμε να παγιδευτούμε ή να τα αγγίξουμε σε μία στιγμή αδυναμίας, ωστόσο γίνονται πολύ συγκεκριμένα κάθε φορά που αυτά εκφέρονται μέσα σε ένα χρονικό, χωροταξικό και πολιτικό πλαίσιο. Μπορεί να είναι ένα μπλουζάκι που υποστηρίζει τη σωτηρία ενός βουνού και το οποίο να έχει πουληθεί τόσες χιλιάδες φορές, όταν η πιο σημαντική διαδήλωση αυτού του αγώνα μπορεί να μην έχει συγκεντρώσει ούτε τους μισούς από αυτούς. Είναι όμως και τα αστικά παραδείγματα, όπως η βίαιη αλλαγή του χαρακτήρα γειτονιών στο κέντρο της Αθήνας, ο αποκλεισμός και ο διωγμός των κατοίκων τους από αυτές.

9.

Δεν είναι μυστικό ότι η επαρχία είναι ένας τόπος που ζει στο έπακρο τις αντιφάσεις και τις συγκρούσεις της, είτε πρόκειται για τις γιορτινές εκδοχές της, είτε για την καθημερινότητά της. Αλλά αυτό είναι κάτι που πρωτίστως αφορά τους ανθρώπους που την ζουν και την διαμορφώνουν, γιατί είναι άλλο οι “κόντρες” να μπαίνουν μέσα από τα σπλάχνα της και άλλο να έρχονται απ’ έξω, πυροτεχνήματα που διαρκούν όσο η άδεια κάποιων αθηναίων από την εργασία τους. Στο πανηγύρι ενός ορεινού θεσσαλικού χωριού, ένας χωριανός έκανε παραγγελιά στην ορχήστρα το “Γρίβα μ’ σε θέλει ο βασιλιάς”. Ο αμέσως επόμενος ζήτησε το “Σηκώνομαι πολλά πρωί”. Προφανώς δεν έπαιξε κανένα από τα δύο. Σύντομα έγιναν όλοι μπίλιες, και όχι γιατί είχαν πιει ένα ποτηράκι παραπάνω.

10.

Το ρολόι δείχνει ακριβώς. Στο ράδιο παίζει για τα επόμενα δεκαεπτά δευτερόλεπτα το σήμα της ελληνικής ραδιοφωνίας – ο “τσοπανάκος” – έστω και σε μία διακριτική διασκευασμένη εκδοχή του που έχουν κρατήσει οι τοπικοί σταθμοί της Θεσσαλίας. Ύμνος. Τον θυμάσαι από μικρός προτού σου μιλήσουν για τον άλλον, τον εθνικό. Βαράς και προσοχή άμα λάχει. Το 1936, όταν ο Ρέλλιας και ο Μάγγος κατεβαίνουν στο Μοναστηράκι για να αγοράσουν τροκάνια και κουδούνια προβάτων για να συνθέσουν το σήμα του τότε Ραδιοφωνικού Σταθμού Αθηνών, ο πρώτος είναι ένας αναγνωρισμένος κλαριντζής από τις πλαγιές της Ζήρειας και ο δεύτερος ένας καταξιωμένος φλαουτίστας σε ωδεία και φιλαρμονικές ορχήστρες. Εκείνη η σύνθεση του σήματος προκάλεσε μικρές εκρήξεις της αστικής τάξης της εποχής, η οποία διαμαρτυρήθηκε ότι δίνεται μία εσφαλμένη – κτηνοτροφική – εικόνα της πατρίδας μέσα από την γραφική φλογέρα και τις βουκολικές κουδούνες. Για τους ανθρώπους της επαρχίας περισσεύουν οι ρόλοι βουκολικών κομπάρσων σε φολκλορικές παραγωγές τουριστών και ταξιδιωτών. Και όταν “η φάση” αλλάξει, ένα άλλο πολιτιστικό προϊόν θα υπάρχει εκεί διαθέσιμο για κατανάλωση. Και με τα βουνά και με τους ανθρώπους τους τότε τί θα γίνει; Μάλλον θα μαζευτούμε να το δούμε όσοι θα έχουμε απομείνει, όσες σταθήκαμε με σεβασμό μέσα σε αυτά, στα ζώα και στους ανθρώπους τους.

* Φιλοξενήθηκε στο 22ο τεύχος του περιοδικού Yusra.

Οι στέπες της Πίνδου.

Image

Στέπα. Stipa. Степь. Κοτσάνι στα καρδιτσιώτικα. Απεραντοσύνη και δέος. Σκληροί και ανεμοδαρμένοι χειμώνες. Υγρά και ζεστά καλοκαίρια. Λιβάδια, σαβάνες και οργιώδης βλάστηση. Περιπλανώμενα θηλαστικά. Νομάδες και ιθαγενείς. Τόπος άγνωστος και μυστηριώδης συνάμα. Γέννεσης γλωσσών και πολιτισμών. Έκτασης ικανής για την προσγείωση ενός διαστημόπλοιου. Χαραγμένος από τους πιο επιβλητικούς εμπορικούς δρόμους στην ιστορία της ανθρωπότητας, όπως εκείνον του μεταξιού. Σε κίνδυνο από την εξημέρωση και την μετατροπή του σε καλλιεργήσιμη γη.

Με μία συναισθηματική και πολιτισμική ακροβασία, η Πίνδος είναι η δική μας στέπα. Το επιτρέπει εξάλλου, τρέφοντας το συναίσθημα και την φαντασία στο έπακρο, αιώνες τώρα. Το μόνο που μένει σε μία σχετική εκκρεμότητα είναι η ανακάλυψη εκείνων των γεωγραφικών συντεταγμένων που θα επέτρεπαν την προσγείωση ενός διαστημόπλοιου. Θα τις βρούμε. Μέχρι τότε, κρατάμε επιμελώς σημειώσεις από τις στέπες της Πίνδου και τις μοιραζόμαστε μέσα από τους Εραστές των Αγράφων. Ένατο ταξίδι. Απαιτητικό, με την κρυφή ελπίδα να ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις των καιρών. Μία αγκαλιά σε αυτούς και αυτές που στηρίζουν το εγχείρημα με αυτήν την ανιδιοτέλεια και την πολυμορφία που θα θέλαμε να είναι βουτηγμένες και οι κοινωνικές μας σχέσεις. Ψάξτε το στα σημεία διανομής που είναι απλωμένα και πέρα από τα σύνορα των μικρών μας τοπικισμών.

* στην φωτογραφία, λεπτομέρεια της οροσειράς της Πίνδου, όπως αποτυπώθηκε από τον Ιταλό χαρτογράφο Cantelli da Vingola σε επιχρωματισμένη χαλκογραφία, το 1684.

Για την ορεσίβια εμπειρία του σκατού, της συμμετοχής και της παρατήρησής του.

Image

Οι Αρρένες βαστούσαν ακόμη από πίσω τους τις ακτίνες του ήλιου που είχαν ανατείλει κάνα δίωρο τώρα αλλά σούρνονταν αργά προς εκείνες τις συντεταγμένες που θα επέτρεπαν να ζεσταθούν λίγο στα σοβαρά τα κόκαλά τους. Οι οξιές επέμεναν στις λεπτομέρειες – το τριαντάμετρο ύψος τους και τα 1.800 μέτρα του οροπεδίου – κάνοντάς τους να ξεχάσουν ότι βρίσκονταν καταμεσής του Αυγούστου. Είχαν διανυκτερεύσει σε εκείνο το σημείο όπου παλαιότερα οι ντόπιοι το σκέπαζαν με κλαδιά ελάτου και τσουβάλια για να συντηρήσουν το χιόνι που συσσωρεύονταν τον χειμώνα και το καλοκαίρι ανέβαιναν εκεί όχι για να στήσουν σκηνές αλλά για να κόψουν κομμάτια πάγου και να τα χρησιμοποιήσουν. Ο καφές μπορεί αυτό το πρωινό να βγήκε μαυροζούμι αλλά είχε το άρωμα του βουνού και την γεύση της βρύας, το βουητό ξάγρυπνων κουνουπιών και την τουρτουράδα της γκρούπας. Σε κάθε περίπτωση πάντως τη δουλειά του την έκανε.

Μικρός, στο χωριό, θυμόταν ότι η τελετουργία ξεκινούσε με τον Κλεμανσώ, τον μπακάλη, να βγαίνει συνωμοτικά από την πλαϊνή πόρτα κρατώντας μια Καθημερινή της εποχής η οποία σύντομα θα γινόταν πολλά μικρά χρηστικά κομματάκια, και τραβούσε για το μέρος. Κάποιες φορές μπορεί να τον έβλεπε και με μια ξενόγλωσση εφημερίδα στα χέρια – η αλήθεια είναι ότι του ταίριαζε πιο πολύ καθώς κουβαλούσε και το φυσιογνωμικό παρατσούκλι που παρέπεμπε στον Γάλλο πρωθυπουργό των αρχών του εικοστού αιώνα – και καταλάβαινες ότι τις προηγούμενες ημέρες τον είχαν επισκεφθεί τα εγγόνια του από τον γαλλικό νότο.

Στο βουνό η τελετουργία ξεκινάει με ένα σκεπάρνι στο χέρι και ένα μπουκάλι νερό, το επονομαζόμενο και «χεζομπούκαλο», ελλείψει οποιασδήποτε διάθεσης δημιουργικής ονοματοδοσίας παρά μόνο στυγνού προσδιορισμού της χρηστικότητάς του. Αλλά ακόμα και να έχεις χάσει την απαρχή αυτού του τελετουργικού, το άξαφνο θρόισμα των φύλλων και το έντονο χοροπήδημα των θάμνων σε μία ασφαλή περίμετρο από το σημείο διαμονής, πάντα μαρτυρά τα τεκταινόμενα.

Έψαχνε καιρό τώρα να μοιραστεί σκέψεις γύρω από την κοινωνική εμπειρία του σκατού στα βουνά και τα λαγκάδια αλλά όλο και σκόνταφτε σε καθωσπρεπισμούς. Δεν ήταν ο Μίλαν Κουντερά που είχε γράψει για τη σημασία της χέστρας. Ούτε οι βασιλείς και οι βασίλισσες που γινόντουσαν πρωταγωνιστές και πρωταγωνίστριες της ιστορίας της αφόδευσης στις ευρωπαϊκές μεγαλουπόλεις των προηγούμενων αιώνων. Το καλύτερο σπρώξιμο του το έδωσε ο Πάκο Ιγκνάσιο Τάιμπο. Εκείνο το πρωινό που έκλεισε το βιβλίο κατάλαβε ότι αφού στην Εύκολη Υπόθεσή του, πλάι στο γραφείο του Έκτορ Μπελασκοαράν Σάιν χωρούσε ο μηχανικός Γκάγιο, με ειδικότητα στο αποχετευτικό σύστημα της Πόλης του Μεξικού και ύψιστη αποστολή να μην ξυπνήσουν μια μέρα οι κάτοικοι της πρωτεύουσας βουτηγμένοι στα σκατά μέχρι τα αφτιά, μπορούσε και αυτός να παραθέσει μια ερασιτεχνική κοινωνιολογία του σκατού. Όχι του αστικού, του ορεσίβιου, του πήγαινε πέρα στα χωράφια της μάνας.

Η γιαπωνέζικη αρχιτεκτονική προσπάθησε να αποτυπώσει αισθήσεις της φύσης στην τουαλέτα και να την μετατρέψει σε έναν κομψό χώρο όπου περιτριγυρισμένοι από γαλήνιες επιφάνειες τοίχων και λεπτά δουλεμένο ξύλο να μπορούμε ν’ αφήσουμε το μάτι μας πάνω σε γαλάζιους ουρανούς και πράσινα φύλλα. Έτσι όπως την περιγράφει ο Τζουνίτσιρο Τανιζάκι στο Εγκώμιο της Σκιάς. Η ορεσίβια αρχιτεκτονική δεν αναζητά τέτοιες περγαμηνές, ζει την ψυχρότητα της στιγμής και την ταπεινότητα της επιτέλεσης. Η ξερολιθιά είναι καβάτζα. Η πλαγιά απαιτεί το βαθύ κάθισμα της παλιάς τούρκικης και δίνει εκείνη την κλίση που ευνοεί το κουτρουβάλιασμα και το αγκάλιασμα με τα ξερά φύλλα. Τα μικρά ξυλαράκια σημάδια της υγειονομικής ταφής φωσφόρου και ποικίλων άλλων θρεπτικών συστατικών που θα μετατραπούν σε πλούσια κοπριά. Στα δύσκολα χιονισμένα πεδία τα βήματα καταλήγουν γύρω από τον κορμό του έλατου, τα ελάχιστα τετραγωνικά ξεχιονισμένης γης για τα απαραίτητα. Το χέσιμο δίπλα στα απομεινάρια των πολυβολείων του Γράμμου που ελέγχουν περάσματα, αφού ζητήσουν την κατανόηση της ιστορικής μνήμης για να μην καταγραφούν ως βεβήλωση, είναι μια σύγχρονη αναπαράσταση αυτού που η λαϊκή θυμοσοφία συνόψισε στο χέσε ψηλά και αγνάντευε, την εποχή που οι αρματολοί και οι κλέφτες δεν έπρεπε να πάρουν τα μάτια τους από τον κάμπο κάτω μην τυχόν και τους διαφύγει η κίνηση κάποιου οθωμανικού αποσπάσματος που τους κατεδίωκε.

Και αν δεν αγναντεύεις σα πέρα και κοιτάς σα δώθε, το κάθε βήμα σου στο βουνό μοιάζει με κίνηση σε μια παρτίδα σκάκι με την άγρια ζωή. Κοιτώντας χάμω μπορείς να διαβάσεις την ιστορία του τόπου όλου. Μαθαίνεις τη συντροφιά σου εκεί έξω, ποια μάτια είναι καρφωμένα απάνω σου ακόμα και αν εσύ δεν θα τα δεις ποτέ. Αφήνεις πίσω την μυρουδιά σου και φαντάζεσαι την μουσούδα που έπειτα θα έρθει να χωθεί στα ίχνη σου προσπαθώντας να μυρίσει τί ζώο είσαι εσύ, φίλος ή εχθρός. Αναγνωρίζεις ότι πέρασες στην επικράτεια μιας αγέλης λύκων η οποία φρόντισε να την οριοθετήσει από άλλες αγέλες αφήνοντας τα οσφρητικά μηνύματα του σκατού ή του κάτουρου σε κομβικά σημεία, όπως διασταυρώσεις και διάσελα. Βλέπεις οι λύκοι έχουν συνείδηση για τα γεωγραφικά όρια που μπορούν να εξασφαλίσουν την τροφή και την επιβίωση της αγέλης τους και εμφανίζονται αποφασισμένοι να τα υπερασπιστούν. Η αρκούδα σκαρώνει τις πιο εικαστικές συναντήσεις στη φύση. Καμβάς της ένα κακό πεπτικό σύστημα και υλικά της οι χρωματιστοί καρποί που επιλέγει για την διατροφή της: κεράσια, κορόμηλα, βατόμουρα, μήλα, σταφύλια. Τα πιο απρόβλεπτα φυτρώματα φυτών στη μέση του πουθενά, στην άκρη ενός δασικού δρόμου ή καταμεσής ενός μονοπατιού μπορεί να οφείλονται σε αυτά τα πανέμορφα θηλαστικά που δεν παραμέρισαν από τον δρόμο τους (αφ-όδευση), στην ευλαβική εναπόθεση των καρπών των δέντρων που επέλεξαν για τροφή.

Κοιτώντας το ίχνος της αρκούδας γίνεσαι στηθοσκόπιο που καταγράφει τους χτύπους της καρδιάς της. Το ήρεμο και περήφανο περπάτημά της όταν νιώθει αρχόντισσα των κοιλάδων της βόρειας Πίνδου, της Κάλντα ή της Κίρνα. Και το πανικοβλημένο της ποδοβολητό όταν στο κατόπι της βρίσκονται εκείνα τα τσογλάνια που διεκπεραιώνουν ένα άγραφο έθιμο κάποιων χωριών της δυτικής Μακεδονίας που επιβεβαιώνει την αρρενωπότητά τους και το πόσο βυθισμένες μέσα στα σκατά μπορούν να είναι οι επαρχιακές κοινωνίες. Τα γελάδια μουγκρίζουν τη μετατόπιση της κτηνοτροφίας στη νέα επιδοτούμενη εκδοχή της. Οι πλαγιές της Κιάφας και του Περήφανου συντηρούν ένα ναρκοπέδιο αποτέλεσμα ξεδιάντροπων εκκενώσεων, μετατρέποντας τη διάσχιση από το Ντένισκο στην Γράμμουστα σε άνισο αγώνα στην έδρα του βασιλείου της μύγας. Οι κακαράντζες των γιδοπρόβατων αποτελούν νοσταλγικό ίχνος προς εξαφάνιση, περιορισμένο κοντά στις λίγες ζωντανές στάνες που έχουν απομείνει, με τα τσίγκια τους και τα τοπωνύμια μιας άλλης πληθωρικής ορεσίβιας ζωής.

Όπου σκατό και ίχνος, λοιπόν. Μία λεπτομερής και ατέλειωτη εγκυκλοπαίδεια της άγριας ζωής. Των διαδρομών που επιλέγονται για τις μετακινήσεις, για την εξασφάλιση τροφής και νερού, για την προστασία από τον εχθρό, για την αναπαραγωγή. Των εποχών που αφήνονται νοσταλγικά πίσω και αυτών που έρχονται, σημάδια της συμβίωσης αλλά και των κακών συναπαντημάτων των ανθρώπων με τον φυσικό κόσμο. Στο βουνό περπατάς με την μύτη και μυρίζεις με τα πόδια. Οι αισθήσεις στην τσίτα.

* γράφτηκε στον Γράμμο, ένα καλοκαίρι πίσω, προτού οι μπουλντόζες ταπεινώσουν ένα κομμάτι της απεραντοσύνης του. Φιλοξενήθηκε στο 6ο τεύχος του περιοδικού Αρνί που κυκλοφόρησε τον Αύγουστο που μας πέρασε στην Καρδίτσα.

Τρύγος.

Image

Το δέρμα της αντανακλούσε την αυγή, είχε το χρώμα της μέδουσας, εκείνο το πορφυρό μωβ που μαρτυρούσε την ενηλικίωσή της μέσα στην αγροτική γη. Πάνω του ήταν χαραγμένη η υπομονή χρόνων αγροτικής και αόρατης οικιακής εργασίας, που την είχαν φορτώσει με περισσότερα “πρέπει” και ελάχιστα “θέλω”. Ο αέρας ήταν πηχτός. Ανακατωμένος με βλαστούς και έλικες. Αθόρυβος, ξαπόσταινε από το βραδινό μπουρίνι, και περίμενε τα πρώτα μουσαφίρια, πλεονασμός για τα αυτογόνιμα άνθη του αμπελιού. Η γη ήταν η αιτία να γνωρίσει τον δεύτερο έρωτα της ζωής της, εκεί στις αρχές της δεκαετίας του ‘90, όταν στις 6 το απόγευμα άνοιγε την κρατική τηλεόραση για να παρακολουθήσει το δελτίο καιρού για τους αγρότες. Ήταν εκείνη η στιγμή που όλοι και όλες σώπαιναν, στα καφενεία άκουγες μόνο το τσιρτσίριμα της ξυλόσομπας και στα σπίτια οι επιδείξεις της tupperware έκαναν ένα υποχρεωτικό διάλειμμα. Ο συνδυασμός ήταν ασυναγώνιστος -επιστήμονας, τηλεοπτικό γυαλί, επιβλητική χωρίστρα στο μαλλί- το τελευταίο ιδίως κινητοποιούσε μειλίχια συναισθήματα. Ωστόσο, όσες περγαμηνές και να είχε, είχε έρθει δεύτερος. Ο πρώτος της, τώρα αντανακλούσε στην φαλάκρα του τις πρώτες γραμμές του ήλιου, χάιδευε τα τσαμπιά που περίμεναν σήμερα τον τρύγο τους και όποτε χρειαζόταν έπαιζε tetris με τα τελάρα.

Το προηγούμενο βράδυ είχε πανσέληνο. Σε κάποιες μακρινές ιθαγενικές κοινότητες, που σίγουρα θα είχαν περάσει από τα ανάλεκτα του Τέταρτου Κόσμου του Νίκου Κούρκουλου, αυτό το βράδυ ψάρευαν οξυρριγχίδες. Σε ένα αιγαιπελαγίτικο νησί βιολιά, νταούλια και φλερταρίσματα θα βαρούσαν μέχρι το ξημέρωμα. Και οι κορφές της Πίνδου, επ’ ευκαιρίας, θα γυάλιζαν τις κόψεις τους και θα ακόνιζαν τις λεπτομέρειές τους. Εκείνη πρέπει να ήταν από τις πιο νηφάλιες φιγούρες που τριγυρνούσαν εκεί έξω εκείνη την ώρα και έβλεπαν την αυλαία της πανσελήνου. Και αυτό το ένιωθε σαν προνόμιο, ένα μικρό ξεγέλασμα των νιάτων που μόνο η ηλικία της θα μπορούσε να το φέρει σε πέρας με επιτυχία.

Τις μέρες του τρύγου το χωριό μεταμορφώνεται. Τα απογεύματα τα καφενεία μετατρέπονται σε ζωντανές Διευθύνσεις Αγροτικής Οικονομίας με συνεχή ενημέρωση από το μέτωπο του τρύγου, των πελατών, των οινοποιείων. Οι τιμές ανά ποικιλία ανεβοκατεβαίνουν σε ένα αυτοσχέδιο χρηματιστήριο, όπου ανάμεσα σε φήμες και τηλέφωνα που σηκώνονται και κλείνουν ο καθένας ψάχνει να δει πού και πόσο θα παραδώσει. Στον κεντρικό δρόμο μία παρέλαση ξεχασμένων μοντέλων ευρωπαϊκών και γιαπωνέζικων αυτοκινητοβιομηχανιών πηγαινοέρχεται μεταφέροντας τόνους σταφυλιών. Οι συζητήσεις κάνουν ασυναίσθητα μία τιμητική παύση όποτε περνούν τα δύο εναπομείναντα Datsun pick up, από σεβασμό για την ηλικία τους -1982- αλλά και επειδή το εργοστάσιο συναρμολόγησής τους ήταν της “γειτονιάς”, έξω από τον Βόλο.

Τα πρωινά, εκεί γύρω όπου είναι η ζυγαριά, η γεφυροπλάστιγγα, στήνεται ένα άλλο αυτοσχέδιο καφενείο. Πολυεθνικό αλλά όχι γιομάτο με ταξικό ανταγωνισμό, τουλάχιστον όσο απαιτούν οι περιστάσεις. Κάτω από την κληματαριά, ανάμεσα σε ιδρωμένα μακό πουκάμισα και ατσαλάκωτα πόλο μπλουζάκια, διαπραγματεύονται τιμές. Η καταβολή του 2ευρου που απαιτεί η ζυγαριά για να λειτουργήσει θα έπρεπε να είναι εκείνη η λεπτή γραμμή που χωρίζει τον αγρότη από τον έμπορο. Στις λεπτομέρειες σφυρηλατούνται οι συνειδήσεις, αλλά εδώ κάτω ο κάμπος πρέπει να κάνει πολλά βήματα πίσω. Ίσως μέχρις ότου τα ρουθούνια ερεθιστούν από τον ιδρώτα του Μαρίνου Αντύπα και οι ντροπές μείνουν με το στόμα ανοιχτό μπροστά στον απόηχο μίας σφαλιάρας στον Σλήμαν. Εδώ ο καθένας και η καθεμιά διαπραγματεύονται μόνοι τους απέναντι σε εμπόρους οι οποίοι καθορίζουν τις τιμές που θα αγοράσουν με γνώμονα την εκθετική αύξηση των ισολογισμών τους. Η τελευταία υποψία συλλογικής διαπραγμάτευσης χάθηκε πριν κάποια χρόνια μέσα σε γραφειοκρατικά σχήματα όπου το συνεταιρίζεσθαι σκονιζόταν ανάμεσα στις σφραγίδες διοικητικών συμβουλίων και χάρτινων σορών οι οποίοι εδώ και χρόνια βρίσκονται υπό λογιστικό έλεγχο και “εκκαθάριση”.

Εκείνη είναι απορροφημένη στη διαπραγμάτευση με τον έμπορα. Το μάτι της γυαλίζει, τώρα που η μέση σουβλάει και τα πόδια έχουν πρηστεί από την αξημέρωτη δουλειά ημερών, δεν φαίνεται να έχει καθόλου συμπεριληπτικές ευαισθησίες για την αύξηση του κόστους που επικαλείται ο έμπορας για να συμπιέσει τις τιμές. Υπολογίζει σεντ προς σεντ την αύξηση του δικού της κόστους ζωής, το δάνειο και τα επιτόκιά του, τα καύσιμα, το σουπερ μάρκετ, τα ραντίσματα, την μπιέλα του Kubota που το κράτησε στην αποθήκη και η μέση τους έγινε σμπαράλια μέχρις ότου κουβαλήσουν τα καφάσια έξω απ’ το αμπέλι. Ένα μητσουμπίσι που το γνωστό ανέκδοτο ακούγεται παρωχημένο μπροστά στα χρόνια και την εξωτερική του εμφάνιση, ξεφορτώνει τσουβάλια με φρεσκομαζεμένο πιπεράκι. Παραδίπλα, σε ένα πλαστικό τραπέζι, με το μισό να είναι εκτεθειμένο στον ήλιο και το άλλο μισό να έχει ύφος συνταξιοδοτημένου από τα πανηγύρια, ένας μεσήλικας με ύφος, ένδυση και κώμη καθηγητή του λυκείου, γκρινιάζει για τα μεροκάματα που του ζητούν οι μετανάστες εργάτες για να δουλέψουν τα στρέμματα του: 50 ευρώ και 7ωρο. Αλλιώς κανείς δεν πιάνει τσαπί και κλαδευτήρι. Αυτοί μαζεύτηκαν, συζήτησαν και διεκδίκησαν όλοι μαζί. Και πώς αλλιώτικα, όταν έπαιρνες 24 ευρώ για 8 ώρες;

Τελικά για κάποια παιδιά κάτω στον κάμπο δεν έχουν χαθεί οι τάξεις. Όταν τα νύχια των χεριών σου ποτίσουν με το χρώμα του χώματος, όταν ο ήλιος κεντήσει “μανίκι” στο χέρι σου, όταν το πρόσωπό σου γεμίσει φακίδες και το κορμί σου αποκτήσει την σφυρηλατημένη καμπούρα της υπαίθρου, τότε αναπόφευκτα κάπου εκεί θα τις συναντήσεις. Μέχρι τότε θα πρέπει να μάθω ουρντού, να διηγούμαι την ιστορία του Αντύπα και την σφαλιάρα στον τσιφλικά τον Σλήμαν.

Το βγκεντ του Κιθαιρώνα.

Image

Η αρβανίτικη γλώσσα δεν έχει κάποια λέξη για να περιγράψει το δάσος γενικά. Έχει φυλάξει όμως δύο ειδικές λέξεις για να περιγράψει την καθημερινή εμπειρία των ανθρώπων της με κομμάτια αυτού, μία για τον έλατο (μπέραζ’) και μία για το πεύκο (βγκεντ). Αυτήν την τελευταία, εάν βρεθείς στα σωστά καφενεία των χωριών του Κιθαιρώνα που συνήθως δεν αποτελούν πέρασμα για τους αθηναίους εκδρομείς του σαββατοκύριακου, πιθανόν να την ακούσεις ακόμα, δηλωτικό στοιχείο των τρόπων επιβίωσης αλλά και διαχωρισμού των ντόπιων μέσα στον χρόνο.

Στα νότια του βουνού οι Βιλιώτες, είχαν σαν βασική επαγγελματική ενασχόληση τη συλλογή ρητίνης και την παραγωγή ξυλοκάρβουνου. Το πουρνάρι, ο σχινος, η αγριελια έβγαζαν το καλύτερο απ’ αυτό. Το βγκεντ ήταν μέρος της ζωής τους. Και γι’ αυτό κουβαλούσαν στην καμπούρα τους τους υποτιμητικούς χαρακτηρισμούς του μπιθρετσίνα (του κωλορετσινά) και του ζορ’ ι (του μαυροεντερά, δηλαδή του πάντα πεινασμένου). Από την άλλη, στον βορρά, οι Κριεκουκιώτες είχαν στραμμένο το βλέμμα στον κάμπο της Θήβας που απλώνεται κάτω από το χωριό, στην καλλιέργεια της γης εκεί και μάλλον δεν πολυσυμπαθούσαν τους ορεινούς πληθυσμούς των Δερβενοχωρίων. Το βουνό, πέρασμα που ένωνε τα δύο χωριά με ένα μονοπάτι που περπατιέται μέχρι σήμερα, κατέβαζε τους Βιλιώτες για δουλειά στα χωράφια του κάμπου και μαζί και τους μύθους του βουνού και της Κιάφα Μούζα. Εκεί, όταν ξαπόσταιναν κάτω από τις γκορτσιές, τα μόνα δένδρα που φύτρωναν στο ίσιωμα χαρίζοντας τον ίσκιο τους στους εργάτες γης, ύφαιναν τους δικούς τους χαρακτηρισμούς για τους Κριεκουκιώτες: μπούζηδες τους ανέβαζαν (δηλαδή χειλάδες, από τα σαρκώδη χείλη των αγελάδων που εξέτρεφαν), βεσκούκιδες τους κατέβαζαν (κοκκινοαφτιάδες, από το χρώμα τους που είχε σταματήσει να είναι κίτρινο από την αναιμία που προκαλούσε η ελονοσία καθώς είχαν βελτιωθεί οι διατροφικές τους επιλογές).

Ψηλά στο βουνό οι κιάφες ξαποσταίνουν παρέα με τους διαβάτες και χασκογελάνε όταν καταλαβαίνουν ότι την έχουν σκαπουλάρει από την εθνική γραμμή της μετονομασίας των αρβανίτικων χωριών στα πιο χαμηλά υψόμετρα. Στα καφενεία τα βαλκάνια πρόσωπα των ανθρώπων που μοιράζονται τσίπουρο και κάπνα μαζί σου είναι σμιλευμένα με σφυρί και καλέμι, με εκείνη τη μοναδική λεπτότητα που χαρακτήριζε την χειρωνακτική δουλειά των πρώτων αλβανών οικοδόμων που έφταναν σε τούτα τα μέρη. Τα νερά του Κιθαιρώνα λίγα, κάποτε το ρέμα της γκούρας κινούσε τρεις νερόμυλους και ξεδίψαγε τα Βίλια. Το ρέμα της γαϊδούρας χώνεται στον κάμπο, περιμένει τους βοριάδες του Αιγαίου που θα ξεγελάσουν την επιβλητική Δίρφη και θα φτάσουν μέχρι την καρδιά της Βοιωτίας πλαγιοκοπώντας το Κριεκούκι. Και μαζί τους φέρνουν τσουχτερό κρύο και μία ευκολία χιονοπτώσεων που δεν τη συναντάς εύκολα σε οικισμούς των 400 μέτρων.

Σύντομα θα χαθεί κάθε λέξη στην ντοπιολαλιά που θα μπορεί να περιγράψει τον Κιθαιρώνα με εμπειρίες σε χρόνο ενεστώτα και όχι παρελθοντικό. Οι άνθρωποι των δύο βασικών χωριών του δεν κοιτάνε πια προς τη μεριά του βουνού, αλλά είτε προς τον κάμπο είτε προς τα παραθαλάσσια τουριστικά θέρετρα του κορινθιακού κόλπου. Το βουνό χαραγμένο με δρόμους, σπαρμένο με αιολικά εργοστάσια, καλωδιωμένο με γραμμές μεταφοράς ρεύματος, ταπεινωμένο στην κορυφή του και στα ριζά του από δύο ερειπωμένες στρατιωτικές εγκαταστάσεις έχει μείνει εκεί να καρτερεί απομονωμένες πεζοπορίες, να γίνεται πρώτη ύλη σε προλεταριακές ιστορίες τρέλας του πρωτογενούς τομέα ενός άλλου αιώνα, να προσφέρει τα άγρια χόρτα του στους μεσήλικες ντόπιους που το ανεβαίνουν αραιά και που και να τροφοδοτει τους μύθους της αρχαίας ελληνικής γραμματείας.

Η αρβανίτικη γλώσσα δεν έχει κάποια λέξη για να περιγράψει το δάσος γενικά. Έχει φυλάξει όμως δύο ειδικές λέξεις για να περιγράψει την καθημερινή εμπειρία των ανθρώπων της με κομμάτια αυτού, μία για τον έλατο (μπέραζ’) και μία για το πεύκο (βγκεντ). Αυτήν την τελευταία, εάν βρεθείς στα σωστά καφενεία των χωριών του Κιθαιρώνα που συνήθως δεν αποτελούν πέρασμα για τους αθηναίους εκδρομείς του σαββατοκύριακου, πιθανόν να την ακούσεις ακόμα, δηλωτικό στοιχείο των τρόπων επιβίωσης αλλά και διαχωρισμού των ντόπιων μέσα στον χρόνο.

Στα νότια του βουνού οι Βιλιώτες, είχαν σαν βασική επαγγελματική ενασχόληση τη συλλογή ρητίνης και την παραγωγή ξυλοκάρβουνου. Το πουρνάρι, ο σχινος, η αγριελια έβγαζαν το καλύτερο απ’ αυτό. Το βγκεντ ήταν μέρος της ζωής τους. Και γι’ αυτό κουβαλούσαν στην καμπούρα τους τους υποτιμητικούς χαρακτηρισμούς του μπιθρετσίνα (του κωλορετσινά) και του ζορ’ ι (του μαυροεντερά, δηλαδή του πάντα πεινασμένου). Από την άλλη, στον βορρά, οι Κριεκουκιώτες είχαν στραμμένο το βλέμμα στον κάμπο της Θήβας που απλώνεται κάτω από το χωριό, στην καλλιέργεια της γης εκεί και μάλλον δεν πολυσυμπαθούσαν τους ορεινούς πληθυσμούς των Δερβενοχωρίων. Το βουνό, πέρασμα που ένωνε τα δύο χωριά με ένα μονοπάτι που περπατιέται μέχρι σήμερα, κατέβαζε τους Βιλιώτες για δουλειά στα χωράφια του κάμπου και μαζί και τους μύθους του βουνού και της Κιάφα Μούζα. Εκεί, όταν ξαπόσταιναν κάτω από τις γκορτσιές, τα μόνα δένδρα που φύτρωναν στο ίσιωμα χαρίζοντας τον ίσκιο τους στους εργάτες γης, ύφαιναν τους δικούς τους χαρακτηρισμούς για τους Κριεκουκιώτες: μπούζηδες τους ανέβαζαν (δηλαδή χειλάδες, από τα σαρκώδη χείλη των αγελάδων που εξέτρεφαν), βεσκούκιδες τους κατέβαζαν (κοκκινοαφτιάδες, από το χρώμα τους που είχε σταματήσει να είναι κίτρινο από την αναιμία που προκαλούσε η ελονοσία καθώς είχαν βελτιωθεί οι διατροφικές τους επιλογές).

Ψηλά στο βουνό οι κιάφες ξαποσταίνουν παρέα με τους διαβάτες και χασκογελάνε όταν καταλαβαίνουν ότι την έχουν σκαπουλάρει από την εθνική γραμμή της μετονομασίας των αρβανίτικων χωριών στα πιο χαμηλά υψόμετρα. Στα καφενεία τα βαλκάνια πρόσωπα των ανθρώπων που μοιράζονται τσίπουρο και κάπνα μαζί σου είναι σμιλευμένα με σφυρί και καλέμι, με εκείνη τη μοναδική λεπτότητα που χαρακτήριζε την χειρωνακτική δουλειά των πρώτων αλβανών οικοδόμων που έφταναν σε τούτα τα μέρη. Τα νερά του Κιθαιρώνα λίγα, κάποτε το ρέμα της γκούρας κινούσε τρεις νερόμυλους και ξεδίψαγε τα Βίλια. Το ρέμα της γαϊδούρας χώνεται στον κάμπο, περιμένει τους βοριάδες του Αιγαίου που θα ξεγελάσουν την επιβλητική Δίρφη και θα φτάσουν μέχρι την καρδιά της Βοιωτίας πλαγιοκοπώντας το Κριεκούκι. Και μαζί τους φέρνουν τσουχτερό κρύο και μία ευκολία χιονοπτώσεων που δεν τη συναντάς εύκολα σε οικισμούς των 400 μέτρων.

Σύντομα θα χαθεί κάθε λέξη στην ντοπιολαλιά που θα μπορεί να περιγράψει τον Κιθαιρώνα με εμπειρίες σε χρόνο ενεστώτα και όχι παρελθοντικό. Οι άνθρωποι των δύο βασικών χωριών του δεν κοιτάνε πια προς τη μεριά του βουνού, αλλά είτε προς τον κάμπο είτε προς τα παραθαλάσσια τουριστικά θέρετρα του κορινθιακού κόλπου. Το βουνό χαραγμένο με δρόμους, σπαρμένο με αιολικά εργοστάσια, καλωδιωμένο με γραμμές μεταφοράς ρεύματος, ταπεινωμένο στην κορυφή του και στα ριζά του από δύο ερειπωμένες στρατιωτικές εγκαταστάσεις έχει μείνει εκεί να καρτερεί απομονωμένες πεζοπορίες, να γίνεται πρώτη ύλη σε προλεταριακές ιστορίες τρέλας του πρωτογενούς τομέα ενός άλλου αιώνα, να προσφέρει τα άγρια χόρτα του στους μεσήλικες ντόπιους που το ανεβαίνουν αραιά και που και να τροφοδοτει τους μύθους της αρχαίας ελληνικής γραμματείας.

Σχεδίασε έναν Ιστότοπο όπως αυτός με το WordPress.com
Ξεκινήστε